← Κύπρος

Γιάννη Ασκαλίδη ν. Αντρέα Τανίδη, Αρ. Αγωγής: 826/13, 26/5/2015

Γιάννη Ασκαλίδη ν. Αντρέα Τανίδη, Αρ. Αγωγής: 826/13, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 826/13 Μεταξύ: Γιάννη Ασκαλίδη, από την Πάφο Ενάγοντα και Αντρέα Τανίδη, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία: 26.5.15 Εμφανίσεις: Για την Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ / Αιτήτρια: κα Ήβη Αντωνιάδου Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Σταυρινού -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους της Παγκυπριακής Ασφαλιστικής Λτδ / Αιτήτριας στις 26.4.13 με την οποία ζητείται η προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγόμενης 2 στην παρούσα αγωγή καθώς και άδεια του Δικαστηρίου που να της επιτρέπει να λάβει μέρος στην διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση ημερομηνίας 26.4.13 του Μιχάλη Πίπη, Διευθυντή του Τμήματος Απαιτήσεως της Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «ο Μιχάλης Πίπης», ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.11.14 επιτράπηκε η καταχώρηση στις 25.11.14 συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Μιχάλη Πίπη εκ μέρους της Αιτήτριας. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ένορκο δήλωση ημερομηνίας 26.4.13 αφορμή για την υποβολή της αποτέλεσε τεχνική έκθεση και ανάλυση του επίδικου δυστυχήματος η οποία ετοιμάσθηκε από εμπειρογνώμονα κατόπιν οδηγιών της Αιτήτριας το περιεχόμενο της οποίας διαψεύδει την εκδοχή του Εναγόμενου η οποία εκτίθεται στο έντυπο υποβολής απαίτησης - Τεκμήριο 1. Σύμφωνα με το εν λόγω έντυπο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος ενώ οδηγούσε στην οδό Χαριλάου Τρικούπη δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ με αποτέλεσμα να κτυπήσει όχημα που περνούσε, προδήλως το όχημα του Καθ' ου η αίτηση. Από την έκθεση, όμως, προκύπτει ότι το όχημα του Καθ' ου η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ακινητοποιημένο και ότι οι υλικές ζημιές στην αριστερή του πλευρά προϋπήρχαν του επίδικου δυστυχήματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ως εύλογη η υποψία ότι υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του Εναγόμενου με σκοπό την εξαπάτηση της Αιτήτριας με απώτερο σκοπό να καλυφθούν οι προϋπάρχουσες ζημιές στο αυτοκίνητο του Καθ' ου η αίτηση αλλά και για να αποκομίσει κέρδος ο Καθ' ου η αίτηση από αποζημιώσεις τις οποίες η Αιτήτρια ως ασφαλιστής θα έχει ευθύνη να καλύψει αναφορικά με ισχυριζόμενους τραυματισμούς του. Η Αιτήτρια λόγω σύγκρουσης συμφερόντων με τον Εναγόμενο δεν μπορεί να διορίσει δικηγόρο εκ μέρους του για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή. Επίσης, επειδή η Αιτήτρια δεν είναι διάδικος στην αγωγή για να μπορέσει να προβάλει την θέση της περί συμπαιγνίας των μερών θα πρέπει να παρέμβει και να προστεθεί ως εναγόμενη. Διαφορετικά ο Καθ' ου η αίτηση και ο Εναγόμενος θα έχουν την δυνατότητα να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σε σχέση με τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος. Αν δεν επιτραπεί στην Αιτήτρια να παρέμβει αυτό θα αποβεί μοιραίο για τα συμφέροντα της Αιτήτριας αφού θα δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου και ένεκα τούτου θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει αποζημιώσεις στον Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται 22 λόγοι ένστασης ο Ενάγων / Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Τα ουσιώδη σημεία από την εν λόγω ένορκο δήλωση είναι τα ακόλουθα: οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί συμπαιγνίας είναι ανυπόστατοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η έκθεση - Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του Πίπη - είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα και ετοιμάσθηκε με σκοπό η Αιτήτρια να αποφύγει την ευθύνη. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν γνώριζε τον Εναγόμενο και δεν θα θυσίαζε το αυτοκίνητό του αξίας Ευρώ 20.000,00 σεντ το οποίο δεν είχε εμπλακεί σε κανένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ξοφλημένο για να σκηνοθετήσει το επίδικο δυστύχημα με τον Εναγόμενο και με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες. Άλλωστε, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε στον Καθ' ου η αίτηση ότι δεν τον είχε προσέξει και δεν είχε υπακούσει στο σήμα του ΑΛΤ καθότι χρησιμοποιούσε το κινητό του τηλέφωνο. Το περιεχόμενο της έκθεσης - Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του Μιχάλη Πίπη - διαψεύδεται από την έκθεση που ετοιμάσθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση από τον εμπειρογνώμονα Γιώργο Τζιρκαλλή - Τεκμήριο Δ η υπό κρίση αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, πλημμελής, νόμω και ουσία αβάσιμη και νομικά και πραγματικά αστήρικτη η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται σε νομικά και πραγματικά αβάσιμους και αόριστους ισχυρισμούς η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν καταδείχθηκε να συντρέχουν λόγοι για έγκριση της υπό κρίση αίτησης δεν καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας εκ μέρους της Αιτήτριας στην αγωγή ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση η βάση της αγωγής ένεκα των ισχυρισμών περί συμπαιγνίας θα αλλάξει και οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν να δικασθούν στην βάση της παρούσης αγωγής. η προσθήκη της Αιτήτριας ως εναγόμενης στην αγωγή ένεκα των ισχυρισμών περί συμπαιγνίας δημιουργεί νέα βάση αγωγής και οι εν λόγω ισχυρισμοί μετατρέπουν την πορεία της αγωγής και επηρεάζουν δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση η έγκριση της υπό κρίση αίτησης είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και θα επηρεάσει τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Ως εκ τούτου δεν είναι καλόπιστη. Επίσης, θα επιφέρει καθυστέρηση στην διαδικασία και σπατάλη δικαστικού χρόνου τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επιφέρει αλλαγές στην κυρίως μαρτυρία η επιλογή των εναγόμενων είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει αποκλειστικά στον ενάγοντα δεν υπάρχει καμία συμβατική σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η αίτηση η Αιτήτρια μπορεί να υπερασπισθεί την αγωγή μέσω του Εναγόμενου και δεν είναι απαραίτητο να προστεθεί ως διάδικος η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια κωλύεται από τον να προωθεί την υπό κρίση αίτηση καθότι ο Εναγόμενος δεν έχει λάβει γνώση της υπό κρίση αίτησης και η υπό κρίση αίτηση δεν επιδόθηκε νομότυπα στον Καθ' ου η αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. H Δ.9, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή. Δυνάμει του πιο πάνω θεσμού το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για προσθήκη συνεναγόμενου και να επιλέξει να χειρισθεί την υπόθεση αναφορικά με τα δικαιώματα του διαδίκου που βρίσκεται ενώπιον του. Σημειώνεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο με βάση τον πιο πάνω θεσμό θα πρέπει να ασκούνται με προσοχή και αν με την αιτούμενη προσθήκη θα προκληθεί σοβαρός επηρεασμός σε κάποιο από τους διαδίκους το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος, παρόλο που, γενικά ομιλούντες, το Δικαστήριο θα προβεί σε τέτοιες αλλαγές όσον αφορά τους διαδίκους ως είναι αναγκαίες για να υποβοηθήσει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην υπόθεση. Άδεια, ωστόσο, για προσθήκη συνεναγομένου μπορεί να μην παραχωρηθεί αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd

(1983)1 CLR 178, Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81). Eπίσης δεν θα επιτραπεί προσθήκη τρίτων ως εναγομένων όταν τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν είναι πρόσωπα που θα έπρεπε να εναχθούν από την αρχή ή δεν είναι πρόσωπα η παρουσία των οποίων ως εναγόμενοι είναι αναγκαία για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρόμενων στην υπόθεση ζητημάτων (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178). Στοιχεία και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που το Δικαστήριο έχει με βάση την Δ.9, θ.10 είναι εκτός από το κατά πόσο με την προσθήκη συνεναγομένου θα προκύψει νέα αιτία αγωγής και το κατά πόσο η απόφαση στην αγωγή θα επηρεάσει άμεσα τρίτα πρόσωπα ή κατά πόσο τρίτα πρόσωπα θα κληθούν άμεσα ή έμμεσα να πληρώσουν οτιδήποτε ή αν θα δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της δίκης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β ΑΑΔ 1335 όπου ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Κρονίδης, όπως ήταν τότε, υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin στην Αγγλική υπόθεση Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273: «Όπως αναφέρθηκε στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273, στη σελίδα 287:- "The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party"». Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα ο μοναδικός λόγος που δικαιολογεί την προσθήκη εναγόμενου είναι το τρίτο πρόσωπο να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Αν ναι, τότε, η υπόθεση δεν μπορεί να αποφασισθεί πλήρως και αποτελεσματικά εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι διάδικος. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε από τον John Stephenson J. στην Αγγλική υπόθεση Fire, Auto and Marine Insurance Co. Ltd v. Greene
(1964)2 All E R 761 και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou & Another
(1963)2 CLR 117. Στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E R 328 ο Λόρδος Denning M.R. επέλεξε διαφωνώντας με την στενή ερμηνεία που δόθηκε από τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273, πιο πάνω, να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από το Λόρδο Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Σύμφωνα με τον Λόρδο Denning θα πρέπει να δοθεί τέτοια ευρεία ερμηνεία στον θεσμό ώστε να δύναται να προστεθεί τρίτο πρόσωπο όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δεν θα ήταν ορθό για το νομικό σύστημα αν αυτό επέτρεπε την διεξαγωγή δύο παράλληλων διαδικασιών με το ίδιο επίδικο θέμα αφού συν τοις άλλοις σε μια τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποφασισθούν τα ίδια επίδικα θέματα διαφορετικά και διαφορετικά Δικαστήρια να καταλήξουν σε διαφορετικά και αντιφατικά αποτελέσματα. Η ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στον θεσμό από τον Λόρδο Denning υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση Vandervell Trusts
(1969)3 All E R 490 πλην όμως η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου ανατράπηκε από την Βουλή των Λόρδων. Ο Viscount Dilhorne ανέφερε τα ακόλουθα ενδεικτικά στις σελίδες 23-24: «My difficulty about accepting Lord Denning's wide interpretation is that it appears to me wholly unrelated to the wording of the rule. I cannot construe the language of the rule as meaning that a party can be added whenever it is just or convenient to do so. That could have been simply stated if the rule was intended to mean that. However wide an interpretation is given, it must be an interpretation of the language used. The rule does not give power to add a party whenever it is just or convenient to do so. It gives power to do so only if he ought to have been joined as a party or if his presence is necessary for the effectual and complete determination and adjudication on all matters in dispute in the cause or matter». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η δυσκολία που έχω να αποδεχθώ την ευρεία ερμηνεία του Λόρδου Denning είναι ότι κατά την άποψή μου αυτή δεν σχετίζεται καθόλου με το λεκτικό του θεσμού. Δεν μπορώ να δώσω στο λεκτικό του θεσμού την ερμηνεία ότι διάδικος δύναται να προστεθεί όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Αν ο σκοπός του θεσμού ήταν αυτός πολύ απλά θα μπορούσε να περιληφθεί στο λεκτικό του. Όσο ευρεία μπορεί να είναι η ερμηνεία που θα δοθεί θα πρέπει να είναι η ερμηνεία του λεκτικού που χρησιμοποιείται. Ο θεσμός δεν δίδει την εξουσία για προσθήκη ενός διαδίκου όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δίδει την εξουσία προς την πιο πάνω κατεύθυνση μόνο όταν ο νέος διάδικος θα πρέπει να προστεθεί ως διάδικος ή όταν η παρουσία του είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων ζητημάτων στην υπόθεση». Σύμφωνα δε με τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273 η παρεμπόδιση της πολλαπλότητας των διαδικασιών δεν αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό του θεσμού. Το Δικαστήριο διαθέτει άλλους τρόπους για να παρεμποδίσει την πολλαπλότητα των διαδικασιών. Όπως με το να διατάξει συνένωση αγωγών ή να επιτρέψει την έγερση διαδικασίας τριτοδιάδικου. Ο πρωταρχικός σκοπός του θεσμού ήταν η αντικατάσταση του plea in abatement, δηλαδή, η αναστολή ή ο τερματισμός μιας αγωγής όταν δεν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητοι διάδικοι. Ο θεσμός είναι πιο ευέλικτος από το plea αλλά ο σκοπός του είναι ο ίδιος. Όπως υποδείχθηκε στην Αγγλική Νομολογία, η οποία υιοθετήθηκε και από την δική μας Νομολογία, οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης υπαγορεύουν ότι ένα άτομο που δεσμεύεται από μια απόφαση σε αγωγή που κινήθηκε εναντίον άλλου διάδικου και θα είναι άμεσα υπεύθυνο έναντι του ενάγοντα για πληρωμή της απόφασης που θα εκδοθεί θα πρέπει να δικαιούται να ακουσθεί στην διαδικασία στην οποία επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η απόφαση. Ένα θέμα σε μια διαφορά δεν αποφασίζεται αποτελεσματικά και πλήρως εκτός αν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης τηρούνται και δοθεί σε όλους όσοι πρόκειται να καταστούν υπεύθυνοι για να ικανοποιήσουν την απόφαση η ευκαιρία να ακουσθούν. Παραθέτω πιο κάτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Diplock στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 που παρατίθεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηellenic Bank v. Kosma
(1984)1 CLR 53 στη σελίδα 61: «Clearly the rules of natural justice require that a person who is to be bound by a judgment in an action brought against another party and directly liable to the plaintiff on the judgment should be entitled to be heard in the proceedings in which the judgment is sought to be obtained. A matter in dispute is not, in my view, effectually and completely 'adjudicated upon' (my italics) unless the rules of natural justice are observed, and all those who will be liable to satisfy the judgment are given an opportunity to be heard». Για την εμβέλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου διαφωτιστική είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1372, σελίδα 1375: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Σχετική, επίσης, είναι και η υπόθεση P.T. Κiani Kertas v. Ιnterorient Navigation Company Limited κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ
  1. Η Δ.9 θ.10 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Ο.16 r.
  2. Είναι, συνεπώς, χρήσιμα τα σχόλια που παρατίθενται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην σελίδα 348 κάτω από τον τίτλο «When Order refused»: «When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Με βάση την πιο πάνω περικοπή αίτηση για προσθήκη εναγόμενου δεν εγκρίνεται αν η προσθήκη θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή αν αφορά πρόσωπα που ενδιαφέρονται στη διαδικασία μόνο έμμεσα ή αν καμία θεραπεία δεν επιδιώκεται από τον ενάγοντα σε σχέση με τον προτεινόμενο εναγόμενο και ο ενάγων δεν επιθυμεί την προσθήκη. Στην τελευταία δε περίπτωση η ενδεδειγμένη πορεία είναι η καταχώρηση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Άλλοι πρόσθετοι παράγοντες που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, το ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127) καθώς και το κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (Βλ. Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd
(1970)1 QBD 393). Η Νομολογία κατέδειξε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία (Βλ. το Αγγλικό Σύγγραμμα The Digest 37
(2), 1983, επανέκδοση, σελ. 373, παράγραφος 2317). Σχετικές είναι και οι Aγγλικές αποφάσεις Νorris v. Beazley
(1877)(1874-80) All E R 774 και Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch 33, 38. Aν, όμως, η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί η προσθήκη, το Δικαστήριο δύναται να πράξει ανάλογα (Βλ. Megas Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd a.o
(1978)1 CLR 545). Αναμφίβολα, έχοντας υπόψη την γενική αρχή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους
(1991)ΑΑΔ 906 και Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1372). Στην υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Χρίστου Μηνά
(2003)1 ΑΑΔ 1818 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1824-1826: «Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από την Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με την Δ.16 θ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την Αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των. γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας.» Προηγουμένως στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England [1950] 2 All E.R. 605, 611 υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δύο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R.
  1. Στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328 o Lord Denning M.R. επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από τον Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown [1889] 22 Q.B.D.
  2. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην Gurtner (πιο πάνω) οι ασφαλιστές ζήτησαν να προστεθούν ως εναγόμενοι στην αγωγή. Το αίτημα τους εγκρίθηκε από τον Master, εφόσον θα αναλάμβαναν να ικανοποιήσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικάζοντο στον ενάγοντα (the Master granted the application on their giving an undertaking to satisfy any damages awarded to the plaintiff). Το Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του Master. Το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Ο Lord Denning M.R. έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 332: «In my opinion, we should make an order allowing the Motor Insurers' Bureau to be added as defendants. They are prepared to undertake to pay any damages that may be awarded. This undertaking should be embodied in the order. On being added, they should be entitled to defend the action and to exercise all the rights of the defendant therein.» Σε μετάφραση: «Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να εκδώσουμε διάταγμα που να επιτρέπει στο Motor Insurers' Bureau να προστεθούν ως εναγόμενοι. Είναι έτοιμοι να αναλάβουν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικασθούν. Η ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης πρέπει να ενσωματωθεί στην απόφαση. Εφόσον προστεθεί θα πρέπει να δικαιούνται να υπερασπιστούν την αγωγή και να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα του εναγομένου.» Από την απόφαση Gurtner (πιο πάνω) προκύπτει ότι μέρος του λόγου της (ratio) ήταν η ανάληψη υποχρέωσης από τους ασφαλιστές να ικανοποιήσουν την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του ασφαλιζόμενου. Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Carpenter v. Ebblewhite and Others [1939] 1 K.B. 347, 358) δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών». Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια υποστηρίζει στην ουσία ότι το επίδικο δυστύχημα είναι εικονικό. Και ότι αυτό έλαβε χώρα κατόπιν συμπαιγνίας μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του Εναγόμενου. Ζητά άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβει στην διαδικασία και άδεια να προστεθεί ως εναγόμενη στην αγωγή για να μπορεί να εγείρει τους ισχυρισμούς της και την εκδοχή της αναφορικά με τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος με σκοπό να υπερασπισθεί τον εαυτό της, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσε να πράξει αν εμφανιζόταν για τον Εναγόμενο αφ' ης στιγμής οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζεται και τους οποίους επικαλείται δεν συνιστούν υπεράσπιση για τον Εναγόμενο. Επίσης, όπως ορθά αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Μιχάλη Πίπη η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να εμφανίζεται για τον Εναγόμενο και δεν θα μπορούσε να διορίσει δικηγόρο για τον Εναγόμενο καθότι ως εκ των πιο πάνω υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτής και του Εναγόμενου και, κατ' επέκταση, διαφορά. Αν η Αιτήτρια δεν εμφανισθεί ως διάδικος θα δεσμευθεί από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Κάτι το οποίο θα πλήξει τα συμφέροντά της αφ' ης στιγμής αυτή στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία αν αποφασισθούν υπέρ της θα την απαλλάξουν από την ευθύνη να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου. Μόνο που τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται δεν θα μπορούν να αποφασισθούν πλήρως και τελεσίδικα εκτός αν η ίδια καταστεί διάδικος στην αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι υπάρχει έρεισμα στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Η προσθήκη της Αιτήτριας ως διαδίκου είναι αναγκαία ώστε να μπορέσουν να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα ζητήματα που εγείρονται. Ακολουθεί ότι η Αιτήτρια είναι αναγκαίος διάδικος. Σημειώνεται ότι στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας προέβη σε δήλωση ότι η Αιτήτρια αναλαμβάνει να πληρώσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις οι οποίες δυνατόν να επιδικασθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Καθ' ου η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση δεν προσφέρεται για απόφανση επί των ισχυρισμών αναφορικά με τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος οι οποίες προβάλλονται εκατέρωθεν των πλευρών. Και συγκεκριμένα από πλευράς της Αιτήτριας με το Τεκμήριο 2 και από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση με το Τεκμήριο Δ καθώς και τους λοιπούς ισχυρισμούς του. Και, κατ' επέκταση, αναφορικά με το ζήτημα της υπό της Αιτήτριας ισχυριζόμενης συμπαιγνίας. Ό,τι δε έχει σημασία για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης είναι ότι η Αιτήτρια κατέδειξε ότι μεταξύ αυτής και του Εναγόμενου υπάρχει διαφορά και ότι αυτή επικαλείται ισχυρισμούς οι οποίοι δύνανται, αν γίνουν πιστευτοί, να την απαλλάξουν από την ευθύνη να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα θα αποφασισθούν στο πλαίσιο της δίκης αφού δοθεί η άδεια στην Αιτήτρια να προστεθεί ως εναγόμενη στην αγωγή. Διαφωνώ, επίσης, με την θέση που προωθείται μέσω της ένστασης ότι με την προσθήκη της Αιτήτριας ως εναγόμενης και την έγερση των ισχυρισμών περί συμπαιγνίας η βάση της αγωγής θα αλλάξει. Η υπό του Καθ' ου η αίτηση ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγόμενου παραμένει η βάση της αγωγής του. Απλά με την έγκριση της υπό κρίση αίτησης το Δικαστήριο θα έχει να αποφασίσει την ευθύνη υπό το φως των νέων ισχυρισμών που θα προβάλει η Αιτήτρια. Αυτό δεν συνεπάγεται την μεταβολή της βάσης της αγωγής. Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος ένστασης ότι η προσθήκη της Αιτήτριας ως εναγόμενης θα μεταβάλει την «κυρίως μαρτυρία» και την «κυρίως έρευνα» της αγωγής. Ούτε με τον λόγο αυτό θα συμφωνήσω. Αναμφίβολα ο Καθ' ου η αίτηση θα έχει να προσκομίσει μαρτυρία κατά την δίκη την οποία δεν θα παρουσίαζε αν η υπό κρίση αίτηση δεν εγκρινόταν. Όπως, για παράδειγμα, την έκθεση του εμπειρογνώμονα Γιώργου Τζιρκαλλή - Τεκμήριο Δ στην ένορκό του δήλωση. Και η πλευρά της Αιτήτριας θα παρουσιάσει μαρτυρία που δεν θα παρουσιαζόταν στην υπόθεση αν αυτή δεν προστίθετο ως διάδικος. Δεν θεωρώ, όμως, ότι αυτό θα μεταβάλει την κυρίως μαρτυρία και την κυρίως έρευνα. Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772 λέχθηκε ότι δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα να είναι οι ίδιες. Στην πιο πάνω υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 779: «Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιόν του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon ν. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, 332)». Επίσης, κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα προκληθεί στα συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση από τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης και την έγερση των νέων ισχυρισμών που επικαλείται η Αιτήτρια. Τουναντίον, αν η υπό κρίση αίτηση δεν εγκριθεί και αν δεν επιτραπεί στην Αιτήτρια να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα θα επηρεασθούν δυσμενώς τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Συνεπώς είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η υπό κρίση αίτηση, πράγμα που εξανεμίζει το βάσιμο της θέσης ότι η υπό κρίση αίτηση δεν υποβλήθηκε καλόπιστα και ότι αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και την σπατάλη του δικαστικού χρόνου. Κατά συνέπεια, ο Καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να παραπονείται για καθυστέρηση η οποία αναπόφευκτα και ως εκ των πραγμάτων θα προκληθεί με την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Άλλωστε, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση - μόλις 5 εβδομάδες μετά την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος - και προτού καν ο Καθ' ου η αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα μετά την εν λόγω καταχώρηση. Επίσης, τίποτα το μεμπτό δεν προκύπτει από το ότι η υπό κρίση αίτηση εν τέλει δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο αφ' ης στιγμής αυτή δεν μπορούσε ως εκ των πραγμάτων να επιδοθεί στον τελευταίο. Ο Εναγόμενος βρίσκεται σε άγνωστη διεύθυνση στο εξωτερικό και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να εντοπισθεί. Αυτός ήταν και ο λόγος που και ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση δεν επέδωσε την αγωγή στον Εναγόμενο και, μάλιστα, με αίτησή του εξασφάλισε διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου στην Αιτήτρια για τον λόγο ότι είχε στο μεταξύ εγκαταλείψει την Δημοκρατία και βρισκόταν στο εξωτερικό σε άγνωστη διεύθυνση. Θα ήταν άδικο για την Αιτήτρια εξ' αιτίας του ότι ο Εναγόμενος εγκατέλειψε την Δημοκρατία να αποστερηθεί της δυνατότητας να παρουσιάσει και να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς στην αγωγή και με τον τρόπο αυτό να υπερασπισθεί τον εαυτό της. Άλλωστε ο Εναγόμενος δεν παραβλάπτεται από την υπό κρίση αίτηση αφ' ης στιγμής εν' όψει του ότι με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.2.14 η αγωγή επιδόθηκε στην Αιτήτρια για τον λόγο ότι ο Εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό η οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ του Καθ' ου η αίτηση δεν θα είναι εκτελεστή εναντίον του. Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση δεν επιδόθηκε νομότυπα στον Καθ' ου η αίτηση. Επιδόθηκε στην δικηγόρο του και αυτό είναι αρκετό. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση επιτρέπεται. Στην υπόθεση General Insurance Company of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou
(1963)CLR 117 επιτράπηκε στον παρεμβαίνοντα να προστεθεί ως εναγόμενος και διατάχθηκε όπως το κλητήριο ένταλμα τροποποιηθεί ανάλογα (the writ of summons be amended accordingly). Εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στην Αιτήτρια να παρέμβει και λάβει μέρος στην διαδικασία. Το κλητήριο ένταλμα να τροποποιηθεί ανάλογα. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Κατά τα λοιπά να ακολουθήσουν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Άδεια για προσθήκη εναγόμενου Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.