← Κύπρος

Ξένιας Λεωνίδου ν. Πραξούλλα Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 2848/2013, 29/5/2015

Ξένιας Λεωνίδου ν. Πραξούλλα Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 2848/2013, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2848 / 2013 Μεταξύ:- Ξένιας Λεωνίδου Ενάγουσα Και Πραξούλλα Ιωάννου Εναγόμενη Αίτηση για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνίας 15/7/2014 Ημερομηνία :- Παρασκευή 29η Μαίου 2015 Για την ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Νεόφυτος Δημοσθένους για κο. Γεώργιο Χ. Σιαηλή Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Χρυστάλλα Κούτη Για την εναγόμενη - Αιτήτρια :- κα. Λουίζα Λεμονάρη για κο. Αλέξανδρο Χρ. Αλεξάνδρου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Μενοίκου ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται η εναγόμενη τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον της μετά από παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. [ 2 ] Ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 10/12/2013 αναφέρεται στην αίτηση ότι επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε «κατά ή περί τις 3.12.2013». Θεωρώ ότι η λανθασμένη αυτή αναφορά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αποτελεί όμως ένδειξη ως προς το κατά πόσο όντως (όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της) έγινε η οποιαδήποτε χρονοβόρα «...έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου για διαπίστωση ορισμένων γεγονότων που αφορούν την υπόθεση». [ 3 ] Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εντός της οποίας αναφέρονται δεκαοχτώ λόγοι ένστασης η παράθεση των οποίων εντός αυτής της απόφασης δεν κρίνεται αναγκαία καθώς αυτοί ουσιαστικά αποτελούν μία ανάμειξη αναφορών ορισμένων βασικών νομικών αρχών επί του θέματος υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, υπενθύμιση ορισμένων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και από το περιεχόμενο του ίδιου του φακέλου της αγωγής αλλά παράλληλα και απόρριψη των θέσεων της εναγομένης σε σχέση τόσο με την νομική όσο και με την πραγματική πτυχή της αίτησης της. [ 4 ] Τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις των ίδιων των διαδίκων ενώ η ακροαματική διαδικασία της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις των δικηγόρων δίχως οι ενόρκως δηλούσες να αντεξεταστούν. [ 5 ] Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή το περιεχόμενο της αίτησης της εναγομένης διατηρώντας παράλληλα υπόψη μου τις αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σε αιτήσεις αυτού του είδους σύμφωνα και με τη νομολογία μας. [ 6 ] Όπως αναφέρεται σχετικά στην Phylactou v. Michael

(1982)1 C. L. R. 204 στη σελίδα 210 (σε μετάφραση) κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Επισημαίνεται ότι η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ΄ όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Τονίζεται ότι η συγκεκριμένη αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία καθότι εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στην διαχείρηση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθεί με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης[1]. [ 7 ] Στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 35/2010, ημερομηνίας 21/5/2015, Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή και συμβατή με τη νομολογία την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) καθότι διαφορετικά η υιοθέτηση άλλης προσέγγισης και αντιμετώπισης θα ισοδυναμούσε με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο και, συνεπώς, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης. [ 8 ] Υπενθυμίζω σχετικά ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας οι δύο βασικές προϋποθέσεις τις οποίες η εναγόμενη με την αίτηση της οφείλει να ικανοποιήσει, έτσι ώστε η περίπτωση της να θεωρηθεί κατάλληλη προς δημιουργία της απαραίτητης βάσης επί της οποίας το Δικαστήριο να κρίνει ως ορθό και δίκαιο τον παραμερισμό υπό όρους της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον της, είναι τόσο η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης όσο και η δικαιολόγηση της παράλειψης της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Όπως αναφέρεται σχετικά από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβή Δ. στη σελίδα 897 της Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1Β Α. Α. Δ. 893,:- «...το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Οταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» [ 9 ] Ουσιαστικά το Δικαστήριο σε αιτήσεις αυτού του είδους εξισορροπεί διάφορους παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. σχετικά τη σελίδα 653 στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd. (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647). [ 10 ] Επικαλείται η εναγόμενη ορισμένα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα επί των οποίων βασίζει και το αίτημα της. Βασικό στοιχείο το οποίο διαπιστώνεται αναφορικά με τους ισχυρισμούς της εναγομένης είναι η αοριστία τους. Επιπλέον όχι μόνο διαπιστώνεται η ύπαρξη αυτής της αοριστίας αλλά ουσιαστικά η εναγόμενη επικαλείται την άσκηση της κρίσης του Δικαστηρίου προς έγκριση του αιτήματος της έχοντας ως βάση αυτή την αοριστία. Θέτοντας το πολύ απλά όχι μόνο οι ισχυρισμοί της εναγομένης είναι αόριστοι αλλά παράλληλα αναμένεται από το Δικαστήριο όπως τα αναπάντητα υπό μορφή μαρτυρίας ερωτήματα τα οποία δημιουργούνται από τους ισχυρισμούς της να επενεργήσουν προς όφελος του αιτήματος της. [ 11 ] Η εναγόμενη δεν αρνείται το γεγονός της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς αυτήν. Ισχυρίζεται όμως πως αυτή έγινε στο Δικαστήριο ενώ η ίδια βρισκόταν στο συγκεκριμένο χώρο μετά από σύλληψη της και παρουσίαση της σε σχέση με αίτημα προσωποκράτησης της. Ισχυρίζεται ότι η αστυνομικός η οποία την συνόδευε πήρε το κλητήριο ένταλμα με σκοπό να το τοποθετήσει μαζί με τα υπόλοιπα προσωπικά της αντικείμενα. Δεν ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα είχε απωλεσθεί. Αντιθέτως, αφού προηγουμένως ισχυρίζεται πως όταν απολύθηκε από την κράτηση της δεν της παραδόθηκε το κλητήριο ένταλμα από την Αστυνομία, στη συνέχεια, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, εκφράζει την άποψη ουσιαστικά ότι, όπως η ίδια πίστευε, θα έπρεπε να της επιδοθεί και πάλι η αγωγή έτσι ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Η όλη «λογική» της εναγομένης σε σχέση με αυτή την πεποίθηση της δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Ως αποτέλεσμα αυτή καθίσταται εντελώς ακατανόητη και εν πάση περιπτώσει μη πειστική σε σχέση με τη προσπάθεια της εναγομένης να δικαιολογήσει το γεγονός της μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. [ 12 ] Εντούτοις, έστω και να γίνει δεκτός ως αξιόπιστος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν της παραδόθηκε από την Αστυνομία το κλητήριο ένταλμα, η ίδια γιατί δεν επέδειξε ενδιαφέρον έτσι ώστε αυτό να της είχε όντως επιστραφεί; Βεβαίως εύλογα διερωτάται το Δικαστήριο γιατί να μην είχε παραδοθεί και το κλητήριο ένταλμα στην εναγόμενη μαζί με όλα τα υπόλοιπα προσωπικά της αντικείμενα. [ 13 ] Θεωρώ ότι αποτελεί και αυτή η πράξη - ή ουσιαστικά παράλειψη - ακόμη μία ένδειξη της αδιαφορίας της εναγομένης πρός τη σημασία τόσο της δικαστικής διαδικασίας όσο κατ΄ επέκταση και των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Υπό την έννοια βεβαίως της προώθησης αυτών των δικαιωμάτων δια μέσω της δικαστικής διαδικασίας η οποία είχε τεθεί σε λειτουργία με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον της εναγομένης σε σχέση με την ύπαρξη της οποίας είναι εύλογο να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι η εναγόμενη είχε λάβει γνώση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτήν. [ 14 ] Επιπλέον, εφόσον η εναγόμενη δεν αρνείται ρητά ότι είχε αναγνώσει είτε μέρος είτε το σύνολο του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος, διατηρώντας υπόψη ότι τουλάχιστον και πάλι εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι η εναγόμενη θα πρέπει να είχε λάβει γνώση αναφορικά με το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε εγείρει αγωγή εναντίον της, τότε γιατί δεν έπραξε οτιδήποτε ως αποτέλεσμα της απόκτησης αυτής της γνώσης; [ 15 ] Επίσης, επαναλαμβάνοντας το ίδιο ερώτημα (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 11 ] αυτής της απόφασης), πραγματικά, γιατί θεώρησε, όπως ισχυρίζεται, πως θα έπρεπε να της επιδοθεί και πάλι το κλητήριο ένταλμα; [ 16 ] Επιπλέον, πως μπορεί λογικά να προβάλει ισχυρισμό ότι έλαβε γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής στις 27/1/2014 όταν η ίδια, εντός της αμέσως προηγούμενης αλλά κατά λογική σύνδεση και εντός της ίδιας παραγράφου της ένορκης δήλωσης της, ισχυρίζεται ότι στις 6/11/2013 της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα; [ 17 ] Βεβαίως, ενδεχομένως η εναγόμενη να επιθυμεί όπως δημιουργήσει την εντύπωση ότι αν και της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα ουσιαστικά η ίδια δεν έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη ότι στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι «όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου» η αγωγή της επιδόθηκε στις 6/11/
  1. Αφήνοντας - ενδεχομένως και πάλι - να νοηθεί ότι είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου που «φαίνεται» ότι της επιδόθηκε η αγωγή ενώ στην πραγματικότητα το τι είχε συμβεί ήταν ότι αν και της είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα, η αστυνομικός η οποία την συνόδευε το πήρε για να το φυλάξει μαζί με τα υπόλοιπα προσωπικά της αντικείμενα. Δίχως δηλαδή να αποκλείεται και το ενδεχόμενο να μην είχε διαβάσει καθόλου το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος. Το ενδεχόμενο αυτό όμως δεν προκύπτει ως ένα λογικά πιθανό συμπέρασμα βάσει μίας εύλογης αντίληψης των ισχυρισμών της εναγομένης αλλά εξαιτίας της έμφυτης αοριστίας η οποία ενυπάρχει και εντοπίζεται γενικότερα στην όλη εκδοχή της εναγομένης αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς την ίδια. [ 18 ] Όμως δηλαδή εάν η θέση της εναγομένης είναι ότι δεν είχε αναγνώσει καθόλου το οποιοδήποτε μέρος του κλητηρίου εντάλματος τότε γιατί δεν προβάλει ξεκάθαρα ισχυρισμούς οι οποίοι στο σύνολο τους όντως να δημιουργούν την εικόνα την οποία η ίδια ενδεχομένως να ήθελε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο; Δηλαδή, γιατί δεν ισχυρίζεται, παραδείγματος χάριν, ευθέως ότι δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος; Το Δικαστήριο θεωρεί λογικό η ίδια να είχε δει το κλητήριο ένταλμα έστω και στιγμιαία. Άλλωστε γιατί αρνήθηκε, όπως αναφέρει ο επιδότης στην ένορκη δήλωση του (ημερομηνίας 8/11/2013), να υπογράψει όταν της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα; Αρνήθηκε δηλαδή την ίδια την πράξη της επίδοσης δίχως να διαβάσει καθόλου το κλητήριο ένταλμα, ή, αφού πρώτα τουλάχιστον είχε λάβει γνώση, αν μη τι άλλο, του ατόμου το οποίο είχε εγείρει αγωγή εναντίον της; Κρίνεται ως πιο λογικό υπό τις περιστάσεις και ενόψει της απουσίας οποιουδήποτε ρητού ισχυρισμού της εναγομένης περί του αντιθέτου ότι τουλάχιστον η ίδια είχε λάβει γνώση της ταυτότητας του ατόμου το οποίο είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον της. [ 19 ] Διατηρώντας μάλιστα υπόψη και τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τις ενέργειες της ενάγουσας και άλλων συγγενικών της προσώπων λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο να επεδείκνυε όχι μόνο προσοχή αλλά και ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με την οποιαδήποτε αγωγή το συγκεκριμένο άτομο θα μπορούσε να είχε καταχωρήσει εναντίον της. Υπενθυμίζω πως, όπως η ίδια η εναγόμενη ισχυρίζεται, η ενάγουσα κατάφερε να εξασφαλίσει την επίδικη επιταγή δια μέσω εκβιασμών της ιδίας αλλά και συγγενικών της προσώπων. [ 20 ] Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ως πρός την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων υγείας αλλά και γενικά ψυχολογικής φύσης αυτό το οποίο παρατηρείται, ανεξαρτήτως και κατά πόσο όντως ευσταθούν αυτοί οι ισχυρισμοί, είναι ότι τα προβλήματα αυτά χρονικά τοποθετούνται με αόριστο τρόπο στους «τελευταίους μήνες» προ της υπογραφής της ένορκης δήλωσης της. Η οποία υπογράφηκε στις 15/7/
  2. Παρά και τη χρονική αοριστία της αναφοράς στους «τελευταίους μήνες» εντούτοις δεν καθορίζεται ρητά ότι η ίδια αντιμετώπιζε παρόμοια προβλήματα κατά τη χρονική περίοδο επίδοσης της αγωγής προς την ίδια. [ 21 ] Γενικά οι ισχυρισμοί της εναγομένης είτε ως πρός το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα να εκδοθεί ερήμην η επίδικη απόφαση εναντίον της είτε ως πρός το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση παραμερισμού, δεν πείθουν ως πρός τη γνησιότητα τους. Αντιθέτως η ισχυρή εντύπωση η οποία δημιουργείται, βάσει των ισχυρισμών της εναγομένης, είναι ότι αδικαιολόγητα δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ενώ στη συνέχεια επέδειξε επιπρόσθετη αδιαφορία εφόσον παρέλειψε με την πρώτη ευκαιρία να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της επίδικης απόφασης. [ 22 ] Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της εναγομένης δεν έχουν σχέση μόνο με δικές της ενέργειες. Δηλαδή, εφόσον ισχυρίζεται ότι αφού έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής στις 27/1/2014, όταν της επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης και ότι τότε ο δικηγόρος της έκανε έρευνα στο φάκελο της αγωγής, ενημερώνοντας την ακολούθως ότι στις «3.12.2013» εκδόθηκε απόφαση εναντίον της λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως τότε γιατί η αίτηση της εναγομένης καταχωρήθηκε περίπου 6 μήνες αργότερα στις 15/7/2014; [ 23 ] Βεβαίως η ίδια προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή την άπρακτη πάροδο χρόνου ισχυριζόμενη, στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της, ότι «... ο χρόνος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία που έλαβα γνώση για την έκδοση της απόφασης ήταν απόλυτα αναγκαίος για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση αφού χρειαζόταν να γίνει έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου για διαπίστωση ορισμένων γεγονότων που αφορούν την υπόθεση». [ 24 ] Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως ο χρόνος των έξι μηνών περίπου ο οποίος παρήλθε ήταν όντως «απόλυτα αναγκαίος» για την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση; Τουλάχιστον εξετάζοντας το ίδιο το αποτέλεσμα, δηλαδή την ίδια την αίτηση, δεν διαπιστώνεται αυτό να είναι δυνατό να αναγνωριστεί με οποιοδήποτε τρόπο ως η εργασία τόσου χρονικού διαστήματος. [ 25 ] Επιπλέον, διερωτάται το Δικαστήριο ως πρός το ποια ήταν η έρευνα η οποία είχε γίνει σε ένα φάκελο το περιεχόμενο του οποίου προ της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού αποτελείτο απλά από το κλητήριο ένταλμα, την αίτηση γι΄ απόφαση, το πρακτικό έκδοσης της απόφασης, το έντυπο σύνταξης της απόφασης στις 30/12/2013 και την ένορκη δήλωση του επιδότη με επισυνημμένη σε αυτή αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος. Καθόλου δεν πείθει ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 23 ] αυτής της απόφασης) ή δικαιολογεί είτε τις δικές της ενέργειες είτε κατ΄ επέκταση την καθυστέρηση ή ακόμη και παράλειψη δια μέσω των δικηγόρων της να είχε ενεργήσει νωρίτερα με την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. [ 26 ] Αναφορικά δε με την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης αν και βεβαίως το Δικαστήριο σε μία αίτηση παραμερισμού δεν υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας μίας προβαλλόμενης υπεράσπισης εντούτοις αναμένεται όπως ο αιτών τον παραμερισμό μίας απόφασης να πείσει ως πρός την ύπαρξη μίας τέτοιας υπεράσπισης με την παρουσίαση τουλάχιστον κάποιων πειστικών στοιχείων και όχι με αόριστες αναφορές. [ 27 ] Η εναγόμενη με την ένορκη δήλωση της υποστηρίζει πως «οι ενάγοντες δεν έχουν» (προφανώς αναφερόμενη στην ενάγουσα) αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μετά από εκβιασμούς και απειλές κατά της ζωής της οι οποίες έγιναν από την ενάγουσα και μέλη της οικογένειας της. Αναφέρεται επίσης σε μία και μοναδική συναλλαγή με την ενάγουσα όταν της δόθηκαν «κάποια χρήματα εκ μέρους της για επένδυση και όλα τα χρήματα» επιστράφηκαν στην ενάγουσα στο ακέραιο ενώ η επίδικη επιταγή εξασφαλίστηκε με απειλές και εκβιασμους για «δήθεν κέρδη». [ 28 ] Καμία αναφορά δεν υπάρχει στη μαρτυρία της εναγομένης της οποιασδήποτε λεπτομέρειας σε σχέση με αυτή την προβαλλόμενη υπεράσπιση. Όπως, παραδείγματος χάριν, συγκεκριμένων ποσών, τρόπου επένδυσης, εάν αυτά τα ποσά επενδύθηκαν ή εάν η επένδυση δεν απέδωσε τα όσα ανέμενε να αποδώσει ή υπό ποια ιδιότητα η εναγόμενη αναλάμβανε ρόλο ως διαμεσολαβητής ή επενδυτής χρημάτων τα οποία ανήκαν σε τρίτο πρόσωπο ή σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό απειλές και εκβιασμούς τους οποίους είχε υποστεί και την αντίδραση της ίδιας σε σχέση με αυτές τις κατ΄ ισχυρισμό πιέσεις παρά μόνο η αναφορά στην έκδοση της επίδικης επιταγής ως αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων. Εύλογα διερωτάται και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας γιατί δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία η εναγόμενη στην Αστυνομία σε σχέση με αυτές τις απειλές ή εκβιασμούς. [ 29 ] Επιπλέον, η θέση της εναγομένης ως πρός τη γνησιότητα του ισχυρισμού της αναφορικά με την ύπαρξη υπεράσπισης μειώνεται και από την παράλειψη της να λάβει οποιαδήποτε άλλα μέτρα σε σχέση με την επιταγή εάν όντως αυτή εκδόθηκε υπό τις συνθήκες τις οποίες ισχυρίζεται. Όπως, παραδείγματος χάριν, με το να υπήρχε μαρτυρία ότι εξαιτίας του λόγου έκδοσης της επιταγής, είχε δοθεί εντολή στην τράπεζα να μην πληρωθεί η επιταγή (stop payment). Μάλιστα, επί του τεκμηρίου βάσει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη απόφαση υπάρχουν σφραγίδες της τράπεζας στις οποίες αναφέρεται απλά ότι τα υπόλοιπα του λογαριασμού ήταν ανεπαρκή. [ 30 ] Διατηρώντας υπόψη τα προαναφερόμενα στοιχεία και περιορίζοντας το έργο του Δικαστηρίου σε εξέταση της ύπαρξης και όχι της ουσίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης, πραγματικά η όλη ιστορία της εναγομένης σε σχέση με το λόγο έκδοσης της επίδικης επιταγής δεν πείθει επαρκώς έτσι ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί ότι όντως η εναγόμενη έχει στοιχειοθετήσει μία εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. [ 31 ] Δηλαδή, όπως και στην περίπτωση της εναγομένης, δεν είναι δυνατό για ένα αιτητή ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης ύπαρξης μίας εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, έστω και εάν το Δικαστήριο οφείλει να μην υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας μίας τέτοιας υπεράσπισης, απλά να προβάλει κάποιους αόριστους και ανεπαρκώς στοιχειοθετημένους ισχυρισμούς και στη συνέχεια να αναμένεται επί αυτών των ισχυρισμών να κριθεί από το Δικαστήριο ότι όντως υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. [ 32 ] Παρατηρείται και μία μικροαντίφαση εντός της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης η οποία αν και δεν κρίνεται καθοριστικής σημασίας αναφορικά με την αποδοχή των ισχυρισμών της εναγομένης εντούτοις και αυτή με τη δική της σειρά συντείνει στην όλη σύνθεση μίας γενικότερα αρνητικής εικόνας ως πρός τη γνησιότητα του συνόλου των ισχυρισμών της εναγομένης. Καθώς, ενώ η εναγόμενη αναφέρει ότι τέθηκε υπο κράτηση για χρονική περίοδο τριών ημερών στη συνέχεια, στην ίδια παράγραφο, αναφέρει ότι τέθηκε υπό κράτηση για τέσσερεις ημέρες. Ουσιαστικά διαπιστώνεται ακόμη και μία προχειρότητα ως πρός τον τρόπο προβολής των ισχυρισμών της εναγομένης η οποία αναπόφευκτα μειώνει γενικά με επιπρόσθετο τρόπο και την πειστικότητα τους. [ 33 ] Τέλος, θεωρώ ότι οφείλει το Δικαστήριο να επισημάνει πως το τυποποιημένο περιεχόμενο του επίδικου κλητηρίου εντάλματος, όπως γενικότερα βεβαίως και σε κάθε κλητήριο ένταλμα, είναι σαφέστατο. Καλείται η εναγόμενη να καταχωρήσει εμφάνιση εντός δέκα ημερών. Διευκρινίζεται πως εάν δεν καταχωρηθεί εμφάνιση με τον τρόπο, ο οποίος επίσης καθορίζεται με σαφήνεια εντός του κλητηρίου εντάλματος, τότε δύναται να δοθεί απόφαση στην απουσία της εναγομένης υπέρ της ενάγουσας[2]. Υπάρχει επίσης αναφορά και στις επιπτώσεις παράλειψης παράδοσης υπεράσπισης εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία εμφάνισης. [ 34 ] Θα πρέπει να τονιστεί η γενική σημασία αυτού του τυποποιημένου περιεχομένου ενός οποιουδήποτε κλητηρίου εντάλματος. Υπάρχει μία απλότητα στην όλη διατύπωση της ενημέρωσης η οποία παρέχεται προς το άτομο εναντίον του οποίου έχει εγερθεί αγωγή η οποία δεν θα ήταν είτε ορθό είτε δίκαιο να αγνοηθεί όταν ένα Δικαστήριο επιλαμβάνεται της εκδίκασης μίας αίτησης παραμερισμού. [ 35 ] Θα πρέπει δηλαδή να παρέχεται επαρκή επεξήγηση από ένα αιτητή σε σχέση με την παράλειψη του να ακολουθήσει τα όσα αναφέρονται επί του κλητηρίου εντάλματος ή έστω - υπό την προϋπόθεση βεβαίως αυτή να δικαιολογείται και υποστηρίζεται από την ανάλογη μαρτυρία - και της αδυναμίας του ενδεχομένως να αντιληφθεί το νόημα των όσων αναφέρονται επί αυτού, έτσι ώστε η αίτηση του να έχει οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας. [ 36 ] Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εναγόμενη έχει αποτύχει να πείσει το Δικαστήριο ότι όντως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση έτσι ώστε να κριθεί ότι θα πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει και υποστηρίξει αυτή την υπεράσπιση με τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης. [ 37 ] Επιπλέον, διαπιστώνεται πως πραγματικά ούτε και σε σχέση με την παράλειψη της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ή να ενεργήσει νωρίτερα υποβάλλοντας αίτημα για παραμερισμό της απόφασης η ίδια έχει δώσει ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις έτσι ώστε να κριθεί είτε ότι δικαιολογείται η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως ή το χρονικό διάστημα το οποίο διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, ακόμη και από την ημερομηνία κατά την οποία η ίδια ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση ως πρός την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εναντίον της. [ 38 ] Ως εκ τούτου η αίτηση της εναγομένης απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο . Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice." [2] Θεωρώ ότι η εμφανώς λανθασμένη χρήση του ρήματος «παραχωρήση» αντί «προχωρήσει» εντός του κλητηρίου εντάλματος δεν αλλοιώνει το γενικότερο νόημα του περιεχομένου του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.