Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Foy Sean Patrick κ.α., Αρ. Αγωγής: 232/2010, 4/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 232 / 2010 Μεταξύ:- Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) Και
- Foy Sean Patrick
- Foy Fiona Jayne
- Pafilia Property Developers Ltd Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνίας 13/11/2014 Ημερομηνία :- Δευτέρα 4η Μαίου 2015 Για την ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Χρίστια Μίτλεττον για Ανδρέας Νεοκλέους και Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χρίστια Μίτλεττον Για την εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση :- κα. Μαρία Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού και Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Γιολάντα Ζυμπουλάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Το Δικαστήριο εξέδωσε στις 19/11/2014 προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») εμποδίζονται από το να πωλήσουν, επιβαρύνουν ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν το όλο ή οποιοδήποτε μέρος της ακίνητης τους περιουσίας η οποία βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως αυτά αναφέρονται στο διάταγμα. Η συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία είναι μία κατοικία (στο εξής θα καλείται το «επίδικο ακίνητο»). [ 2 ] Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 26/11/2014 ενώ στις 20/11/2014 εκδόθηκε διάταγμα επίδοσης του προσωρινού διατάγματος σε δύο διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), των εναγομένων 1 και 2 και ενός εκ των δικηγόρων τους. [ 3 ] Στις 26/11/2014 εμφανίστηκε μία από τους δικηγόρους οι οποίοι ήδη είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων στις 4/11/
- Σημειώνεται πως οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση μετά και από την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 14/10/2014 (στο εξής θα καλείται η «απόφαση παραμερισμού»). Απόφαση με την οποία έγινε δεκτό αίτημα των εναγομένων για παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον τους στις 15/11/2012 (στο εξής θα καλείται η «απόφαση του 2012»). [ 4 ] Ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 17/12/2014 με προθεσμία καταχώρησης ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης μέχρι και τις 15/12/
- Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα ενώ στις 17/12/2014 ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση αίτησης για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης. Ορίστηκε η αίτηση εκ νέου για οδηγίες στις 7/1/
- Δηλώθηκε τότε πως δεν θα υπήρχε ένσταση στην αίτηση και μετά και από την έκδοση σχετικού διατάγματος στις 14/1/15, το Δικαστήριο προχώρησε σε εκδίκαση της αίτησης κατά τη διάρκεια της οποίας αντεξετάστηκε σχετικά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης. Η αίτηση ορίστηκε για αγορεύσεις στις 3/2/
- [ 5 ] Μετά και από παράδοση στο Δικαστήριο και ανταλλαγή των γραπτών αγορεύσεων η αίτηση ορίστηκε και πάλι για ακρόαση στις 10/2/2015 κατά την οποία ημερομηνία οι δικηγόροι των εναγομένων παρουσίασαν συμπληρωματική γραπτή αγόρευση ενώ η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας ζήτησε χρόνο μίας ημέρας για ετοιμασία συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης η οποία και παραδόθηκε στις 11/2/2015, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε αυτή η απόφαση. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 6 ] Συνοπτικά οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι. [ 6.1 ] Η ενάγουσα δεν έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση κατά των εναγομένων ούτε και ορατές πιθανότητες να πετύχει στην αγωγή για δύο λόγους. [6.1.1.] Έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. [6.1.2.] Παράλειψη παροχής συμβουλής προς τους εναγόμενους προ της σύναψης της επίδικης συμφωνίας για τους κινδύνους σύναψης συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα. Ως αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία θα πρέπει να θεωρηθεί παράνομη και άκυρη. [ 6.2 ] Η αίτηση υπό εξέταση καταχωρήθηκε ενώ οι διάδικοι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την επίτευξη εξώδικης διευθέτησης. [ 6.3 ] Η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε το καθήκον πλήρης και αληθινής αποκάλυψης προς το Δικαστήριο «και/ή προέβη σε σαφέστατα παραπλανητικές αναφορές όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης». Παρατίθενται στη συνέχεια οι τρόποι (οχτώ στο σύνολο τους) με τους οποίους η ενάγουσα απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον αποκάλυψης προς το Δικαστήριο. [ 6.4 ] Η αίτηση είναι καταχρηστική και έγινε κακόπιστα. [ 6.5 ] Η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι δίχως την έκδοση του προσωρινού διατάγματος κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. [ 6.6 ] Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη διατήρησης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ [ 7 ] Θεωρώ ως σημαντικό το ιστορικό το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Καθότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για την κλασσική περίπτωση όπου ένας διάδικος καταχωρεί μία αγωγή και ταυτόχρονα καταχωρείται επίσης αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, συνήθως προς προστασία και διαφύλαξη της ιδιοκτησίας της επίδικης ή άλλης περιουσίας του διαδίκου ο οποίος ενάγεται. [ 8 ] Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον των εναγομένων στις 26/1/2010, δηλαδή σχεδόν πέντε χρόνια προτού αιτηθεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στις 19/11/
- Αποτέλεσμα της καταχώρησης της αγωγής ήταν η έκδοση απόφασης εις βάρος των εναγομένων στις 15/11/2012, δηλαδή η απόφαση του
- Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, στις 14/10/2014, η απόφαση αυτή παραμερίστηκε μετά και από αποδοχή από το Δικαστήριο αίτησης των εναγομένων για παραμερισμό της. Εκδόθηκε σχετική απόφαση μετά και από εκδίκαση της αίτησης, δηλαδή η απόφαση παραμερισμού. [ 9 ] Το ιστορικό το οποίο προηγήθηκε της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος - υπό την έννοια των συγκεκριμένων δεδομένων δηλαδή - κρίνεται άρρηκτα συνδεδεμένο με τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης για την έκδοση του. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται από την ενάγουσα ως η όλη βάση επί της οποίας αρχικά στήριξε το αίτημα της για την έκδοση του διατάγματος και επί της οποίας επίσης εισηγείται θα πρέπει το Δικαστήριο να βασιστεί έτσι ώστε το διάταγμα πλέον να καταστεί απόλυτο μέχρι και την εκδίκαση ή αποπεράτωση της αγωγής. [ 10 ] Κυρίως η ενάγουσα αναφέρεται στην ύπαρξη επιβάρυνσης τύπου Charging Order επί του επίδικου ακινήτου η οποία είχε επιτευχθεί με την καταχώρηση αυτής στο Κτηματολόγιο στην Αγγλία. Βεβαίως η επιβάρυνση αυτή καταχωρήθηκε ως αποτέλεσμα της εξασφάλισης σχετικού διατάγματος από Δικαστήριο στην Αγγλία. Έχουν καταχωρηθεί σχετικά τεκμήρια αναφορικά με αυτό το θέμα κατά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού της απόφασης του
- [ 11 ] Σε αυτό το σημείο της απόφασης αξίζει να σημειωθεί πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της αίτησης ασφαλώς λαμβάνει υπόψη του στο σύνολο του το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής (βλ. σχετικά Φιλίππου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α. Α. Δ. 1755). Σημειώνεται επίσης πως η δυνατότητα αυτή δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους δικηγόρους των διαδίκων. Η αναφορά του Δικαστηρίου γίνεται κυρίως προς διευκρίνιση των όσων στοιχείων λαμβάνονται υπόψη κατά την ετοιμασία αυτής της απόφασης. Όπως θα φανεί και πιο κάτω το περιεχόμενο του φακέλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά την εξέταση του λόγου ένστασης αναφορικά με την μη εκπλήρωση από την ενάγουσα του καθήκοντος αποκάλυψης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 12 ] Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως οι εναγόμενοι ουσιαστικά καλούν το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της αγωγής και όχι κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος. [ 13 ] Υπενθυμίζω σχετικά πως στο στάδιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο εξετάζει την μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης (βλ. σχετικά Επίσημος Παραλήπτης κ. ά. ν. Nicantony Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653). Υπενθυμίζω επίσης πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. σχετικά T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). [ 14 ] Έχοντας υπόψη και το ιστορικό της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης προκύπτει η εξής ειδοποιός διαφορά από άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Ενώ συνήθως ένα προσωρινό διάταγμα εκδίδεται μονομερώς προτού καν το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπεράσπισης του διαδίκου ο οποίος ενάγεται, αντιθέτως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ένας από τους όρους παραμερισμού της απόφασης του 2012 ήταν και η καταχώρηση του δικογράφου των εναγομένων, οι εναγόμενοι ήδη είχαν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τις θέσεις τις οποίες αναφέρουν εντός του πρώτου λόγου ένστασης. [ 15 ] Δηλαδή, ότι η ενάγουσα δεν έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εναγομένων αλλά ούτε και ορατή πιθανότητα να πετύχει στην αγωγή, πρώτο, διότι «...τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή ενόψει του ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 θα πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι καταναλωτές με βάση τις σχετικές αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου...» και ότι «... δικαιοδοσία έχει η χώρα όπου διαμένουν» και δεύτερο διότι η ενάγουσα «...πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέλειψε να συμβουλεύσει τους Αιτητές για τους κινδύνους που υπάρχουν όταν συμφωνία δανείου συνάπτεται σε ξένο νόμισμα ... οπόταν η συμφωνία ... θα πρέπει να θεωρηθεί ... παράνομη και άκυρη». [ 16 ] Συγκεκριμένα η θέση αναφορικά με την ανυπαρξία δικαιοδοσίας εγείρεται ως προδικαστική ένσταση στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων (παράγραφος 1 Α και Β). Ενώ η θέση ως πρός τις κατ΄ ισχυρισμό συνθήκες και συνέπειες της επίδικης συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα επίσης αναφέρεται στις παραγράφους 7, 8, 9 της έκθεσης υπεράσπισης και στις παραγράφους 19, 20, 21, 22, 23 και 24 Α, Γ και Ε της αναταπαίτησης στην έκθεση υπεράσπισης. [ 17 ] Βεβαίως πέραν και από το ίδιο το δικόγραφο των εναγομένων υπενθυμίζω πως με την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης του 2012 οι εναγόμενοι προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων, όπως αυτές καθορίζονται με την νομολογία, για τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή τη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, προέβαλαν τις ίδιες θέσεις. [ 18 ] Διατηρούσαν όμως υπόψη τους και το εξής σημαντικό στοιχείο. Το γεγονός πως δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Ότι δηλαδή είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας εφόσον το Δικαστήριο προχωρεί μόνο σε διάγνωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία αυτής. Με τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των προτάθηκε, προς υποστήριξη της ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, τόσο η θέση ως πρός την ανυπαρξία δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων όσο και η θέση πως η ενάγουσα πριν από τη σύναψη του επίδικου δανείου παρέλειψε να συμβουλεύσει τους εναγόμενους για τους κινδύνους οι οποίοι υπήρχαν σε σχέση με το γεγονός ότι το δάνειο έγινε σε ελβετικά φράγκα. [ 19 ] Το Δικαστήριο στην απόφαση παραμερισμού αν και κατέληξε σε συμπέρασμα πως οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα στον παραμερισμό της απόφασης του 2012 (ex debito justitiae) εντούτοις στις παραγράφους 105 και 106 της απόφασης παραμερισμού έκρινε πως τα θέματα τα οποία ήγειραν οι εναγόμενοι κρίνονταν ως επαρκή έτσι ώστε να οδηγούσαν σε διάγνωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου σημείου δίχως όμως παράλληλα να προέκυπτε η αναγκαιότητα για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης την οποία επιθυμούσαν να προβάλουν οι εναγόμενοι. [ 20 ] Με τον ίδιο τρόπο βάσει της νομολογίας μας - όχι αναφορικά με τον παραμερισμό απόφασης αλλά σε σχέση με την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του επίδικου προσωρινού διατάγματος - θεωρώ πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε εξέταση της ουσίας της αγωγής. [ 21 ] Ιδιαίτερα δε σε σχέση με το γεγονός ότι το επίδικο δάνειο έγινε σε ξένο νόμισμα. Ενώ σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας έστω και εάν αυτό δύναται να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εντούτοις θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με την προβαλλόμενη θέση των εναγομένων υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ως πρός την ερμηνεία η οποία θα πρέπει να δοθεί στο σχετικό Ευρωπαϊκό Κανονισμό αναφορικά με την έννοια του όρου του «καταναλωτή» αλλά και σε σχέση με τον τόπο κατοικίας των εναγομένων έτσι ώστε να μην παρέχεται η ευχέρεια εξέτασης αυτής της θέσης εντός του πλαισίου εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα ορθά εκδόθηκε και εάν όντως το Δικαστήριο καταλήξει σε θετική απάντηση επί αυτού του θέματος κατά πόσο αυτό θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. [ 22 ] Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας προέβαλλε διάφορες θέσεις επί του θέματος δίδοντας και ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός της καταχώρησης ανταπαίτησης από τους εναγόμενους. Οι θέσεις αυτές θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να εξεταστούν εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης και το Δικαστήριο στη συνέχεια να κατέληγε σε τελικά συμπεράσματα αναφορικά με αυτές. Παραδείγματος χάριν, διατηρώντας υπόψη και τη σημασία της κατοικίας των εναγομένων σε σχέση με τη θέση την οποία προωθούν αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, αναδεικνύεται παραστατικά η ανάγκη όπως ακουστεί και εξεταστεί μαρτυρία επί αυτού του θέματος. [ 23 ] Βεβαίως η θέση των εναγομένων ως προς το ότι τα κυπριακά δικαστήρια (και κατ΄ επέκταση βεβαίως το Δικαστήριο) δεν έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής προτάσσεται προς υποστήριξη του πρώτου λόγου ένστασης, δηλαδή ως προς το ότι η ενάγουσα δεν έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση κατά των εναγομένων αλλά ούτε και ορατές πιθανότητες να πετύχει στην αγωγή. Είναι με αυτή την έννοια την οποία οι εναγόμενοι εγείρουν το θέμα της ανυπαρξίας δικαιοδοσίας. [ 24 ] Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό στις ορθές του διαστάσεις, δηλαδή όπως αυτό τίθεται από τους ίδιους τους εναγόμενους, κρίνω ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να εξεταστεί είτε η νομική είτε η πραγματική βάση επί της οποίας οι εναγόμενοι στηρίζουν τη θέση τους ως πρός την ανυπαρξία δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου έτσι ώστε να κριθεί ότι όντως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και στη συνέχεια βάσει αυτής της νομικής διαπίστωσης να είναι δυνατό να κριθεί πως η ενάγουσα δεν έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των εναγομένων ή ορατές πιθανότητες να πετύχει στην αγωγή της. [ 25 ] Ως πρός την ύπαρξη δικαιοδοσίας θεωρώ πως έχοντας ως βάση τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, δεν είναι δυνατό να κριθεί, εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης, πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. [ 26 ] Θέτοντας το πολύ απλά θεωρώ πως ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί καθότι αυτό το οποίο οι εναγόμενοι καλούν το Δικαστήριο να πράξει, εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης, είναι ανεπίτρεπτα να εξετάσει την ουσία της αγωγής υπό την έννοια της εξέτασης των υπερασπίσεων, είτε υπό μορφή προδικαστικής ένστασης είτε διαφορετικά, όπως αυτές προβάλλονται από τους εναγόμενους και όχι κατά πόσο ικανοποιούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Διευκρινίζω πως, όπως και σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας, το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε σχέση με την εισήγηση από τους εναγόμενους όπως εξεταστεί από το Δικαστήριο η υπεράσπιση την οποία προβάλλουν αναφορικά με το γεγονός πως το δάνειο έγινε σε ξένο νόμισμα. [ 27 ] Υπενθυμίζω σχετικά βάσει της νομολογίας μας πως δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να υπεισέλθει σε εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, της ουσίας δηλαδή της αγωγής (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). [ 28 ] Ιδιαίτερα δε σε μία προσπάθεια αξιολόγησης αντικρουόμενης μαρτυρίας στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής ή ακόμη και εξέτασης επιχειρηματολογίας αναφορικά με νομικά θέματα τα οποία ήδη, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, έχουν προβληθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση εξαιτίας και της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων αλλά και της εξέτασης προηγουμένως της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης του
- [ 29 ] Αναμφίβολα όχι μόνο η μαρτυρία αναφορικά με αυτά τα θέματα είναι ασυμπλήρωτη αλλά και η οποιαδήποτε επιχειρηματολογία θα εξαρτηθεί και από τη μαρτυρία την οποία οι διάδικοι θα παρουσιάσουν κατά την εκδίκαση της αγωγής. Ενώ μόνο κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα δοθεί η ευχέρεια στο Δικαστήριο ελέγχου της βασιμότητας τόσο της μαρτυρίας όσο και της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων μετά και από παροχή της δυνατότητας αντεξέτασης των μαρτύρων οι οποίοι ενδεχομένως να δώσουν μαρτυρία προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων των διαδίκων. Δεν θα ήταν ορθό για το Δικαστήριο να εξετάσει και αποφασίσει σε σχέση με αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή νομικά θέματα τα οποία θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο εντός του πλαισίου της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Η νομολογία μας σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σαφώς αποκλείει μία τέτοια εξέταση. Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 30 ] Ο δεύτερος λόγος ένστασης αποτελείται ουσιαστικά από ένα συλλογισμό. [ 31 ] Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο το δεύτερο λόγο ένστασης. «Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε καθ΄ ον χρόνο τα μέρη βρίσκονταν υπό διαπραγματεύσεις για την επίτευξη εξώδικης διευθέτησης στην υπόθεση. Οπόταν η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε επειδή η ενάγουσα έχει οποιαδήποτε σοβαρή ανησυχία ότι τυχών [sic] απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της θα παραμείνει ανεκτέλεστη. Ο πραγματικός λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση είναι ότι η αιτήτρια επιθυμεί με αυτόν τον τρόπο να ασκήσει ανεπίτρεπτη πίεση προς τους καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 για να πετύχει διευθέτηση της υπόθεσης υπό τους όρους που η ίδια επιθυμεί.» [ 32 ] Σύμφωνα με αυτό το λόγο ένστασης ή συλλογισμό καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να θεωρήσει ως δεδομένο, πρώτο, όχι μόνο ότι οι διάδικοι βρίσκονταν ή βρίσκονται σε διαπραγμάτευση για την επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού, αλλά επίσης, δεύτερο, ότι επειδή οι διάδικοι βρίσκονταν ή βρίσκονται σε διαπραγμάτευση η ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε ανησυχία ότι εάν εκδοθεί απόφαση υπέρ της αυτή θα παραμείνει ανεκτέλεστη. Συνεπώς ουσιαστικά δεν υπήρχε λόγος καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ενώ η πραγματικότητα είναι ότι η καταχώρηση της έγινε με σκοπό η ενάγουσα να ασκήσει πίεση επί των εναγομένων έτσι ώστε να πετύχει εξώδικη διευθέτηση σύμφωνα με τους δικούς της όρους. [ 33 ] Κατ΄ αρχάς, δεν διαπιστώνεται να υπάρχει καν οποιοσδήποτε ιδιαίτερος βαθμός νομικής ή άλλης λογικής στο συλλογισμό αυτό. Έστω και να θεωρηθεί ότι όντως οι διάδικοι κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης βρίσκονταν σε διαπραγμάτευση για την επίτευξη εξώδικης διευθέτησης. Προκύπτει το εξής ερώτημα. Θα πρέπει τότε κατά λογική συνέχεια να θεωρηθεί από το Δικαστήριο πως εφόσον οι διάδικοι βρίσκονται σε διαπραγμάτευση τότε αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε σοβαρή ανησυχία ότι δεν θα μπορεί μελλοντικά να εκτελέσει την οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα εκδοθεί προς όφελος της; [ 34 ] Πραγματικά ποια είναι αυτή η βεβαιότητα η οποία προσφέρεται προς την ενάγουσα για να μην έχει οποιαδήποτε είτε «σοβαρή» είτε καν απλή και μόνο ανησυχία έτσι ώστε να μην μεριμνήσει να διατηρήσει την ιδιοκτησία των εναγομένων σε ένα περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ανάλογα σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της; [ 35 ] Καλείται το Δικαστήριο να αγνοήσει ουσιαστικά όλους τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες κατά την εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων και αποδεχόμενο ως δεδομένο ότι η ενάγουσα δεν έχει πραγματικά οποιαδήποτε ανησυχία να θεωρήσει πως η καταχώρηση της αίτησης έχει γίνει με ένα αλλότριο σκοπό. Θέση η οποία πραγματικά δεν πείθει το Δικαστήριο ως βάσιμη. Ακόμη και να υπήρχε ή να υπάρχει όντως διαπραγμάτευση μεταξύ των διαδίκων εγείρεται το εξής ερώτημα. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι όντως δεν θα πρέπει να έχει οποιαδήποτε ανησυχία η ενάγουσα; Η ίδια η έννοια της διαπραγμάτευσης αναδεικνύει το γεγονός της ύπαρξης μίας διαφοράς μεταξύ των διαπραγματευομένων ως επίσης και το γεγονός πως αυτοί δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε μία αμοιβαία αποδεκτή λύση ή, σε αυτή την περίπτωση, σε μία εξώδικη διευθέτηση. Διαφορετικά βεβαίως δεν θα εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου και η ίδια η αγωγή. [ 36 ] Ουσιαστικά, με την αίτηση της, σαφώς η ίδια η ενάγουσα δηλώνει ότι ανησυχεί. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι έσπευσαν αμέσως μετά από την έκδοση της απόφασης παραμερισμού της απόφασης του 2012 να αποδεσμεύσουν το επίδικο ακίνητο από την επιβάρυνση τύπου Charging Order. Προτού μάλιστα συμμορφωθούν με τους ελάχιστους ουσιαστικά όρους τους οποίους το Δικαστήριο έθεσε έτσι ώστε δικονομικά τουλάχιστον να ρυθμίζεται το χρονικό σημείο του παραμερισμού της απόφασης του
- [ 37 ] Επιπλέον προκύπτουν και άλλα στοιχεία τα οποία εύλογα θα μπορούσαν να οδηγήσουν την ενάγουσα σε διατήρηση επιφυλάξεων ως πρός τη δυνατότητα επίτευξης της οποιασδήποτε εξώδικης διευθέτησης. Ήδη οι εναγόμενοι όχι μόνο έχουν καταχωρήσει υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας. Αμφισβητείται ακόμη και η ίδια η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο οποίο η ενάγουσα έχει επιλέξει να καταχωρήσει την αγωγή της εναντίον των εναγομένων. [ 38 ] Αυτά τα δικονομικά δεδομένα όχι μόνο λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αλλά εύλογο θεωρείται και η ίδια η ενάγουσα να τα λαμβάνει υπόψη της σε μία προσπάθεια προστασίας των κατ΄ ισχυρισμό δικαιωμάτων της ως πρός την εξασφάλιση μίας απόφασης εναντίον των εναγομένων βάσει της επίδικης συμφωνίας δανείου. [ 39 ] Πραγματικά με τα όσα στοιχεία έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου και οι δύο πλευρές κατά την εκδίκαση αυτής της αίτησης, θεωρώ ως εύλογη την οποιαδήποτε ανησυχία της ενάγουσας ως πρός το ενδεχόμενο είτε αλλαγής της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου είτε οποιασδήποτε επιπρόσθετης επιβάρυνσης του πριν από την εκδίκαση αυτής της αγωγής. Με βάση αυτά τα στοιχεία δεν κρίνω ως πειστική τη θέση των εναγομένων ότι η αίτηση αυτή έχει καταχωρηθεί για οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό. [ 40 ] Επιπλέον, εάν οι εναγόμενοι δεν επιθυμούν να καταλήξουν σε οποιαδήποτε εξώδικη διευθέτηση με την ενάγουσα ασφαλώς και δεν είναι υποχρεωμένοι να το πράξουν αυτό. Άλλωστε όλες οι ενδείξεις μέχρι στιγμής βάσει και του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους είναι ότι αντιθέτως πρόθεση τους είναι - δικαιωματικά βεβαίως - όχι μόνο να υποστηρίξουν την υπεράσπιση τους αλλά επιπρόσθετα να προωθήσουν τόσο την ανταπαίτηση τους όσο και την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατ΄ επέκταση της δυνατότητας του να εκδόσει την οποιαδήποτε απόφαση εναντίον τους. [ 41 ] Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ο δεύτερος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Ο ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 42 ] Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης οι εναγόμενοι εισηγούνται όχι μόνο ότι η ενάγουσα απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον το οποίο είχε προς το Δικαστήριο «να προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων» αλλά επίσης (με συνδυασμό θέσεων με χρήση του συζευκτικού και διαζευκτικού συνδέσμου «και/ή») ότι «προέβη σε σαφέστατα παραπλανητικές αναφορές» αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Παραθέτει δε οχτώ συνολικά περιπτώσεις της εισηγούμενης παράλειψης αποκάλυψης ή σκόπιμης προβολής «σαφέστατα» παραπλανητικών αναφορών. [ 43 ] Υπενθυμίζω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το δεδομένο πως το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 11 ] αυτής της απόφασης). Διατηρώντας υπόψη αυτό το δεδομένο πραγματικά είναι άξιον απορίας πως είναι δυνατό οι εναγόμενοι να εισηγούνται ότι η ενάγουσα είτε απέκρυψε κάτι από το Δικαστήριο είτε το παραπλάνησε διότι δεν επανέλαβε το οποιοδήποτε μέρος του περιεχομένου του φακέλου. Παραδείγματος χάριν, πως είναι δυνατό να θεωρηθεί πως η ενάγουσα απέκρυψε οτιδήποτε ή παραπλάνησε το Δικαστήριο διότι «...δεν ανέφερε στο δικαστήριο ότι με βάσει προγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 14/10/14 οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 έχουν μια τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως υπόθεση να καταδείξουν ότι τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση (παράγραφος Α του τρίτου λόγου ένστασης). [ 44 ] Τι θα έπρεπε δηλαδή να είχε πράξει και δεν έπραξε η ενάγουσα; Μάλιστα τι είναι αυτό το οποίο παρέλειψε να πράξει και ως αποτέλεσμα είτε δεν είχε προβεί σε αποκάλυψη των όσων γεγονότων θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει είτε παραπλάνησε το Δικαστήριο; Επειδή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο αυτό το οποίο το Δικαστήριο όχι μόνο δύναται αλλά ουσιαστικά οφείλει να πράξει; Δηλαδή, να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Πραγματικά όχι μόνο δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί μία τέτοια θέση ως βάσιμη αλλά ούτε καν ως ανταποκρινόμενη στη δικονομική λογική των πραγμάτων. [ 45 ] Με τον ίδιο τρόπο οι εναγόμενοι παραθέτουν και άλλες παρόμοιες υποδείξεις στις παραγράφους Β και Γ του τρίτου λόγου ένστασης. [ 46 ] Διευκρινίζω απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης πως τα όσα αναφέρονται σε αυτές τις παραγράφους του τρίτου λόγου ένστασης αποτελούν συμπεράσματα των εναγομένων αναφορικά με το περιεχόμενο της απόφασης παραμερισμού δίχως παράλληλα να κρίνεται αναγκαίο εντός του πλαισίου αυτής της απόφασης να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο οτιδήποτε αναφορικά με την ακρίβεια αυτών των συμπερασμάτων. [ 47 ] Σημασία έχει κυρίως το γεγονός ότι παραδόξως καλείται το Δικαστήριο να καταλήξει σε διαπίστωση πως υπήρξε απόκρυψη ή παραπλάνηση από την ενάγουσα διότι αυτή παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο κάτι το οποίο ήδη υπήρχε στη διάθεση του Δικαστηρίου και μάλιστα στην πιο άμεση δυνατή μορφή υπό την έννοια της παράλειψης επανάληψης όχι απλά του οποιουδήποτε μέρους του φακέλου της αγωγής αλλά του περιεχομένου δικής του προηγούμενης απόφασης η οποία είχε εκδοθεί περίπου ένα μήνα πριν από την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 48 ] Με τον ίδιο τρόπο, σε σχέση με την παράγραφο Η του τρίτου λόγου ένστασης, πως είναι δυνατό να κριθεί ότι υπάρχει απόκρυψη ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη μη αναφορά από την ενάγουσα μέρους του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων; [ 49 ] Αναφορικά με τις υπόλοιπες παραγράφους του τρίτου λόγου ένστασης παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 50 ] Δίδεται και πάλι μία υπέρμετρη σημασία από τους εναγόμενους στην ύπαρξη διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων ωσάν αυτό από μόνο του να πρέπει να θεωρηθεί ως λόγος βάσει του οποίου θα πρέπει το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως κακώς η ενάγουσα προσπαθεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα της σε περίπτωση όπου η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση δεν καταλήξει σε εξώδικη διευθέτηση της αγωγής. Σημασία έχει το γεγονός πως ήδη οι διάδικοι βρίσκονται αντιμέτωποι σε μία δικαστική διαδικασία ή περιγράφοντας το όλο θέμα πιο παραστατικά ότι έχει κηρυχθεί μία εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των διαδίκων και ότι αυτοί έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση του οποιουδήποτε νομικού οπλοστασίου τους παρέχεται από τη δικονομία μας. Όπως, παραδείγματος χάριν, η εξασφάλιση ενός προσωρινού διατάγματος. [ 51 ] Αναφέρω χαρακτηριστικά απόσπασμα ελεύθερης μετάφρασης (στην Παντελίδη Iωάννης ν. Mάριου Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111) από την Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, όπου επισημαίνεται σε σχέση με προσωρινό διάταγμα τύπου Mareva πως αυτό, εξεταζόμενο με βάση μια πιο εγκόσμια προοπτική, μπορεί να θεωρηθεί σαν μια ισχυρή προσθήκη στο οπλοστάσιο του Νόμου, η οποια δικαιολογείται από τις τεράστιες τεχνολογικές αλλαγές στις μεταφορές και τη σχετιζόμενη με αυτές κινητικότητα προσώπων και αγαθών αν και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου, και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. [ 52 ] Δηλαδή, θέτοντας το πολύ απλά θεωρώ ότι υπάρχει μία λανθασμένη αντίληψη από τους εναγόμενους ως πρός τη σημασία της οποιασδήποτε προσπάθειας για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής. Στο βαθμό στον οποίο αυτή όντως υπάρχει. Θέμα το οποίο το Δικαστήριο δεν θεωρεί με οποιοδήποτε τρόπο καθοριστικό αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. Δηλαδή, δεν θα κρίνει το Δικαστήριο κατά πόσο όντως υπάρχει αυτή η προσπάθεια ή εάν όντως υπάρχει σε ποιο στάδιο βρίσκεται ή κατά πόσο όντως είναι γνήσια η προσπάθεια η οποία καταβάλλεται είτε από την ενάγουσα είτε από τους εναγόμενους. Καλοδεχούμενος ασφαλώς θα ήταν από το Δικαστήριο ο οποιοσδήποτε συμβιβασμός της αγωγής καθώς βεβαίως αυτός λογικά θα αναμενόταν να ήταν προς το συμφέρον αμφότερων διαδίκων πλευρών ή τουλάχιστον αμοιβαία αποδεκτός από τους διαδίκους ή, θέτοντας το διαφορετικά, τις δύο νομικά αντιμαχόμενες πλευρές. [ 53 ] Όμως η ύπαρξη διαπραγμάτευσης με αυτό το σκοπό - τονίζω και πάλι στο βαθμό στον οποίο όντως αυτή υπάρχει - δεν στερεί της ενάγουσας ή ακόμη και τους εναγόμενους το δικαίωμα ως διάδικοι να προβούν στο οποιοδήποτε θεμιτό δικονομικό διάβημα για την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων τους. Εάν γινόταν δεκτή η θέση αυτή των εναγομένων τότε θα έπρεπε με παράλογα παράδοξο τρόπο να θεωρηθεί κακόπιστη και η προδικαστική τους ένσταση στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Κάτι το οποίο βεβαίως ούτε καν περνάει από το μυαλό του Δικαστηρίου. Όπως η ενάγουσα έχει κάθε δικαίωμα να αιτηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος έτσι και οι εναγόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. [ 54 ] Αναφορικά με την παράγραφο (Ε), διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, τόσο από την ενάγουσα όσο και από τους εναγόμενους προκαλεί απορία η θέση πως η ενάγουσα παρουσίασε αναληθή εικόνα σε σχέση με την αποδέσμευση του επίδικου ακινήτου ή ουσιαστικά των ενεργειών των εναγομένων προς επίτευξη αυτού του σκοπού. Βεβαίως και είχαν κάθε δικαίωμα οι εναγόμενοι μετά και από παραμερισμό της απόφασης του 2012 να είχαν στη συνέχεια προχωρήσει σε αφαίρεση μίας επιβάρυνσης επί του επίδικου ακινήτου η οποία είχε προκύψει ως αποτέλεσμα της έκδοσης της απόφασης του
- Είχαν όμως παράλληλα και υποχρέωση να συμμορφωθούν με τους ελάχιστους όρους τους οποίους το Δικαστήριο έθεσε ως προϋπόθεση σε σχέση με το χρονικό σημείο του παραμερισμού της απόφασης του
- [ 55 ] Εξυπακούεται δηλαδή πως θα έπρεπε πρώτα η απόφαση στην Κύπρο να είχε παραμεριστεί και μετά οι εναγόμενοι αναλόγως να μεριμνούσαν για την αφαίρεση της επιβάρυνσης στην Αγγλία. Το περιεχόμενο της αλληλογραφίας την οποία η ενάγουσα έχει επισυνάψει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης (τεκμήριο 4) σαφώς υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος (παράγραφος 7.8) ως προς το ότι οι εναγόμενοι «...πριν την εκπλήρωση των όρων για τον παραμερισμό της απόφασης ... είχαν ήδη αιτηθεί στην Αγγλία για την άμεση ακύρωση του Charging Order...». [ 56 ] Βεβαίως το κατά πόσο αυτό δικαιολογεί και το συμπέρασμα του ενόρκως δηλούντος ως πρός το ότι αυτές οι ενέργειες των εναγομένων έδειχναν «...ότι επείγονταν πάρα πολύ να το πράξουν» δεν έχει όση σημασία όση έχει το γεγονός πως τουλάχιστον ο ενόρκως δηλών βασίζεται σε υπαρκτά δεδομένα έτσι ώστε να καταλήξει στο δικό του συμπέρασμα. Συνεπώς το συμπέρασμα του έχει μία λογική βάση και η βασιμότητα του δεν μπορεί έτσι απλά και αναιτιολόγητα να αποκλειστεί από το Δικαστήριο. [ 57 ] Οι ίδιοι οι εναγόμενοι το μόνο το οποίο προσφέρουν επί του συγκεκριμένου θέματος δεν είναι είτε το οποιοδήποτε στοιχείο είτε η οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με τις ενέργειες τους παρά μόνο αρκούνται στην προβολή μίας θέσης ως προς το ότι ενήργησαν δικαιωματικά. Ότι δηλαδή «...είχαν κάθε νόμιμο δικαίωμα να επιχειρήσουν να αποδεσμεύσουν την οικία τους και το θέμα αυτό δεν προσφέρεται για την εξαγωγή οποιωνδήποτε δυσμενών συμπερασμάτων» (παράγραφος 7 Ε της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης). [ 58 ] Προσθέτοντας μάλιστα πως οι ίδιοι «... ουδέποτε προσπάθησαν να ξεγελάσουν την αιτήτρια σε σχέση με το θέμα αυτό και οι περί του αντιθέτου αναφορές της αιτήτριας είναι ανυπόστατες και εξωφρενικές». [ 59 ] Κατ΄ αρχάς, πραγματικά διατηρώντας και πάλι υπόψη τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα η χρήση επιθέτων όπως «ανυπόστατες» και «εξωφρενικές» για τις αναφορές της ενάγουσας θεωρείται όχι μόνο υπερβολική αλλά και αβάσιμη. Επιπλέον η ενάγουσα σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα δεν ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι προσπάθησαν να την ξεγελάσουν με την αποδέσμευση του επίδικου ακινήτου. Η ενόρκως δηλούσα λανθασμένα συμπλέκει δύο διαφορετικά χρονικά σημεία. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης στον οποίο υπάρχει τέτοια αναφορά έχει σχέση με τις προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης (παράγραφος 7.7 της ένορκης δήλωσης) και την έγνοια της ενάγουσας από τότε ότι οι εναγόμενοι επιχειρούσαν να την ξεγελάσουν για να αφαιρέσουν την επιβάρυνση επί του επίδικου ακινήτου. Δηλαδή, πριν από την έκδοση της απόφασης παραμερισμού. Ενώ μετά από την έκδοση της απόφασης παραμερισμού ασφαλώς και οι εναγόμενοι είχαν πλέον το δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης ανεξάρτητα και της οποιασδήποτε προσπάθειας εξώδικης διευθέτησης της αγωγής. [ 60 ] Απλά ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρθηκε στις ενέργειες των εναγομένων μετά και από την έκδοση της απόφασης παραμερισμού ως αποκαλυπτικές της σπουδής με την οποία έσπευσαν να αποδεσμεύσουν το επίδικο ακίνητο ως ενδεικτικές και του κινδύνου ο οποίος υπήρχε, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, η ενάγουσα να στερηθεί της δυνατότητας δέσμευσης του συγκεκριμένου ακινήτου ως εξασφάλιση για την ικανοποίηση της οποιασδήποτε απόφασης ενδεχομένως εκδοθεί προς όφελος της μελλοντικά. [ 61 ] Κυρίως όμως σε σχέση με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης πραγματικά δεν διαπιστώνεται η προτεινόμενη από τους εναγόμενους παρουσίαση μίας αναληθής εικόνας από την ενάγουσα σε σχέση με τις ενέργειες των εναγομένων για την αποδέσμευση του επίδικου ακινήτου μετά και από την έκδοση της απόφασης παραμερισμού. Απλά η ενάγουσα παρουσίασε ως ένα δεδομένο τη συγκεκριμένη αλληλογραφία ενώ ο ενόρκως δηλών εξέφρασε ένα εύλογο, υπό τις περιστάσεις, συμπέρασμα. [ 62 ] Ως πρός την παρουσίαση από την ενάγουσα μίας αναληθής εικόνας ότι οι εναγόμενοι «...αλλάζουν συχνά δικαιοδοσίες για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους...» θεωρώ ότι το μόνο το οποίο έχει ισχυριστεί ο ενόρκως δηλών είναι αυτό το οποίο όντως είχε συμβεί. Πως είναι αναληθές να ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης ότι οι εναγόμενοι «...διαμένουν και εργάζονται πλέον στο Λουξεμβούργο, ενώ έχουν αλλάξει αρκετές διευθύνσεις διαμονής μέχρι σήμερα...»; [ 63 ] Το δε συμπέρασμα του ενόρκως δηλούντος ως προς το ότι αυτό γίνεται έτσι ώστε οι εναγόμενοι «...να μην εντοπίζονται εύκολα...» από την ενάγουσα είναι άλλο θέμα το οποίο δεν έχει σχέση με το κατά πόσο αυτό ως συμπέρασμα είναι αλήθεια ή όχι. Αναφέρεται ο ενόρκως δηλών σε κάποια στοιχεία και στη συνέχεια στο συμπέρασμα του. Το Δικαστήριο δεν θα κρίνει την αλήθεια ή όχι του συμπεράσματος ενός μάρτυρα. Σημασία έχει ο έλεγχος των στοιχείων επί των οποίων ο μάρτυρας αυτός στηρίζει το συμπέρασμα του. [ 64 ] Όντως οι εναγόμενοι είχαν μετακομίσει στο παρελθόν τόσο εντός όσο και εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου ενώ η πραγματικότητα είναι πως ακόμη και μέχρι σήμερα τουλάχιστον εντός του φακέλου της αγωγής δεν υπάρχει μία δεδομένη διεύθυνση κατοικίας των εναγομένων ενώ ούτε και η ενάγουσα φαίνεται να έχει μία δεδομένη διεύθυνση των εναγομένων[1]. Εξού και στις 20/11/2014 το Δικαστήριο έδωσε άδεια να οριστεί αυθημερόν σχετική αίτηση με την οποία εξέδωσε διάταγμα για την υποκατάστατη επίδοση του προσωρινού διατάγματος δια της αποστολής του σε συγκεκριμένες διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. [ 65 ] Αναφορικά με τη θέση ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ότι ήδη έχει στην κατοχή της το σπίτι σε σχέση με το οποίο δόθηκε το επίδικο δάνειο στους εναγόμενους διαπιστώνεται πως πέραν από την αποδεκτή μεν αλλά εξ ακοής μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας δεν έχει παρουσιαστεί βάσιμη ή δεδομένη μαρτυρία αναφορικά με αυτό το θέμα. Ούτε σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι έδωσαν στην ενάγουσα τα κλειδιά του σπιτιού τον Αύγουστο του
- [ 66 ] Δηλαδή, δεν υπάρχει μαρτυρία βάσει της οποίας να είναι δυνατό να κριθεί με ασφάλεια ότι όντως αυτοί οι ισχυρισμοί ευσταθούν έτσι ώστε στη συνέχεια να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε αυτή τη μαρτυρία. [ 67 ] Ενώ σε σχέση με τη θέση ως προς το ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε ότι «...σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν...» κάλεσαν την ενάγουσα να πωλήσει το σπίτι έτσι ώστε να λάβει το υπόλοιπο του δανείου θεωρώ ότι παραγνωρίζεται το γεγονός πως παρόμοια μαρτυρία ως πρός το ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι εναγόμενοι εισηγήθηκαν την πώληση του σπιτιού στην Κύπρο υπάρχει εντός του φακέλου της αγωγής σε σχέση με το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης του
- Συνεπώς πως είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο πως η ενάγουσα γνώριζε οτιδήποτε επί του θέματος αλλά παρέλειψε να το αναφέρει στο Δικαστήριο; [ 68 ] Πέραν όμως και από αυτό το γεγονός διαπιστώνεται πως η εισήγηση ότι απλά με την πώληση του επίδικου ακινήτου στην Κύπρο η ενάγουσα θα μπορούσε να εισπράξει το υπόλοιπο του δανείου αλλά δεν το έπραξε, υπεραπλουστεύει το όλο θέμα ως προς τη δυνατότητα η οποία κατ΄ ισχυρισμό παρεχόταν στην ενάγουσα να είχε επιλύσει τη διαφορά της με τους εναγόμενους με αυτό το συγκεκριμένο τρόπο. [ 69 ] Ενώ σε σχέση με τη βασιμότητα τέτοιων ισχυρισμών αναφορικά με την παράδοση της κατοχής του σπιτιού στην Κύπρο ή των κλειδιών αυτού τον Αύγουστο του 2009 διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία υπάρχουν στη διάθεση του Δικαστηρίου, αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί. [ 70 ] Μάλιστα προσεχτική ανάγνωση μέρους του τεκμηρίου 1 προς υποστήριξη της αίτησης αποκαλύπτει πως ο εναγόμενος 1 είτε προς το τέλος του 2011 ή ακόμη και τον Νοέμβριο του 2013 (παράγραφος 14 της Δήλωσης Μάρτυρα[2], δηλαδή μέρος του τεκμηρίου 1 προς υποστήριξη της αίτησης) απλά υπέθετε πως η ενάγουσα είχε πάρει κατοχή του επίδικου ακινήτου. Πουθενά, εντός αυτού του τεκμηρίου, δεν προβάλλεται καν ισχυρισμός του εναγομένου 1 ως προς το ότι είτε το σπίτι στην Κύπρο είτε τα κλειδιά αυτού παραδόθηκαν προς την ενάγουσα. [ 71 ] Μάλιστα, εάν τέτοιοι ισχυρισμοί όντως ευσταθούν τότε είναι άξιον απορίας και πραγματικά προκαλεί έκπληξη στο Δικαστήριο πως τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν κατά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού. Εάν είχε συμβεί αυτό το οποίο πλέον ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα λογικό θα ήταν αυτό να είχε προβληθεί προηγουμένως σε επίπεδο ισχυρισμών και κατά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού. [ 72 ] Παραδείγματος χάριν εντός της ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 11/11/2013, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού στην οποία επίσης προβλήθηκε θέση αναφορικά με απόκρυψη γεγονότων όταν η ενάγουσα αιτήθηκε με μονομερή αίτηση την έκδοση διατάγματος για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Μάλιστα με το τεκμήριο 6 της αίτησης για παραμερισμό αποκαλύπτεται πως ακόμη και τον Οκτώβρη του 2011 η ενάγουσα διαπραγματευόταν νέους όρους πληρωμής του επίδικου δανείου δίχως οποιαδήποτε αναφορά σε κατοχή του σπιτιού στην Κύπρο. Ενώ όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 21 της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση παραμερισμού αποτελούσε θέση των εναγομένων στην αίτηση τους στην Αγγλία για ακύρωση της επιβάρυνσης (Charging Order) ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν εάν η ενάγουσα είχε πάρει κατοχή (has repossessed) του σπιτιού στην Κύπρο (παράγραφος 13 του περιγράμματος αγόρευσης (Outline Submissions) για χρήση σε ακρόαση στις 29/11/2013). [ 73 ] Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων αναφέρει ως πηγή των πληροφοριών της λεπτομέρειες τις οποίες έλαβε από τους δικηγόρους των εναγομένων στην Αγγλία και μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. [ 74 ] Εάν η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο φάκελο της αγωγής τότε εντός αυτού δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραδοχή ή καν ένδειξη παράδοσης κατοχής ή των κλειδιών του σπιτιού στην Κύπρο από τους εναγόμενους προς την ενάγουσα. Εάν εννοεί το φάκελο ο οποίος τηρείται από τους δικηγόρους των εναγομένων στην Κύπρο το περιεχόμενο αυτό είναι άγνωστο προς το Δικαστήριο. [ 75 ] Ως πρός τη μαρτυρία από τους δικηγόρους των εναγομένων στην Αγγλία αυτή αποτελεί δεύτερου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Δηλαδή πέραν και από τη διαπίστωση ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι προέβαλαν παρόμοιους ισχυρισμούς στο παρελθόν διαπιστώνεται επίσης πως η ποιότητα της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε από τους εναγόμενους προς υποστήριξη της ένστασης τους δεν είναι τέτοια έτσι ώστε να πείθεται το Δικαστήριο ως πρός τη βασιμότητα αυτών των ισχυρισμών. [ 76 ] Θεωρώ ότι όταν ένας μάρτυρας καλεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει πως ένας αιτητής σε μονομερή αίτηση έχει είτε αποκρύψει μαρτυρία είτε σκόπιμα παραπλανήσει το Δικαστήριο θα πρέπει τουλάχιστον να είναι σε θέση να παρουσιάσει επαρκώς πειστική μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να δεχτεί μία τέτοια θέση. [ 77 ] Γενικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως πρός τη βασιμότητα του τρίτου λόγου ένστασης ο οποίος επίσης γι΄ αυτό το λόγο απορρίπτεται ως αβάσιμος. [ 78 ] Σημειώνω απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης πως αμφότερες οι πλευρές έχουν παρουσιάσει έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα και παρά και το γεγονός πως η ορθή διαδικασία θα ήταν να είχαν επίσης παρουσιάσει και μεταφράσεις αυτών (βλ. σχετικά τον περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (Ν.67/1988)και ιδιαίτερα το άρθρο 5) εντούτοις εφόσον το Δικαστήριο δεν διάταξε μετάφραση αυτών των εγγράφων, κρίθηκε πιο δίκαιο κατά την εξέταση της αίτησης όπως σε κάποιο βαθμό το Δικαστήριο βασιστεί και στο περιεχόμενο αυτών των εγγράφων. [ 79 ] Θέτει και ένα σημείο η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων με τη γραπτή αγόρευση της το οποίο κρίνεται αβάσιμο. Ότι δηλαδή ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της ένστασης έχει παραμείνει αναντίλεκτος (σελίδα 8 της αρχικής γραπτής αγόρευσης). Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αντιμετωπίζει ορθά και με επάρκεια αυτό το θέμα στη δική της συμπληρωματική γραπτή αγόρευση (παράγραφος 1.4) και δεν κρίνω σκόπιμη την επανάληψη σε λεπτομέρεια αυτού του περιεχομένου. [ 80 ] Διαπιστώνεται πως όντως υπάρχει μία πολύ συγκεκριμένη αντίθετη εκδοχή της ενάγουσας βασισμένη στα στοιχεία τα οποία η ίδια έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο ενώ θα συμφωνήσω επίσης πως όντως η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «...δεν είναι κάποιο μέσο διεξαγωγής διαλόγου επί αντίθετων εκδοχών, ούτε άσκηση πειθούς δια της επιμονής επί στοιχείων που ήδη είναι ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου». [ 81 ] Όπως επίσης και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την ορθότητα της θέσης ως πρός το ότι η παράλειψη αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της ένστασης δεν καθιστά τους ισχυρισμούς της αναντίλεκτους. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και τη φύση της μαρτυρίας της, η οποία όντως αποτελείται κυρίως από πέραν του πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρίας. Δεν εξυπακούεται δηλαδή πως η επιλογή της ενάγουσας να μην αντεξεταστεί η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης καθιστά τον οποιοδήποτε ισχυρισμό της ως αναντίλεκτο εφόσον αυτός ακόμη και από μόνος του δεν δύναται να κριθεί ως πειστικός. Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 82 ] Σύμφωνα με τον τέταρτο λόγο ένστασης οι εναγόμενοι εισηγούνται πως η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι αυτή έγινε κακόπιστα αφού με αυτή αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο προτάσεις οι οποίες είχαν ανταλλαγεί μεταξύ των διαδίκων άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους ενώ επιπλέον αυτή «...καταχωρήθηκε καθ΄ ον χρόνο τα μέρη διαπραγματεύονταν την εξώδικη διευθέτηση των διαφορών τους». [ 83 ] Πραγματικά θεωρώ ότι η οποιαδήποτε σημασία της ύπαρξης διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων ήδη έχει καλυφθεί με την εξέταση τόσο του δεύτερου λόγου ένστασης όσο ακόμη και του τρίτου λόγου ένστασης. [ 84 ] Ενώ ως πρός την αποκάλυψη προτάσεων οι οποίες έγιναν άνευ βλάβης και της επιφύλαξης των εναγομένων του δικαιώματος τους να αιτηθούν τη διαγραφή αυτών των αναφορών παρατηρώ κατ΄ αρχάς πως τέτοιο αίτημα δεν έγινε στο Δικαστήριο ενώ διερωτώμαι πραγματικά ως πρός το ποια ακριβώς εν τέλει είναι η θέση των εναγομένων. Από τη μία ουσιαστικά καλούν το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μεταξύ των διαδίκων και από την άλλη εισηγούνται πως η δικονομική συμπεριφορά της ενάγουσας με την αποκάλυψη άνευ βλάβης προτάσεων για εξώδικη διευθέτηση θα πρέπει να κριθεί πως καθιστά την αίτηση της ενάγουσας καταχρηστική και ότι αυτή έγινε κακόπιστα. [ 85 ] Πραγματικά ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος έτσι ώστε να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την προβολή του η άσκηση κρίσης του Δικαστηρίου είτε ως πρός την αρχική έκδοση του επίδικου διατάγματος είτε ως πρός τη διατήρηση του σε ισχύ. Μάλιστα η προβολή του εμπεριέχει και αντιφατικότητα σε σχέση και με τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου προς υποστήριξη του δεύτερου λόγου ένστασης. [ 86 ] Ούτε και θεωρείται πως με την αποκάλυψη άνευ βλάβης προτάσεων η ενάγουσα έχει αποκομίσει οποιοδήποτε πλεονέκτημα (σελίδα 18 της αρχικής γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων). Θεωρώ πως η οποιαδήποτε εμβάθυνση σε σχέση με εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης καθίσταται αχρείαστη. Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 87 ] Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης, ως προς το ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι χωρίς την έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά παρατηρώ τα εξής. Διατηρώ βεβαίως υπόψη μου πως αμφισβητήθηκε και με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης η ορθότητα της εκτίμησης του σπιτιού στην Κύπρο. [ 88 ] Θεωρώ πως τα όσα αναφέρονται σχετικά από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας αναφορικά με αυτό το θέμα αντικατοπτρίζουν ορθά και με μέτρο τα όσα γεγονότα οδήγησαν την ενάγουσα στην καταχώρηση της αίτησης προς εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος. Ως ιδιαίτερης σημασίας στοιχεία από αυτή την ανάλυση παρατηρώ τα ακόλουθα. Δίχως βεβαίως το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής ή να προδικάζει οποιοδήποτε θέμα το οποίο εντάσσεται στα επίδικα θέματα της αγωγής. [ 89 ] Όντως η φύση της αξίωσης της ενάγουσας εμπεριέχει και τόκο ο οποίος με την πάροδο του χρόνου αναπόφευκτα προσθέτει στο όλο ύψος της αξίωσης. Όντως έχουν παρουσιαστεί στοιχεία ακόμη και με βάση τις θέσεις των ίδιων των εναγομένων σύμφωνα με τα οποία οι εναγόμενοι αδυνατούν οικονομικά να ανταποκριθούν στη πληρωμή του επίδικου δανείου. Η αδυναμία αυτή δεν είναι πρόσφατη αλλά έχει ως αφετηρία το έτος
- [ 90 ] Η δε αξία της εξασφάλισης του σπιτιού στην Κύπρο σύμφωνα με τα όσα στοιχεία έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου η ενάγουσα, τα οποία σημειωτέον οι εναγόμενοι απλά αμφισβήτησαν δίχως να παρουσιάσουν δική τους μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πως καλύπτει το ύψος της αξίωσης της ενάγουσας. [ 91 ] Ασφαλώς και το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα αναφορικά με την αξία του σπιτιού στην Κύπρο. Όμως για σκοπούς εξέτασης του θέματος κατά πόσο υπάρχει όντως ο κίνδυνος να υποστεί η ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν διατηρηθεί το επίδικο διάταγμα σε ισχύ θεωρώ πως δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι η σημερινή αξία του συγκεκριμένου σπιτιού είτε υπερκαλύπτει είτε καν καλύπτει το ύψος της αξίωσης της ενάγουσας. [ 92 ] Παράλληλα δεν είναι δυνατό να κριθεί πως προκαλείται αχρείαστα η οποιαδήποτε ταλαιπωρία στους εναγόμενους με τη δέσμευση του επίδικου ακινήτου στην Αγγλία. Δηλαδή, δεν έχουν αναδείξει με οποιοδήποτε τρόπο οι εναγόμενοι πως ακριβώς υφίστανται τέτοια ταλαιπωρία αναφορικά με ένα ακίνητο το οποίο ήδη είναι υποθηκευμένο στην Αγγλία (βλ. σχετικά την παράγραφο 7.6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης και το τεκμήριο 3). [ 93 ] Ούτε καν ισχυρίζονται οι εναγόμενοι πως θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά με τη διατήρηση του επίδικου διατάγματος σε ισχύ. Παραδείγματος χάριν, διότι βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για την πώληση του επίδικου ακινήτου σε συμφέρουσα τιμή με την οποία θα μπορούσαν να εξοφλήσουν τα οποιαδήποτε χρέη τους είτε στην Αγγλία είτε στην Κύπρο. Ούτε και εμποδίζονται από την ανάλογη αξιοποίηση του επίδικου ακινήτου με ενοικίαση του και την εξασφάλιση ανάλογου εισοδήματος. Άλλωστε, σύμφωνα με τα όσα στοιχεία οι ίδιοι οι εναγόμενοι είχαν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου αυτό επέλεξαν να πράξουν οι εναγόμενοι, δηλαδή να ενοικιάζουν το επίδικο ακίνητο εκμεταλλευόμενοι το ως μία πηγή εισοδήματος. [ 94 ] Ουσιαστικά με τη διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος οι εναγόμενοι δεν εμποδίζονται από το να πράττουν κάτι το οποίο ήδη είχαν τη δυνατότητα να πράξουν και όντως έπρατταν πριν από την έκδοση του. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι εάν δεν υπήρχε το επίδικο διάταγμα σε ισχύ δεν θα υπήρχε παράλληλα ο κίνδυνος οι εναγόμενοι να αποξενωθούν της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου προς αποφυγή της δυνατότητας εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης η οποία ενδεχομένως να εκδιδόταν εις βάρος τους στην Κύπρο. Απλά οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν έχουν δείξει οποιοδήποτε λόγο βάσει του οποίου θα μπορούσε να κριθεί ότι όντως αυτοί υφίστανται οποιαδήποτε ταλαιπωρία με τη διατήρηση του επίδικου διατάγματος σε ισχύ. [ 95 ] Θεωρώ ότι όντως η ενάγουσα έχει αποδείξει σε ικανοποιητικό βαθμό τη θέση της ως προς την ύπαρξη του κινδύνου, εάν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο διάταγμα, να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η επιπρόσθετη εξασφάλιση της επιβάρυνσης του προσωρινού διατάγματος επί του επίδικου ακινήτου στην Αγγλία δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως περιττή ή αχρείαστη ή ως υπέρμετρη σε σχέση με τα όσα στοιχεία η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ορισμένα εκ των οποίων μάλιστα, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, προκύπτουν από παραδοχές των ίδιων των εναγομένων. Ο ΕΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 96 ] Εισηγούνται οι εναγόμενοι πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη διατήρησης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Η εισήγηση αυτή δεν έχει πραγματικά υποστηριχθεί με οποιαδήποτε επάρκεια είτε από άποψης μαρτυρίας είτε επιχειρηματολογίας. [ 97 ] Πραγματικά πέραν και από τη γενικότερη διαπίστωση του Δικαστηρίου πως τηρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις αναφορικά με την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος κρίνω πως με την ευκαιρία η οποία δόθηκε στους εναγόμενους να αμφισβητήσουν τόσο την έκδοση όσο και τη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ, δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, βάσει βεβαίως και των λόγων ένστασης, οι οποιοδήποτε λόγοι ή στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί ότι το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. [ 98 ] Το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία στον ουσιώδη χρόνο (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 ). Βάσει αυτών των στοιχείων κρίνω ότι είναι πρόσφορο και δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο προσωρινό διάταγμα καθώς το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της ενάγουσας. Ουσιαστικά η διατήρηση της κατάστασης ως έχει, δηλαδή το status quo, κρίνεται ως η ορθότερη και πιο δίκαια αντιμετώπιση του όλου θέματος υπό τις περιστάσεις. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ [ 99 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω πως το επίδικο προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να καταστεί απόλυτο όπως και καθίσταται με την έκδοση αυτής της απόφασης μέχρι και την εκδίκαση ή διαφορετική αποπεράτωση αυτής της αγωγής. [ 100 ] Αναφορικά με τα έξοδα, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε αυτά να μην επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου, δηλαδή της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση ή διαφορετική αποπεράτωση αυτής της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρά και την αναφορά ημερομηνίας 7/11/2013 στο τεκμήριο 1 προς υποστήριξη της αίτησης, του εναγομένου 1 σε μία διεύθυνση στην εισαγωγή της Δήλωσης Μάρτυρα (Witness Statement on behalf of the Applicants) η οποία βρίσκεται στο Λουξεμβούργο. [2] "Witness Statement on behalf of the Applicants". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο