Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Maclean Ilya-Mark-Daniel, Αρ. Αγωγής :- 1476 / 2012, 8/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1476 / 2012 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd Και
- Maclean Ilya-Mark-Daniel
- Erlanger Astrid Christine
- Maclean Christian-John-Donald
- Alpha Panareti Public Limited Αίτηση Παραμερισμού Απόφασης Ημερομηνίας 16/4/2014 Ημερομηνία :- Παρασκευή 8η Μαίου 2015 Για την ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση :- κα. Χριστιάννα Αλεξίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Έλισα Θεοδώρου Για τον εναγόμενο 1 - Αιτητή :- κος. Κυριάκος Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Κυριάκος Κουκούνης ΑΠΟΦΑΣΗ [1] Κυρίως αυτό το οποίο αιτείται ο εναγόμενος 1 (στο εξής θα καλείται ο «εναγόμενος») με την αίτηση του είναι τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος του και προς όφελος της ενάγουσας στις 5/12/
- Το αίτημα αυτό εμπεριέχεται στην παράγραφο Α της αίτησης. [2] Με την παράγραφο Β ζητούνται διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την ανυπαρξία επίδοσης ή ακυρότητα αυτής. Η ύπαρξη της συγκεκριμένης παραγράφου ενδεχομένως να προκάλεσε και σύγχυση ως πρός το αίτημα του εναγομένου το οποίο να δικαιολογεί και μερικώς την αντιμετώπιση του από την ενάγουσα. Καθώς με την ένσταση της η ενάγουσα σε αρκετό βαθμό αντιμετωπίζει το αίτημα του εναγομένου ωσάν αυτό να πρόκειται κυρίως για αίτημα παραμερισμού της επίδοσης της αγωγής παρά για παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε ως αποτέλεσμα αυτής της επίδοσης. [3] Ενδεχομένως αυτός να είναι και ο λόγος βάσει του οποίου, παρά και την ανυπαρξία σχετικού λόγου ένστασης, η ενάγουσα με τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ζητά την αναστολή της εκδίκασης της αίτησης. Θέμα το οποίο ουδέποτε τέθηκε κατά τον προγραμματισμό της αίτησης για ακρόαση ή ως λόγος ένστασης. Οφείλω να διευκρινίσω πως το Δικαστήριο προσεγγίζει το αίτημα του εναγομένου όχι ως αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης αλλά της απόφασης η οποία εκδόθηκε εξαιτίας της επίδοσης η οποία προηγήθηκε της έκδοσης της επίδικης απόφασης. Η όλη θέση του εναγομένου θεμελιώνεται επί του ισχυρισμού του ως πρός το γεγονός ότι η επίδοση της αγωγής είχε γίνει σε διεύθυνση στην οποία πλέον ο ίδιος δεν κατοικούσε. [4] Ουσιαστικά δεν είναι η μέθοδος της επίδοσης η οποία εξετάζεται από το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση έτσι ώστε να κρίνεται αναγκαία η αναστολή της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση των αποφάσεων τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη συνέχεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, Alpha Bank Cyprus Ltd n. Si Senh Dau κ. ά. ημερομηνίας 13/9/
- [5] Ούτε και ο ίδιος ο εναγόμενος ως ο αιτητής σε αυτή την περίπτωση ζητά όπως η επίδοση κηρυχθεί άκυρη για οποιοδήποτε άλλο λόγο εκτός και από τον ισχυρισμό τον οποίο προβάλει με την αίτηση του ως προς το ότι δηλαδή η επίδοση δεν έγινε στην ορθή διεύθυνση του. [6] Επομένως πραγματικά όχι μόνο η εισήγηση για αναστολή της διαδικασίας δεν εντάσσεται εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης αλλά ούτε και κρίνεται ότι τα όσα αναφέρονται προς υποστήριξη αυτής της εισήγησης βρίσκουν οποιοδήποτε έρεισμα στα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος αναφέρει στο αίτημα του ως βάση για τον παραμερισμό της απόφασης. [7] Η αναφορά στην παράγραφο Β σχέση έχει με την ανυπαρξία επίδοσης όχι διότι δεν τηρήθηκε ο οποιοσδήποτε Ευρωπαϊκός Κανονισμός ή η οποιαδήποτε άλλη πρόνοια βάσει των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας ή ουσιαστικά η οποιαδήποτε άλλη νομική θέση η οποία είχε εξεταστεί κατά την έκδοση της απόφασης Alpha Bank Cyprus Ltd n. Si Senh Dau κ. ά. του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή η οποία εκκρεμεί ακόμη προς εξέταση. Σχέση έχει - πολύ απλά - με τη θέση του εναγομένου πως η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση δεν ήταν η διεύθυνση του κατά τον ουσιώδη χρόνο. [8] Η επίδοση ασφαλώς έγινε βάσει μίας διαδικασίας την οποία η ενάγουσα ακολούθησε αλλά δεν εστιάζεται το αίτημα του εναγομένου σε αυτή τη διαδικασία. Οφείλω βεβαίως να προσθέσω πως παρόμοιες αναφορές και στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης κρίνονται ως άσχετες με το θέμα υπό εξέταση. Παραδείγματος χάριν, η θέση ότι η ενάγουσα δεν έλαβε διάταγμα για την έκδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ). [9] Επιπλέον με την παράγραφο Δ ζητούνται και τα έξοδα της αίτησης εξαιτίας της εισηγούμενης ακυρότητας της επίδοσης η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης εις βάρος του εναγομένου. [10] Θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να επικεντρωθεί στο αίτημα της παραγράφου Α καθότι ουσιαστικά και αυτό βασίζεται στην μη ικανοποιητική επίδοση της αγωγής προς τον εναγόμενο. Ενώ το αίτημα της παραγράφου Β θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα επικουρικό ουσιαστικά αίτημα αποδοχή του οποίου λογικά θα έπρεπε κατ΄ επέκταση να οδηγήσει και στον παραμερισμό της απόφασης. [11] Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση του εναγομένου με 14 συνολικά λόγους ένστασης. [12] Παρά και την έκταση την οποία προσλαμβάνει η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ενάγουσας θέτοντας πολύ απλά το αίτημα του εναγομένου για παραμερισμό της απόφασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως το αίτημα βασίζεται σε ισχυρισμό του εναγομένου ως πρός την αλλαγή της διεύθυνσης του από αυτή την οποία προφανώς η ενάγουσα είχε στη διάθεση της όταν ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην λάβει γνώση της ύπαρξης της αγωγής η οποία εγέρθηκε εναντίον του έτσι ώστε να είχε και το δικαίωμα αναλόγως να υπερασπιστεί τον εαυτό του. [13] Εκ πρώτης όψεως το αίτημα του εναγομένου, εάν βεβαίως είναι δυνατό να κριθεί ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται εκ μέρους του ευσταθεί, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ως βάσιμο. Εφόσον δηλαδή, όπως ισχυρίζεται, δεν έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής λογικό θα ήταν η απόφαση η οποία ερήμην εκδόθηκε εναντίον του να παραμεριστεί. [14] Θα πρέπει όμως στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του να ληφθεί υπόψη τόσο η μαρτυρία την οποία παρουσιάζει προς υποστήριξη του αιτήματος του όσο και οι λόγοι ένστασης της ενάγουσας. Η ενάγουσα παρά και την έκταση της ένστασης ισχυρίζεται ουσιαστικά πως ο εναγόμενος δεόντως έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής καθώς και για το δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου. Εντούτοις παρέλειψε, όπως η ενάγουσα εισηγείται, να καταχωρήσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα την έκδοση της επίδικης απόφασης. [15] Κατ΄ αρχάς, ανεξαρτήτως και της ύπαρξης σχετικού λόγου ένστασης - αν και αυτός δεν θέτει το θέμα υπό την ορθή διάσταση του - το ίδιο το Δικαστήριο εξ αρχής είχε πρόθεση να παρατηρούσε ότι η καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως από τον εναγόμενο δεν θα έπρεπε να είχε γίνει. Η καταχώρηση αυτή εύλογα μπορεί να περιγραφεί και ως ανορθόδοξη. Πολύ απλά καθότι δεν νοείται ένας οποιοσδήποτε εναγόμενος να καταχωρεί σημείωμα εμφάνισης σε μία αγωγή μετά από την έκδοση απόφασης εναντίον του. Μόνο σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης θα μπορούσε τότε ο εναγόμενος να αποκτούσε πλέον το δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως. [16] Όπως αναφέρεται στη Δ.16 θ. 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας (σε ελεύθερη μετάφραση) ένας εναγόμενος δύναται να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο πριν από την έκδοση απόφασης[1] (σχετική επί του θέματος είναι και η Ανθέας Μιχαήλ ν. Μarfin Popular Bank Co Ltd., Πολιτική Έφεση Αρ. 291/10, ημερομηνίας 8/7/2014). Σχετική βεβαίως επί του θέματος είναι και η Δ.34 θθ. 1 και 2[2] σε σχέση με την καταχώρηση και σύνταξη της επίδικης απόφασης η οποία, όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής, συντάχτηκε στις 12/2/
- [17] Σχετική επίσης επί του θέματος είναι και η πρόσφατη απόφαση στην ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009, ημερομηνίας 24/1/2014, Ανδρέας Γιάγκου κ.ά. ν. Λουκίας Φωτίου, στην οποία ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ναθαναήλ Δ., παρατηρεί πως λανθασμένα οι εφεσείοντες είχαν καταχωρήσει από μόνοι τους σημείωμα εμφάνισης μετά από την έκδοση απόφασης προσθέτοντας πως «... τέτοια εμφάνιση, μετά την έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, μπορεί να καταχωρηθεί μόνο με άδεια του Δικαστηρίου και ως μέρος των όρων που τυχόν τίθενται». [18] Το εκπληκτικό σε σχέση με αυτό το θέμα είναι το γεγονός πως και η ίδια η ενάγουσα θέτει ως λόγο ένστασης (γ) ότι ο εναγόμενος «...δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη έγκαιρη καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης». Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το συγκεκριμένο λόγο ένστασης θα ήταν όχι σε σχέση με το γεγονός της καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως, δηλαδή μίας δικονομικά ανεπίτρεπτης ενέργειας, αλλά ως μία έμπρακτη ένδειξη σε σχέση με το χρονικό σημείο της επίδειξης ενδιαφέροντος από τον εναγόμενο αναφορικά με την ύπαρξη της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εναντίον του και της έναρξης ουσιαστικά των προσπαθειών του για τον παραμερισμό της και κατά πόσο δικαιολογείται το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης του υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Το θέμα αυτό εξετάζεται πιο κάτω στις παραγράφους [27] και [28] αυτής της απόφασης. [19] Εν πάση περιπτώσει το όλο θέμα ως πρός την καταχώρηση του συγκεκριμένου σημειώματος εμφανίσεως καθίσταται βεβαίως θεωρητικό καθότι και η αίτηση υπό εξέταση καταχωρήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία. Επομένως αυτή είναι και η ημερομηνία η οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως η πρώτη κατά την οποία ο εναγόμενος επέδειξε ενδιαφέρον σε σχέση με το αίτημα του για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. [20] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (α) ως προς το ότι δηλαδή ο εναγόμενος «...κωλύεται από του να προβάλει τους ισχυρισμούς ... στην αίτηση του ... και στην ένορκη δήλωση που στηρίζει αυτή ... διότι ο εναγόμενος έλαβε πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκε τόσο για την ύπαρξη της ... αγωγής εναντίον του όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβει μέτρα για αντιμετώπιση της ...» και ότι εφόσον του επιδόθηκαν «...όλα τα απαραίτητα έγγραφα, μεταφρασμένα στην μητρική του γλώσσα...» συνεπώς «...έλαβε γνώση δεόντως...» παρατηρείται το εξής. Αγνοεί παντελώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. [21] Πραγματικά ο μόνος λογικά κατανοητός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι εάν αυτός γίνει αντιληπτός υπό την έννοια ότι δεν αληθεύει ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής εξαιτίας της διεύθυνσης στην οποία είχε γίνει η επίδοση. Δεν είναι δυνατό όμως να κριθεί ότι ο εναγόμενος εμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από το να προβάλει τους ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται εκ μέρους του με την αίτηση του. Βεβαίως και μπορεί να προβάλει το βασικό ισχυρισμό του ως προς το ότι η επίδοση έγινε σε διεύθυνση στην οποία πλέον δεν κατοικούσε και εξού και δεν έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του. [22] Το πραγματικό ερώτημα το οποίο δημιουργείται είναι κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί και όχι εάν ο εναγόμενος εμποδίζεται από να προβάλει το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Εάν όντως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ευσταθεί τότε ασφαλώς ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Τουλάχιστον όχι βάσει της επίδοσης η οποία είχε γίνει στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Συνεπώς ο λόγος ένστασης (α), ως έχει διατυπωθεί, κρίνεται ότι δεν ευσταθεί. [23] Παράλληλα βεβαίως εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του εναγομένου πως λόγω άλλαγης της διεύθυνσης του δεν έλαβε γνώση της αγωγής τότε ολόκληρη η βάση του αιτήματος του για παραμερισμό της επίδικης απόφασης εξανεμίζεται και δεν αφήνεται οποιαδήποτε άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από την απόρριψη της αίτησης του. [24] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (β) η καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση «...προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ... εφόσον ο αιτητής επέδειξε μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή». [25] Πραγματικά διερωτώμαι πως είναι δυνατό να κριθεί ότι η δικαιωματική καταχώρηση μίας αίτησης με την οποία ένας οποιοσδήποτε διάδικος και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εναγόμενος προβάλει ένα βασικό ισχυρισμό ως πρός τον ένα και μοναδικό λόγο βάσει του οποίου δεν έλαβε γνώση της αγωγής μπορεί να κριθεί ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ή ότι αποτελεί κάποια μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Δικαιωματικά ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει μία αίτηση παρόμοια με αμέτρητες περιπτώσεις οι οποίες έχουν εξεταστεί από πρωτόδικα Δικαστήρια της χώρας μας και σε ορισμένες περιπτώσεις και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το κατά πόσο αυτή ευσταθεί ή όχι θα κριθεί από το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη τον ένα και βασικό λόγο επί του οποίου ο εναγόμενος στηρίζει το αίτημα του. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης κρίνεται εντελώς αβάσιμος. [26] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (γ) ο εναγόμενος «...δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη έγκαιρη καταχώρηση του Σημειώματος Εμφανίσεως». Ήδη ουσιαστικά ο λόγος αυτός έχει μερικώς εξεταστεί πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [18] αυτής της απόφασης). Υπενθυμίζω και πάλι - σε βαθμό μάλιστα που αυτό να καταντά και κουραστικό για τον ακροατή ή αναγνώστη ως πρός την αιτιολόγηση αυτής της απόφασης - πως ένας και μοναδικός είναι ο λόγος επί του οποίου βασίζεται το αίτημα του εναγομένου. Σε σχέση και με αυτό τον λόγο ένστασης εάν όντως γίνει δεκτός ως βάσιμος ο βασικός ισχυρισμός του εναγομένου τότε ασφαλώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμος. Καθότι βεβαίως ο εναγόμενος θα έχει δώσει ικανοποιητικό λόγο όχι τόσο για την ανορθόδοξη αλλά και λανθασμένη δικονομικά καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως του αλλά εξήγηση ως πρός το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταχώρησε την αίτηση του για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Συνεπώς θα μπορούσε να εξεταστεί υπό αυτό το πρίσμα ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. [27] Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του εναγομένου (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης της) πως κατά ή περί την 31/3/2014 οι δικηγόροι του εναγομένου και συγκεκριμένα ο κος. Κυριάκος Κουκούνης πληροφορήθηκε ότι κατά ή περί την 5/12/2013 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγομένου. Η αίτηση βεβαίως του εναγομένου καταχωρήθηκε 16 ημέρες αργότερα και περίπου 4 μήνες μετά και από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Βεβαίως περισσότερη σημασία έχει το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εναγόμενος πληροφορήθηκε ως πρός την ύπαρξη της επίδικης απόφασης εάν βεβαίως κριθεί ότι δεν είχε κατ΄ αρχάς λάβει γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής με την επίδοση η οποία έγινε στην αμφισβητούμενη από τον ίδιο διεύθυνση. Ισχυρίζεται στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης) πως οι δικηγόροι του εναγομένου στην Κύπρο ενημέρωσαν σχετικά τους δικηγόρους του στην Αγγλία, οι οποίοι επίσης τυγχάνει να είναι και δικηγόροι των εναγομένων 2 και
- Αυτοί με τη σειρά τους ενημέρωσαν σχετικά τον εναγόμενο ο οποίος επιβεβαίωσε στους δικηγόρους στην Κύπρο («μας επιβεβαίωσε») ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία να αφορούν την αγωγή. [28] Αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλει η ενόρκως δηλούσα ασφαλώς και το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση τους ανεξαρτήτως και του δεδομένου ότι αυτοί ουσιαστικά είναι ισχυρισμοί βασισμένοι σε ισχυρισμούς τρίτου προσώπου. Το Δικαστήριο εξετάζει πιο κάτω το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο και όχι από τον ίδιο τον εναγόμενο (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο [38.3] αυτής της απόφασης). Υπενθυμίζω σχετικά ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 περίπου ένα μήνα (δηλαδή, στις 12/3/2014) προ της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση καταχώρησαν τόσο σημείωμα εμφάνισης όσο και αίτηση παραμερισμού της επίδοσης. Αμφότερες αυτές οι δικονομικές ενέργειες έγιναν από τους ίδιους δικηγόρους οι οποίοι εκπροσωπούν τον εναγόμενο σε αυτή τη διαδικασία. Πραγματικά έχοντας υπόψη αυτά τα δικονομικά δεδομένα, δηλαδή τα συγκεκριμένα χρονικά σημεία και την από κοινού εκπροσώπηση τόσο των εναγομένων 2 και 3 όσο και του εναγομένου 1 δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο βάσει του οποίου η ενόρκως δηλούσα να κριθεί αναξιόπιστη τουλάχιστον ως προς το ότι όντως ο κος. Κουκούνης πληροφορήθηκε περί της ύπαρξης της απόφασης εναντίον του εναγομένου και ότι στη συνέχεια οι δικηγόροι του εναγομένου στην Κύπρο ενήργησαν όπως ισχυρίζεται σε σχέση με την απευθείας συνεννόηση με τους δικηγόρους του εναγομένου στην Αγγλία. Εξετάζοντας υπό αυτό το πρίσμα τον λόγο ένστασης (γ) κρίνω ότι εάν στο τέλος γίνει δεκτός και ο βασικός ισχυρισμός του εναγομένου ως πρός το λόγο για τον οποίο δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης τότε δεν είναι δυνατό να κριθεί πως ο εναγόμενος δεν ενήργησε έγκαιρα μετά και από το χρονικό σημείο κατά το οποίο όντως πληροφορήθηκε αναφορικά με την ύπαρξη της επίδικης απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εναντίον του. [29] Παρατηρώ ότι σε σχέση με τον λόγο ένστασης (δ) εγείρονται δύο βασικά θέματα. [29.1] Σύμφωνα με το πρώτο θέμα οι ισχυρισμοί του εναγομένου «...περί του ότι η επίδοση έγινε στην παλαιά του διεύθυνση δεν μπορεί να θεωρηθούν επαρκείς, καθότι παραμένουν παντελώς ατεκμηρίωτοι...». Έχοντας υπόψη τη βασική σημασία του κατά πόσο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του εναγομένου ευσταθεί ή όχι θα αφήσω το θέμα αυτό για να κριθεί πιο κάτω. Εάν βεβαίως όντως δεν τεκμηριώνεται ο βασικός ισχυρισμός του εναγομένου τότε ασφαλώς η αίτηση του δεν θα είναι εφικτό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Καθότι ως ισχυρισμός αυτός είναι τόσο θεμελιακός ως πρός την κατάληξη του αιτήματος του που η όλη έκβαση εκδίκασης αυτής της αίτησης εξαρτάται πλήρως από την αποδοχή του ή μη. [29.2] Σύμφωνα με το δεύτερο θέμα το οποίο εγείρεται με τον λόγο ένστασης (δ) εισηγείται η ενάγουσα πως «...σε περίπτωση που ο εναγόμενος άλλαζε διεύθυνση, είχε ρητή υποχρέωση, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, να ενημερώσει έγκαιρα τους ενάγοντες και να δηλώσει σε αυτούς την νέα του διεύθυνση...» ενώ το γεγονός πως στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν έγινε «... συνεπώς και ορθά οι ενάγοντες επέδωσαν τα έγγραφα τα αναφερόμενα εις το Διάταγμα ημερ.22.8.12 στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση υπό του εναγομένου, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία...» και συνεπώς ο ίδιος «...κωλύεται από του να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς». [29.3] Η ενάγουσα βασίζει τη συγκεκριμένη θέση της στον όρο 15[3] της επίδικης συμφωνίας. Σύμφωνα με τον όρο αυτό (σε ελεύθερη μετάφραση) κάθε αξίωση ή ειδοποίηση από την τράπεζα βάσει της συμφωνίας θα θεωρείται ότι έχει γίνει επαρκώς εάν αυτή έχει σταλεί με ασφαλισμένο ταχυδρομείο ή τηλεομοιότυπο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του δανειολήπτη σύμφωνα με τη κάθε περίπτωση και θα θεωρείται πως έχει φθάσει στο άτομο προς το οποίο έχει σταλεί στη κανονική πορεία αυτής με ταχυδρομείο ή αμέσως εάν αυτή έχει σταλεί με τηλεομοιότυπο. [29.4] Πραγματικά η συγκεκριμένη θέση της ενάγουσας δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή. Το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα διατηρώντας υπόψη τόσο τη διατύπωση του συγκεκριμένου όρου όσο και το γεγονός πως λανθασμένα αυτός προτάσσεται προς ερμηνεία σε πλήρη απομόνωση και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας. Ασφαλώς και δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος όρος σε επίδοση αγωγής αλλά σε υποβολή οποιασδήποτε απαίτησης ή αποστολή οποιασδήποτε ειδοποίησης από την τράπεζα στον δανειολήπτη. Αξίζει να ληφθεί υπόψη ο αμέσως προηγούμενος όρος
(14)σε σχέση με την αποδοχή από τον δανειολήπτη της υποχρέωσης να πληρώσει με απαίτηση (upon demand) της τράπεζας τα οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την ετοιμασία, εκτέλεση και εφαρμογή της συμφωνίας. Αμέσως δηλαδή μετά και από την αναφορά σε ενδεχόμενη απαίτηση της τράπεζας καθορίζεται και ο συμφωνημένος τρόπος με τον οποίο αυτή θα μπορούσε να εκδηλωθεί. [29.5] Όμως περισσότερη σημασία έχει και το γεγονός πως εντός της ίδιας συμφωνίας υπάρχει ρητός όρος σε σχέση με την επίδοση αγωγής. Δηλαδή ο τελευταίος όρος
(22)σύμφωνα με τον οποίο ο δανειολήπτης με τη συμφωνία εξουσιοδοτεί και διορίζει συγκεκριμένο άτομο (τον Κώστα Καλαβά) σε συγκεκριμένη διεύθυνση ως άτομο το οποίο θα αποδεχόταν την επίδοση οποιουδήποτε κλητηρίου εντάλματος σε οποιαδήποτε διαδικασία η οποία θα προέκυπτε ή θα ήταν συνδεδεμένη με τη συμφωνία. Σύμφωνα με τον όρο αυτό, επίδοση στο συγκεκριμένο άτομο θα θεωρείται ως επίδοση στον δανειολήπτη. Ο οποίος μάλιστα αναλαμβάνει υποχρέωση να μην ανακαλέσει τέτοια εξουσιοδότηση ή διορισμό, ως επίσης και να διατηρεί συνεχώς κάποιο αντιπρόσωπο για επίδοση οποιασδήποτε διαδικασίας στην Κύπρο και σε περίπτωση κατά την οποία τέτοιος αντιπρόσωπος παύει για οποιοδήποτε λόγο να είναι αντιπρόσωπος του τότε θα πρέπει αμέσως να διορίσει αντιπρόσωπο του για αυτό το σκοπό και να ενημερώσει σχετικά την τράπεζα. [29.6] Επομένως, διατηρώντας υπόψη και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως ο όρος 15 δεν έχει την προτεινόμενη εφαρμογή, σύμφωνα και με τη θέση της ενάγουσας, παράλληλα δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή και η θέση πως ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα σε περίπτωση αλλαγής της διεύθυνσης του. Το Δικαστήριο έχει ελέγξει προσεχτικά το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμφωνίας και πουθενά δεν εντοπίζεται μία τέτοια υποχρέωση. Ούτε μάλιστα και ο όρος 15 είναι δυνατό να συνδεθεί άμεσα με τη συγκεκριμένη διεύθυνση η οποία αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο της συμφωνίας όπου γίνεται η περιγραφή του δανειολήπτη με τα ονόματα και διευθύνσεις τριών ξεχωριστών ατόμων, μεταξύ αυτών βεβαίως και του ονόματος και τη διεύθυνση του εναγομένου. Αντιθέτως ο όρος 15 αναφέρεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγομένου έννοια η οποία θα πρέπει να γίνει αντιληπτή με την απλή γραμματική της έννοια. Καθότι βεβαίως πουθενά εντός της επίδικης συμφωνίας δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ορισμός ή καθορισμός της τελευταίας γνωστής διεύθυνσης, όχι μόνο του εναγομένου αλλά ούτε και των άλλων δύο ατόμων τα οποία από κοινού καθορίζονται ως ο «δανειολήπτης» στη συγκεκριμένη συμφωνία. Αναμφίβολα η έννοια της τελευταίας γνωστής διεύθυνσης ενός ατόμου εμπεριέχει και μία χρονική πτυχή η οποία ασφαλώς εξαρτάται και από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης. [29.7] Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης το γεγονός πως η επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ένστασης) υπογράφηκε από τον κατονομαζόμενο ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και του εναγομένου στις 5/2/2010 ενώ ο διορισμός του συγκεκριμένου ατόμου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είχε γίνει με έγγραφο (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης) το οποίο είχε υπογραφεί στις 2/7/2009 αν και η υπογραφή του εναγομένου φαίνεται να φέρει άλλη ημερομηνία (17/8/2009). Το Δικαστήριο θα επιστρέψει σε αυτό το σημείο και στην οποιαδήποτε σημασία του πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης. Σημασία για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης όχι κυρίως σε σχέση και με τη χρονική πτυχή του συγκεκριμένου εγγράφου αλλά ενός άλλου στοιχείου το οποίο προκύπτει βάσει του περιεχομένου του. [30] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (ε) η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση «... αποτελεί προσπάθεια του αιτητή να δικαιολογεί την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες...». Πραγματικά διερωτώμαι πως είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Προσομοιάζει περισσότερο με σχόλιο παρά με μία ενδεχομένως έγκυρη νομική θέση. Όντως εάν ο εναγόμενος δεν ενδιαφερόταν για τις έστω και εκ πρώτης όψεως συμβατικές του υποχρεώσεις προς την ενάγουσα θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η αίτηση αποτελεί και αυτή μία προσπάθεια να δικαιολογήσει αυτή την έλλειψη ενδιαφέροντος. Σημασία έχει το ερώτημα κατά πόσο όντως ο εναγόμενος δεν επέδειξε ενδιαφέρον αφού προηγουμένως είχε λάβει γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον του. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως όντως η αίτηση δεν είναι τίποτε άλλο από μία προσπάθεια δικαιολόγησης. Μόνο όμως σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο απορρίπτει ως αβάσιμο το βασικό ισχυρισμό του εναγομένου ως προς το ότι όντως δεν έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του. Σε μία τέτοια περίπτωση το κατά πόσο η αίτηση αποτελεί προσπάθεια για οτιδήποτε ή για δικαιολόγηση έλλειψης ενδιαφέροντος ασφαλώς και δεν θα έχει σημασία διατηρώντας υπόψη και την απόρριψη της θέσης του εναγομένου ως προς το ότι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ήταν διότι δεν ενημερώθηκε αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής μέσω της επίδοσης η οποία έγινε στη συγκεκριμένη διεύθυνση. [31] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (στ) ο εναγόμενος «...απέτυχε να αποδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση». Αναφορικά με αυτό το θέμα υπενθυμίζω σχετικά πως σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο καταλήγοντας σε συμπέρασμα πως ο εναγόμενος όντως δεν έλαβε γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής και παράλληλα οδηγείται επίσης σε συμπέρασμα πως η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae (όπως είναι και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου) τότε ασφαλώς δεν θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αναφορικά με τον παραμερισμό της απόφασης υπό την έννοια να εξετάσει κατά πόσο όντως ο εναγόμενος έχει μία εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. [32] Όπως αναφέρεται σχετικά στην Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 από τη στιγμή που μία επίδοση κρίνεται κακή το Δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση δίχως καν να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Καθώς ο καθένας έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σύμφωνα και με το Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος[4]. Στη συγκεκριμένη υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο κατάληξε σε εύρημα ότι η επίδοση ήταν κακή και ότι ο αιτητής είχε καλή υπεράσπιση και άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια για να παραμερίσει την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν σαφές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατάληξε στην απόφαση του να παραμερίσει την απόφαση, πρώτον γιατί η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σε γραμματέα στο γραφείο του εφεσείοντα, που δεν ήταν υπεύθυνο στον επαγγελματικό του χώρο πρόσωπο, ήταν κακή, και δεύτερο, γιατί ο εφεσείων αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστη ή συζητήσιμη υπόθεση. Δίχως όμως, όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, να χρειαζόταν το πρωτόδικο Δικαστήριο να είχε ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αναφορικά με την ανεύρεση εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εφόσον δηλαδή ήδη είχε καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα σε σχέση με την έλλειψη εγκυρότητας της επίδοσης. [33] Θεωρώ δηλαδή πως θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ως πρός το κατά πόσο η επίδοση η οποία έγινε προς τον εναγόμενο ήταν καλή επίδοση (βλ. σχετικά πιο κάτω την παράγραφο [35] αυτής της απόφασης). Εάν οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι η επίδοση η οποία έγινε δεν ήταν καλή καθότι ο εναγόμενος είχε στερηθεί του δικαιώματος να λάβει γνώση ως πρός την αγωγή η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον και να είναι συνεπώς σε θέση να προασπίσει τα δικαιώματα του εάν αυτό επιθυμούσε να πράξει τότε η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae και όχι μετά από άσκηση της οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. [34] Επομένως σε αυτό το σημείο της απόφασης θα ήταν πρόωρο για το Δικαστήριο να εξέταζε το συγκεκριμένο θέμα το οποίο τίθεται με τον λόγο ένστασης (στ). [35] Οφείλω απλά, σε αυτό το σημείο της απόφασης, να διευκρινίσω πως η έννοια της καλής ή κακής επίδοσης, όπως γίνεται αντιληπτή από το Δικαστήριο και διατηρώντας υπόψη πως αυτή είναι και η περιγραφή η οποία δίδεται στην απόφαση Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη), στη συγκεκριμένη περίπτωση του εναγομένου δεν έχει σχέση με το κατά πόσο αυτή έγινε κατά παράβαση οποιουδήποτε σχετικού κανονισμού αλλά υπό την έννοια της αποτελεσματικότητας της. Σαφώς μία επίδοση η οποία δεν μπορεί να κριθεί ότι έγινε κατά παράβαση οποιουδήποτε κανονισμού και στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07, αλλά η οποία έγινε - αφού βεβαίως πρώτα πεισθεί το Δικαστήριο επί αυτού - σε διεύθυνση στην οποία πλέον ο εναγόμενος δεν κατοικούσε, τότε αυτή δεν είναι δυνατό να κριθεί ως αποτελεσματική ή καλή. Δηλαδή «καλή» υπό την έννοια μίας τέτοιας αποτελεσματικότητας εφόσον δηλαδή ο εναγόμενος δεν θα είχε λάβει γνώση ως αποτέλεσμα μίας τέτοιας επίδοσης της ύπαρξης της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του. Δίδεται δηλαδή από το Δικαστήριο μία ερμηνεία των όρων καλής ή κακής επίδοσης όχι σε σχέση με την τήρηση οποιουδήποτε σχετικού κανονισμού αλλά σε σχέση με την αποτελεσματικότητα της επίδοσης. Δίχως παράλληλα να θεωρώ πως αυτή η ερμηνεία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί και στην Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη) ως μία σχετική αυθεντία αναφορικά με το κατά πόσο η επίδοση προς τον εναγόμενο η οποία έγινε στη συγκεκριμένη διεύθυνση δεν ήταν αποτελεσματική έτσι ώστε να είχε λάβει την απαραίτητη γνώση περί της ύπαρξης της αγωγής και κατ΄ επέκταση αυτή να πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. [36] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (η) ως προς το ότι ο εναγόμενος «... βασίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και σε λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και/ή θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας...» παρατηρώ ότι η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας δεν προώθησε το θέμα αυτό με οποιοδήποτε τρόπο εντός της γραπτής αγόρευσης της. Η πραγματικότητα, όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, είναι ότι η γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας σε μεγάλο βαθμό δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των λόγων ένστασης ενώ μάλιστα εγείρει και θέματα τα οποία δεν έχουν καν συμπεριληφθεί στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Όπως, παραδείγματος χάριν, το θέμα της αναστολής της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης. Ή, η εισήγηση πως ουσιαστικά η έκβαση εκδίκασης αυτής της αίτησης εξαρτάται και από το αποτέλεσμα της Alpha Bank Cyprus Ltd n. Si Senh Dau κ. ά. (βλ. πιο πάνω). Εν πάση περιπτώσει ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Αν και η νομική βάση της αίτησης θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως αχρείαστα εκτεταμένη αυτό δεν σημαίνει κατ΄ επέκταση ότι «μεταξύ άλλων» η νομική βάση εμπεριέχει λανθασμένα άρθρα των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και ή των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία δεν έχει εάν υπάρχει πλεονασμός εντός της νομικής βάσης της αίτησης αλλά το γεγονός πως δεν διαπιστώνεται αυτή να μην περιέχει τις απαραίτητες αναφορές προς υποστήριξη του αιτήματος του εναγομένου. [37] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (θ) η «...αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες ... παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης». Βεβαίως, όπως καθορίζεται και από τη νομολογία μας, σε περιπτώσεις αιτήσεων παραμερισμού έχει σημασία και η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης αλλά και η συμπεριφορά του προσώπου το οποίο αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης. Όπως αναφέρεται και στην Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Σε περιπτώσεις δηλαδή όπου αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, συμπεριφορά δηλαδή η οποία με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας μίας αίτησης για παραμερισμό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα εισηγείται ουσιαστικά ότι θα υποστεί «ανεπανόρθωτη ζημιά» σε περίπτωση παραμερισμού της επίδικης απόφασης. Δίχως παράλληλα να λαμβάνει υπόψη και τη ζημιά την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί εάν αδικαιολόγητα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τις δικές του θέσεις σε σχέση με την αγωγή η οποία έχει εγερθεί εναντίον του και εξαιτίας της οποίας έχει εκδοθεί μία απόφαση την οποία ασφαλώς η ενάγουσα θα επιδιώξει να εκτελέσει εναντίον του. Πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι η ζημιά την οποία η ενάγουσα θα υποστεί σε περίπτωση παραμερισμού της επίδικης απόφασης θα είναι «ανεπανόρθωτη» καθότι με αυτό τον τρόπο θα παρεμποδιστεί η ενάγουσα να εισπράξει το λαβείν της σύμφωνα με την απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός. Αντιθέτως ανεπανόρθωτη θα είναι η ζημιά την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί εάν είναι δυνατό να κριθεί ότι όντως δικαιολογείται ο παραμερισμός της επίδικης απόφασης αλλά αυτή δεν παραμερίζεται διότι το Δικαστήριο αποδέχεται τον λόγο ένστασης (θ) ως βάσιμο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όντως η ενάγουσα θα υποστεί καθυστέρηση και ενδεχομένως και ταλαιπωρία στην εξασφάλιση μίας νέας απόφασης (χωρίς να αποκλείεται και το ενδεχόμενο αποτυχίας απόδειξης της αξίωσης της) σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί από το Δικαστήριο πως θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να υπερασπιστεί σε σχέση με την αγωγή η οποία έχει εγερθεί εναντίον του. Όμως μία τέτοια εξέλιξη δεν είναι διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όπου ένας διάδικος καταχωρεί σημείωμα εμφάνισης και μία αγωγή ακολουθεί τη συνήθη πορεία της για εκδίκαση μετά και από την καταχώρηση των δικογράφων των διαδίκων. Θεωρώ πως το γεγονός ότι η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση μίας ερήμην απόφασης εναντίον του εναγομένου ο οποίος σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αμφισβήτησε με τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση αυτή την έκδοση δεν είναι δυνατό να οδηγήσει και σε συμπέρασμα πως ο παραμερισμός της επίδικης απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα. Αξίζει να σημειωθεί πως ο λόγος ένστασης (ι) δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τον λόγο ένστασης (θ) εφόσον με αυτόν προτάσσεται η θέση πως η «... ακύρωση και/ή παραμερισμός της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες...». Η ουσία βεβαίως αυτού του λόγου ένστασης είναι πως θα χρειαστεί η εκ νέου επίδοση προς τον εναγόμενο. Πραγματικά όμως όπως και να ιδωθούν οι δύο αυτοί λόγοι ένστασης κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αποδοχή τους σε περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος όντως πείσει το Δικαστήριο πως η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί εφόσον ο ίδιος δεν έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του. Ενώ, το θέμα της αναγκαιότητας να γίνει εκ νέου επίδοση στον εναγόμενο σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος του, εν τέλει αντιμετωπίζεται αναλόγως από το Δικαστήριο μερικώς και προς αποφυγή της πρόκλησης οποιασδήποτε αδικίας ή ζημιάς προς την ενάγουσα. [38] Με τον λόγο ένστασης (κ) ουσιαστικά εγείρονται δύο θέματα. [38.1] Το πρώτο είναι ότι η αίτηση «...είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου». Πραγματικά η ενάγουσα δεν έχει υποστηρίξει με οποιαδήποτε πειστική επιχειρηματολογία αυτή τη θέση. Ούτε και είναι δυνατό να κριθεί πως όντως η συγκεκριμένη αίτηση η οποία θεμιτά έχει γίνει από τον εναγόμενο, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, είναι παράτυπη ή ανεπίτρεπτη ή με οποιοδήποτε τρόπο αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας ή της οποιασδήποτε πρακτικής του Δικαστηρίου. [38.2] Το δεύτερο θέμα το οποίο τίθεται με αυτό τον λόγο ένστασης και το οποίο ουσιαστικά αποτελείται και αυτό από δύο μέρη είναι, πρώτο, ότι η «... ένορκη δήλωση που συνοδεύει...» την αίτηση «...γίνεται από δικηγόρο...» και δεύτερο, ότι αυτή «...είναι εν πάση περιπτώσει παντελώς ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί». [38.3] Σε σχέση με το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο και ουσιαστικά όχι τον ίδιο τον εναγόμενο διερωτώμαι πραγματικά πως αυτό το γεγονός από μόνο του ή ακόμη και σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της αίτησης θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόρριψη της. Μάλιστα εντός του λόγου ένστασης δεν αναφέρεται οποιαδήποτε συνέπεια, αρνητική ή μη, από το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο. Απλά αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο δίχως να προστίθεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με αυτή την αναφορά. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα και με τη νομολογία μας δεν απαγορεύεται μία ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει μία αίτηση να γίνεται από δικηγόρο. Όπως αναφέρεται σχετικά από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Κληρίδη Δ. (όπως ήταν τότε) στη σελίδα 94 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Rybolovlev Dmitry κ. ά. ν. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος ενώ γίνεται δεκτή ως αρχή της νομολογίας «...αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». Διατηρώντας υπόψη πως η ενόρκως δηλούσα δηλώνει (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης της) πως ο εναγόμενος βρίσκεται και διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και δεν δύναται να βρίσκεται στην Κύπρο κρίνω ότι το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης έγινε από δικηγόρο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτελεί λόγο έτσι ώστε αυτή να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως έγκυρη. [38.4] Αναφορικά με το δεύτερο θέμα το οποίο τίθεται με αυτό το μέρος του λόγου ένστασης πραγματικά δεν διαπιστώνω πως η ένορκη δήλωση είναι δυνατό να κριθεί ως «παντελώς ανυπόστατη» ή ότι «συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί». Αντιθέτως, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο του το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, κρίνω ότι αυτό είναι συγκροτημένο και μετρημένο δίχως να διαπιστώνεται οποιαδήποτε υπερβολή ή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την ενόρκως δηλούσα. [38.5] Οδηγείται το Δικαστήριο σε αυτό το συμπέρασμα όχι διότι η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος. Αυτό δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Προβάλλεται ουσιαστικά ένας πολύ απλός ισχυρισμός. Ότι δηλαδή η επίδικη επίδοση έγινε σε διεύθυνση στην οποία πλέον ο εναγόμενος δεν κατοικούσε και για το λόγο αυτό δεν έλαβε γνώση της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του. Παραθέτει επίσης και δύο τεκμήρια προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού το περιεχόμενο των οποίων κρίνεται ως ικανοποιητικό έτσι ώστε βάσει αυτού να ενισχύεται η αξιοπιστία των ισχυρισμών του εναγομένου τους οποίους η ενόρκως δηλούσα μεταφέρει εκ μέρους του προς το Δικαστήριο. Ως προς το ότι δηλαδή ο εναγόμενος διέμενε πολύ πρίν τον Αύγουστο του 2012 ή κατά ή περί τις 19/9/2013 (ημερομηνία της επίδικης επίδοσης) στη διεύθυνση 8C High Street, Falmouth, Cornwall, TR11 2AB, United Kingdom η οποία αναφέρεται και επί των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [38.6] Δέχομαι δηλαδή πως όντως ο εναγόμενος δεν κατοικούσε στη διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση κατά την ημερομηνία στην οποία όντως αυτή επιτεύχθηκε, δηλαδή στις 19/9/
- Η δε θέση της ενάγουσας όπως αυτή διατυπώνεται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης ότι δηλαδή ο εναγόμενος διατηρεί και δεύτερη διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο πραγματικά κρίνεται ως μία εντελώς ανυπόστατη εικασία δίχως αυτή να βασίζεται σε οποιοδήποτε βάσιμο στοιχείο. Διευκρινίζω δε επί αυτού του θέματος ότι η αναφορά σε οποιοδήποτε βάσιμο στοιχείο σχέση έχει βεβαίως με το οποιοδήποτε μέρος είτε της μαρτυρίας είτε της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης και όχι σε σχέση με τη διερεύνηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής. [38.7] Αξίζει να σημειωθούν και τα ακόλουθα αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα της διεύθυνσης. Υπενθυμίζω πως, σε σχέση με τον εναγόμενο, η ενάγουσα είχε μεριμνήσει όπως επιδοθούν τα όσα έγγραφα παρέδωσε προς επίδοση σε μία συγκεκριμένη διεύθυνση. Η διεύθυνση αυτή αναφέρεται επί της επίδικης συμφωνίας δανείου η οποία υπογράφηκε στις 5/2/
- Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως η επίδικη συμφωνία δανείου δεν υπογράφηκε από τον εναγόμενο ή οποιοδήποτε από τους υπόλοιπους εναγομένους αλλά από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους. Επισυνάπτεται επί της ένορκης δήλωσης προς απόδειξη της αξίωσης εναντίον του εναγομένου (ημερομηνίας 4/12/2013) πέραν και από την επίδικη συμφωνία δανείου και το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 2/7/2009 (τεκμήριο Ζ). Επί αυτού του πληρεξουσίου εγγράφου υπάρχει και η υπογραφή του εναγομένου αν και δίπλα της σημειώνεται διαφορετική ημερομηνία (17/8/2009). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η ίδια ημερομηνία σημειώνεται και δίπλα από τη σφραγίδα του Notary Public ο οποίος υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής αποκλειστικά του εναγομένου. Μάλιστα επισυνάπτεται και ξεχωριστό έγγραφο αναφορικά με δήλωση του Stephen John Davies, δηλαδή του Νοtary Public. Εντός της οποίας αναφέρονται δύο διευθύνσεις για τον εναγόμενο. Η μία είναι η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδικη επίδοση (12 Ellis Gardens, Norwich, Norfolk, NR4 6RX) ενώ η δεύτερη (3 Boheland Villas, Church Road, Penryn, Cornwall, TR10 8BX, England) είναι άσχετη με τις διευθύνσεις οι οποίες αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Αυτό το οποίο κρίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι η διεύθυνση η οποία δίδεται για τον ίδιο τον Notary Public. Ενώ οι υπογραφές των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι ήταν κάτοικοι κατά τον ουσιώδη χρόνο του Εδιμβούργου στην Σκωτία φαίνεται να έγιναν στις 2/7/2009 ενώπιον Επίτιμου Πρόξενου (Honorary Consul) της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Γλασκώβη η υπογραφή του εναγομένου 1 τέθηκε πέραν του ενός μηνός αργότερα στις 17/8/2009 ενώπιον του Notary Public, εντός της δήλωσης του οποίου αναφέρονται μεν οι δύο διευθύνσεις του εναγομένου, αλλά το γεγονός ότι η υπογραφή έγινε στη διεύθυνση η οποία προφανώς είναι στην ίδια περιοχή με τη διεύθυνση του Notary Public σαφώς αποτελεί ένδειξη ότι ο εναγόμενος 1 τότε κατοικούσε στην ίδια περιοχή. Δηλαδή, στο Cornwall. Σύμφωνα και με τη σφραγίδα του Notary Public στο βαθμό στον οποίο αυτή είναι αναγνώσιμη η διεύθυνση του Notary Public ήταν Farley House, Falmouth Road, Truro, Cornwall, TR1 2HX. Ενώ του εναγομένου 1 ήταν 3 Boheland Villas, Church Road, Penryn, Cornwall, TR10 8BX, England. Συνεπώς ακόμη και τον Αύγουστο του 2009 ο εναγόμενος φαίνεται να κατοικούσε στο Cornwall. Δεν αποκλείεται η άλλη διεύθυνση στη δήλωση του Notary Public (δηλαδή, 12 Ellis Gardens, Norwich, Norfolk, NR4 6RX) να τέθηκε έτσι ώστε αυτή να συνάδει με τη διεύθυνση η οποία εν τέλει αναφερόταν επί της επίδικης συμφωνίας δανείου η οποία υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων περίπου 4 μήνες αργότερα. Παράλληλα δεν αποκλείεται βεβαίως αυτή να ήταν και δεύτερη διεύθυνση του εναγομένου. Εντούτοις τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν μία τάση για μετακόμιση του εναγομένου, ενδεχομένως εξαιτίας του επαγγέλματος του (στοιχείο άγνωστο προς το Δικαστήριο), εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Σημασία έχει ότι για την ίδια χρονική περίοδο (Αύγουστο του 2009) ο εναγόμενος φαίνεται να είχε δύο διαφορετικές διευθύνσεις μία εκ των οποίων ανταποκρίνεται στη διεύθυνση επί της επίδικης συμφωνίας και στην οποία έγινε και η επίδικη επίδοση. Όμως περισσότερη σημασία έχει ο βαθμός στον οποίο οι άλλες δύο διευθύνσεις οι οποίες αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης συνάδουν περισσότερο με την άλλη διεύθυνση στο Cornwall και όχι με τη διεύθυνση η οποία αναφέρεται επί της επίδικης συμφωνίας. [38.8] Οι δύο διευθύνσεις εντός της ένορκης δήλωσης είναι οι ακόλουθες. Η διεύθυνση στην οποία ο εναγόμενος ισχυρίζεται δια μέσω της ενόρκως δηλούσας ότι διέμενε πολύ πρίν τον Αύγουστο του 2012 ή κατά ή περί τις 19/9/2013 (ημερομηνία της επίδικης επίδοσης) ήταν επίσης στο Cornwall (δηλαδή, 8C High Street, Falmouth, Cornwall, TR11 2AB, United Kingdom). Ενώ η διεύθυνση στην οποία ο εναγόμενος ισχυρίζεται κατά την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης και πάλι δια μέσω της ενόρκως δηλούσας ότι πλέον διαμένει μόνιμα είναι η εξής :- Trewlane, The Gue, Pothleven, Helston, TR13 9DN, United Kingdom. [38.9] Βεβαίως το Δικαστήριο δεν έχει δικαστική γνώση ή άλλη γνώση βάσει μαρτυρίας αναφορικά με τους γεωγραφικούς διαχωρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου. Εντούτοις ως ενδιαφέρουσα ένδειξη η οποία υπάρχει σε όλες τις διευθύνσεις όπου αναφέρεται η λέξη Cornwall είναι ο ταχυδρομικός κώδικας (δηλαδή, TR10, TR1, TR11) ο οποίος είναι παρόμοιος με αυτόν ο οποίος αναφέρεται και επί της τελευταίας διεύθυνσης του εναγομένου (TR13). [38.10] Σημειώνω επίσης πως η μαρτυρία η οποία έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αναδεικνύει και την έλλειψη βασιμότητας της θέσης ή ουσιαστικά της εικασίας της ενάγουσας πως ο εναγόμενος διατηρεί και δεύτερη διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Καθότι με αυτή έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για μία περίοδο περίπου 5 ετών τουλάχιστον τέσσερεις διαφορετικές διευθύνσεις του εναγομένου. Αντιθέτως με βάση αυτά τα στοιχεία αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο μία έλλειψη σταθερής διαμονής του εναγομένου σε μία διεύθυνση για οποιαδήποτε μακρά χρονική περίοδο. Το οποίο στοιχείο ενδυναμώνει και τον ισχυρισμό του εναγομένου ως προς το ότι όταν έγινε η επίδικη επίδοση τον Σεπτέμβριο του 2013 ο ίδιος πλέον δεν κατοικούσε στη διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση και η οποία για τελευταία φορά συνδέεται με τον ίδιο σε ένα χρονικό σημείο περίπου 3½ χρόνια προηγουμένως, με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, η οποία σημειωτέον έγινε όχι από τον ίδιο αλλά από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, στις 5/2/2010, ή την υπογραφή από τον ίδιο περίπου 4 χρόνια, προηγουμένως, του πληρεξουσίου εγγράφου στις 17/8/2009, κατά την οποία ημερομηνία αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός πως ο ίδιος ο Notary Public αναφέρει δύο ξεχωριστές διευθύνσεις ως αυτές του εναγομένου. [39] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (λ) διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν ήδη εξεταστεί με αυτή την απόφαση πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως η αίτηση υπό εξέταση είναι «...ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση...». Η αναφορά στην έλλειψη της ορθής νομικής βάσης προσομοιάζει με τα όσα αναφέρονται και στον λόγο ένστασης (η) ο οποίος ήδη έχει εξεταστεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ενώ η αναφορά στο δεύτερο μέρος του λόγου ένστασης ως προς το ότι δηλαδή «...και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο εναγόμενος...» όπως θα φανεί και πιο κάτω είναι δυνατό να οδηγήσει σε μερική αποδοχή του λόγου ένστασης σε σχέση δηλαδή με τα όσα διατάγματα ο εναγόμενος ζητά με την παράγραφο Β της αίτησης του. [40] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (μ) ως προς το ότι ο εναγόμενος «...δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό...» αλλά και τον λόγο ένστασης (ν) ως προς το ότι η «...αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις...» θεωρώ πως ήδη με τα όσα έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο οι λόγοι αυτοί δεν είναι δυνατό να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι όπως και δεν γίνονται βεβαίως. Απλά και μόνο η αποδοχή από το Δικαστήριο του λόγου ή ουσιαστικά του βασικού ισχυρισμού του εναγομένου αναφορικά με το ότι ο ίδιος δεν έλαβε γνώση της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του από μόνη της είναι αρκετή έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί και σε αποδοχή του αιτήματος του εναγομένου αναφορικά με τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του και μάλιστα ex debito justitiae δηλαδή δικαιωματικά και όχι ως αποτέλεσμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έτσι ώστε να απαιτείται εξέταση και του ερωτήματος κατά πόσο ο εναγόμενος έχει αποδείξει με τα στοιχεία τα οποία έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου μία εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. [41] Οφείλω όμως να διευκρινίσω το εξής. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η ενάγουσα ενήργησε κακόπιστα με το να είχε διεκδικήσει την επίδοση της αγωγής στη διεύθυνση την οποία είχε στη διάθεση της. Θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε ενεργήσει με περισσότερη επιμέλεια έτσι ώστε να είχε βεβαιωθεί ως πρός την ορθότητα αυτής της διεύθυνσης. Υπενθυμίζω πως το αίτημα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καταχωρήθηκε στις 18/6/2012 και ακούστηκε στις 22/8/
- Η μοναδική μαρτυρία η οποία υπήρχε ως πρός τη διεύθυνση του εναγομένου ήταν αυτή της ενόρκως δηλούσας. Το μοναδικό τεκμήριο (εκ του περισσού εφόσον ήδη αυτό αποτελούσε μέρος του φακέλου της αγωγής) ήταν φωτοαντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος δίχως καν να επισυνάπτεται επίσης ως τεκμήριο η επίδικη συμφωνία δανείου επί της οποίας βεβαίως αναγράφονται οι διευθύνσεις των εναγομένων. Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα πως οι εναγόμενοι διαμένουν «τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο» στις διευθύνσεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της. Βεβαίως σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3 στην πορεία (δηλαδή μετά και από περίπου 1½ χρόνο από την έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας) τουλάχιστον η διεύθυνση αυτή αποδείχτηκε να ήταν ορθή καθώς η αγωγή επιδόθηκε σε αυτούς στις 17/2/2014 (τεκμήριο Β στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της ενάγουσας σε σχέση με την αίτηση των εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 12/3/2014). Υπενθυμίζω σε σχέση με τον εναγόμενο 1 πως η ενάγουσα ήδη είχε στη διάθεση της και κάποια στοιχεία ενδεικτικά ως πρός την ύπαρξη δεύτερης διεύθυνσης του εναγομένου. Δηλαδή τη δήλωση του Notary Public ημερομηνίας 17/8/
- Ενδεχομένως αυτό θα έπρεπε να είχε θέσει σε εγρήγορση την ενάγουσα και να εξέταζε το όλο θέμα. Υπάρχει και ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4/12/2013, βάσει του περιεχομένου της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, φωτοαντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 5/4/2012, δηλαδή η ειδοποίηση τερματισμού επί της οποίας μάλιστα αναφέρεται ότι αυτή είχε σταλεί με ασφαλισμένο ταχυδρομείο. Δίχως όμως να επισυνάπτεται επίσης οποιαδήποτε απόδειξη αναφορικά με το κατά πόσο όντως αυτή είχε σταλεί με ασφαλισμένο ταχυδρομείο ή εάν όντως υπήρχε οποιαδήποτε βεβαίωση ότι αυτή είχε ληφθεί από τον εναγόμενο. Διευκρινίζω και πάλι ότι αν και το Δικαστήριο δέχεται το βασικό ισχυρισμό του εναγομένου ως προς το ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής εντούτοις δεν διαπιστώνω πως η ενάγουσα ενήργησε με οποιαδήποτε πρόθεση είτε να παρακάμψει τα δικαιώματα του εναγομένου είτε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Απλά έτυχε η διεύθυνση την οποία είχε στη διάθεση της και στην οποία, μετά από περίπου ένα χρόνο και από την έγκριση της αίτησης της για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, έγινε η επίδικη επίδοση να μην ήταν πλέον η διεύθυνση στην οποία ο εναγόμενος κατοικούσε. [42] Υπενθυμίζω και πάλι πως δεν έχουν τεθεί υπό εξέταση σε αυτή την απόφαση οποιαδήποτε θέματα παρόμοια με αυτά τα οποία τίθενται στην αίτηση παραμερισμού της επίδοσης από τους εναγόμενους 2 και 3 αναφορικά με την εγκυρότητα της επίδοσης, ημερομηνίας 12/3/
- Ένα και μοναδικό ήταν το βασικό θέμα προς εξέταση. Κατά πόσο όντως ο εναγόμενος έλαβε γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής με την επίδοση η οποία έγινε στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Συνεπώς, ανεξάρτητα και από την αποδοχή του Δικαστηρίου του μέρους εκείνου του αιτήματος του εναγομένου για τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης και μάλιστα ex debito justitiae, κρίνω ότι το αίτημα της παραγράφου Β της αίτησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Διερωτώμαι μάλιστα γιατί αποτέλεσε μέρος του αιτήματος του εναγομένου. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ασφαλώς και το Δικαστήριο δεν κρίνει ορθό και δίκαιο να εκδώσει τα διατάγματα τα οποία ο εναγόμενος αιτείται με την παράγραφο Β της αίτησης. Ασφαλώς και υπήρξε επίδοση της αγωγής πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 5/12/2013 σύμφωνα και με τα όσα στοιχεία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Δηλαδή, το πιστοποιητικό επίδοσης, τεκμήριο Β επισυννημένο στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4/11/2013 σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Βοηθητική επί του συγκεκριμένου θέματος είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/3/2015 στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 193/2014 από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Οικονόμου Δ., αναφορικά με την αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd για την έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari σε σχέση με τον Andrew Timothy Edward Popple. Επίσης, παρά και το γεγονός πως το Δικαστήριο αποδέχεται το βασικό ισχυρισμό του εναγομένου ως προς το ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής στη διεύθυνση στην οποία είχε γίνει η επίδικη επίδοση αυτό ασφαλώς και δεν οδηγεί και σε συμπέρασμα πως η επίδοση αυτή ήταν «...άκυρη, κακή, αντικανονική και μη επαρκής και επί τη βάση αυτής δεν μπορούσε νόμιμα να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας ... 5/12/2013..». [43] Συνεπώς κρίνω πως υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου 1 στις 5/12/
- Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη πως ο παραμερισμός αυτός, όπως έχει κριθεί, θα πρέπει να γίνει ως θέμα δικαιώματος του εναγομένου 1 (ex debito justitiae) ασφαλώς και δεν τίθεται θέμα επιβολής οποιουδήποτε όρου αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων τα οποία δημιουργήθηκαν έτσι ώστε να είχε εκδοθεί η επίδικη απόφαση αλλά ούτε και σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Παράλληλα δεν θεωρώ πως υπό τις περιστάσεις θα ήταν δίκαιο η ενάγουσα να επιβαρυνθεί με τα έξοδα αυτής της αίτησης καθότι δικαιωματικά καταχώρησε ένσταση εναντίον μίας αίτησης παραμερισμού απόφασης η οποία σύμφωνα με τα όσα στοιχεία η ίδια είχε στη διάθεση της κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εκδοθεί αφού προηγουμένως είχε επιτευχθεί η αναγκαία επίδοση προς τον εναγόμενο
- [44] Προκύπτουν βεβαίως βάσει αυτής της κατάληξης του Δικαστηρίου δίαφορα ερωτήματα. Μεταξύ αυτών και τα ακόλουθα. Το Δικαστήριο έχοντας παραμερίσει την απόφαση δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι πλέον ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία εγέρθηκε εναντίον του; Θα πρέπει δηλαδή η ενάγουσα να επιδώσει εκ νέου την αγωγή στη διεύθυνση με την οποία ο εναγόμενος την έχει ήδη πληροφορήσει με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης; Εύλογα εγείρεται, υπό τις περιστάσεις, και το ερώτημα κατά πόσο η διεύθυνση αυτή, μετά και από πέραν του ενός έτους από την αναφορά της, εξακολουθεί να είναι η διεύθυνση του εναγομένου, όπως η ενόρκως δηλούσα ορκίζεται σχετικά («...Εξ' όσων κάλλιστα γνωρίζω και πιστεύω...») στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της; Θα μπορούσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τη διεύθυνση επίδοσης του εναγομένου η οποία αναφέρεται επί του σημειώματος εμφανίσεως το οποίο καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου στις 16/4/2014; Παρά και τη δικονομική αντικανονικότητα η οποία διαπιστώνεται ως πρός τη καταχώρηση του συγκεκριμένου σημειώματος εμφανίσεως; [45] Η δημιουργία αυτών των ερωτημάτων, μεταξύ άλλων τα οποία επίσης θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνέπειες του παραμερισμού της επίδικης απόφασης, οδηγεί το Δικαστήριο στο ακόλουθο συμπέρασμα, προς αποφυγή όχι μόνο μίας τυπολατρικής αλλά και άδικης προς την ενάγουσα προσέγγισης στο όλο θέμα το οποίο δημιουργείται με τον επικείμενο παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Θεωρώ ότι παρά και το γεγονός ότι, όπως έχει κριθεί, η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί δικαιωματικά (ex debito justitiae) δίχως την επιβολή οποιουδήποτε όρου αναφορικά με τα έξοδα αλλά και δίχως να κρίνεται αναγκαία η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως πρός το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει αποκαλύψει την ύπαρξη μίας εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ο οποίος είναι και ο πρωταρχικός παράγοντας σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 11606, ημερομηνίας 25/10/2004, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774) εντούτοις θα πρέπει να τεθεί τουλάχιστον ένας όρος σε σχέση με τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης. [46] Η σημασία αυτού του όρου είναι περισσότερο πρακτική παρά νομική και με την εφαρμογή του οποίου θα καθορίζεται και το χρονικό σημείο παραμερισμού της επίδικης απόφασης. Καθότι εφόσον ο εναγόμενος έχει καταφέρει να πείσει το Δικαστήριο πως δεν έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον του έτσι ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει τα ανάλογα δικαιώματα του εάν όντως είχε λάβει τέτοια γνώση, το θέμα το οποίο τίθεται δεν είναι η επιβολή όρων προς αντιμετώπιση της οποιασδήποτε αδικίας εις βάρος της ενάγουσας σε σχέση με τη διαδικασία επίδοσης η οποία είχε προηγηθεί, όπως, παραδείγματος χάριν, όρο σε σχέση με την καταβολή των εξόδων, αλλά η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων αμφότερων των διαδίκων με απώτερο στόχο την επίτευξη της ομαλής και απρόσκοπτης συνέχισης της διαδικασίας δια μέσω μίας ανάλογης αλλά και δίκαιης δικονομικής ρύθμισης ως πρός το χρονικό σημείο παραμερισμού της επίδικης απόφασης. [47] Ο όρος αυτός πολύ απλά θα συνδέει τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο εντός μίας τακτής προθεσμίας. Έχω καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα διατηρώντας υπόψη διάφορους παράγοντες. [47.1] Κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο εναγόμενος με την αίτηση του διεκδικεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης καθότι αυτή εκδόθηκε δίχως ο ίδιος να έχει λάβει γνώση της αγωγής η οποία εγέρθηκε εναντίον του. Το Δικαστήριο έχει αποδεχτεί ως βάσιμη αυτή τη θέση του εναγομένου. Πλέον όμως ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση ως πρός την ύπαρξη αυτής της αγωγής. [47.2] Σκοπός της αίτησης παραμερισμού σαφώς δεν μπορεί λογικά να είναι οποιοσδήποτε άλλος από το να παρασχεθεί η δυνατότητα και ευχέρεια προς τον εναγόμενο να προβάλει θεμιτά και με τον ορθά ενδεδειγμένο δικονομικό τρόπο τις οποιεσδήποτε θέσεις του αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο ενδεχομένως να προκύπτει από την καταχώρηση της αγωγής εναντίον του. Πλέον θα έχει αυτή τη δυνατότητα μετά και από τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του. [47.3] Ο ίδιος προσπάθησε, λανθασμένα από δικονομικής άποψης, να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η λανθασμένη αυτή καταχώρηση δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του είτε το σημείωμα εμφάνισης είτε τα όσα στοιχεία αναφέρονται επί αυτού. Όπως, παραδείγματος χάριν, τη διεύθυνση επίδοσης επί του σημειώματος εμφάνισης. [47.4] Το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης προέκυψε ως αποτέλεσμα αποδοχής από το Δικαστήριο του βασικού ισχυρισμού του εναγομένου δια μέσω της ενόρκως δηλούσας η οποία όχι μόνο είχε λάβει πληροφόρηση από τον εναγόμενο και τους δικηγόρους του στο Ηνωμένο Βασίλειο (παράγραφος 2 της ένορκης δήλωσης της) αλλά ορκίστηκε σχετικά πως ήταν «δεόντως εξουσιοδοτημένη» από τον εναγόμενο έτσι ώστε να είχε προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του. [47.5] Ο ίδιος ο εναγόμενος τυγχάνει να εκπροσωπείται από τους ίδιους δικηγόρους οι οποίοι εκπροσωπούν τους εναγόμενους 2 και 3 οι οποίοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή μετά και από την επίδοση προς αυτούς η οποία προηγήθηκε και την εγκυρότητα της οποίας αμφισβητούν με την αίτηση τους ημερομηνίας 12/3/
- Διατηρώντας υπόψη πως το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου αποτελείται από την ίδια βάση με αυτή επί της οποίας βασίζουν το αγώγιμο δικαίωμα τους εναντίον και των εναγομένων 2 και 3 λογικά αναμένεται πως οι από κοινού δικηγόροι των εναγομένων θα έχουν στην κατοχή τους πλέον τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν προς τους εναγόμενους 2 και
- Παρέχοντας τους με αυτό τον τρόπο την ευχέρεια υπεράσπισης και του εναγομένου
- Εν πάση περιπτώσει οι ίδιοι έχουν και το δικαίωμα πλήρους πρόσβασης ως πρός το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής και μεταξύ άλλων και στα έγγραφα βάσει του περιεχομένου των οποίων εκδόθηκε η απόφαση εναντίον του εναγομένου. [47.6] Θεωρώ δηλαδή πως δεν θα αδικείται ο εναγόμενος από ουσιαστικής άποψης απλά διότι δεν θα έχει προηγηθεί τυπικά μία πράξη επίδοσης προς τον ίδιο των όσων εγγράφων η ενάγουσα είχε επιδώσει στη διεύθυνση στην οποία ο ίδιος πλέον δεν κατοικούσε. [47.7] Επιπλέον, σε σχέση τόσο με τον απαιτούμενο χρόνο όσο και τα έξοδα της διαδικασίας σε σχέση με την επίδοση και στον εναγόμενο 1, διατηρώ υπόψη μου βεβαίως πως η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η διαδικασία επίτευξης της επίδοσης βάσει του σχετικού Ευρωπαϊκού Κανονισμού δεν αφορούσε μόνο τον εναγόμενο 1 αλλά και τους εναγόμενους 2 και
- Ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 αμφισβητούν την εγκυρότητα της επίδοσης η οποία έγινε προς αυτούς. Παράλληλα όμως δεν θεωρώ πως θα ήταν ορθό και δίκαιο η ενάγουσα να ακολουθήσει εκ νέου την ίδια διαδικασία σε σχέση με τον εναγόμενο 1 οδηγώντας με αυτό τον τρόπο σε επιπρόσθετη καθυστέρηση ως πρός την προώθηση της αγωγής της εναντίον του εναγομένου 1 αλλά και στην αχρείαστη δημιουργία άλλων εξόδων. [48] Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της επίδικης απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου 1 στις 5/12/2013 υπό τον όρο ότι ο εναγόμενος θα πρέπει εντός 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου. Το αίτημα του εναγομένου σε σχέση με την παράγραφο Β της αίτησης του απορρίπτεται στην ολότητα του ενώ για τους λόγους τους οποίους το Δικαστήριο έχει αναφέρει πιο πάνω δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά είτε με τα έξοδα της αίτησης είτε ως όρος και προϋπόθεση για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. [49] Παρά και το αποτέλεσμα της αίτησης, δεν κρίνεται ως ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διαταγή πληρωμής των εξόδων από την ενάγουσα η οποία επεδίωξε την επίδοση της αγωγής στη διεύθυνση την οποία είχε στη κατοχή της σε σχέση με τον εναγόμενο. Άλλωστε το ίδιο έπραξε σε σχέση και με τους εναγόμενους 2 και 3 πετυχαίνοντας την επίδοση σε διεύθυνση η οποία εξασφαλίστηκε περίπου κατά το ίδιο χρονικό σημείο και η οποία προφανώς εξακολουθούσε να είναι η ορθή διεύθυνση σε σχέση τουλάχιστον με αυτούς τους εναγόμενους. Αναμφίβολα θα μπορούσαν να είχαν καταβληθεί κάποιες προσπάθειες επιβεβαίωσης της ορθότητας αυτής της διεύθυνσης, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί λόγο η ενάγουσα να επιβαρυνθεί με τα έξοδα αυτής της αίτησης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Order 16 : Appearance
- A defendant may appear at any time before judgment. If he appears at any time after the time limited by the writ for appearance, he shall be ordered to pay any costs properly incurred by the plaintiff by his failure to appear within the time limited by the writ. [2] Order 34 : Entry of Judgment
- Save where the Court shall have directed that a judgment be not drawn up until a certain date or until a certain event has happened, every judgment shall, on the application of any party to the Registrar, be entered in a book to be kept for the purpose.
- Every judgment when entered shall be dated as of the day on which it was pronounced, and shall, save where it otherwise directs, take effect from that date, and a note shall be made in the book in which it is entered of the date of entry. [3]
- Any demand or notice by the Bank hereunder shall be deemed to have been sufficiently given if sent by registered post or fax to the last known address of the Borrower as the case may be and shall be assumed to have reached the person to whom it was sent in due course of post or instantaneously by fax. [4] Άρθρον 30
- Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) να πληροφορηθή τους λόγους, δι' ους καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου, (β) να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικαστηρίου και να έχη χρόνον επαρκή διά την προπαρασκευήν τούτων.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο