Στέλιου Παφίτη ν. Λάκη Θεοδούλου, Αριθμός Αγωγής: 4483/2010, 20/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 4483/2010 Μεταξύ: Στέλιου Παφίτη, από την Πόλη Χρυσοχούς Ενάγοντα και Λάκη Θεοδούλου, από την Αργάκα Εναγόμενου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.5.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κα Β. Πρωτοπαπά Για εναγόμενο: κ. Γ. Τσιέλεπος (για να ακούσει απόφαση κα. Παπούτσα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών (βλ. τις παραγράφους 1 μέχρι 3 της έκθεσης απαίτησης, οι οποίες γίνονται ρητά παραδεκτές με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης): Δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων η οποία έγινε κατά ή περί τον Οκτώβρη του 2007, ο ενάγοντας συμφώνησε να αγοράσει από τον εναγόμενο - ο οποίος τότε, μεταξύ άλλων ασχολείτο και με κτηματικές επιχειρήσεις - ένα ακίνητο, σε περιοχή κοντά στη Βάρνα Βουλγαρίας. Της συμφωνίας, η οποία ήταν για το ποσό των €14.523,11 (£8.500,00) (τίμημα αγοράς), το οποίο ο ενάγοντας πλήρωσε στον εναγόμενο με την επιταγή (τεκμήριο 1) προηγήθηκε παρουσίαση από το δεύτερο στον πρώτο, φωτογραφιών και/ή αρχιτεκτονικών και/ή τοπογραφιών σχεδίων. Για ό, τι ακολούθησε, οι εκατέρωθεν εκδοχές διίστανται. Η εκδοχή του ενάγοντα, σύμφωνα πάντοτε με τους δικογρφημένους ισχυρισμούς του είναι η εξής: Συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι, μόλις ο ενάγοντας προχωρήσει στη σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία, θα υπογραφόταν μεταξύ τους αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο θα διαλάμβανε όλες τις λεπτομέρειες, αναφορικά με το χρόνο παράδοσης και μεταβίβασης του πωληθέντος ακινήτου (στο εξής «το επίδικο ακίνητο») στον ίδιο. Ο ενάγοντας, κατά ή περί το Γενάρη του 2009 προχώρησε στη σύσταση της υπό αναφορά εταιρείας, ξοδεύοντας για το σκοπό αυτό το ποσό των €900,00 και κάλεσε τον εναγόμενο να συνάψουν τη συμφωνία για το επίδικο ακίνητο. Ο τελευταίος, τον ενημέρωσε πως δεν μπορούσε να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου, χωρίς να προβάλει καμιά δικαιολογία γι αυτό και του πρότεινε να του πωλήσει κάποιο άλλο ακίνητο στο Δήμο Ταργκόβιστε της Βουλγαρίας, με το ίδιο τίμημα, πολύ μικρότερης έκτασης και σε δυσμενέστερη θέση από το επίδικο. Ο ενάγοντας δεν αποδέχτηκε την πρόταση και τον κάλεσε να του επιστρέψει το ποσό των €14.523,11 (ανωτέρω), εντός των επόμενων ημερών, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι ο εναγόμενος ενήργησε δόλια και/ή δυνάμει σχεδίου και/ή με ψευδείς παραστάσεις ώστε να του αποσπάσει το παραπάνω ποσό. Επιπλέον, του καταλογίζει ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος για το ίδιο ποσό, αφού η συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου ματαιώθηκε και δεν του επέστρεψε το ποσό αυτό. Με την αγωγή του ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον του, ως ακολούθως: Α. Για το ποσό των €14.523,11, υπό μορφή αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας και/ή για αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή σαν ποσό που εισπράχθηκε από αυτό δυνάμει δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ως αποζημιώσεις δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή διαφορετικά. Β. Για το ποσό των €900,00, ως έξοδα για τη σύσταση της εταιρείας. Γ. Για το ποσό των €260,00 ετησίως, από το 2009, ως ετήσια έξοδα της ίδιας εταιρείας. Δ. Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Ε. Αποζημιώσεις για δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις ΣΤ. Τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των €14.523,11, από 16.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα. Η εκδοχή του εναγόμενου έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του ενάγοντα, σύμφωνα με τους δικούς του - δικογραφημένους ισχυρισμούς είναι η ακόλουθη: Ο ίδιος ήταν πρόθυμος και έτοιμος να υπογράψει αγοραπωλητήριο έγγραφο από την πρώτη στιγμή. Ο ενάγοντας εισηγήθηκε την υπογραφή του μετά τη σύσταση της εταιρείας στη Βουλγαρία, κάτι που ο ίδιος αποδέχθηκε. Δε γνωρίζει και συνεπώς αρνείται εάν και κατά πόσο ο ενάγοντας ενέγραψε την εταιρεία στη Βουλγαρία. Αρνείται όσα του αποδίδει ο ενάγοντας, τα οποία, σύμφωνα με την εκδοχή του, οδήγησαν στη ματαίωση της επίδικης συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι η ίδιος ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσει το συμφωνηθέν - επίδικο - ακίνητο επ' ονόματι του και/ή οιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου του ήθελε υποδείξει. Συμφωνεί ότι δεν του επέστρεψε το ποσό των €14.523,11 και ισχυρίζεται ότι η μεταξύ τους - επίδικη συμφωνία βρίσκεται σε ισχύ, καθότι ουδέποτε καταγγέλθηκε. Μολονότι κάλεσε επανειλημμένα τον ενάγοντα ώστε να προχωρήσει η μεταβίβαση, αυτός αρνείται επικαλούμενος φανταστικούς και/ή εντελώς αστήρικτους ισχυρισμούς. Ο ενάγοντας, με την απάντησή του στην υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι κατάγγειλε την επίδικη συμφωνία και κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο να του επιστρέψει το ποσό των €14.523,11 που του κατάβαλε ως τίμημα για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω, αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η επίδικη συμφωνία εξακολουθεί ή όχι να βρίσκεται σε ισχύ. Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δε βρίσκεται σε ισχύ, τίθεται το ερώτημα εξαιτίας ποιου ματαιώθηκε και εάν αυτό αποτελεί παράβαση σύμβασης τη εννοία του νόμου. Εάν η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι καταφατική και κριθεί ότι είναι ο εναγόμενος που παραβίασε τη συμφωνία, θα πρέπει να εξεταστούν και οι διάφορες αξιώσεις που ο ενάγοντας εγείρει εναντίον του. Σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να εξεταστεί και η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος του απόσπασε δόλια και/ή με ψευδείς παραστάσεις το ποσό των €14.523,11, με αποτέλεσμα να καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερος γι αυτό. Ο ενάγοντας Στέλιος Παφίτης είναι και ο μόνος που έδωσε μαρτυρία για την υπόθεσή του κατά τη δίκη. Από την άλλη, μαρτυρία για την υπόθεση του εναγόμενου Θεόδουλου (Λάκη) Θεοδούλου, εκτός από τη δική του δόθηκε και από τη Χριστίνα Παρασκευά (Μ.Υ.1 και 2, αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους διαδίκους όσο και τη Χριστίνα Παρασκευά (Μ.Υ.2), ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και τα επίδικα θέματα της αγωγής που καλούμαι να επιλύσω. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του ενάγοντα με αυτή του εναγόμενου που είναι και οι βασικοί μάρτυρες της υπόθεσης, φυσικά, υπό το φως και της δικογραφημένης εκδοχής τους αναφορικά με τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης, θεωρώ τον ενάγοντα - του οποίου η εκδοχή είναι και πιο λογική, συν τοις άλλοις από αυτή του εναγόμενου - καθ' όλα αξιόπιστο, ως μάρτυρα. Απαντούσε με αμεσότητα, απλότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Παρότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου, δεν αμφισβητήθηκε για πλείστα όσα έχει αναφέρει κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, τους οποίους προέβαλε ενόρκως, δεν υποβλήθηκαν και στον ίδιο, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Περαιτέρω, είναι και το γεγονός, ότι, μερικοί από τους πλέον σημαντικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα που συνθέτουν τη δικογραφημένη εκδοχή του γίνονται ρητά παραδεκτοί με την υπεράσπιση του εναγόμενου. Ακολούθως λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι, το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα συνάδει αλλά και καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Αναμφίβολα υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις ο ενάγοντας. Ωστόσο, δεν αποδίδω καθόλου σημασία σ' αυτές, επειδή είναι τόσο ασήμαντες και αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, τις οποίες αποδίδω και στην πάροδο του μακρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα επίδικα γεγονότα μέχρι σήμερα, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι ο ενάγοντας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε για την υπόθεσή του ανεπιτήδευτα και χωρίς προσχεδιασμό, με πρόθεση να πει την αλήθεια και μόνο αυτή. Ούτε και βλέπω για ποιο λόγο θα μπορούσε είτε να παραποιήσει τα γεγονότα είτε να διαστρέψει την αλήθεια συναφώς με αυτά. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Απεναντίας, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε τέλος, οι οποίοι δεν υποβλήθηκαν στον ενάγοντα, για να του δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσει, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, μερικοί από τους ισχυρισμούς του, αφίστανται των δικογραφημένων ισχυρισμών του, είτε ακόμη, δεν καλύπτονται καθόλου από αυτούς, είτε τέλος, συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, τους οποίους αρνείται και απορρίπτει με τους δικούς του. Στην προσπάθεια του δε να με πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του, την οποία ασφαλώς απορρίπτω ως αναξιόπιστη και σαφώς κατασκευασμένη, δε δίστασε να παρουσιάσει ακόμη και ψευτομάρτυρα, αλλά και να προσκομίσει γραπτή μαρτυρία, η οποία τον εκθέτει ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Το τελευταίο, επειδή είναι καλά γνωστό, ότι η γραπτή μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, η οποία καθώς έχει νομολογηθεί συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Τέλος, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι, αρκετούς από τους ισχυρισμούς του, τους προέβαλε χωρίς να του υποβληθεί κάποια ερώτηση από το δικηγόρο του, γεγονός το οποίο θεωρώ πως ενισχύει τη θέση μου, ότι η εκδοχή του είναι κατασκευασμένη. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του, στο βαθμό και την έκταση που δε συνάδει με τη μαρτυρία του ενάγοντα, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδείς. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, αναφορικά με την αξιοπιστία του εναγόμενου, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Όπως ανάφερε στην κυρίως εξέταση, μια μέρα, ο ενάγοντας πήγε στο γραφείο του και ενδιαφερόταν να αγοράσει σπίτι στη Βουλγαρία. Του έδειξε ορισμένες φωτογραφίες και διάλεξε το σπίτι που φαίνεται στη φωτογραφία (τεκμήριο 6). Τέτοια θέση, ουδέποτε υποβλήθηκε στον ενάγοντα, στον οποίο, ούτε και υποδείχθηκε η φωτογραφία (τεκμήριο 6) για να δηλώσει κατά πόσο το σπίτι που εμφαίνεται σ' αυτή είναι το επίδικο. Αντίθετα, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του ενάγοντα για το ίδιο θέμα παρέμειναν αναντίλεκτοι: Μια μέρα προς το τέλος του 2007 σταμάτησε έξω από το σπίτι του που ήταν δίπλα από το γραφείο του εναγόμενου, ο οποίος ήταν εκεί μαζί με τη γυναίκα του - ενάγοντα - και κάποιο Οδυσσέα Ιάσωνος. Του είπαν έλα και υπάρχει μια μεγάλη ευκαιρία στη Βουλγαρία. Ο εναγόμενος κρατούσε μία έγχρωμη φωτογραφία, στην οποία φαινόταν έναν μεγάλο κτήριο με κεραμίδια, το οποίο βρισκόταν σε δύο δεκάρια γης κοντά στη Βάρνα. Του είπε ότι η αξία ολόκληρου του ακινήτου μαζί με το σπίτι είναι £8.500,00 και του ζήτησε να του καταβάλει το ποσό αυτό αμέσως, επειδή θα έπρεπε να το στείλει στη Βουλγαρία αυθημερόν, για να γίνει η σχετική πληρωμή. Διαφορετικά, το σπίτι θα πωλείτο. Θεώρησε ευκαιρία την πρόταση του εναγόμενου οπότε και του έκοψε την επιταγή (τεκμήριο 1) για το ποσό των £8.500,
- Στο πλαίσιο του αντιπαραθετικού συστήματος διεξαγωγής της δίκης, ο εναγόμενος, εάν ήθελε να ελπίζει ότι θα γινόταν αποδεκτή η παραπάνω θέση του, το ελάχιστον που όφειλε να κάνει ήταν να τη θέσει και στον ενάγοντα. Περαιτέρω, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος προέβαλλε τη δική του - αντίθετη θέση, θα έπρεπε να του υποβληθεί ευθέως πως δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός του στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και πάλιν ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο από το Βούλγαρο ιδιοκτήτη του, επειδή όμως δεν μπορούσε να το γράψει επ' ονόματι του ενάγοντα συμφώνησαν να το γράψει στην εταιρεία του στη Βουλγαρία, το οποίο ακολούθως θα μεταβιβαζόταν στον ενάγοντα, εφόσον κάνει εταιρεία στη Βουλγαρία, βασικά, ενώ συνάδει περίπου με το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης, συγκρούεται με το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της υπεράσπισης. Με την πρώτη, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι μόλις ο ίδιος προχωρήσει στη σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία, θα υπογραφόταν αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ τους, στο οποίο θα διαλαμβάνονταν όλες οι λεπτομέρειες αναφορικά με το χρόνο παράδοσης και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου. Με τη δεύτερη, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται πως ήταν πρόθυμος και έτοιμος από την πρώτη στιγμή να υπογράψει το αγοραπωλητήριο έγγραφο, πλην όμως, ο ενάγοντας εισηγήθηκε την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου μετά τη σύσταση της εταιρείας στην Βουλγαρία, θέση την οποία, ο ίδιος, απλώς αποδέχθηκε. Ο ισχυρισμός του ότι όταν ο ενάγοντας έκανε την εταιρεία, ο ίδιος του ζήτησε να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, αλλά αυτός, του είπε θέλω τα λεφτά μου πίσω, καταρχήν, δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα. Ακολούθως εντάσσεται στο πλαίσιο ενός μακρού μονολόγου στον οποίο προέβη, χωρίς να του υποβληθεί ερώτηση, κυρίως όμως, συγκρούεται με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 4 της υπεράσπισης, ότι η επίδικη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων βρίσκεται σε ισχύ, καθότι, ουδέποτε καταγγέλθηκε. Ειδικά ο ισχυρισμός του ότι ο ενάγοντας του είπε θέλω τα λεφτά μου πίσω, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφά του. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας, στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται πως, όταν ο εναγόμενος τον ενημέρωσε πως δεν μπορούσε να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου και του πρότεινε κάποιο άλλο, δεν αποδέχτηκε την πρότασή του και τον κάλεσε να του επιστρέψει το ποσό τον £8.500,00 που του κατέβαλε για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Ο εναγόμενος, με την παράγραφο 3 της υπεράσπισης, απλώς αρνείται και απορρίπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς του ενάγοντα, χαρακτηρίζοντάς τους, ως εκ των υστέρων σκέψεις, οι οποίοι, ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι καλά γνωστό, ότι, απλή άρνηση δεν αποτελεί υπεράσπιση, επομένως, ο εναγόμενος, κατά τη δίκη, εάν ήθελε να ισχυριστεί πως, όταν ζήτησε από τον ενάγοντα να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, αυτός του είπε πως θέλει τα λεφτά του πίσω, θα έπρεπε να δικογραφήσει κιόλας τον εν λόγω ισχυρισμό. Αφ' ης στιγμής δεν το έκανε, δε δικαιούται να τον προβάλλει. Ο ισχυρισμός του ότι μετά που ο ενάγοντας του ζήτησε πίσω το ποσό των £8.500,00, δεν του ζήτησε άλλα λεφτά, επειδή ούτε και ξαναμίλησε μαζί του, συγκρούεται με τον ισχυρισμό του κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι από τότε που έδειξε στον ενάγοντα τη φωτογραφία (τεκμήριο 6), οι δυο τους δεν ξαναμίλησαν. Ο ισχυρισμός του (πάντοτε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης - τον οποίο, θα πρέπει να σημειωθεί προέβαλε χωρίς ερώτηση - ) ότι το σπίτι που λέει ο ενάγοντας για 760 τετραγωνικά μέτρα, το έχει στη φωτογραφία και είναι για άλλο αυτό, τον αφήνει πολλαπλά εκτεθειμένο. Καταρχήν, ο ενάγοντας, σε τρεις περιπτώσεις ισχυρίστηκε ότι το σπίτι που του πρότεινε ο εναγόμενος για να του πουλήσει εν τέλει, αντί του επίδικου ακινήτου, είναι 600 τ.μ και όχι 760 που ανάφερε ο εναγόμενος. Ακολούθως, ουδέποτε υποβλήθηκε στον ενάγοντα ο παραπάνω ισχυρισμός που προέβαλε στο Δικαστήριο ο εναγόμενος, ο οποίος, στο τέλος της ημέρας είναι και απορίας άξιο, πώς γνωρίζει για ποιο σπίτι μιλούσε ο ενάγοντας, μιας και η θέση του είναι ότι αυτό που ήταν πάντοτε έτοιμος να του μεταβιβάσει ήταν μόνο το επίδικο και απορρίπτει τον ισχυρισμό του ότι του πρότεινε να του πωλήσει κάποιο άλλο. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι το σπίτι που παρουσιάζει η φωτογραφία (τεκμήριο 6) δεν είναι αυτό που συμφώνησε να πουλήσει στον ενάγοντα. Όπως είπε απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν στη συνέχεια, αγόρασε το επίδικο ακίνητο μέσα στον Οκτώβρη του 2007, για το οποίο έχει τίτλο ιδιοκτησίας, τον οποίο, ωστόσο, δεν μπορούσε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, επειδή δεν τον είχε μαζί του. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του ότι πρόκειται για το ακίνητο που εμφαίνεται στη φωτογραφία (τεκμήριο 6) το επίδικο παρουσίασε στο Δικαστήριο ως μάρτυρα τη Μ.Υ.2, η οποία, με τη σειρά της παρουσίασε το έγγραφο με τίτλο «συμβολαιογραφική πράξη» (τεκμήριο 7) προκειμένου να με πείσει ότι αυτή αφορά την αγορά του επίδικου ακινήτου από την εταιρεία του εναγόμενου στη Βουλγαρία. Φυσικά, το μόνο που και οι δύο κατάφεραν, ήταν να εκτεθούν και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας πια, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία, αλλά και για την κρίση της αξιοπιστίας και των δύο και τούτο, επειδή διέλαθε φαίνεται της προσοχής τους, το εξής, το οποίο απορρέει από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Αν υποτεθεί ότι η συμβολαιογραφική πράξη που περικλείει το συγκεκριμένο έγγραφο αφορά στο επίδικο ακίνητο, το οποίο, όπως είναι η θέση του εναγόμενου αγόρασε η εταιρεία του για τον ενάγοντα, μέσα Οκτωβρίου, 2007, προφανώς, τόσο αυτός όσο και η μάρτυράς του, θα έπρεπε να μας εξηγήσουν πώς γίνεται κατά τη σύναψη της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξης, η εκ των πωλητών του ακινήτου, Μαριάνκα Τοντορόβα Κόλεβα, να εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό, δυνάμει πληρεξουσίου, ημερομηνίας 24.9.
- Για να το πω και πιο απλά, πώς είναι δυνατό το συγκεκριμένο έγγραφο να αφορά το επίδικο ακίνητο, τη στιγμή που η επίδικη συμφωνία γι αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι έγινε τον Οκτώβρη του 2007 και ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο τον ίδιο μήνα, ενώ, σύμφωνα με το έγγραφο, ένας των συμβαλλομένων για την πώλησή του προς την εταιρεία του εναγόμενου φαίνεται να εκπροσωπείται από αντιπρόσωπο δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, το οποίο έγινε ειδικά για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, ένα περίπου μήνα προτού καταρτιστεί η επίδικη σύμβαση; Η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί και πρέπει να δοθεί ασφαλώς είναι ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή αφορά σε άλλο ακίνητο και όχι στο επίδικο. Ο ισχυρισμός του στο στάδιο της αντεξέτασης και πάλιν, ότι ο λόγος που δεν έγραψε το κατ' ισχυρισμό του επίδικο ακίνητο απευθείας στο όνομα του ενάγοντα, είναι γιατί δεν είχε το δικαίωμα να το γράψει χωρίς να έχει ο ενάγοντας εταιρεία στην Βουλγαρία, έστω έμμεσα, επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά, τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα, ότι της υπογραφής αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ τους, στο οποίο θα αναφέρονταν οι λεπτομέρειες για το χρόνο παράδοσης και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, θα έπρεπε να προηγηθεί σύσταση εταιρείας από τον ίδιο στη Βουλγαρία, θέση την οποία ο εναγόμενος αρνείται με την υπεράσπισή του. Για να επαναλάβω, σε αντίθεση με ό, τι ανάφερε στο Δικαστήριο (βλ. τη φράση «Εάν μπορούσα να το γράψω απευθείας στο όνομά του θα γινόταν αμέσως, χωρίς να γραφτεί στο δικό μου, αλλά δεν είχα το δικαίωμα να το γράψω χωρίς να έχει εταιρεία στη Βουλγαρία.), με την υπεράσπισή του ισχυρίζεται πως ήταν πρόθυμος και έτοιμος να υπογράψει αγοραπωλητήριο έγγραφο από την πρώτη στιγμή. Ο ενάγοντας εισηγήθηκε την υπογραφή του μετά τη σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία, θέση την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του εναγόμενου ως μάρτυρα, σε βαθμό που απ' όσα έχει αναφέρει τα μόνα που μπορώ να δεχθώ είναι όσα συνάδουν με τη μαρτυρία του ενάγοντα. Το μόνο που θέλω να πως για τη Χριστίνα Παρασκευά (Μ.Υ.2) είναι ότι επιστρατεύτηκε από τον εναγόμενο ως μάρτυρας, όχι για να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, αλλά, με διάφορους ψευδείς ισχυρισμούς που και αυτή προέβαλε, απλώς, για να βοηθήσει τον εναγόμενο (με τον οποίο, όπως είπε - που ίσως αποτελεί και τη μόνη αλήθεια απ' όσα έχει αναφέρει - είναι φίλοι από το 2000) στην προσπάθειά του να με πείσει ότι τα επίδικα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή του. Με μόνο λόγο ότι προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι το επίδικο ακίνητο που αγόρασε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα είναι αυτό που ισχυρίστηκε αναληθώς ο πρώτος, παρουσίασε τη συμβολαιογραφική πράξη (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί την εκθέτει καταφαίνεται το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτής ως μάρτυρος. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα. Συνοψίζοντάς τα είναι τα εξής: Τον Οκτώβρη του 2007, δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ο εναγόμενος συμφώνησε να πωλήσει στον ενάγοντα συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο βρίσκεται σε περιοχή κοντά στη Βάρνα Βουλγαρίας, έκτασης δύο δεκαρίων, εντός του οποίου υπήρχε ένα μεγάλο κτήριο με κεραμίδια. Το συμφωνημένο τίμημα πώλησης ορίστηκε στο ποσό των £8.500,00 (€14.523,11), το οποίο ο ενάγοντας κατέβαλε αυθημερόν στον εναγόμενο, με την επιταγή (τεκμήριο 1), επειδή, όπως του είπε τελευταίος, θα έπρεπε να το στείλει την ίδια μέρα στη Βουλγαρία για να πληρωθεί το σπίτι, για να μην πουληθεί. Του είπε ακόμη να συστήσει εταιρεία στη Βουλγαρία για να του τιτλοποιήσει το ακίνητο, όπως και έγινε. Ο ενάγοντας, στις 10.1.2009 προχώρησε στη σύσταση της εταιρείας "PAPHITIS" Μονοπρόσωπη ΕΠΕ, με έδρα τη Βουλγαρία (βλ. το τεκμήριο 3, το σχετικό πρακτικό ίδρυσης) και κατέβαλε για το σκοπό αυτό το ποσό των €900,00 (βλ. τη σχετική απόδειξη - τεκμήριο 2 - ). Όταν στη συνέχεια επικοινώνησε με το εναγόμενο και τον ενημέρωσε σχετικά, αυτός προσφέρθηκε να του πωλήσει και μεταβιβάσει κάποιο άλλο ακίνητο αντί το επίδικο, με το ίδιο ποσό, ωστόσο, αρκετά μικρότερης έκτασης (600 τετραγωνικά στο οποίο υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι) και αξίας (€300,00). Ο ενάγοντας δε δέχθηκε την πρόταση του εναγόμενου και του ζήτησε να του επιστρέψει το ποσό των £8.000,00 και να χάσει το ποσό των £500,00 καθώς και να πληρώσει και το δικηγόρο του. Του είπε ακόμη να χάσει και τα λεφτά που ξόδεψε για τη σύσταση της εταιρείας στη Βουλγαρία και δεν πειράζει. Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα ούτε το επίδικο ακίνητο έχει μεταβιβάσει στον ενάγοντα μα ούτε και του έχει επιστρέψει το ποσό των £8.500,00, που αποτελεί το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του εν λόγω ακινήτου. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 (στο εξής «ο Νόμος») συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και για νόμιμο σκοπό, οι οποίες δε χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο, ως άκυρες. Αυτές δε, μπορούν να καταρτιστούν γραπτά ή προφορικά ή εν μέρει γραπτά και εν μέρει προφορικά ή μπορούν να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Νόμου, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, το αναίτιο μέρος που ζημιώνεται εξαιτίας της παράβασης έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία της παράβασης, η οποία προέκυψε ως φυσιολογικό επακόλουθο της παράβασης ή την οποία η συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συναπτόταν η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασής της. Βλέπε μεταξύ άλλων και την Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1061, στην οποία με παράπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα. Καθ' όλα σχετικό είναι και το άρθρο 75 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση, δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης» Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω διατάξεις παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, η επίδικη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία έγινε τον Οκτώβρη του 2007, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η πώληση από τον εναγόμενο στον ενάγοντα του ακινήτου στη Βάρνα Βουλγαρίας, έναντι του ποσού των £8.500,00 (€14.523,11), ποσό το οποίο ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο την ημέρα που καταρτίστηκε η συμφωνία, αποτελεί σύμβαση τη εννοία του άρθρου 10 του Νόμου, Κεφ. (ανωτέρω). Εξάλλου, (για να επαναλάβω) ο καταρτισμός της επίδικης συμφωνίας, το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου καθώς και η καταβολή του από τον ενάγοντα στον εναγόμενο αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων (βλ. την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, η οποία γίνεται ρητά παραδεκτή με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης). Απ' εκεί και πέρα, το γεγονός ότι ο εναγόμενος, όταν κλήθηκε από τον ενάγοντα να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο (και τούτο, αφού στο μεταξύ, ο δεύτερος, για το σκοπό αυτό προέβη στη σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους) αντί να το πράξει προσφέρθηκε να του πωλήσει και μεταβιβάσει κάποιο άλλο ακίνητο, ναι μεν με το ίδιο τίμημα, πλην όμως, αρκετά μικρότερης έκτασης και αξίας, αποτελεί ασφαλώς παράβαση της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους του εναγόμενου, γεγονός το οποίο παρείχε στον ενάγοντα, νόμιμο δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, κάτι που έκανε με το αρνηθεί την προσφορά του εναγόμενου, αξιώνοντας ταυτόχρονα την επιστροφή του ποσού των £8.000,00 (που αποτελεί μέρος του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου). Το γεγονός δε ότι προσφέρθηκε να χάσει το υπόλοιπο ποσό του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου (£500,00) καθώς και το ποσό των €900,00 που ξόδεψε για τη σύσταση της εταιρείας στη Βουλγαρία, δεν αναιρεί το ουσιαστικό γεγονός, που είναι η καταγγελία της σύμβασης, υπαιτιότητι ασφαλώς του εναγόμενου, ο οποίος, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντί του, παρέλειψε να εκπληρώσει τη βασική συμβατική υποχρέωση που ανέλαβε έναντι του ενάγοντα, που ήταν η πώληση και μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου. Το παραπάνω γεγονός παρέχει στον ενάγοντα δικαίωμα αποζημιώσης, σε εφαρμογή τόσο του άρθρου 73 όσο και του άρθρου 75 του Νόμου. Προτού υπεισέλθω στο θέμα των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας θα ήθελα να επισημάνω το εξής: Ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος στον ουσιώδη χρόνο ενήργησε δόλια και/ή δυνάμει σχεδίου και/ή με ψευδείς παραστάσεις ώστε να του αποσπάσει το ποσό των £8.500,00, δε στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και αυτό είναι και το μόνο που θα ήθελα να πω συναφώς με τις συγκεκριμένες αιτίες αγωγής. Και κάτι ακόμη. Ο εναγόμενος, ο οποίος, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε αναξιόπιστος μάρτυρας, ουδεμία αξίωση νομιμοποιείται να έχει εναντίον του ενάγοντα, εξαιτίας του γεγονότος ότι προχώρησε νόμιμα σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Ούτε δικογραφεί μα ούτε και απέδειξε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, απότοκο της καταγγελίας της σύμβασης από τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €14.523,11 (£8.500,00), μεταξύ άλλων, ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή για αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος, ενώ εισέπραξε το ποσό αυτό, το οποίο του κατέβαλε ο ενάγοντας, εκπληρώνοντας τη συμβατική υποχρέωση που ανέλαβε έναντι του παρέλειψε να εκπληρώσει τη δική του συμβατική υποχρέωση που ανέλαβε έναντι του ενάγοντα και παρόλα αυτά εξακολουθεί να κατακρατεί μέχρι σήμερα το ποσό αυτό, οφείλει να το επιστρέψει στον ενάγοντα, υπό μορφή αποζημίωσης. Το ποσό αυτό αποτελεί τη βασική ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία της παράβασης της επίδικης σύμβασης από το εναγόμενο, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση (άρθρο 73 του Νόμου). Ο ενάγοντας δικαιούται το ποσό αυτό υπό μορφή αποζημιώσης και δυνάμει του άρθρου 75 του Νόμου, επειδή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί υπαναχώρησε νόμιμα από τη σύμβαση και το ποσό αυτό αποτελεί την κύρια ζημιά που υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Δεδομένης της επιτυχίας αυτής της αιτίας αγωγής (παράβαση σύμβασης) δεν τίθεται καθόλου θέμα εξέτασης κατά πόσο δικαιούται το ποσό αυτό και δυνάμει των αρχών του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. τις υποθέσεις Minerva Finance & Investment Limited v. Γεωργιάδη
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2173 και Α.Ι. Καρπασίτης & Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Καραφωκά κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980) δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Ο ενάγοντας δικαιούται και το ποσό των €900,00 που κατέβαλε για τη σύσταση στη Βουλγαρία, της εταιρείας "PAPHITIS" Μονοπρόσωπη ΕΠΕ μετά από υπόδειξη του εναγόμενου, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Ότι κατέβαλε το ποσό αυτό αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της σχετικής απόδειξης, ημερομηνίας 10.1.2009 (τεκμήριο 2) και εν πάση περιπτώσει ούτε και αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Δεδομένου ότι προχώρησε στη σύσταση της εν λόγω εταιρείας και κατέβαλε το ποσό αυτό προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του, γεγονός το οποίο γνώριζαν και οι δύο διάδικοι κατά το χρόνο καταρτισμού της επίδικης σύμβασης, η οποία (για να επαναλάβω) ματαιώθηκε υπαιτιότητι του εναγόμενου και αυτό το ποσό αποτελεί ζημιά την οποία υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση Επομένως δικαιούται να το αξιώνει από τον εναγόμενο, που είναι ο υπαίτιος αντισυμβαλλόμενος για την παράβαση της σύμβασης. Ωστόσο, δε δικαιούται το ποσό των €260,00 που αξιώνει για κάθε χρόνο από το 2009, ως ετήσια έξοδα της παραπάνω εταιρείας. Αφ' ης στιγμής προχώρησε στη σύστασή της, αποκλειστικά για να καταστεί δυνατή επ' ονόματι του η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου το 2009 και η σύμβαση ματαιώθηκε τον ίδιο χρόνο και μάλιστα, ουσιαστικά, αμέσως μετά τη σύσταση της εταιρείας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να διατηρεί στη ζωή την εν λόγω εταιρεία, η οποία έχασε το αντικείμενό της. Επομένως όφειλε να τη διαλύσει αμέσως για να μην υπόκειται στα ετήσια έξοδά της. Εν πάση περιπτώσει, η σχετική δαπάνη, που ασφαλώς αποτελεί ειδική ζημιά, έχοντας υπόψη και το αυστηρό επίπεδο απόδειξης με το οποίο αποδεικνύονται οι ειδικές ζημιές, δεν έχει αποδειχθεί. Αναφορικά με τον τόκο που θα φέρουν τα παραπάνω ποσά παρατηρώ τα εξής: Μολονότι ο ενάγοντας αξιώνει τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των €14.523,11 (£8.500,00) από 16.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως, εντούτοις, δεν έχει προσκομίσει καθόλου μαρτυρία που να δικαιολογεί είτε το ποσοστό επιτοκίου είτε την ημερομηνία έναρξης υπολογισμού των τόκων. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, ενώ κατάγγειλε ο ίδιος την επίδικη σύμβαση το Γενάρη του 2009, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία προέβαλε, για το γεγονός ότι καταχώρησε την αγωγή του δύο σχεδόν χρόνια αργότερα (στις 30.12.2010) και τα δύο ποσά για τα οποία θα εκδοθεί απόφαση, θα φέρουν νόμιμο τόκο, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή, στην έκταση που έχει αναφερθεί επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €14.523,11 (£8.500,00) και για το ποσό των €900,00, με νόμιμο τόκο και επί των δύο ποσών, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση πώλησης ακινήτου. Παράβαση σύμβαση και αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο