ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. Νικολαΐδη Στέλιου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 570/2013, 19/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Γενικής Αίτησης 570/2013 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ, από την Πάφο (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΓΕΙΑΣ ΛΤΔ) Αιτητών Και
- Νικολαΐδη Στέλιου, από την Πάφο
- Νικολαΐδη Μάριου, από την Πάφο
- Νικολαΐδη Αντρούλλας, από την Πάφο
- Αρέστη Άντρης, από την Πάφο Καθ΄ων η αίτηση ------------------------ Μεταξύ: (Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 07/10/2014) ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ, από την Πάφο (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΓΕΙΑΣ ΛΤΔ) Αιτητών Και
- Νικολαΐδη Στέλιου, από την Πάφο
- Νικολαΐδη Μάριου, από την Πάφο
- Νικολαΐδη Αντρούλλας, από την Πάφο
- Αντρούλλα Ανδρέου, από την Πάφο Καθ΄ων η αίτηση ----------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2015 Αίτηση ημερομηνίας 24.10.2013 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χρ. Λουκά για να ακούσει απόφαση κα Κ. Ανδρέου Για την καθ΄ης η αίτηση 4 : κ. Μ. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ H Την 14/05/2013 εκδόθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 1 - 3 διαιτητική απόφαση, που είναι το Τεκμήριο 1 στην αίτηση και οι αιτητές με την υπό κρίση αίτηση τους επιδιώκουν την εγγραφή της. Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην αίτηση, γνωστοποιήθηκε σε όλους τους καθ΄ ων η αίτηση 1 - 4 τον Ιούλιο του 2013 και εναντίον της, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία και την ενόρκως δηλούσα στην αίτηση, δεν ασκήθηκε έφεση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- Στις 23.1.2014 εκδόθηκε διάταγμα για εγγραφή και εκτέλεση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 ενώ η καθ΄ης η αίτηση 4 προβάλλει ένσταση στην εγγραφή της και προς τούτο καταχώρησε γραπτή ένσταση. Οι λόγοι ένστασης της καθ΄ης η αίτηση 4 στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι οι ακόλουθοι: 1) Η καθ΄ης η αίτηση Νο 4 έχει εμπλακεί σε μια δικαστική διαδικασία, η οποία είναι νομικώς τρωτή, και δη, έχει προωθηθεί χωρίς τα απαραίτητα δικονομικά και δικαστικά διαβήματα, η εν λόγω αίτηση δεν έχει θεραπευτεί και κατά συνέπεια η όλη διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης δια της υπό εξέταση αίτηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. 2) Η διαιτητική απόφαση δε φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά της έγκυρης διαιτητικής απόφασης. 3) Η διαιτητική απόφαση είναι αόριστη, ασαφής και ασυνάρτητη, αφού εκδίδεται αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα. Το λεκτικό αυτό αφήνει ασαφές ποιο ποσό οφείλεται από κάθε καθ΄ων η αίτηση. Ως εκ τούτου είναι αόριστη και δεν μπορεί να εγγραφεί. 4) Η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς δικαιολογίας. 5) Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκο δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία. 6) Η νομική βάσης της αίτησης είναι λανθασμένη και ελλιπής και/ή Νόμοι και Θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την αίτηση. 7) Η αίτηση είναι ελαττωματική Νόμω και Ουσία και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/η άκυρη και/ή ανύπαρκτη. 8) Δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο προκειμένου περί διορισμού διαιτητή. 9) Η υπαγωγή της καθ' ης η αίτηση Νο 4 στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή παραβιάζει κα/η στερεί το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση Νο. 4 για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους Αιτητές χωρίς δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να ακουσθεί επί του θέματος. 10) Η υπαγωγή της καθ' ης η αίτηση Νο.4 στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των αιτητών διαιτητή παραβιάζει κατά καταστρατήγηση του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του Περί Διαιτησίας Νόμου το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση Νο. 4 για πρόσβαση στο Δικαστήριο προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης της. 11) Η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά σε συμπαιγνία με μερικούς από τους οφειλέτες. 12) Η Εγγραφή είναι αντίθετη με τους κανονισμούς και την χρηστή διαδικασία, αποκρύβουν ουσιαστικά γεγονότα και/ή δεν αποκαλύπτουν αυτά. 14) Η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την διαδικασία είναι αντικανονική, δεν τηρήθηκαν από τον διαιτητή οι σωστές διαδικασίες και/ή δεν δόθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης. Επίσης ο διαιτητής ενήργησε αυτόβουλα, μόνος του, καταχράστηκε και/ή δεν τήρησε το δικαίωμα για ισότητα και ίση αντιμετώπιση των μερών και ενήργησε μονομερώς υπέρ των Αιτητών. Με την ένορκη της δήλωση η καθ΄ης η αίτηση, που υποστηρίζει την ένστασης της αναφέρει τα ακόλουθα: 2) Εξ' όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, οι Αιτητές κωλύονται (estopped) από του συνεχίσουν την διαδικασία προώθησης της παρούσας αίτησης και την κατ' επέκταση αιτούμενη έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον μου, καθότι ουδέποτε προέβησαν στην ορθή και/ή κατάλληλη και/ή υποχρεωτική ανάληψη των υποχρεώσεων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας Λτδ προγενέστερα της προώθησης της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Οι Ενάγοντες όφειλαν να προχωρήσουν με ειδοποίηση στο δικαστήριο στις 10/1/14 με αποτέλεσμα οι αιτητές να παίρνουν δικονομικά μέτρα, ήτοι επίδοση όταν δεν είχαν το δικαίωμα, δηλαδή με την επίσημη ανάληψη των δικαιωμάτων. 3) Περαιτέρω, αρνούμαι στο σύνολο της την ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Ματθαίου από την Πάφο που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών, ημερομηνίας 24/10/2013 εκτός όπου ρητά παραδέχομαι τον όποιο ισχυρισμό. 4) Ειδικότερα δε, αναφέρω ότι η ένορκη δήλωση της κας Ευαγγελίας Ματθαίου που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών είναι πολύ γενική και αόριστη και ασαφής και οι ισχυρισμοί σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζονται από στοιχεία και λεπτομέρειες. Η ενόρκως δηλούσα, σε μια προσπάθεια της να εξασφαλίσει διάταγμα εγγραφής διαιτητικής απόφασης, προβάλλει ανυπόστατους ισχυρισμούς, χωρίς να αναφέρει την πηγή των γνώσεων της και χωρίς να τεκμηριώνει με στοιχεία την θέση της. Είναι η θέση μου ότι τα όσα αναφέρονται είναι ατεκμηρίωτα, η αίτηση της αιτήτριας είναι νομικά αβάσιμη και τυπικά αβάσιμη, ανυπόστατη και χρίζει διόρθωσης και ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως γενική, αόριστη και αβάσιμη. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει και δεν μπορεί το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξετάσει την αίτηση επί της ουσίας. 5) Περαιτέρω ως με συβουλεύουν οι δικηγόροι μου, και άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρισμών μου, η απόφαση του διαιτητή είναι αόριστη και ασαφής. Υπάρχει αναφορά ότι η απόφαση εκδίδεται εναντίον όλων «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα». Το λεκτικό αυτό είναι αόριστο και δεν ξεκαθαρίζει τι όντως επιβάλει στους καθ' ων η αίτηση. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου δεν είναι ξεκάθαρο αν το ποσό οφείλεται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ή κεχωρισμένα αλλά όχι αλληλέγγυα ή αλληλέγγυα αλλά όχι κεχωρισμένα. Ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν πρέπει να εγγράψει την διαιτητική απόφαση με σκοπό να λαμβάνεται ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης. 6) Εξ' όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου, η διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης δεν ήτο νομότυπη και/ή νόμιμη, καθότι ουδέποτε ειδοποιήθηκα επαρκώς και κατάλληλα από τον διαιτητή και ουδέποτε έλαβα πλήρη γνώση της όλης διαδικασίας. Περαιτέρω, ο διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του εκτός των ορίων εξουσίας του. 7) Περαιτέρω ο διαιτητής δεν διορίστηκε και έδρασε ανεξάρτητα αλλά αντιθέτως ενέργησε μεροληπτικά και λανθασμένα ευνοώντας τα συμφέροντα των αιτητών και αδιαφορώντας για την εξυπηρέτηση της δικαιοσύνης. 8) Εν όψει των ανωτέρω, ευσεβάστως εισηγούμαι ότι το Σεβαστό Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την παρούσα αίτηση με έξοδα εναντίον των Αιτητών, στηριζόμενο στους λόγους που εδράζεται η παρούσα ένσταση καθώς επίσης και στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, θέτοντας επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου για την αποδοχή της αίτησης ενόψει της τήρησης των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος και η νομολογία ως προς το θέμα της εγγραφής διαιτητικής απόφασης από την μια πλευρά και από την άλλη τους λόγους που συνηγορούν στην απόρριψη της αίτησης λόγω ασάφειας και αοριστίας στο περιεχόμενο της. Τα όσα αναφέρονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στο σύνολο τους χωρίς ανάγκη επανάληψης. Σχετική αναφορά γίνεται πιο κάτω και όπου τούτο κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο. Τα όσα αναφέρει η καθ΄ ης η αίτηση 4 στην παρ. 2 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την ένστασης της, ότι δηλαδή οι Αιτητές κωλύονται στη συνέχιση της διαδικασίας καθότι ουδέποτε προέβησαν στην ορθή και/ή κατάλληλη και/ή υποχρεωτική ανάληψη των υποχρεώσεων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας Λτδ προγενέστερα της προώθησης της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 10.9.2014 στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 11.12.2014 που καταχώρησε η καθ΄ ης αίτηση 4 και δεν θεωρώ ορθό να επανέλθω, σχετικό είναι το απόσπασμα στις σελ. 7, 8 και 9 της πιο πάνω απόφασης στο οποίο και παραπέμπω σε σχέση με την αντιμετώπιση του ζητήματος και την κατάληξη του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση των αιτητών στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που είναι το ορθό άρθρο σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία και συνεπώς ο έκτος λόγος της ένστασης που αφορά την νομική βάση της αίτησης κρίνεται ανεδαφικός. Το πιο πάνω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμία περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγρεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς ή (β) να παραπέμπη την διαφορά προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περτίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεσιν εις δικαστήριον εντός είκοσι και μίας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής διαδικασία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52.2 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/85. Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τη δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). Το λεκτικό του άρθρου 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παρ. 713 «Το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση.» Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Επιπλέον στην πιο πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/2008 ημερ. 11.4.2012 αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές.» Τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι της καθ΄ ης η αίτηση στην γραπτή τους αγόρευση σχετικά με την διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, ειδικότερα ότι αυτή δεν ήταν νομότυπη και νόμιμη (καθότι η καθ΄ης η αίτηση ουδέποτε έλαβε πλήρη γνώση της όλης διαδικασίας), ότι ο διαιτητής ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των καθηκόντων του, ότι δεν διορίστηκε και ότι δεν έδρασε ανεξάρτητα και ενήργησε μεροληπτικά αλλά και τα όσα η καθ΄ ης η αίτηση προβάλει στην ένσταση της ως λόγους ένστασης υπ΄αρ. 8,9,10 και 14 αποτελούν ζητήματα ουσίας, τα οποία μπορούσαν να ελεχθούν μόνο με έφεση δυνάμει του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Όλα τα πιο πάνω, άπτονται της ουσίας της διαιτητικής απόφασης και της διαδικασίας που προηγήθηκε της έκδοσής της και σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας η οποία αφορά την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την καθ΄ης η αίτηση 4, αλλά και στην βάση τον όσων αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της, η αναφορά στην επίδικη απόφαση της αόριστης και ασαφούς φράσης «εκδίδω απόφαση εναντίων των καθ΄ων η αίτηση αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα» καθιστά την απόφαση μη επιδεκτική εγγραφής αφού το πιο πάνω λεκτικό δεν ξεκαθαρίζει τι πράγματι επιβάλει στους καθ΄ ων η αίτηση. Δεν είναι ξεκάθαρο, αναφέρουν οι δικηγόροι της, αν το ποσό οφείλεται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ή κεχωρισμένα αλλά όχι αλληλέγγυα ή αλληλέγγυα αλλά όχι κεχωρισμένα. Συνεπώς, καταλήγουν, η απόφαση είναι ασαφής και διφορούμενη και ως εκ τούτο δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση έγκυρης απόφασης και για αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί η εγγραφή της. Υπό τις περιστάσεις και στα πλαίσια εξέτασης της πιο πάνω θέσης, θα πρέπει να εξεταστεί εάν η επίδικη διαιτητική απόφαση, ως είναι διατυπωμένη φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Η επίδικη απόφαση είναι το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία διαπιστώνω ότι σε αυτή γίνεται αναφορά, (α) στη νομική βάση της απόφασης (βλ. την επικεφαλίδα της απόφασης όπου γίνεται μνεία στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμό 79), (β) το όνομα του Διαιτητή (Ανδρέας Κωνσταντινίδης, εκ Πάφου) και αναφορά στο γεγονός ότι αυτός είναι διορισθείς για να επιδικάσει συγκεκριμένη διαφορά μεταξύ αιτητών και καθ΄ων η αίτηση, (γ) στα μέρη της διαφοράς και την ιδιότητα τους, (δ) στις απαιτήσεις και στην διαφορά των μερών της Ενάγουσας εταιρείας η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της ενώπιον του διαφοράς, (ε) στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι (που είναι οι καθ' ων η αίτηση) ειδοποιήθηκαν κατάλληλα για την διαδικασία με αναφορά και στα πρόσωπα που εμφανίστηκαν (Στέλιος και Μάριος Νικολαΐδης) και παραδέχτηκαν το χρέος. (ζ) την αιτιολογία και το διατακτικό της απόφασης, συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, «Λαμβάνοντας υπόψη τα ποιο πάνω, καθώς και τα ενώπιο μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω όπως: (α) Το πιο πάνω ποσό και οι τόκοι πληρωθούν αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα από τους πιο πάνω εναγόμενους και όπως η υποθήκη με αρ. Υ6321/06, που δόθηκε για ασφάλεια του πιο πάνω χρέους, εκποιηθεί ως η απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας. (β) Έξοδα €156.- πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ίδιους (ως η παράγραφος (α)). (η) η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και ο τόπος έκδοσής της (Πέγεια, την 14 Μαΐου, 2013). (θ) η υπογραφή του Διαιτητή. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43, δεν απαιτείται η χρήση συγκεκριμένου τύπου λέξεων ή όρων προκειμένου να είναι έγκυρη η διαιτητική απόφαση, αρκεί αυτή να είναι σαφής ώστε να μπορεί να είναι εκτελεστή: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Σύμφωνα επίσης, με την αγγλική νομολογία, η οποία υιοθετήθηκε σε σωρεία αποφάσεων Κυπριακών Δικαστηρίων, τα Δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο φιλελεύθερο τρόπο ώστε να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι, συνήθως δεν αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της απόφασης. Τούτο με αφετηρία τα λεχθέντα στην παλαιά υπόθεση In Wood v. Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298, στην οποία ο Lord Eldon LC ανέφερε τα ακόλουθα: «It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.» Τα όσα κατά την άποψη μου προβάλλονται ως λόγοι που εμποδίζουν την εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης δεν ευσταθούν. Δεν έχω εντοπίσει καμία ασάφεια και αοριστία ως προς το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης σε σημείο που θα εμπόδιζε την εγγραφή της. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόδηλη έλλειψη γνωρίσματος έγκυρης απόφασης και απορρίπτω τους λόγους ένστασης που βάλλουν κατά της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης από απόψεως τύπου ή/και εξωτερικών γνωρισμάτων αυτής. Η αναφορά στην διαιτητική απόφαση σε πληρωμή του ποσού που αυτή αφορά «αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα», δεν δημιουργεί καμία σύγχυση και δεν προσδίδει διφορούμενο νόημα σε κάποια έννοια που να καθιστά τρωτή την απόφαση ως προς το θέμα της εγγραφής της. Η καθ΄ης η αίτηση 4 νοείται, με βάση το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία απόφαση αναφέρεται και αφορά συγκεκριμένο ποσό ήτοι €92.842,80 και όχι τα ποσά που αναφέρουν οι συνήγοροι της στην προτελευταία σελίδα της αγόρευσης τους, ότι μαζί με τα άλλα πρόσωπα που αφορά η απόφαση αλλά και ξεχωριστά η ίδια, αλλά και ο καθένας τους μαζί και ξεχωριστά ευθύνονται για την πληρωμή του πιο πάνω ποσού της απόφασης. Η απόφαση δεν θα πρέπει να κριθεί κατά απομόνωση των αναφερόμενων σε αυτήν, αλλά με βάση το σύνολο του περιεχομένου της. Θα ήταν ίσως ορθότερο, η διατύπωση να γινόταν με την φράση «αλληλέγγυα και κεχωρισμένα», η αναφορά όμως, της φράσης «και/η», δεν αλλοιώνει οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία της η οποία αποδίδεται από το σύνολο της και είναι εύκολα και χωρίς καμία δυσκολία κατανοητή. Καταλήγοντας, με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν λόγοι για την μη εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης και κρίνω ότι ορθό και δίκαιο είναι όπως η αίτηση εγκριθεί και εγκρίνεται. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση και εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 4. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ΄ης αίτηση 4, αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση. Τα αρχικά έξοδα της αίτησης, θα είναι κοινά με τους καθ΄ων η αίτηση 1,2 και 3 και ένα σετ να πληρωθεί στους αιτητές. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο