Α. Σ. ΞΙΝΑΡΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Χριστάκη Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2062/2010, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2062/2010 Μεταξύ: Α. Σ. ΞΙΝΑΡΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγόντων και Χριστάκη Μιχαήλ, από την Πάφο Μιχάλη Μιχαήλ, από την Πάφο Εναγόμενων ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.6.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κ. Χ. Καλογήρου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Λ. Νεοφύτου) Για εναγόμενο 1: κ. Σ. Ζαννούπας (για να ακούσει απόφαση η κα Μενοίκου) Για εναγόμενο 2: κ. Α. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση η κα Μενοίκου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των ενάγοντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των €85.303,
- Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων, σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των πρώτων είναι τα εξής: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων ασχολούνταν με την εισαγωγή και διανομή οινοπνευματωδών ποτών. Ο εναγόμενος 1 που είναι πατέρας του εναγόμενου 2 προσλήφθηκε στην υπηρεσία τους κατά ή περί την 10.11.1999 και απολύθηκε στις 30.9.
- Ο εναγόμενος 2 προσλήφθηκε στην υπηρεσία τους κατά ή περί τον Ιούλιο του 2006 και απολύθηκε την ίδια μέρα που απολύθηκε ο πατέρας του. Οι δυο τους ήταν διανομείς των προϊόντων των εναγόντων και ταυτόχρονα διαχειρίζονταν την αποθήκη στην οποία αποστέλλονταν και αποθηκεύονταν τα προϊόντα τους για την επαρχία Πάφου. Η αποθήκη βρισκόταν στην οικία του εναγόμενου 1 και ήταν υπό τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο και των δυο εναγόμενων και οι ενάγοντες, για τη χρήση της κατέβαλλαν στον εναγόμενο 1 το ποσό των €100,00 κάθε μήνα. Η διαδικασία εργασίας των εναγόμενων καθώς και τα καθήκοντά τους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, ήσαν ως ακολούθως: «(α) Οι Εναγόμενοι παρήγγελλαν στην Ενάγουσα τα ποτά που χρειάζοντο για τις ανάγκες των πελατών της στην Επαρχία Πάφου. (β) Οι Εναγόμενοι ή έκαστος εξ αυτών παραλάμβαναν τα ποτά που τους απέστελλε η Ενάγουσα και υπόγραφαν το δελτίο αποστολής. (γ) Οι Εναγόμενοι ταυτόχρονα με την αποστολή των προϊόντων παρέδιδαν τα αντίγραφα των τιμολογίων για τα προϊόντα που επώλησαν, ως και τυχόν επιταγές που εισέπραξαν και μετρητά. (δ) Αυστηρός έλεγχος λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας των διαδίκων δεν εγίνετο. (ε) Επίσης πολλά από τα προϊόντα της Ενάγουσας παρέμεναν στην αποθήκη που ευρίσκετο στην Πάφο και ελέγχετο από τους Εναγόμενους.» Επειδή τα ποτά που παράγγελλαν οι εναγόμενοι ήσαν πολύ περισσότερα από τις εισπράξεις και πληρωμές που γίνονταν, οι ενάγοντες, κατά ή περί τις 10.9.2009 προέβησαν σε αιφνιδιαστικό έλεγχο στην αποθήκη των εναγόμενων και σε όλα τα τιμολόγια και τις αποδείξεις που αφορούσαν τα προϊόντα τους που αποστέλλονταν στους εναγόμενους στην επαρχία Πάφου. Από το σύνολο των εισπράξεων, των εμβασμάτων και των ποτών που είχαν αποσταλεί διαφάνηκε οι εναγόμενοι είχαν πωλήσει ποτά και είχαν εισπράξει το συνολικό ποσό των €64.825,27, το οποίο οικειοποιήθηκαν. Επίσης, από τον έλεγχο των εμπορευμάτων που βρίσκονταν στην αποθήκη των εναγόμενων διαφάνηκε ότι υπήρχε έλλειμμα σε ποτά, συνολικής αξίας €20.478,
- Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να τους επιστρέψουν το συνολικό ποσό των €85.303,27 - που προκύπτει με πρόσθεση των παραπάνω ποσών - , το οποίο κατακράτησαν παράνομα, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Συνεπεία αυτού, τους απέλυσαν και τους κατάγγειλαν στην Αστυνομία. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό αυτό εναντίον των εναγόμενων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ξεχωριστά υπεράσπιση στην αγωγή, παρότι η εκδοχή τους έναντι όλων των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, περίπου είναι η ίδια. Τη συνοψίζω και ασφαλώς, όπου διαφέρει θα αναφερθώ ειδικά α' αυτή. Ειδικότερα: Και οι δύο παραδέχονται ότι ήταν εργοδοτούμενοι των εναγόντων, την ημερομηνία και/ή περίοδο πρόσληψής τους καθώς και την ημερομηνία απόλυσή τους από τους ενάγοντες, με τον εναγόμενο 2 να διευκρινίζει ότι ήταν απλός διανομέας των εναγόντων και τίποτε περισσότερο. Σε αντίθεση με τον εναγόμενο 1 που παραδέχεται ότι ήταν διανομέας και διαχειριστής της αποθήκης στην οποία αποστέλλονταν και αποθηκεύονταν τα προϊόντα των εναγόντων για την επαρχία Πάφου, η οποία βρισκόταν στην οικία του, για τη χρήση της οποίας οι ενάγοντες του κατέβαλλαν το ποσό των €100,00 κάθε μήνα, ο οποίος, ωστόσο ισχυρίζεται ότι πρόσβαση στην εν λόγω αποθήκη είχαν και άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στην υπηρεσία των εναγόντων και αρνείται ότι η αποθήκη βρισκόταν υπό τον πλήρη και απόλυτο έλεγχό του, ο εναγόμενος 2 επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι ήταν απλός διανομέας των εναγόντων, αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων, τους οποίους παραδέχεται ο πατέρας του και επιπλέον ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η αποθήκη βρισκόταν κάτω από το δικό του απόλυτο έλεγχο και/ή άλλο έλεγχο. Και οι δύο εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων αναφορικά με τη διαδικασία της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους. Συναφώς με τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εναγόντων και ειδικά για τον τρόπο που γινόταν η διαδικασία της εργασίας, επιπλέον, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι και άλλα άτομα που βρίσκονταν στην υπηρεσία των εναγόντων παραλάμβαναν και επέστρεφαν εμπορεύματα στην απουσία του, ενώ, ο εναγόμενος 2 επαναλαμβάνει τη σταθερή του θέση ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησής του από τους ενάγοντες ήταν απλός διανομέας. Και οι δύο εναγόμενοι αρνούνται το σύνολο των ισχυρισμών των εναγόντων αναφορικά με την αιτία, το χρόνο και τον τρόπο που διαπιστώθηκε από τους τελευταίους η κατ' ισχυρισμό τους παράνομη οικειοποίηση εκ μέρους τους, του ποσού που συνθέτει την εναντίον τους αξίωση, ως επίσης και ότι κλήθηκαν από τους ενάγοντες να τους επιστρέψουν το ποσό αυτό. Επί των ιδίων ισχυρισμών των εναγόντων και οι δύο ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τους έδωσαν αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, για το κατ' ισχυρισμό τους έλλειμμα, παρά το γεγονός ότι τους ζητήθηκε όπως είναι η θέση του εναγόμενου
- Επιπλέον, ο εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι στην επίδικη αποθήκη είχαν πρόσβαση και άλλα άτομα που βρίσκονταν στην υπηρεσία των εναγόντων τα οποία χρησιμοποιούσαν την αποθήκη στην απουσία του. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι ενάγοντες αποκρύβουν το γεγονός ότι κατόπιν οδηγιών τους παρέχονταν δωρεάν ποτά σε αρκετούς καλούς πελάτες. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι σαφές, ότι, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, κατά πόσο ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι για τον λόγο που αναφέρουν προέβησαν στον αιφνιδιαστικό έλεγχο στην επίδικη αποθήκη η οποία βρισκόταν στην οικία του εναγόμενου 1, δεύτερο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, κατά πόσο αποτελεί γεγονός ότι κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε το έλλειμμα για το ποσό που αναφέρουν οι ενάγοντες ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό και, τρίτο, σε περίπτωση και πάλι καταφατικής απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα, κατά πόσο ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ποσό του ελλείμματος - όποιο και να είναι αυτό - το οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι ή ένας από αυτούς, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, ο εναγόμενος 1 στη βάση συγκεκριμένων ισχυρισμών που προβάλλει έστω έμμεσα, αφήνει να νοηθεί ότι το όποιο έλλειμμα ήθελε αποδειχθεί ότι υπήρξε στον ουσιώδη χρόνο, ενδεχομένως να οφείλεται σε κάποια άλλη αιτία ή να το οικειοποιήθηκαν άλλα πρόσωπα τα οποία κατά τον ίδιο χρόνο εργοδοτούνταν κι αυτά από τους ενάγοντες. Ο διευθυντής των εναγόντων, Ανδρέας Ξιναρής (Μ.Ε.1), η υπάλληλός τους, Λουκία Καλλή (Μ.Ε.2) και τέλος, ο ελεγκτής - συνεταίρος στο γραφείο των εγκεκριμένων λογιστών, Π. Καλοπετρίδης & Σια, Άδωνης Καλοπετρίδης (Μ.Ε.3) είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία κατά τη δίκη. Και οι τρεις κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων. Για τους εναγόμενους, δε δόθηκε καθόλου μαρτυρία. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και ειδικά για το διευθυντή των εναγόντων καθώς και τη Μ.Ε.2, ασφαλώς λαμβάνω σοβαρά υπόψη και το προσωπικό συμφέρον που και οι δυο έχουν από την έκβαση της υπόθεσης. Αρχίζοντας με το διευθυντή των εναγόντων, Ανδρέα Ξιναρή (Μ.Ε.1), μολονότι το θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος είμαι βέβαιος ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια, εντούτοις, η μαρτυρία του, ιδωμένη, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη μαρτυρία, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια δε βοηθά τους ενάγοντες στην προσπάθειά τους να στοιχειοθετήσουν την υπόθεσή τους εναντίον των εναγόμενων. Πλείστα όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας, τα οποία αφορούν στην ουσία της υπόθεσης αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, άγνωστου βαθμού και ενίοτε προέλευσης, με αναφορά στο πρόσωπο - ή πρόσωπα - κατά περίπτωση που προέβηκε στην αρχική δήλωση, είτε ακόμη, πρόκειται για ισχυρισμούς που παρέμειναν εντελώς ατεκμηρίωτοι, είτε τέλος, που αποτελούν προϊόν υποθέσεων που έκανε ο μάρτυρας, αντί παράθεσης γεγονότων τα οποία γνωρίζει πρωτογενώς ο ίδιος ή έστω εξ ακοής. Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό και την έκταση που η μαρτυρία του εδράζεται σε γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση, είτε ακόμη συντίθεται από ισχυρισμούς γεγονότων που παρέμειναν αναντίλεκτοι, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του δεν αρκεί για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αξίωσης των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, ο οποίος για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε απλώς το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στην οποία έχει προβεί (τεκμήριο 1), με την οποία, ουσιαστικά επαναλαμβάνει σε πρώτο πρόσωπο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, αντεξεταζόμενος (καταρχήν, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου 1), μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: Με τον εναγόμενο 1 υπήρχε συμφωνία η οποία διαλάμβανε για βασικό μισθό και προμήθειες επί τοις εκατό στις πωλήσεις κάθε μηνός. Κάθε τέλος του μήνα έβγαιναν οι προμήθειες που δικαιούταν και του αποστελλόταν η σχετική επιταγή. Όταν προσλήφθηκε του είχε δοθεί έναν βαν αυτοκίνητο για να έχει μέσα τα εμπορεύματα. Δε θυμάται πόσο στοκ του έστειλε. Ωστόσο βγήκε δελτίο αποστολής. Κληθείς να εξηγήσει την ακολουθητέα διαδικασία παράδοσης εμπορευμάτων στον εναγόμενο 1 ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν απλή. Όταν ο εναγόμενος ήθελε εμπορεύματα, τους τηλεφωνούσε και του έστελλαν με δελτία αποστολής τα οποία παραλάμβανε και υπόγραφε το σχετικό δελτίο αποστολής. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανάφερε πως δε γνωρίζει πόσο στοκ εμπορευμάτων στάλθηκε στον εναγόμενο 1 από την ημέρα της πρόσληψής του μέχρι και την 31.12.
- Αργότερα, του υποβλήθηκε η ακόλουθη ερώτηση: «Για το 1999 δεν είσαι σε θέση να γνωρίζεις ούτε πόσο στοκ προμήθευσες (ως ενάγοντες, όπως διευκρινίστηκε από τον κ. Ζαννούπα) το Χριστάκη Μιχαήλ, ούτε πόσο πούλησε αυτός, ούτε πόσα χρήματα εισέπραξε, ούτε πόσα παρέμειναν στην αποθήκη του, ούτε και πόσα χρήματα σας παρέδωσε.» Απάντησε ως εξής: «Όλα τα στοιχειά αυτά υπάρχουν καταγραμμένα στα βιβλία της εταιρείας. Είναι ανθρωπίνως αδύνατο να τα έχω τώρα στο μυαλό μου.» Η ίδια απάντηση, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχύει για ολόκληρη την περίοδο εργοδότησης και των δυο εναγόμενων. Λίγο αργότερα, απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις ισχυρίστηκε ότι το επίδικο έλλειμμα σε στοκ εμπορευμάτων αφορά στην περίοδο από 1.1.2008 μέχρι και τις 30.9.2009 (ημερομηνία απόλυσης των εναγόμενων). Καθώς έχει αναφέρει ο εναγόμενος 1, στις 31.12.2007 είχε κάνει απογραφή του στοκ για το τέλος του χρόνου και τους την έστειλε γραπτώς, οπότε ξεκίνησαν από εκείνη την ημέρα. Όπως ανάφερε χαρακτηριστικά, «Οτιδήποτε ελλείμματα είχε προηγουμένως, τα επωμιστήκαμε, τα δεχθήκαμε.» Απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις ανάφερε και τα εξής: Το ποσό του ελλείμματος σε εμπορεύματα, ύψους €20.478,00 αφορά την παραπάνω περίοδο, ενώ, το ποσό των €64.825,27 ήταν ταμειακό έλλειμμα το οποίο καλύπτει την περίοδο 5.9.2006 - 30.9.2009 που απολύθηκε ο εναγόμενος
- Και ο λόγος, όπως είπε, είναι γιατί ο εναγόμενος 1, στις 5.9.2006 είχε στείλει μια σημείωση όπως συνήθιζε στην οποία τους κατέγραφε τι επιταγές και τι λεφτά τους στέλλει και τι ανείσπρακτες πωλήσεις τοις μετρητοίς είχε οπότε και ξεκίνησαν με εκείνο το ποσό που τους χρωστούσε και προχωρούσαν μετά μέχρι και την απόλυσή του, τι εισπράξεις είχε και τι εμβάσματα τους έκανε και κατάληξαν στο ποσό του ελλείμματος, ύψους €64.825,
- Ωστόσο, δεν είχε μαζί του την κατάσταση (σημείωση) στην οποία αναφέρθηκε. Ερωτηθείς για το ύψος του ταμειακού ελλείμματος που παρουσίαζε ο εναγόμενος 1 το τέλος του 2006 παράπεμψε σε κατάσταση που έφτιαξαν οι ελεγκτές η οποία καλύπτει την περίοδο από 5.9.2006 μέχρι 30.9.
- Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, αυτά που έκαναν οι λογιστές και μετά οι ελεγκτές είναι κατόπιν στοιχείων που τους προμήθευσαν οι ενάγοντες. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου
- Ειδικότερα: Τα στοιχεία και το ισχυριζόμενο ταμειακό έλλειμμα είναι με βάση τα στοιχεία που οι ενάγοντες έδωσαν στην εταιρεία Καλοπετρίδης. Όλα τα στοιχεία που αφορούν τη σχέση τους με τον εναγόμενο 1 βρίσκονται και βρίσκονταν σε ξεχωριστό φάιλ. Όσον αφορά τα εμβάσματα που τους έκανε είναι όλα αριθμημένα στην κατάσταση που έχει γίνει από τους ελεγκτές και αντίγραφο του εμβάσματος αποστελλόταν πάντοτε στον εναγόμενο
- Λογιστής των εναγόντων το 2006 ήταν η Μ.Ε.2 και όταν μπήκαν στο πρόγραμμα του computer τηρούνταν από τις κοπέλες του γραφείου και επέβλεπε και ο ίδιος. Υπήρχε προσωπικό στο γραφείο που ασχολείτο με τα λογιστικά των εναγόντων και ο ίδιος επέβλεπε τη δουλειά του. Αυτό ίσχυε και για έτη 2007 και
- Όταν κατά το κλείσιμο των λογιστικών βιβλίων τα έτη 2006 μέχρι 2008 διαπίστωναν τα ελλείμματα ενημέρωναν σχετικά τον εναγόμενο 1, ο οποίος συνήθως έλεγε ότι έχει ανείσπρακτες πωλήσεις τοις μετρητοίς και επειδή στην αρχή τα ποσά δεν ήταν τόσο μεγάλα, του έδειχναν εμπιστοσύνη. Μέχρι σήμερα, το ποσό του ελλείμματος που έχουν να παίρνουν από τον εναγόμενο 1, στις φορολογικές τους δηλώσεις το έχουν δηλωμένο ως μετρητά και δεν το έχουν διεκδικήσει ως απώλειες. Δεν είπαν τους έκλεψε ο υπάλληλός τους και δεν το αφαίρεσαν από τα κέρδη της εταιρείας, επειδή περιμένουν να το εισπράξουν. Ότι είχε να κάνει είτε με την αποθήκη είτε με το ταμειακό έλλειμμα, το συζητούσε με τον εναγόμενο
- Ωστόσο, δε δέχθηκε την υποβολή ότι αυτό γινόταν επειδή γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει καμιά σχέση με την υπόθεση. Συμφωνεί ότι την αποθήκη στην οποία φυλασσόταν το στοκ, τη διαχειριζόταν ο εναγόμενος 1, διευκρινίζοντας ωστόσο, πως ήταν ένα δωμάτιο στο σπίτι του στο οποίο μένει και ο γιος του - εναγόμενος 2, ο οποίος είχε επαφή. Συγκεκριμένα έπαιρνε εμπορεύματα και πωλούσε, εξ ου και όταν ζήτησαν από τον εναγόμενο 1 ορισμένα ανείσπρακτα τιμολόγια, τους είπε τα κρατά ο Μιχάλης (δηλαδή ο εναγόμενος 2). Ερωτηθείς κατά πόσο συμφωνεί ότι η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 καταχωρήθηκε επειδή είχε επαφή με την αποθήκη, «Έκαμνε και πωλήσεις ήταν υπάλληλος κανονικός.» απάντησε. Τέλος, κληθείς να πει αν έχει κανένα στοιχείο ότι ο εναγόμενος 2 έκανε μία πώληση και δεν τους παρέδωσε το ποσό ισχυρίστηκε ότι όταν έστελλαν εμπορεύματα και δεν ήταν εκεί να τα παραλάβει ο πατέρας του ή όταν ο τελευταίος έλειπε με άδεια, τα παραλάμβανε ο γιος του. Είναι φανερό, ότι, σχεδόν όλα όσα έχει αναφέρει ο μάρτυρας, τα οποία αφορούν τόσο στη διαπίστωση του ελλείμματος στον ουσιώδη χρόνο όσο και στο ύψος του εδράζονται σε πληροφορίες που του έχουν δοθεί ή ενέργειες που έχουν γίνει από άλλα πρόσωπα, είτε ακόμη απορρέουν από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων στα οποία αναφέρθηκε, τα οποία, ωστόσο, καθ' ομολογία του ετοιμάστηκαν από άλλα πρόσωπα και καθ' ον χρόνο κατάθετε δε ήταν ενώπιόν μου, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί είτε το βάσιμο των ισχυρισμών του, είτε ακόμη, η ύπαρξη, ορθότητα και προπαντός, αλήθεια του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων. Δε μου διαφεύγει ότι μερικά από αυτά, πολύ πιθανόν να είναι αυτά που παρουσιάστηκαν από την επόμενη μάρτυρα, ωστόσο, εκτός του ότι, τουλάχιστον για ένα από αυτά, δεν είναι βέβαιο κατά πόσο πρόκειται για το ίδιο έγγραφο στον οποίο αναφέρθηκε και ο μάρτυρας είναι και το γεγονός, ότι, πολλά άλλα έγγραφα στα οποία και οι δύο αναφέρθηκαν, ουδέποτε παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Και όμως, όπως διαφανεί στο κατάλληλό στάδιο, για λόγους κυρίως νομικούς, οι οποίοι άπτονται του γενικού βάρους απόδειξης που έχουν οι ενάγοντες να αποδείξουν την υπόθεσή τους εναντίον των εναγόμενων και όχι τόσο του ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων τους, η παρουσίαση, επεξήγηση και τεκμηρίωση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων αποτελούσε αναγκαίο όρο για σκοπούς απόσεισης του βάρους που επωμίζονται οι ενάγοντες να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου για να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ περιορισμένη την αποδεικτική αξία και χρησιμότητα της μαρτυρίας του διευθυντή των εναγόντων, παρότι, αποτιμώντας την όλη παρουσία του στο Δικαστήριο και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του παρέμειναν αναντίλεκτοι, (για να επαναλάβω), το θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα. Θεωρώ τη Λουκία Καλλή (Μ.Ε.2), ως την πλέον σημαντική μάρτυρα των εναγόντων και τούτο, επειδή στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν - και εξακολουθεί να εργάζεται - στο λογιστήριό τους. Δηλώνω ευθέως πως ούτε και αυτής η μαρτυρία είναι ικανή για σκοπούς στοιχειοθέτησης των ουσιαστικών - δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων, οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων. Μια πρώτη βασική παρατήρηση στην οποία θα ήθελα να προβώ είναι ότι, η μαρτυρία και αυτής, επί της ουσίας, σε σημαντικό βαθμό είναι εξ ακοής. Και με δεδομένο ότι έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, για λόγους που θα αναφέρω αργότερα, σε εφαρμογή του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν είμαι διατεθειμένος να βασιστώ σ' αυτή, στην οποία αποδίδω μηδενική αποδεικτική αξία. Ακόμη ένας λόγος για τον οποίο θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της είναι και το γεγονός, ότι, για ουσιώδη πτυχές της υπόθεσης, δεν ήταν θετική ως μάρτυρας, υπό την έννοια ότι, από τις απαντήσεις της είναι φανερό ότι αυτά που ανάφερε αποτελούν προϊόν υποθέσεων που έκανε και αυθαίρετων συμπερασμάτων στα οποία προέβαινε, παρά τις γνώσης της. Απ' όσα ακολουθούν θεωρώ πως αιτιολογούνται πλήρως οι παραπάνω διαπιστώσεις μου, ενώ θα αναδειχθούν και διάφοροι άλλοι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως δικαιολογημένα δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης. Αρχίζω με μέρος όσων ανάφερε στην κυρίως εξέταση. Ειδικότερα: Αναφορικά με τον τρόπο συνεργασίας των εναγόντων με τους εναγόμενους ισχυρίστηκε τα εξής: Οι πωλητές των εναγόντων που είναι εκτός Λευκωσίας παραγγέλλουν ορισμένα προϊόντα τα οποία αποστέλλονται με δελτίο μεταφοράς και παραδίδονται από το μεταφορέα. Ελέγχονται από τον πωλητή που τα παράγγειλε, αφού παραληφθούν υπογράφεται το δελτίο μεταφοράς το οποίο αποστέλλεται πίσω στα κεντρικά γραφεία. Η πληρωμή γίνεται ως εξής: Ερχόταν κλειστός φάκελος καταγραμμένος από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 και περίγραφε τι περιείχε ο φάκελος, αποδείξεις, μετρητά, επιταγές, τιμολόγια, έξοδα (που ως συνήθως ήταν καύσιμα) και αποδείξεις καυσίμων. Ο φάκελος ήταν πάντοτε σφραγισμένος, ανοιγόταν πάντοτε ενώπιον εκείνου που το μεταφέρει, ελεγχόταν το περιεχόμενό του, γινόταν ανάλυση του φακέλου, καταγραφόταν εις διπλούν και αποστελλόταν το πρωτότυπο στον εναγόμενο 1 μαζί με τη χειρόγραφη κατάσταση που έστελνε. Ερωτηθείσα εάν οι ενάγοντες τηρούσαν κάποιες καταστάσεις για τις δοσοληψίες τους με τους εναγόμενους ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν χειρόγραφες καρτέλες καταγραφής εισαγωγής και εξαγωγής εμπορευμάτων και γινόταν και δεύτερος έλεγχος, τα οποία καταχωρούνταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Μια πρώτη βασική διαπίστωση είναι η εξής: Με εξαίρεση τις δυο καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 2 και 3), κανένα άλλο έγγραφο απ' όσα ανάφερε μέχρι στιγμής η μάρτυρας παρουσιάστηκε ως τεκμήριο κατά τη δίκη. Ούτε και δόθηκε είτε από την ίδια είτε από τους δύο άλλους μάρτυρες των εναγόντων, κάποια εξήγηση ή δικαιολογία γι αυτή την παράλειψη. Αναφορικά με το πώς προέκυψε το πρόβλημα μεταξύ των διαδίκων που βασικά οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η μάρτυρας ανάφερε τα εξής: Όταν οι εναγόμενοι ζητούσαν να τους σταλούν εμπορεύματα διαπιστώθηκε ότι υπήρχε μεγάλη ποσότητα στοκ των συγκεκριμένων προϊόντων που ζητούσαν. Όταν ο εναγόμενος 1 ρωτήθηκε κατ' επανάληψη γιατί ζητά επιπλέον αφού έχει αρκετό στοκ από το συγκεκριμένο είδος, η απάντησή του ως συνήθως ήταν, «Τα έδωσα αλλά δεν τα τιμολόγησα ακόμη.» οπότε του αποστελλόταν και άλλο εμπόρευμα. Όταν ακολούθως διαπιστώθηκε ότι τα εμπορεύματα που έπαιρνε ήταν δυσανάλογα με τα λεφτά που έστελνε στους ενάγοντες και επειδή ζητούσε συνέχεια εμπορεύματα, υποψιάστηκαν ότι κάτι δεν πάει καλά, οπότε του έκαναν αιφνιδιαστικό έλεγχο στο σπίτι του τον 9ο του
- Του ζήτησαν να τους δώσει τις πωλήσεις του και τους είπε ότι τα έχει ο γιος του τα βιβλία. Του είπαν να του τηλεφωνήσει να τα φέρει και τους ανάφερε ότι ήταν με άδεια και βρισκόταν εκτός πόλεως. Ωστόσο, τα γραφεία τους δεν είχαν ενημερωθεί ότι θα ήταν με άδεια. Μετά, όταν είδαν πως δεν υπήρχε αύξηση των εμβασμάτων στην εταιρεία και τιμολόγηση εμπορευμάτων επιπλέον από τα συνηθισμένα αποφάσισαν να πάρουν τα εμπορεύματα και να γίνει μια καταγραφή του πραγματικού στοκ, όπως και έγινε. Όλα τα εμπορεύματα καθώς και τα βιβλία που είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος 1 παραλήφθηκαν από την ίδια μαζί με άλλους δύο συναδέλφους της. Την πρώτη φορά που πήγε στο σπίτι του εναγόμενου 1, ο έλεγχος έγινε από την ίδια και από το μέτοχο των εναγόντων, Σάββα Ξιναρή. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν ήταν πειστικός με τις διάφορες δικαιολογίες που προέβαλλε και συγκεκριμένα ότι υπήρχαν αχρέωτα εμπορεύματα και άλλα προς είσπραξη, οι ενάγοντες αποφάσισαν να παρθούν όλα τα εμπορεύματα. Κατά την επόμενη επίσκεψή της έγινε ακόμη ένας έλεγχος. Συγκεκριμένα έγινε καταγραφή όλου του εμπορεύματος που υπήρχε στο σπίτι του εναγόμενου 1 και τα ελλείμματα παρέμειναν. Ερωτηθείσα εάν ετοιμάστηκε κάποια κατάσταση για το στοκ απάντησε ως εξής: «Το στοκ καταγράφηκε στην παρουσία του κ. Χριστάκη Μιχαήλ εις διπλούν, το υπόγραψε και παραλήφθηκε από μένα και τους δύο συναδέλφους μου που είχαμε πάει και μεταφέρθηκε στις κεντρικές αποθήκες στη Λευκωσία.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση πρόκειται για το τεκμήριο 2 η σχετική κατάσταση, την οποία τηρούν στα αρχεία της εταιρείας και έχει ελεγχθεί από την ίδια σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε. Για την ώρα περιορίζομαι να πω το εξής: Το συγκεκριμένο τεκμήριο δεν είναι αυτό που ετοιμάστηκε εις διπλούν στην παρουσία του εναγόμενου 1 μα ούτε και φέρει την υπογραφή του. Τέτοιο έγγραφο δεν έχει τεθεί ποτέ ενώπιόν μου. Στη συνέχεια η μάρτυρας επεξήγησε τις διάφορες στήλες που περιέχονται στο έγγραφο και πώς προκύπτει το συνολικό ποσό του ελλείμματος σε εμπορεύματα. Συνεχίζοντας ανάφερε και τα εξής: Στην ερώτηση, τι άλλη ενέργεια εκτός από την καταγραφή των εμπορευμάτων έκαναν στο πλαίσιο του ελέγχου απάντησε περίπου ως εξής: «Οι εβδομαδιαίες πωλήσεις που γίνονταν και αποστέλλονταν στα κεντρικά γραφεία παρουσίαζαν μείωση. Δηλαδή ερχόντουσαν π.χ. €5.000,00 πωλήσεις, τιμολογημένα και τα μετρητά ή οι επιταγές που υπήρχαν ήταν π.χ. €3.000,
- Εκείνη η διαφορά, την όφειλε ο κ. Μιχαήλ, την οποία δικαιολογούσε ως ανείσπρακτα τιμολόγια και η διαφορά διογκωνόταν.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, τα λεφτά που έρχονταν στους ενάγοντες δεν ήταν ανάλογα των πωλήσεων, των τιμολογίων που επίσης αποστέλλονταν στους ενάγοντες. Συνεπεία αυτού ετοιμάστηκε και πάλι μια κατάσταση αναφορικά με το τι οφειλόταν από τα υπόλοιπα που δημιουργούνταν και είναι περασμένα στο ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρείας. Οι πωλήσεις που παρουσιάζονταν μαζί με τις εισπράξεις, δε συμβάδιζαν. Πρόκειται για το τεκμήριο 3 η εν λόγω κατάσταση η οποία ελέγχθηκε και πάλι από την ίδια. Προτού συνεχίσω περιορίζομαι να πω πως και αυτό το έγγραφο, - όπως και το τεκμήριο 2 - προέρχεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή και δεν είναι η κατάσταση στην οποία αναφέρθηκε η μάρτυρας. Στην ερώτηση, γιατί η κατάσταση (τεκμήριο 3) ξεκινά από τις 5.9.2006 απάντησε ως εξής: «Προηγουμένως ερχόταν ο κ. Χριστάκης Λευκωσία, μια φορά το μήνα, ο οποίος κατέγραφε το στοκ του, τις πωλήσεις του, τα έξοδα του που είχε και γινόταν ένας μηνιαίος έλεγχος. Επειδή προϋπήρχαν ορισμένες διαφορές συμφωνήθηκε το ποσό των £6.212,81 στις 5.9.2006.» Όπως ανάφερε στη συνέχεια, το ποσό αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 και υπάρχει στο ιδιόχειρο σημείωμα του τελευταίου (τεκμήριο 4) που λέει, «να εισπραχθούν £6.212,81». Καταλήγοντας η μάρτυρας, ισχυρίστηκε ότι η δουλειά που έχουν κάνει ως εταιρεία, δηλαδή η καταγραφή του στοκ και ο έλεγχος των αποδείξεων - τιμολογίων, με κατάληξη τα τεκμήρια 2 και 3 ελέγχθηκε από τους ελεγκτές τους που είναι η εταιρεία Π. Καλοπετρίδης και Υιός. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου
- Δεν είναι η μοναδική υπεύθυνη του λογιστηρίου των εναγόντων. Η ίδια αναλαμβάνει τον ταμειακό έλεγχο και το στοκ των εμπορευμάτων. Δε θυμάται πότε ασχολήθηκε για πρώτη φορά με τον εναγόμενο
- Μπορεί να είναι το 2004, 2005 μπορεί και το
- Στο τεκμήριο 4 δεν υπάρχει η υπογραφή του εναγόμενου 1, αλλά είναι ο γραφικός του χαρακτήρας. Το γνωρίζει διότι παραλάμβανε συνέχεια τα έγγραφα, τις σημειώσεις του και οτιδήποτε είχε σχέση με τις πωλήσεις και το ταμείο και ήταν ο ίδιος γραφικός χαρακτήρας. Το εν λόγω έγγραφο - σημείωμα, το έδωσε ο εναγόμενος 1 στους ενάγοντες, όταν έγινε ο έλεγχος τον 9ο του 2006 και συμφώνησαν να παραγραφούν οτιδήποτε υπήρχε προηγουμένως και να αρχίσουν με το ποσό που αναγράφεται στο σημείωμα. Δε γνωρίζει που βρίσκεται το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου, ίσως να είναι στα γραφεία τους, ίσως να είναι στο Δικαστήριο. Στην ερώτηση γιατί το έγγραφο είναι γραμμένο εν μέρει στα ελληνικά και εν μέρει στα αγγλικά, «Ίσως να μην ήξερε να γράψει ότι το ποσό που πρέπει να εισπραχθεί είναι τούτο και έβαλε πάνω τα άλλα τα cash cheques και receives.» απάντησε. Ερωτηθείσα ακολούθως εάν είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος 1 ξέρει ή αγγλικά ή ελληνικά και άλλα ξέρει να γράφει στα ελληνικά και άλλα στα αγγλικά, «Έτσι δείχνει το έγγραφο αυτό.» ήταν η απάντησή της. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, το συγκεκριμένο έγγραφο πρέπει να παραλήφθηκε από τον Ανδρέα Ξιναρή (Μ.Ε.1). Ότι η μάρτυρας υποθέσεις είναι που έκανε για οτιδήποτε ανάφερε συναφώς με το έγγραφο είναι ολοφάνερο. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως, εάν οι ενάγοντες που επενδύουν τόσο πολύ στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, ήθελαν να ληφθεί υπόψη, όφειλαν να αποδείξουν με θετικό τρόπο ότι προέρχεται από τον εναγόμενο 1 και να αφήσουν το θέμα της ερμηνείας του στο Δικαστήριο και όχι να επιχειρούν με διάφορες υποθέσεις στις οποίες προέβη η μάρτυρας, να αποδείξουν είτε το ένα είτε το άλλο. Δεν αποδίδω καθόλου αξία στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και τούτο, επειδή δε θεωρώ πειστικούς τους λόγους που ανάφερε η μάρτυρας, προκειμένου να με πείσει ότι το έγγραφο συντάχθηκε από τον εναγόμενο 1, ενώ, από το περιεχόμενό του, δεν προκύπτει ότι η φράση «να εισπραχθούν» έχει την έννοια που δίδει η μάρτυρας. Δηλαδή, της παραδοχής του εναγόμενου 1 ότι οφείλει στους ενάγοντες το αναγραφόμενο προς είσπραξη ποσό των £6.212,
- Δε μου διαφεύγει ότι κάτι ανάλογο ισχυρίστηκε και ο διευθυντής των εναγόντων, ωστόσο, δεδομένου ότι ουδέποτε του υποδείχθηκε το έγγραφο, για να διαφανεί κατά πόσο πρόκειται γι αυτό στο οποίο αναφέρθηκαν οι δύο μάρτυρες, η αξία του εγγράφου παραμένει η ίδια. Απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις η μάρτυρας ισχυρίστηκε και τα εξής: Μετά τις 5.9.2006, η ίδια, δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που ασχολείτο με τις υποθέσεις του εναγόμενου
- Ασχολήθηκε και ίδια, αλλά παραλάμβανε και άλλο άτομο. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής διάλογος μεταξύ του δικηγόρου του εναγόμενου 1 και της μάρτυρος: «Ε. Θέλω να μου πεις το Σεπτέμβρη του 2006 πόσο στοκ παραδόθηκε στον κ. Χριστάκη Μιχαήλ; Α. Δεν το έχω μπροστά μου το στοκ του κ. Μιχαήλ. Μπορώ να σας το πω όμως με τα στοκ που κρατούσαμε πριν, δεν έχω το στοκ, έχω τον 9ο του
- Ε. Πριν τον 9ο του 2009 πάμε στον 8ο του 2009, τον προηγούμενο μήνα, πόσο στοκ παραδώσετε του κυρίου Χριστάκη Μιχαήλ; Α. Είναι αδύνατο να θυμούμαι πόσο στοκ του παρέδωσα, αν δε δω τα γραφόμενα. Ε. Το Σεπτέμβρη του 2006, πόσα λεφτά εισπράξετε από τον κ. Χριστάκη Μιχαήλ; Α. Ούτε τούτο μπορώ να σας απαντήσω. Ε. Θυμάστε κανένα ποσό που εισπράξετε από τον κ. Χριστάκη Μιχαήλ; Α. Όχι. Δεν μπορώ να λέω αοριστολογίες.» Ερωτηθείσα κατά πόσο γνωρίζει πόσο στοκ υπήρχε στην αποθήκη του εναγόμενου 1 στις 31.12.2006, «Ρωτάται με για κάτι που είναι ανθρωπίνως αδύνατο να θυμάται ένα άτομο.» απάντησε. Όταν στη συνέχεια της αναφέρθηκε από τον κ. Ζαννούπα ότι στην κυρίως εξέταση δήλωσε ότι για τις αποστολές του στοκ και τις εισπράξεις κρατούσαν διπλότυπα και καταχωρούνταν και ηλεκτρονικά, ως επίσης ότι αναμένει να δει «είτε το διπλότυπο είτε το ηλεκτρονικό» απάντησε πως δεν το είχε μαζί της για την συγκεκριμένη ημερομηνία. Το μόνο που είχε και μπορούσε να τους δείξει σε στοκ ήταν για το τελευταίο στοκ που έγινε η παραλαβή όλων των εμπορευμάτων του εναγόμενου
- Ερωτηθείσα μετά εάν έχει καθόλου στοιχεία αναφορικά με τις εισπράξεις που έκαναν από τον εναγόμενο 1 πριν τις 10.
- ισχυρίστηκε ότι όλα τα στοιχεία υπάρχουν καταχωρημένα στη εταιρεία επειδή γίνονταν σε διπλή εγγραφή. Ό, τι ερχόταν ταμειακά, το πρωτότυπο, μαζί με την ιδιόχειρη σημείωση που ερχόταν αποστελλόταν πίσω στον εναγόμενο 1 και κρατείτο το αντίγραφο στα γραφεία τους. Οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 3) μπορούν να τυπωθούν ανά πάσα στιγμή ανάφερε, ωστόσο, δεν μπορεί να πει τη συγκεκριμένη ημερομηνία που τυπώθηκαν. Η σφραγίδα στο έγγραφο είναι της εταιρείας και η πάνω υπογραφή είναι δική της. Οι εν λόγω λογαριασμοί έπρεπε να δοθούν στον εναγόμενο 1 να τους δει, αλλά δεν ξέρει αν του δόθηκαν. Τα διάφορα στοιχεία που αναγράφονται στο έγγραφο, τα βρήκαν από κάποια τιμολόγια, κάποια έγγραφα, ωστόσο, δεν έχει έστω και ένα από αυτά για να δείξει, υπάρχουν στο γραφείο της. Ερωτηθείσα ποιος σύνταξε τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 2) απάντησε ως εξής: «Τούτο είναι ο τελευταίος έλεγχος του στοκ που έγινε, ιδιόχειρο δικό μου το οποίο υπάρχει στα γραφεία μας. Έγινε έλεγχος μεταξύ των καρτών και των στοκ σε ηλεκτρονική μορφή που κρατούσαμε και εξήχθη αυτό το συμπέρασμα.» Το έγγραφο πρέπει να συντάχθηκε μετά τις 29 ή 28 ή 30 του Σεπτέμβρη 2009 που έγινε η παραλαβή των εμπορευμάτων από τον εναγόμενο
- Το έκανε η ίδια και αφορούσε και τους δυο εναγόμενους. Φυσικά, όταν κατά την επόμενη δικάσιμο ρωτήθηκε και πάλι ποιος σύνταξε το εν λόγω έγγραφο απάντησε ως εξής: «Εγώ είχα πάρει στην εταιρεία την καταγραφή των εμπορευμάτων που είχα παραλάβει και έγιναν οι συσχετισμοί των εμπορευμάτων που κατείχε με τις καταστάσεις που είχαμε εκεί σε κάρτες και σε ηλεκτρονική μορφή» Επειδή θεώρησα πως δεν απάντησε στην ερώτηση που της υποβλήθηκε, όταν την επανέφερα σ' αυτήν απάντησε ως εξής: «Από στοιχεία που δόθηκαν συντάχθηκε από άτομο της εταιρείας.» Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί περιλαμβάνονται συγκεκριμένα εμπορεύματα στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε επειδή τα συγκεκριμένα εμπορεύματα υπήρχαν στις λίστες του εναγόμενου
- Ανάφερε ακόμη πως δεν ήταν σε θέση να πει πότε είχαν προμηθεύσει τον εναγόμενο μ' οποιοδήποτε προϊόν αναφέρεται στις ίδιες καταστάσεις λογαριασμού. Όταν λίγο αργότερα της υποδείχθηκε από τον κ. Ζαννούπα, ότι την προηγούμενη δικάσιμο είπε ότι οι προμήθειες που δίνονταν στον εναγόμενο 1 καταχωρούνταν και ηλεκτρονικά και σε διπλότυπα και ότι θα μπορούσε να φέρει κάποια από αυτά για να επιβεβαιώσουν τις πληροφορίες σε σχέση με διάφορα προϊόντα που, όπως ήταν η θέση της προμηθεύτηκε ο εναγόμενος, τα οποία περικλείονται στο τεκμήριο 2, συμφώνησε. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν έχει κάποιο έγγραφο που να διαφωτίζει για συγκεκριμένο προϊόν απάντησε ως εξής: «Για το συγκεκριμένο δεν έχω αυτή τη στιγμή μαζί μου, αλλά, αν θέλετε για το συγκεκριμένο ή για οποιοδήποτε άλλο, είναι καταχωρημένα στο computer, μπορείτε να τα ελέγξετε με δικό σας ελεγκτή. Έχω άλλα που μπορώ να σας δώσω.» Οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 3) πρέπει να συντάχθηκαν μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων, τέλος του
- Αυτό ανάφερε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του κ. Ζαννούπα. «Από ποιον;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή της: «Τα στοιχεία όλα δόθηκαν μέσα και συντάχθηκε είτε από τον κ. Ξιναρή, είτε σε συνεννόηση μαζί μου που του έδινα τις πληροφορίες ή και άλλο άτομο που χειριζόταν τα computer.» Η αντεξέτασή της από τον δικηγόρο του εναγόμενου 1 συμπληρώθηκε με την υποβολή ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τους εργοδότες της. Απάντησε ως εξής: «Ο σκοπός μου είναι αυτά που κατέγραφα τόσο καιρό να τα καταθέσω. Ό, τι είπα είναι αληθή έχω και στοιχεία τα οποία έκρινα αν θέλετε να τα καταθέσω και νοιώθω ότι δεν έχω πει ούτε και 1/100 ψέματα.» Για την ώρα, το σχόλιό μου είναι το εξής: Παρότι η μάρτυρας, για σκοπούς τεκμηρίωσης αρκετών ουσιωδών ισχυρισμών της αναφέρθηκε πάρα πολλές φορές σε διάφορα έγγραφα και στοιχεία, τα οποία, όπως έλεγε μπορούσε να παρουσιάσει, όσες φορές τις ζητήθηκε να το πράξει δήλωνε πως δεν τα είχε μαζί της, είτε ακόμη ότι θα μπορούσε να παρουσιάσει κάποιο άλλο έγγραφο. Εν τέλει, τα μόνα έγγραφα που παρουσίασε είναι τις δύο καταστάσεις λογαριασμού (και φυσικά το χειρόγραφο σημείωμα - τεκμήριο 4 - ), οι οποίες, καθ' ομολογία της, δεν ετοιμάστηκαν από την ίδια και εδράζονται σε στοιχεία και πληροφορίες που απορρέουν από τη σωρεία εγγράφων και στοιχείων που ανάφερε, τα οποία όμως, ουδέποτε κατάθεσε. Για τις επιπτώσεις συνεπεία αυτής της παράλειψης, θα επανέλθω με αναφορά, τόσο στον περί Αποδείξεως Νόμο όσο και σε νομολογία. Για την ώρα, θα συμπληρώσω την αναφορά μου στη μαρτυρία της, με μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενη από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου
- Ειδικότερα: Ο εναγόμενος 2 προσλήφθηκε τον 9ο του 2007, όπως είπε απαντώντας στη πρώτη ερώτηση που της υποβλήθηκε και τούτο, τη στιγμή που σε επίπεδο δικογράφων αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, ότι προσλήφθηκε περί τον Ιούλη του
- Όπως είπε απαντώντας σε άλλη ερώτηση που της υποβλήθηκε από την κα Μενοίκου, η σχέση του εναγόμενου 2 με το ισχυριζόμενο έλλειμμα είναι ότι παραλάμβανε εμπορεύματα και διεξήγαγε πωλήσεις καθώς και εισπράξεις. Ερωτηθείσα εάν έχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι παραλάμβανε εμπορεύματα απάντησε καταφατικά, χωρίς ωστόσο και πάλι να τα παρουσιάσει. Στην ερώτηση ποιος είχε τον έλεγχο της αποθήκης στην Πάφο, πρέπει να είχε κλειδιά και ο εναγόμενος 2 απάντησε διότι ο εναγόμενος 1 έτυχε και να λείπει σε ταξίδι για μεγάλο διάστημα, περίπου ένα μήνα. Όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 καμιά σχέση είχε με την αποθήκη, διερωτήθηκε πώς μπορούσε να παραλαμβάνει αν δεν είχε σχέση. Όταν ακολούθως της υποβλήθηκε πως ήταν απλός διανομέας - πωλητής των εναγόντων και τίποτε άλλο, ισχυρίστηκε ότι έχει έγγραφα με τις υπογραφές του που παραλάμβανε εμπορεύματα και τιμολόγια. Με την αναγκαία φυσικά, δική μου διευκρίνιση, ότι κανένα τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε ποτέ. Τι σχέση έχει ο εναγόμενος 2 με το έλλειμμα που προϋπήρχε, ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή της: «Καμιά με το έλλειμμα. Κατά τη διάρκεια που εργαζόταν εκεί, όταν έκανε παραλαβές και πωλήσεις, πατέρας και γιος ήταν συνυπεύθυνοι.» «Τα προϊόντα που στέλλονταν στην Πάφο, σε ποιου το όνομα στέλλονταν;» ρωτήθηκε λίγο αργότερα. Απαντώντας ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι στέλλονταν στο όνομα και των δύο εναγόμενων. Μάλιστα, όπως είπε έχει δελτίο μεταφοράς με τα ονόματά τους και υπογραφή από τον εναγόμενο
- Στην υποβολή τέλος, ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν ότι ο εναγόμενος 2 υπεξαίρεσε οποιαδήποτε χρήματα από τους ενάγοντες απάντησε ως εξής: «Στην κατοχή μου έχω δελτίο μεταφοράς εμπορευμάτων, υπογραμμένο από το Μιχάλη Μιχαήλ που παραλάμβανε εμπορεύματα. Αν θέλετε και τιμολόγια μπορώ να σας φέρω.» Το ερώτημα γιατί δεν παρουσίασε τουλάχιστον το δελτίο μεταφοράς, που όπως είπε είχε στην κατοχή της, δεν έχει απαντηθεί ποτέ. Ο Άδωνης Καλοπετρίδης (Μ.Ε.3) είναι ελεγκτής - συνεταίρος στο ελεγκτικό γραφείο Π. ΚΑΛΟΠΕΤΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ. Γνωρίζει τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι πελάτες τους. Γνωρίζει και για τη διαφορά τους με τους εναγόμενους. Συγκριμένα έχουν διεξάγει έλεγχο των λογιστικών τους που ήταν καταχωρημένα στους υπολογιστές τους σε σχέση με υπεξαίρεση μετρητών και απώλειες εμπορευμάτων από τους υπαλλήλους τους - εναγόμενους 1 και
- Είχαν γίνει τα λογιστικά από τους ενάγοντες και ίδιοι διεξήγαγαν επί τόπου έλεγχο στα αρχεία τους. Έχουν ετοιμάσει σχετική βεβαίωση (τεκμήριο 5) με την οποία συμφώνησαν ότι οι υπολογισμοί που έχουν καταχωρηθεί από τους ενάγοντες στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ήταν ορθοί. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ζαννούπα ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Η δουλειά τους ήταν να ελέγξουν κατά πόσο η λογιστική κατάσταση που τους παρουσίασαν οι ενάγοντες ήταν ορθή. Σ' αυτό το πλαίσιο έγινε έλεγχος των βιβλίων τους από υπάλληλο του γραφείου τους, έγινε έλεγχος των αποδεικτικών στοιχείων και ελέγχθηκε κατά πόσο σωστά καταχωρήθηκαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Δεν καταχώρησαν οι ίδιοι τα στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόντων. Ο ίδιος, ως προϊστάμενος του γραφείου ανάθεσε την εργασία ελέγχου σε κάποιο υπάλληλο του γραφείου και έλεγξε την εργασία του. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου 2, η οποία περιορίστηκε απλώς σε δήλωση ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της αντεξέτασης του κ. Ζαννούπα. Ότι στο σύνολό της πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία, η μαρτυρία του υπό αναφορά είναι ολοφάνερο. Για την αποδεικτική της αξία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Για την ώρα περιορίζομαι στη διαπίστωση ότι το αποτέλεσμα του ελέγχου που διενήργησε το γραφείου του μάρτυρα, το οποίο περιέχεται στη σχετική βεβαίωση που έχουν ετοιμάσει (τεκμήριο 5) εδράζεται στην εργασία που διεξήγαγε υπάλληλος του γραφείου του, η οποία, με τη σειρά της στηρίζεται σε στοιχεία και πληροφορίες που του δόθηκαν από τους ενάγοντες, τα οποία ουδέποτε παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κφ.9, με τίτλο «Αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας» προνοεί ότι: «-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου Νόμου: «-
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α)πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β)πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.
(4)Η ανυπαρξία καταχώρισης στο αρχείο επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να αποδειχθεί με ένορκη δήλωση αρμόδιου λειτουργού της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ανάλογα με την περίπτωση.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «αρχείο» σημαίνει αρχείο σε οποιαδήποτε μορφή· «δημόσια αρχή» σημαίνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης· «επιχείρηση» περιλαμβάνει δραστηριότητα, που διεξάγεται συστηματικά για κάποια ουσιαστική χρονική περίοδο, είτε με σκοπό το κέρδος είτε όχι, από οποιοδήποτε πρόσωπο· «αρμόδιος λειτουργός» περιλαμβάνει: (α)πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ή σε σχέση με τα αρχεία της· (β)τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και οποιοδήποτε πρόσωπο που, με βάση οποιαδήποτε άλλη σχετική νομοθεσία, θεωρείται ότι μπορεί να εκπροσωπήσει την επιχείρηση.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 36 του ίδιου, πάντοτε, Νόμου: «Παρά τις διατάξεις των άρθρων 34 και 35, το Δικαστήριο δύναται, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αφού λάβει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχείο, ή είδος εγγράφων ή αρχείων: Νοείται ότι οι διατάξεις των άρθρων 34 και 35 δεν παρεμποδίζουν την απόδειξη εγγράφων και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο σύμφωνα με το ισχύον, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004, δίκαιο.» Παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες, προκειμένου να με πείσουν για το ύψος του συνολικού ποσού που αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων παρουσίασαν τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασαν οι ίδιοι (τεκμήρια 2 και 3) καθώς και τη βεβαίωση των ελεγκτών τους (τεκμήριο 5), όπου, στην τελευταία παράγραφο αναφέρονται τα εξής: «Με βάση τον έλεγχο που έχουμε διενεργήσει, η αναλυτική κατάσταση του ταμείου και η κατάσταση αποθεμάτων συμφωνούν με τα στοιχεία που μας έχουν παρουσιασθεί για έλεγχο.» Μολονότι, όπως είπε ο Μ.Ε.3, δεν είναι αυτός που διεξήγαγε τον έλεγχο των λογιστικών των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο, αλλά, υπάλληλος του γραφείου του, του οποίου ο ίδιος έλεγξε απλώς τη δουλειά του και οι μόνες αναλυτικές καταστάσεις που έχουν τεθεί ενώπιόν μου είναι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 2 και 3), αυτές, ουδέποτε τέθηκαν στο μάρτυρα, για να δηλώσει εάν σ' αυτές παραπέμπει η παραπάνω αναφορά από τη βεβαίωση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και σ' αυτές να παραπέμπει η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι, αυτές, δεν είναι γνωστό από ποιον ετοιμάστηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων μα ούτε και έχει τεθεί ενώπιόν μου έστω και ένα στοιχείο, απ' όσα, όπως οι Μ.Ε.1 και 2 ισχυρίστηκαν (κυρίως η δεύτερη) λήφθηκαν υπόψη για την ετοιμασία τους. Με την επισήμανση ότι οι πρώτες αποτυπώνουν αναλυτικά πώς προέκυψε το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων ποσό του ελλείμματος σε εμπορεύματα, το οποίο, όπως είναι η θέση τους, οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι στον ουσιώδη χρόνο και οι δεύτερες, πώς προέκυψε το ποσό του ταμειακού ελλείμματος, που επίσης, κατά τους ενάγοντες οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι κατά τον ίδιο χρόνο, στη συνέχεια θα αναφερθώ στα διάφορα έγγραφα, βάσει των οποίων, σύμφωνα και με τους δύο μάρτυρες των εναγόντων ετοιμάστηκαν οι επίμαχες καταστάσεις λογαριασμού, που αποτελούν και το βασικό αποδεικτικό στοιχείο που επικαλούνται οι ενάγοντες, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της απαίτησής τους εναντίον των εναγόμενων. Ειδικότερα: Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε σε βιβλία των εναγόντων, σε επιταγές, σε δελτία αποστολής και σε τιμολόγια. Με τη σειρά της, η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε σε δελτία μεταφοράς, αποδείξεις, τιμολόγια, επιταγές, σε χειρόγραφες καταστάσεις του εναγόμενου 1, σε χειρόγραφες καρτέλες καταγραφής εισαγωγής και εξαγωγής εμπορευμάτων, σε διπλότυπα, σε λίστες του εναγόμενου 1, ενώ έκανε λόγο και για την καταγραφή του στοκ εμπορευμάτων που έγινε στην παρουσία του καθώς και για την παραλαβή των βιβλίων που είχε στην κατοχή του αυτός. Τέλος, αναφέρθηκε και στην ετοιμασία κατάστασης για το ταμειακό έλλειμμα καθώς και γενικά σε στοιχεία που έχει. Μολονότι, πλείστα, αν όχι όλα από τα παραπάνω στοιχεία - έγγραφα λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς ετοιμασίας των δύο αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού, κανένα από αυτά παρουσιάστηκε ενώπιόν μου, για σκοπούς, στοιχειώδους, έστω, ελέγχου, της ορθότητας, πρώτα του περιεχομένου τους και ακολούθως, του περιεχομένου των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού οι οποίες βασίζονται σ' αυτά. Δε μου διαφεύγει ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού συνοδεύονται από πιστοποιητικό το οποίο φέρει τη σφραγίδα των εναγόντων και υπογράφεται από τη Μ.Ε.2, με το οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων. Εκτός του η αξία ενός τέτοιου εγγράφου σύμφωνα με το άρθρο 35
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου αποτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που μου παρέχει το άρθρο 36 του ίδιου Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα περιστατικά της υπόθεσης θεωρώ πως για σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δε θα ήταν ορθό να αποδεχθώ ως μαρτυρία τα δύο αυτά έγγραφα (τεκμήρια 2 και 3) και κατ' επέκταση τη βεβαίωση (τεκμήριο 5), η οποία υποψιάζομαι ότι ετοιμάστηκε με βάση αυτά. Ειδικότερα: Σε εφαρμογή του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου (ανωτέρω), οι δύο αναλυτικές καταστάσεις, ενώ αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, μου είναι άγνωστο το πρόσωπο ή πρόσωπα που προέβησαν στην αρχική δήλωση ή δηλώσεις. Για παράδειγμα, δε γνωρίζω ούτε ποιος καταχώρησε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τα διάφορα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις εν λόγω καταστάσεις μα ούτε και ποιος τις έχει εκτυπώσει από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Πολλώ μάλλον, που τα εν λόγω στοιχεία, βασίζονται σε σωρεία άλλων εγγράφων, πλείστα των οποίων μου είναι άγνωστο από ποιον έχουν ετοιμαστεί και πότε, αλλά και από ποιον και πότε καταχωρήθηκαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Για να χρησιμοποιήσω τη φρασεολογία του άρθρου 27 του Νόμου, δε γνωρίζω το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος, κατά περίπτωση, στο οποίο αυτή αναφέρεται, το βαθμό εξ ακοής μαρτυρίας, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι βέβαιο πως είναι πέραν του πρώτου βαθμού, ακολούθως, δεδομένης της φύσης της εν λόγω μαρτυρίας, δεν είναι βέβαιο κατά πόσο οι αρχικές δηλώσεις που είναι πάρα πολλές, και καίριας σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης, δεδομένης της φύσης της (μιας και αφορούν σε πολλά νούμερα και αριθμούς και μάλιστα σε δύο νομίσματα - ευρώ και λίρες - ) μεταφέρθηκαν ή όχι επακριβώς, έπειτα είναι και τα γεγονός, ότι, οι ενάγοντες που επικαλούνται την εξ ακοής μαρτυρία και είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι με αυτή, εξ αντικειμένου είχαν κίνητρο να αποκρύψουν ή παραποιήσουν γεγονότα (χωρίς να σημαίνει ότι συνέβηκε είτε το ένα είτε το άλλο), ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι σημαντικό μέρος της εν λόγω μαρτυρίας προέρχεται από τους ίδιους. Το στοιχείο αυτό, δεν είναι ασύνδετο και με το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν διάφορα έγγραφα καθώς και ο σκοπός για τον οποίο έγιναν. Όπως για παράδειγμα, οι δύο χειρόγραφες καταστάσεις καταγραφής του ελλείμματος σε στοκ εμπορευμάτων καθώς και του ταμειακού ελλείμματος που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο του αιφνιδιαστικού ελέγχου που διενήργησαν οι ενάγοντες στην αποθήκη τους στον ουσιώδη χρόνο, η οποία βρισκόταν στην οικία του εναγόμενου 1 στην Πάφο, επειδή, βασικά, υποψιάζονταν ότι τους έκλεβε. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, οι ενάγοντες, ουδεμία δικαιολογία έχουν δώσει για την παράλειψή τους να παρουσιάσουν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο εκτός από τα τέσσερα συνολικά έγγραφα που έχουν παρουσιάσει καθώς και το πρόσωπο που προέβηκε στη σύνταξή του. Και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι οι δυο αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 2 και 3) με βάση και το σχετικό πιστοποιητικό της Μ.Ε.2 που επισυνάπτεται σ' αυτούς έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου των εναγόντων, δεν οδηγεί άνευ άλλου σε αποδοχή του περιεχομένου τους. Και, πολύ περισσότερο, σε απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου τους. Ο ισχυρισμός της μάρτυρος στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ότι το τεκμήριο 2 τηρείται στα αρχεία της εταιρείας και έχει ελεγχθεί από την ίδια σύμφωνα με την καταγραφή του στοκ εμπορευμάτων που έγινε στην οικία του εναγόμενου 1 κατά τον αιφνιδιαστικό έλεγχο που διενήργησε μαζί με τους συναδέλφους της στον ουσιώδη χρόνο, ως επίσης και ότι αναφορικά με το ταμειακό έλλειμμα ετοιμάστηκε και πάλι μια κατάσταση στην οποία σημειώθηκαν τα οφειλόμενα υπόλοιπα που δημιουργούνταν, τα οποία είναι επίσης περασμένα στο ηλεκτρονικό σύστημα της εταιρείας, από το οποίο προέρχονται οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 3), οι οποίες επίσης έχουν ελεγχθεί από την ίδια, δεν αναιρεί το ουσιώδες γεγονός, το οποίο προέκυψε κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, που είναι το εξής: Αυτή, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε καμιά, απολύτως, ερώτηση, αναφορικά με το περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων, αφού, σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν για σκοπούς ανίχνευσης της γνώσης της συναφώς με το περιεχόμενό των λόγω έγγραφων και κυρίως, αμφισβήτησης του περιεχομένου των ίδιων εγγράφων, οι απαντήσεις της, ήταν του τύπου, «δεν μπορώ να απαντήσω», «είναι αδύνατο να θυμάμαι», «είναι ανθρωπίνως αδύνατο να θυμάμαι», «δεν μπορώ να λέω αοριστολογίες», «δεν έχω τα έγγραφα που μου ζητάτε, υπάρχουν στο γραφείο μου (μας)», «δεν είμαι σε θέση να πω πότε προμήθευσαν τον εναγόμενο 1 με οποιοδήποτε προϊόν αναφέρεται το τεκμήριο 2», ενώ, στην υποβολή του δικηγόρου του εναγόμενου 1 ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τους εργοδότες της, «ο σκοπός μου είναι αυτά που κατέγραφα τόσο καιρό να τα καταθέσω..έχω και στοιχεία τα οποία αν θέλετε να τα καταθέσω..» ήταν μέρος της απάντησής της. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ, αφού, όλα όσα προηγήθηκαν για την αποδεικτική αξία της εξ ακοής μαρτυρίας και ιδιαίτερα του περιεχομένου των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήρια 2 και 3) επί της οποίου επιχειρήθηκε από τους ενάγοντες θεμελίωση της αξίωσής τους εναντίον των εναγόμενων, θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση και με τη φύση της εν λόγω αξίωσης και ιδιαίτερα της αιτίας αγωγής των εναγόντων. Η απαίτηση των εναγόντων εδράζεται στη βασική τους θέση, ότι οι εναγόμενοι, κατά τη διάρκεια που ήταν υπάλληλοί τους οικειοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των €85.303,27, ως ακολούθως: ποσό €64.825,27, το οποίο εισέπραξαν από τις πωλήσεις ποτών και κατακρατούν, αντί να αποδώσουν (ως όφειλαν) στους ενάγοντες - εργοδότες τους και €20.478,00, που αποτελεί το έλλειμμα σε στοκ εμπορευμάτων στην αποθήκη του εναγόμενου 1, το οποίο, επίσης παράνομα κατακρατούν αντί να επιστρέψουν στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι, για σκοπούς απόδειξης του επίδικου χρέους των εναγόμενων προς τους ίδιους, επικαλούνται το περιεχόμενο των δύο αναλυτικών καταστάσεων (τεκμήρια 2 και 2), οι οποίες καθώς ήδη έχει αναφερθεί τυπώθηκαν από τους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστής και αποτελούν μέρος του αρχείου τους. Ωστόσο, με εξαίρεση το γεγονός ότι επικαλούνται τα δύο αυτά έγγραφα για σκοπούς στοιχειοθέτησης της απαίτησής τους εναντίον των εναγόμενων, (οι οποίοι, θα πρέπει να σημειωθεί πως δε δέχονται ότι τους οφείλουν οποιοδήποτε ποσό μα ούτε και δέχονται ως ορθές τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού), κατά τη δίκη προέκυψε ότι δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσουν με θετικό τρόπο έστω και ένα στοιχείο περιέχεται σ' αυτά. Το μέγεθος της αδυναμίας τους και η αποτυχία τους να με πείσουν να βασιστώ στα δύο αυτά έγγραφα καθοιονδήποτε τρόπο καταφαίνεται από το γεγονός, ότι, σ' αυτά περιέχονται εκατοντάδες καταχωρήσεις και αναφέρονται χιλιάδες ποσά, (τα οποία αθροιστικά απολήγουν στα δύο ποσά που μαζί συνθέτουν το συνολικό ποσό της αξίωσης τους εναντίον των εναγόμενων) στοιχεία, για τα οποία, οι δύο βασικοί μάρτυρες τους (Μ.Ε.1 και 2) και ιδιαίτερα η Μ.Ε. 2, ως εκ της θέσης της στο λογιστήριό τους, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξουν και τεκμηριώσουν. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση D & G Products Ltd v, Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 263, η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς οτιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας. Το ότι τέτοια δήλωση περιέχεται σε έγγραφο δε μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της μαρτυρίας. Η γενική αναφορά σε υπόλοιπο, αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδεικνύει το αντίστοιχο μέρος της αξίωσης, ακόμη και στην απουσία μαρτυρίας από την άλλη πλευρά. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπόθεση A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 156, η στοιχειοθέτηση απαίτησης βασισμένης σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό και τα κριτήρια για την απόδειξή της είναι διαφορετικά απ' ό, τι ισχύει με απαίτηση που αφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, όπου ο ενάγων έχει το βάρος απόδειξης του χρέους. Και τούτο, επειδή οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν τα οποία πρέπει να αποδειχθούν. Το πόσο παρόμοια είναι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τα αντίστοιχα της υπόθεσης Mantovani (ανωτέρω) καταφαίνεται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την εφετειακή απόφαση: «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν. Ο λογιστής και ο μόνος μάρτυρας των εφεσειόντων, προς υποστήριξη της απαίτησής τους, δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζουν οι λογαριασμοί. Δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας το οποίο να αποδεικνύει την ύπαρξη της οφειλής των εφεσιβλήτων προς τους εφεσείοντες. Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους.» Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ & Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 610, από την οποία προκύπτει ότι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». Των παραπάνω λεχθέντων διαγράφεται η τύχη της αγωγής η οποία και θα πρέπει απορριφθεί παρότι δέχομαι ότι ο λόγος που οδήγησε τους ενάγοντες στο να απολύσουν τους εναγόμενους είναι άμεσα σχετικός, με τη διαπίστωση της ύπαρξης κάποιου ποσού ελλείμματος στον ουσιώδη χρόνο, πολύ πιθανόν τόσο ταμειακού όσο και σε στοκ εμπορευμάτων. Ωστόσο, η παταγώδης αποτυχία των εναγόντων να αποδείξουν με θετική μαρτυρία το ύψος του ποσού του ελλείμματος, δε μου επιτρέπει να εκδώσω απόφαση υπέρ τους για οποιοδήποτε ποσό. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Έστω ότι οι ενάγοντες κατόρθωναν να αποδείξουν το ύψος του ποσού που συνθέτει το επίδικο έλλειμμα. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Δεδομένης της θέσης τους ότι στον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 είχε τον έλεγχο της αποθήκης στην Πάφο στην οποία τοποθετούνταν τα εμπορεύματα τους, τα οποία και οι δύο εναγόμενοι διένεμαν στην επαρχία Πάφου, δηλαδή προέβαιναν σε πωλήσεις και εισέπρατταν το ανάλογο τίμημα, για ποιο ποσό θα εξέδιδα απόφαση εναντίον του ενός και για ποιο εναντίον του άλλου, χωρίς να γνωρίζω τι πωλήσεις πραγματοποίησε ο ένας και τι ο άλλος; Για να το πω και διαφορετικά, χωρίς να γνωρίζω τι ποσό οικειοποιήθηκε καθένας από αυτούς; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική αγωγή για χρέος δυνάμει κατάστασης λογαριασμού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο