ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Αχιλλέας Παναγιωτίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1029/2002, 21/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1029/2002 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων - και - Αχιλλέας Παναγιωτίδης από την Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς
- Μάριου Παναγιώτου από την Λεμεσο
- Παναγιώτη Παναγιώτου από την Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση του εναγόμενου 3 ημερομηνίας 18.7.2014 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 14.6.2002 Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κ. A. Χουβαρτάς για κ. Ν. Καλλής Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Μιχαήλ για Ανδρέας Δημητριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση του ο εναγόμενος 3, η οποία στηρίζεται στις Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ. 9 (h), των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 14.6.2002 και αφορά Η το ποσό των €9458.80 (Λ.Κ.5,536) πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος 3 , με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, αναφέρει ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής αφού η επίδοση έγινε στον πατέρα του με τον οποίο δεν διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι γονείς του όπως ισχυρίζεται είχαν χωρίσει και αυτός διέμενε αρχικά με την μητέρα του στη Λεμεσό και αργότερα μόνος του, ενώ ο πατέρας του, διέμενε στην Πάφο με την συμβία του. Η επίδοση της αγωγής, αναφέρει, έγινε στην οικία του πατέρα του στην Πόλη Χρυσοχούς στη Πάφο γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε αργότερα. Κατά ή περί την ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής, διέμενε όπως ισχυρίζεται μόνιμα στη Λεμεσό στην οδό Βορείου Ηπείρου και Μαραθώνος. Προς επιβεβαίωση του ότι διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην πιο πάνω διεύθυνση, επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β αντίγραφο λογαριασμού της ΑΗΚ. Ισχυρίζεται ότι, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο πατέρας του, παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα για λογαριασμό του χωρίς να είναι συγκάτοικοι και χωρίς την εξουσιοδότηση του και δεν τον ενημέρωσε για το γεγονός. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος 3, ότι ο πατέρας του, ο εναγόμενος 1, ο οποίος σήμερα δεν ζει, πλαστογράφησε την υπογραφή του στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει οτιδήποτε. Με την πλαστογραφημένη υπογραφή του, φαινόταν σαν εγγυητής του πατέρα του στο δάνειο, ο οποίος με δόλο και/ή απάτη και/ή ψεύτικες παραστάσεις εξασφάλισε δάνειο από τους ενάγοντες. Ο πατέρας του, ουδέποτε του ανέφερε τις πράξεις του και καρπώθηκε εξ ολοκλήρου τα χρήματα που εξασφάλισε με τον πιο πάνω τρόπο. Αναφορικά με την αγωγή, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα επειδή δεν είχε καμία απολύτως ενημέρωση ούτε για την πλαστογραφία ούτε για την αγωγή. Ενημερώθηκε για όλα τα πιο πάνω εντελώς τυχαία όταν ενημερώθηκε από τους ενάγοντες ότι λόγω της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και λόγω των οφειλών του καταχωρήθηκε στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ». Περαιτέρω στην ένορκη του δήλωση αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Αμέσως μετά τα πιο πάνω γεγονότα που περιήλθαν εις γνώση μου και/ή κατά το έτος 2011 επικοινώνησα με το ΤΑΕ Πάφου και υπέβαλα παράπονο Σύμφωνα με τις έρευνας του ΤΑΕ πράγματι ο εναγόμενος 1 πλαστογράφησε την υπογραφή μου. Επισυνάπτω σχετική βεβαίωση ως τεκμήριο Γ.
- Εγώ προσωπικά είναι πολύ καλός και συνεπής πελάτης προς την Ελληνική Τράπεζα με τους οποίους συνεργάζομαι αλλά και προς τους ενάγοντες με τους οποίους συνεργαζόμουν παλαιότερα. Επισυνάπτω σχετική βεβαίωση από την Ελληνική Τράπεζα ως τεκμήριο Δ. 9.Θεωρώ σημαντικό να αναφέρω ότι οι ενάγοντες και ενώ γνώριζαν για την έκδοση της απόφασης εναντίον μου το 2002 στην αγωγή με τον πιο πάω αριθμό και τίτλο και ενώ εγώ δεν είχα ιδέα, όταν αποτάθηκα σε αυτούς κατά ή περί το 2005 για τη σύναψη δανείου με ενέκριναν. Το δάνειο αυτό το αποπλήρωσα το έτος
- Ο λόγος καθυστέρησης καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι επειδή προέβηκα σε διάφορες εξωδικαστικές ενέργειες με σκοπό να επιλύσω την διαφορά όσο πιο σύντομα μπορούσα και χωρίς να ταλαιπωρήσω κανέναν και χωρίς να δημιουργήσω έξοδα. Για παράδειγμα με τον δικηγόρο μου στείλαμε επιτολές και επικοινωνήσαμε προφορικά τόσο με τους ενάγοντες όσο και με τους δικηγόρους τους σε μια προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς. Επιπλέον επικοινώνησα με το ΤΑΕ Πάφου και βοήθησα όσο μπορούσα στην διερεύνηση του παραπόνου που υπέβαλα. Όταν όλες οι ενέργειες μου κατέστησαν μάταιες και η μόνη οδός που απέμεινε ήταν η δικαστική, τότε έδωσα οδηγίες στον δικηγόρο μου να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση. Χρειάστηκε φυσικά περισσότερος χρόνος από τον αναμενόμενο για την συλλογή των τεκμηρίων που επισυνάπτω και συγκεκριμένα των τεκμηρίων Α,Β,Γ και Δ.
- Είναι η θέση μου ότι δεν έχω υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες και επομένως δεν θεωρώ ότι οφείλω οποιονδήποτε ποσόν.
- Εν όψει των ανωτέρω πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαίας απονομής της δικαιοσύνης να παραμεριστεί η απόφαση στην παρούσα αγωγή.» Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1.Η αίτηση πάσχει καθότι ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την Νομολογία για την έγκριση τέτοιας αίτησης και δεν προβάλλεται υπεράσπιση στην ουσία της αξίωσης.
- Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 - Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση του δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης.
- Θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να παραμεριστεί η Απόφαση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που αποκαλύπτονται στην Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου Νο.3-Αιτητή και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο όποιο υποβάλλεται η Αίτηση για παραμερισμό.
- Ο Εναγόμενος Νο.3 δεν έχει καμία και/ή καμία βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή.
- Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης.
- Η αίτηση γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο και μετά σπό μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης ο εναγόμενος
- Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εξουσιοδοτημένους από αυτούς να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών, διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, ο εναγόμενος 3 - αιτητής δεν αποκαλύπτει με την ένορκη του δήλωση την ύπαρξη εκ πρώτη όψεως καλής υπεράσπισης, με αναφορά επίσης στην ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής, αναφέρει ότι, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 3 για την επίδοση της αγωγής στον πατέρα του, είναι ανεδαφικοί και αστήρικτοι, επίσης με αναφορά στις ενέργειες και στην συμπεριφορά του υποστηρίζει ότι είναι άδικο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων και οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 (σελ 1345 - 1346) ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut fit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχτηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Αναφορικά με το τελευταίο πιο πάνω στοιχείο, εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα να Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολτική Εφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Σε ότι αφορά την συμπεριφορά του αιτητή, υποθέσεις Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πανω) λέχθηκε πως η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης του και επίσης το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 2004, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας To ιστορικό της υπόθεσης: Για τους σκοπούς της αίτησης, κρίνω ορθό όπως καταγράψω στην απόφαση μου το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης που χρονολογείται από το έτος
- Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 14.3.2002 και επιδόθηκε, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που βρίσκονται στον φάκελο του δικαστηρίου, στον εναγόμενο 1 προσωπικά στις 21.3.2002, και στον εναγόμενο 2 προσωπικά στις 6.4.
- Επίσης η αγωγή επιδόθηκε για τον εναγόμενο 3 - αιτητή, στον εναγόμενο 2, στις 6.4.2002, ο οποίος σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη, ο εναγόμενος 2 είναι αδελφός του εναγόμενου 3 και συγκάτοικος του. Η επίδοση στον εναγόμενο 1 έγινε στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς στην Πάφο και για τους εναγόμενους 2 και 3 η επίδοση έγινε στη Λεμεσό. Ουδείς από τους εναγόμενους καταχώρησε εμφάνιση και οι ενάγοντες λόγω της παράλειψης τους αυτής πέτυχαν στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 31.5.2002 απόφαση εναντίον τους στις 14.6.2002, την απόφαση που σήμερα ο εναγόμενος 3 επιδιώκει να παραμεριστεί. Μετά την έκδοση της απόφασης καταχωρίστηκε αίτηση παρακοής εναντίον του εναγόμενου 1, η οποία στις 17.11.2003 αποσύρθηκε λόγω αδυναμίας συμμόρφωσης του. Ακολούθησε η καταχώρηση διαδοχικά τριών αιτήσεων έρευνας (ημερ. 23.5.2003, 21.4.2004 και 8.12.2004) εναντίον των εναγομένων 2 και 3 οι οποίες αποσύρθηκαν λόγω μη επίδοσης τους. Επίσης, εκδόθηκε εντάλματα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του εναγόμενου 3 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 27.7.2012 με την ένδειξη «στερείται κινητής περιουσίας» επίσης εντάλματα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εκδόθηκαν και για τους εναγόμενους 1 και 2 τα οποία όμως δεν εκτελέστηκαν. Η παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί: Τα όσα ο αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση και αφορούν το ζήτημα της επίδοσης της αγωγής στον πατέρα του δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο του φακέλου και ειδικότερα από την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη. Η αγωγή επιδόθηκε στον αδελφό του, όπως και πιο πάνω αναφέρω, με τον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συγκάτοικοι. Πέραν τούτο, είναι άξιο απορίας γιατί ο εναγόμενος 3 - αιτητής για την επίδοση που έλαβε χώρα στις 6.4.2002 , επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β «αντίγραφο λογαριασμού της ΑΗΚ για επιβεβαίωση διεύθυνσης κατά ή περί την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος», ενώ ο πιο πάνω λογαριασμός, Τεκμήριο Β, καμία σχέση δεν έχει με τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης και αφορά περίοδο κατανάλωσης από 24/03/2009 μέχρι 05/05/
- Από τα δύο πάνω στοιχεία, διακρίνω μια προσπάθεια εκ μέρους του αιτητή να παραπλάνησει το Δικαστήριο, όταν μάλιστα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Β αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού από το Δικαστήριο, σε μια προσπάθεια για να διευκρινιστεί εάν έγινε κάποιο λάθος και δόθηκε ο χρόνος, αφού ζητήθηκε από το δικηγόρο που εμφανίστηκε για τον αιτητή, να εξεταστεί το ζήτημα, χωρίς όμως να πράξει οτιδήποτε. Θα ανάμενα τουλάχιστον ότι, από την στιγμή που ο ενόρκως δηλών αιτητής επικαλείται για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα ένα στοιχείο, συγκεκριμένα λογαριασμό της ΑΗΚ, που αφορά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, να ζητούσε άδεια για καταχώρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενός τέτοιου λογαριασμού και όχι να προχωρεί και να επικαλείται για ένα τόσο σοβαρό στοιχείο που έπρεπε να αποδείξει έναν λογαριασμό που απέχει 7 χρόνια από τον χρόνο της επίδοσης. Τα όσα ο συνήγορος του αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση σε σχέση με την διαμονή του εναγόμενου 3 στην διεύθυνση που αναφέρεται στον λογαριασμό από το έτος 1999 μέχρι ο έτος 2009, δεν υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Επίσης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα όσα αναφέρει, ο συνήγορος του στην γραπτή του αγόρευση, που αφορούν ισχυρισμούς ότι ο αδελφός του διέμενε κυρίως στο εξωτερικό και σπάνια ερχόταν στην Κύπρο. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, εναγόμενος 3, καμία αναφορά στην ένορκη του δήλωση δεν κάνει για την επίδοση της αγωγής στον αδελφό του και ο ισχυρισμός του είναι ότι επιδόθηκε στον πατέρα του. Η θέση του συνηγόρου του εναγόμενου 3, ότι ο εναγόμενος 3, μπορεί να τεκμηριώσει με πληθώρα άλλων αποδείξεων ότι διέμενε κατά τον χρόνο της επίδοσης στην διεύθυνση που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, κρίνεται κατά το ελάχιστο ως επιπόλαιη και αφελής, με δεδομένο ότι η αίτηση δεν κρίνεται και δεν μπορεί να κριθεί με αυτά που μπορεί κάποιος να αποδείξει (χωρίς να το πράττει) αλλά με βάση τα στοιχεία που παραθέτει στην ένορκη του δήλωση. Από τη άλλη και σε περίπτωση που ο αιτητής έπειθε για τον τόπο διαμονής του κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, αυτός δεν έχει καμία σχέση με τα όσα επικαλείται για την επίδοση της αγωγής στον πατέρα του σε άλλη επαρχία στην οποία δεν διατηρούσε την οικία του και δεν διέμενε, αφού η επίδοση έγινε στην Λεμεσό στον αδελφό του με τον οποίο συγκατοικούσε. Συνεπώς από τα πιο πάνω, η προσπάθεια του εναγόμενου αιτητή να πείσει για τους λόγους που δεν εμφανίστηκε στην αγωγή αυτή, όχι μόνο δεν γίνονται πιστευτοί αλλά τα όσα επικαλείται οδηγούν στο συμπέρασμα ότι προσπάθησε να παραπλανήσει για κάτι που φαίνεται να ήταν γνώστης και δεν είχε στοιχεία ικανά για να υποστηρίξει το αντίθετο. Από τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενος 2 αδελφό του με τον οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συγκάτοικοι καταλήγω ότι, ο εναγόμενος 3 - αιτητής, έλαβε γνώση της αγωγής αυτής κατά τον χρόνο της επίδοσης της. Τα όσα εκ των υστέρων αναφέρει και επικαλείται περί πληροφόρησης του και γεγονότων που τον οδήγησαν στο να λάβει γνώση της αγωγής αυτής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συνεπώς, ο εναγόμενος 3 ζητά στην προκειμένη περίπτωση μετά από 12 χρόνια παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στα πλαίσια αγωγής της οποία έλαβε γνώση και δεν καταχώρησε εμφάνιση για να προβάλει την υπεράσπιση του. Έχοντας υπόψη το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και την διαγωγή του εναγόμενου 3 - αιτητή το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μουγής ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1996), 1 ΑΑΔ 997 (βλέπε σελ.1004), βρίσκει έρεισμα και μπορεί να υιοθετηθεί αυτούσιο. «Θεωρούμε ότι η διαγωγή του εφεσείοντα, λεπτομέρειες της οποίας φαίνονται πιο πάνω, αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αιτήσεως και όλης της διαγωγής του εφεσείοντα, θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντίδικου για εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης και θα τους έθετε σε χλευασμό». Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει αφού ο αιτητής, όχι μόνο δεν παρέθεσε στοιχεία που να δικαιολογούν την μη εμφάνιση του αλλά προσπάθησε να παραπλανήσει επικαλούμενος ψευδή στοιχεία και γεγονότα. Η περίπτωση του εναγόμενου διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις που αναφέρονται πιο πάνω και σχετίζονται με την βαρύτητα που θα πρέπει να αποδίδεται στην συμπεριφορά του εναγόμενου που επιζητεί παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του, εδώ ο εναγόμενος 3 αιτητής, δεν δικαιολόγησε την αδράνεια του και δεν έδωσε κάποια δικαιολογία για την απραξία του, αντιθέτως καμία δικαιολογία, που να αρμόζει στα γεγονότα και τα στοιχεία της υπόθεσης, δεν παρουσίασε. Κρίσιμο στοιχείο για την κατάληξη του δικαστηρίου είναι ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε ουδεμία σχέση έχουν με τα πραγματικά γεγονότα και αυτό δημιουργεί ερωτήματα και αμφιβολίες για το γνήσιο τους και την σκοπιμότητα της αίτησης αυτής 12 έτη μετά την έκδοση της απόφασης. Πέραν των πιο πάνω που έχουν άμεση σχέση με την επίδοσης της αγωγής και συνεπώς την ύπαρξη γνώσης από τον εναγόμενο 3 της παρούσας διαδικασίας, ανεξάρτητα δηλαδή και σε περίπτωση που αποδεχόμουν ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της αγωγής με την επίδοσης της, στην παρ. 6 της ένορκης του δήλωσης αναφέρεται σε τυχαία ενημέρωση, χωρίς να καθορίζει σε πιο χρονικό σημείο αυτή η τυχαία ενημέρωση έγινε και ενώ προβαίνει σε καταγγελία και λαμβάνει το αποτέλεσμα της το 2011 (γεγονός που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ) καταχωρεί την υπό κρίση αίτηση του τον Ιούλιο του 2014, ήτοι 3 χρόνια μετά. Παρά την πιο πάνω κατάληξη που σφραγίζει μοιραία την αίτηση του εναγόμενου 3 αιτητή, κρίνω ορθό για σκοπούς πληρότητας όπως αποφασίσω και το ζήτημα της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης. Ο ισχυρισμός και η υπεράσπιση της πλαστογραφίας που προβάλει ο εναγόμενος 3, υπό τις περιστάσεις, πρόκειται μια καλόπιστη υπεράσπιση με την έννοια που αποδίδεται τον όρο αυτό πιο πάνω, ο εναγόμενος 3 με τα στοιχεία που παραθέτει (Τεκμήριο Γ) κρίνω ότι έχει ικανοποιήσει αυτή την προϋπόθεση, πλην όμως, η όλη του συμπεριφορά η οποία και περιγράφεται πιο πάνω καταλήγω ότι είναι τέτοια που δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης του. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 3 - αιτητή. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο προς έγκριση. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο