← Κύπρος

Παρασκευά Σαββίδη, από τη Γεροσκήπου, διά του φυσικού κηδεμόνος και πλησιέστερου συγγενούς και φίλου πατρός του, Κωνσταντίνου Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκ

Παρασκευά Σαββίδη, από τη Γεροσκήπου, διά του φυσικού κηδεμόνος και πλησιέστερου συγγενούς και φίλου πατρός του, Κωνσταντίνου Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός Αγωγής: 4411/2010, 16/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 4411/2010 Μεταξύ: Παρασκευά Σαββίδη, από τη Γεροσκήπου, διά του φυσικού κηδεμόνος και πλησιέστερου συγγενούς και φίλου πατρός του, Κωνσταντίνου Σάββα, από τη Γεροσκήπου Ενάγοντα -και- Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα, ως εκπροσώπου αυτής, από τη Λευκωσία Εναγόμενης ---------------------------------------- Ημερομηνία: 16.6.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Σ. Φλωράκη Για Εναγόμενη: κ. Α. Χ'' Κύρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον της Δημοκρατίας, η οποία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής του πρώτου είναι για: «

  1. Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές, τις οποίες υπέστη κατά ή περί την 22η.12.2008 συνεπεία ατυχήματος, το οποίο επεσυνέβη λόγω αμελούς επίβλεψης και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των καθηγητών και/ή των υπαλλήλων της Εναγομένης, οι οποίοι όφειλαν να επιβλέπουν επιμελώς τον Ενάγοντα ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ανήλικος μαθητής της Β΄ Τάξης του Γυμνασίου Αγίας Παρασκευής στο Δήμο Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου, και/ή παρέλειψαν να λάβουν ασφαλή μέτρα για αποτροπή του ατυχήματος το οποίο επεσυνέβη κατά τη διάρκεια του μαθήματος Σωματικής Αγωγής στο εν λόγω Γυμνάσιο και ενώ ο Ενάγων ενεργούσε σύμφωνα με οδηγίες του καθηγητού Σωματικής Αγωγής.
  2. Νόμιμο Τόκο.
  3. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου: 10245161Ν).» Συνοπτικά, η εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα, σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του είναι η εξής: Στον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 14 χρόνων και φοιτούσε στη Β΄ τάξη του Γυμνασίου Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου. Ήταν αθλητής στίβου, υγιέστατος και με ακμαίες πνευματικές και σωματικές δυνάμεις. Κατά ή περί τις 22.12.2008, το τμήμα του είχε μάθημα φυσικής αγωγής, το οποίο, καθότι ο καιρός ήταν βροχερός, με απόφαση του καθηγητή διδασκαλίας του διεξήχθη στην κλειστή αίθουσα καλαθόσφαιρας του σχολείου αντί στις εξωτερικές αθλητικές εγκαταστάσεις του, όπου διεξάγονται συνήθως τα μαθήματα φυσικής αγωγής. Το μάθημα περιλάμβανε προπόνηση και/ή εξάσκηση στο αγώνισμα του διασκελισμού εμποδίων. Για σκοπούς διεξαγωγής του μαθήματος, ο καθηγητής ανάθεσε στους μαθητές της τάξης να τοποθετήσουν οι ίδιοι τα εμπόδια, υποδεικνύοντας τους ταυτόχρονα, τον τρόπο καθώς και τη σειρά τοποθέτησής τους, ως ακολούθως: Πέντε συνολικά εμπόδια, ύψους περίπου ένα μέτρο και έξι εκατοστά και σε απόσταση ενός μέτρου με ένα μέτρο και τριάντα περίπου εκατοστά, μεταξύ τους. Για την εν λόγω άσκηση χρησιμοποιήθηκε μόνο το μισό γήπεδο καλαθόσφαιρας. Συγκεκριμένα, από το καλάθι μέχρι και την κεντρική γραμμή, σε μια συνολική απόσταση 14 περίπου μέτρων. Ακολούθως, ο καθηγητής του μαθήματος, αφού έλεγξε και επιβεβαίωσε ότι τα εμπόδια τοποθετήθηκαν με τον ορθό κατά την κρίση του τρόπο, επέλεξε ένα μαθητή για να δείξει στους υπόλοιπους παραστατικά τον τρόπο διεξαγωγής της άσκησης και αμέσως μετά, οι μαθητές σχημάτισαν σειρά και άρχισαν να διασκελίζουν τα εμπόδια. Όταν έφθασε η σειρά του ενάγοντα, αφού διασκέλισε τα 4 πρώτα εμπόδια, με το που προσπάθησε να αναπτύξει ταχύτητα και να υπερπηδήσει το τελευταίο εμπόδιο, λόγω της μικρής απόστασης που υπήρχε μεταξύ των εμποδίων, κατά το διασκελισμό και/ή του μη ορθού τρόπου με τον οποίο τοποθετήθηκαν τα εμπόδια και/ή της έλλειψης σαφών οδηγιών για το διασκελισμό τους από τον καθηγητή και/ή λόγω της ακαταλληλότητας του δαπέδου, σκόνταψε και/ή πιάστηκε το πόδι του επί του εμποδίου, με άμεσο συνεπακόλουθο τη σφοδρή πτώση του στο δάπεδο, το οποίο ήταν ακατάλληλο και/ή επικίνδυνο για τη διενέργεια της άσκησης. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι το επίδικο ατύχημα και οι συνεπακόλουθες ζημιές, απώλειες και έξοδα που προκλήθηκαν στον ίδιο οφείλονται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων της Δημοκρατίας και του καθηγητή του μαθήματος φυσικής αγωγής, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος και/ή υπηρέτης και/ή αντιπρόσωπος και/ή ενεργούσε για λογαριασμό της Δημοκρατίας. Οι σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης νομικών καθηκόντων εκτίθενται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης. Στο βαθμό και την έκταση που κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σ' αυτές αργότερα. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του ενάγοντα, η εναγόμενη, με την υπεράσπισή της αντιτείνει τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, το μάθημα φυσικής αγωγής έγινε στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του σχολείου όπου υπάρχουν κατάλληλες εγκαταστάσεις για διεξαγωγή του μαθήματος. Είχε γίνει άσκηση υπερπήδησης των εμποδίων και είχαν προηγηθεί στο μάθημα ασκήσεις ζεστάματος/προθέρμανσης και άλλες προασκήσεις. Τα εμπόδια τοποθετήθηκαν με τον ορθό και κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με τις αρχές της προπονητικής και παιδαγωγικής και εξυπηρετείτο ο παιδαγωγικός/προπονητικός στόχος που είχε τεθεί. Οι αποστάσεις μεταξύ των εμποδίων ήταν ορθές, ενδεδειγμένες και κατάλληλες, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραμέτρων. Η εκτέλεση της άσκησης υπερπήδησης εμποδίων από τους μαθητές, περιλαμβανομένου του ενάγοντα έγινε αφότου η τοποθέτηση των εμποδίων ήταν με τον ορθό και κατάλληλο τρόπο και αφότου όλοι οι μαθητές είχαν καταλάβει και προετοιμαστεί για τον τρόπο εκτέλεσης της άσκησης. Ο ενάγοντας δεν εξέφρασε καμιά απορία ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της άσκησης, ούτε δισταγμό, ούτε δυσκολία ή αδυναμία εκτέλεσής της. Αντίθετα, επειδή ήταν αθλητής στίβου είχε την απαραίτητη εξοικείωση με την άσκηση και/ή παρόμοιου τύπου ασκήσεις. Ο ενάγοντας, κατά την εκτέλεση της άσκησης τραυματίστηκε μετά από πτώση. Τα εμπόδια τοποθετήθηκαν με τον ορθό και κατάλληλο τρόπο και δόθηκαν οι κατάλληλες, σαφείς και ορθές οδηγίες στους μαθητές, περιλαμβανομένου του ενάγοντα για την εκτέλεση της άσκησης. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το δάπεδο ήταν ακατάλληλο και/ή επικίνδυνο για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης άσκησης είναι ανυπόστατος, καθότι το δάπεδο αποτελείται και/ή καλύπτεται από πλαστικό και/ή άλλο υλικό πολυμεράσης και/ή ταρτάν και/ή άλλο εγκεκριμένο υλικό και/ή κατάλληλο υλικό. Η εναγόμενη δεν έχει ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Η όποια ευθύνη τυχόν υπάρχει γι αυτό βαραίνει αποκλειστικά και/ή σε μεγάλο βαθμό τον ενάγοντα, στη βάση των ακόλουθων λεπτομερειών αμέλειας: «(α) Ο Ενάγοντας δεν εκτέλεσε την υπερπήδηση των εμποδίων με την δέουσα προσοχή και φροντίδα. (β) Ο Ενάγοντας ήταν αφηρημένος κατά την εκτέλεση υπερπήδησης των εμποδίων. (γ) Ο Ενάγοντας δεν ακολούθησε τις οδηγίες υπερπήδησης των εμποδίων που του είχαν δοθεί από τον καθηγητή Φυσικής Αγωγής. (δ) Ο Ενάγοντας αμελώς και απρόσεκτα εκίνησε το πόδι του προς το εμπόδιο με τρόπο ώστε να κτυπήσει επ' αυτού, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει χωρίς να καταφέρει να το υπερπηδήσει παρόλο που προηγουμένως είχε πράξει τούτο. (ε) Ο Ενάγοντας δεν εκινήθηκε με ορθό τρόπο κατά την πτώση του ώστε να αποφύγει τον τραυματισμό. (στ) Ο Ενάγοντας αμελώς και απρόσεκτα συγκρούστηκε με το έδαφος παραλείποντας να προβεί σε κίνηση αποφυγής της σύγκρουσης του χεριού του με το έδαφος με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφύγει τον τραυματισμό του.» H εναγόμενη ισχυρίζεται και τα εξής: Ο επί καθήκοντι καθηγητής φυσικής αγωγής εκτέλεσε το καθήκον διδασκαλίας με επιμέλεια, γνώση και ικανότητα και χωρίς να εκθέτει τους μαθητές σε υπέρμετρους και/ή αχρείαστους κινδύνους, επιβλέποντας και καθοδηγώντας με προσοχή την εκτέλεση των ασκήσεων και/ή της υπερπήδησης των εμποδίων από τους μαθητές, περιλαμβανομένου του ενάγοντα. Ο τελευταίος, ενώ είχε ξανακάνει τη συγκεκριμένη ή παρόμοια άσκηση και ήταν εξοικειωμένος και ενώ είχε υπερπηδήσει τα πρώτα εμπόδια της σειράς, στο τελευταίο, ατυχώς και δυστυχώς, δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα να πέσει χωρίς να καταφέρει να προστατευτεί από την πτώση και να τραυματιστεί χωρίς αυτό να συνεπάγεται ευθύνη για τον επιβλέποντα καθηγητή. Η ισχυριζόμενη βλάβη που υπέστη δε συνδέεται αιτιωδώς με την ισχυριζόμενη στην έκθεση απαίτησης αμέλεια και/ή παράβαση του καθήκοντος της εναγόμενης (που εν πάση περιπτώσει η τελευταία αρνείται) μα ούτε και ήταν λογικά προβλεπτή. Δεδομένου ότι οι ειδικές αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι η διακρίβωση των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και η ευθύνη γι αυτό και ο προσδιορισμός του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας για της σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλειες που υπέστη, απότοκο του ατυχήματος. Ο συμμαθητής του ενάγοντα στον ουσιώδη χρόνο, Δημήτρης Φιλίππου, ο ενάγοντας Παρασκευάς Σαββίδης και ο γυμναστής, απόφοιτος του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, Χριστόδουλος Σωφρονίου (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα) είναι οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα κατά τη δίκη. Από την άλλη, μαρτυρία για την υπόθεση της εναγόμενης δόθηκε μόνο από τον καθηγητή φυσικής αγωγής στον ουσιώδη χρόνο, Σάββα Νεοφύτου. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες καθώς και τον ενάγοντα, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Για τους δύο μάρτυρες που κατάθεσαν ως πραγματογνώμονες (ο Σάββας Νεοφύτου κατάθεσε και επί των γεγονότων) προστίθενται και τα εξής: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Προτού υπεισέλθω σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν κατά τη δίκη θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής: Καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στην προηγούμενη υπόθεση υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Οι παραπάνω αρχές συμπυκνώνονται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Μαυρουδή ν. Global Consolidated, Resources Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2010, ημερομηνίας 4.6.2015, στην οποία προστίθεται ότι η έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου δε θεραπεύεται με ερωτήσεις κατά το στάδιο της ακρόασης. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές, η πρώτη βασική διαπίστωση στην οποία προβαίνω είναι η εξής: Μολονότι οι διάδικοι προέβησαν σε τροποποίηση των δικογράφων τους (μία φορά ο ενάγοντας και δύο η εναγόμενη) εντούτοις, κατά τη δίκη υπήρξε θεμελιακή απόκλιση από αυτά εκ μέρους τους, αναφορικά με το πλέον σημαντικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω, που αφορά στη διακρίβωση των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και την ευθύνη γι αυτό, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, σε ό, τι αφορά τον ενάγοντα, τουλάχιστον, ένας από τους πλέον βασικούς ισχυρισμούς του, εξουδετερώνεται από τα ίδια τα δικόγραφά του. Το παραπάνω γεγονός, που ασφαλώς αποτελεί απαράδεκτη εκτροπή από τα δικονομικά θέσμια σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, θα έχει επιπτώσεις, όχι μόνο σε θέματα αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά, κυρίως, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπόθεσης κάθε πλευράς και ιδιαίτερα του ενάγοντα που έχει και το βάρος απόδειξης της αγωγής. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον ενάγοντα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, τα ουσιαστικά γεγονότα που στοιχειοθετούν την ευθύνη της εναγόμενης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος είναι τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ο καθηγητής του μαθήματος φυσικής αγωγής το οποίο περιλάμβανε την προπόνηση και/ή εξάσκηση στο αγώνισμα διασκελισμού εμποδίων ανάθεσε στους μαθητές της τάξης του ενάγοντα να τοποθετήσουν τα 5 συνολικά εμπόδια εντός της κλειστής αίθουσας καλαθόσφαιρας, καθ' υπόδειξή του, ως εξής: Στο μισό γήπεδο καλαθόσφαιρας, από το καλάθι μέχρι και την κεντρική γραμμή, δηλαδή σε μία συνολική απόσταση 14 περίπου μέτρων, σε απόσταση ενός μέτρου με ένα μέτρο και τριάντα εκατοστά μεταξύ τους και σε ύψος, ένα μέτρο και έξι εκατοστά περίπου. Λόγω της πολύ μικρής και/ή ελάχιστης απόστασης που υπήρχε μεταξύ των εμποδίων, δεν υπήρχε ο επαρκής και/ή ο εύλογα αναμενόμενος χώρος που να επιτρέπει την ανάπτυξη της απαιτούμενης ταχύτητας για τον επιτυχή και/ή ασφαλή διασκελισμό των εμποδίων. Στη συνέχεια, ο καθηγητής επέλεξε ένα μαθητή για να δείξει στους υπόλοιπους παραστατικά τον τρόπο διεξαγωγής της άσκησης και αμέσως μετά, οι μαθητές σχημάτισαν σειρά και άρχισαν να διασκελίζουν τα εμπόδια κατά τον υποδεικνυόμενο τρόπο. Όταν έφθασε η σειρά του ενάγοντα διασκέλισε τα πρώτα 4 εμπόδια και με το που προσπάθησε να αναπτύξει ταχύτητα για να υπερπηδήσει το τελευταίο, «.λόγω της πολύ μικρής απόστασης που υπήρχε μεταξύ των εμποδίων, κατά τον διασκελισμό και/ή του μη ορθού τρόπου με τον οποίο τοποθετήθηκαν τα εμπόδια και/ή της έλλειψης σαφών οδηγιών για το διασκελισμό των εμποδίων από τον Καθηγητή και/ή λόγω της ακαταλληλότητας του δαπέδου, σκόνταψε και/ή πιάστηκε το πόδι του επί του εμποδίου, με άμεσο συνεπακόλουθο τη σφοδρή πτώση του στο δάπεδο..». Επισημαίνεται ότι οι λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων της εναγόμενης και/ή των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της που εκτίθενται στη συνέχεια, είτε κινούνται στη λογική των παραπάνω λόγων, είτε δεν προωθήθηκαν καθόλου κατά τη δίκη. Ας δούμε τώρα και μερικές από τις θέσεις που προώθησε κατά τη δίκη ο ενάγοντας, προσωπικά και/ή μέσω του Μ.Ε.1: Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο συμμαθητής του (Μ.Ε.1) στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 1), παρόν κι αυτός κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, τα εμπόδια ήταν 10 και τοποθετήθηκαν σε δύο σειρές, η μία δίπλα από την άλλη. Το πρώτο εμπόδιο ήταν μπροστά από την τελική γραμμή του γηπέδου, δεξιά της μπασκέτας και το τελευταίο, λίγο πριν το κέντρο του γηπέδου. Η απόσταση μεταξύ τους ήταν περίπου ενάμισι μέτρο. Μόλις ήταν έτοιμα τα εμπόδια χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, στάθηκαν σε δύο σειρές, ο ένας πίσω από τον άλλο και μόλις ο καθηγητής τούς είπε να προχωρήσουν, οι δύο πρώτοι μαθητές ξεκίνησαν να πηδάνε πάνω από τα εμπόδια και οι υπόλοιποι ακολουθούσαν ανά δυάδες. Ο ίδιος ήταν στην ίδια δυάδα με τον ενάγοντα. Με τη σειρά του, ο ενάγοντας (Μ.Ε.2) στη δική του γραπτή δήλωση (τεκμήριο 2) αναφέρει περίπου ό, τι και ο προηγούμενος μάρτυρας καθώς και τα εξής: Στην αρχή τα εμπόδια ήταν σε χαμηλό ύψος και σίγουρα κάτω από το ένα μέτρο. Σ' αυτό το ύψος κάνανε κάποιες ασκήσεις εμποδίων, όμως δε θυμάται πόσες ακριβώς. Μετά, ο καθηγητής τούς είπε και ανέβασαν το ύψος των εμποδίων, ξανάκαναν κι άλλες ασκήσεις, χωρίς όμως και πάλι να θυμάται πόσες ακριβώς. Ακολούθως, κατόπιν οδηγιών του καθηγητή ανέβασαν κι άλλο το ύψος των εμποδίων, ωστόσο, για να είναι ειλικρινής, δε θυμάται πόσες φορές ανέβασαν τα εμπόδια σταδιακά. Καθ' όλη τη διάρκεια των ασκήσεων άλλαζε μεν το ύψος των εμποδίων, όχι όμως η θέση τους. Όλες αυτές οι ασκήσεις ήταν σχετικά εύκολες, επειδή, αν και τα εμπόδια ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, ήταν χαμηλά, πιο κάτω από τον κάβαλο του και γι αυτό τα πέρασε τόσο αυτός όσο και οι συμμαθητές του. Μετά όμως, ο καθηγητής τούς είπε να τα βάλουν στο πιο ψηλό ύψος. Σίγουρα ήταν πάνω από ένα μέτρο, νομίζει ένα μέτρο και έξι εκατοστά που είναι το ψηλότερο ύψος των εμποδίων. Τότε δυσκόλεψαν πολύ τα πράγματα γιατί το πόδι του και πολλών άλλων συμμαθητών του ήταν πιο χαμηλά από το εμπόδιο. Δηλαδή, αν έβαζε το ένα πόδι από τη μια πλευρά του εμποδίου και το άλλο από την άλλη, με το εμπόδιο ανάμεσα στα σκέλια του, δεν έφτανε να πατήσει τα πόδια του. Έπρεπε να είναι στις μύτες των ποδιών του για να φτάνει. Συνεχίζοντας ο ενάγοντας αναφέρει τα εξής (πάντοτε στη γραπτή του δήλωση): Πολλοί συμμαθητές του δεν ήθελαν να κάνουν την άσκηση γιατί τη θεωρούσαν δύσκολη λόγω του ύψους των εμποδίων. Διστάσανε όλοι, αφού τη συγκεκριμένη άσκηση με τόσο ψηλά εμπόδια δε θυμάται να την είχαν ξανακάνει ούτε και στο ανοιχτό γήπεδο. Δίστασε και ο ίδιος να την κάνει, αλλά (για λόγους που αναφέρει) ένοιωθε ότι έπρεπε να την κάνει. Όταν ήρθε η σειρά του να πηδήξει τα εμπόδια πέρασε τα πρώτα 4 με δυσκολία. Και τούτο, επειδή, ενώ πατούσε το δεξί του πόδι για να βάλει δύναμη, τέντωνε το αριστερό του πάνω από το εμπόδιο το οποίο προσγειωνόταν, μετά πατούσε και το δεξί πιο μπροστά και χωρίς να έχει χώρο να κάνει τον τριπλό βηματισμό για να ξαναβάλει δύναμη στο δεξί να πάρει ύψος για να περάσει το αριστερό πάνω από το εμπόδιο, έπρεπε με το δεξί πόδι που μόλις είχε προσγειωθεί να βάλει δύναμη και φόρα και να πάρει ύψος για να περάσει το αριστερό πόδι το επόμενο εμπόδιο. Το γεγονός ότι τα εμπόδια ήταν σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, αλλά και ψηλά σε ύψος έκανε την άσκηση πιο δύσκολη από τις προηγούμενες. Άρα, το δεξί του πόδι, μόλις προσγειώθηκε την τελευταία φορά πηδώντας το τέταρτο εμπόδιο, επειδή δεν είχε χώρο, έβαλε δύναμη για να πάρει ύψος, αλλά δεν τα κατάφερε και αρχικά χτύπησε το τεντωμένο αριστερό του πόδι πάνω στο τελευταίο εμπόδιο κι έπειτα και το δεξί και έπεσε κάτω και σχεδόν έκατσε πάνω στο δεξί του χέρι. Νομίζει ότι για την πτώση του έφταιγε ότι τα εμπόδια ήταν πολύ κοντά μεταξύ τους και στην τελευταία άσκηση πολύ ψηλά. Ακόμη, για το ότι έπεσε νομίζει ότι φταίει και το δάπεδο της κλειστής αίθουσας (οι λόγοι αναφέρονται). Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, αφής στιγμής η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι τα εμπόδια με τα οποία εκτελέστηκε η άσκηση που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα ήταν 5, ο ίδιος καθώς και ο Μ.Ε.1 δεν μπορούν ενόρκως να ισχυρίζονται πως ήταν 10 τα οποία στήθηκαν σε δύο σειρές των 5 εμποδίων, που δεν είναι το ίδιο. Αυτό ισχύει και για τον ισχυρισμό τους για την απόσταση που υπήρχε μεταξύ των εμποδίων, την οποία ο Μ.Ε.1 προσδιορίζει στο ενάμισι περίπου μέτρο και ο ενάγοντας, στο ένα με ενάμισι μέτρο το πολύ, που δεν είναι το ίδιο με το ένα μέτρο με ένα μέτρο και τριάντα εκατοστά περίπου, που αποτελεί τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα. Ωστόσο, είτε η μια θέση ληφθεί υπόψη είτε η άλλη, ανακύπτει ακόμη ένα πρόβλημα, καταλυτικής, θα έλεγα, σημασίας, για την υπόθεση του ενάγοντα, η οποία πλήττεται σοβαρά, από τους ίδιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, τα εμπόδια ήταν 5, σε απόσταση ενός μέτρου με ένα μέτρο και τριάντα εκατοστά περίπου μεταξύ τους και για την άσκηση χρησιμοποιήθηκε μόνο το μισό γήπεδο καλαθόσφαιρας. Συγκεκριμένα, από το καλάθι μέχρι και την κεντρική γραμμή. Χρησιμοποιήθηκε δηλαδή, προστίθεται, μία συνολική απόσταση, 14 περίπου μέτρων. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, οι παραπάνω θέσεις του ενάγοντα, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Για να το πω και διαφορετικά, το αβάσιμό τους προκύπτει εξ αντικειμένου από το ίδιο το δικόγραφό του και όχι ως αποτέλεσμα αξιολόγησης, είτε της μαρτυρίας του είτε της μαρτυρίας του Μ.Ε.1. Τι θέλω να πω με αυτό είναι το εξής: Αν υποτεθεί ότι ευσταθεί η θέση του ενάγοντα ότι το πρώτο εμπόδιο τοποθετήθηκε στο καλάθι του γηπέδου και η απόσταση μεταξύ των 5 εμποδίων ήταν όχι το ένα μέτρο, αλλά το ένα μέτρο και τριάντα περίπου εκατοστά που είναι και η μεγαλύτερη απόσταση που μπορώ να λάβω υπόψη σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και το μήκος του μισού γηπέδου καλαθόσφαιρας είναι 14 μέτρα (ότι τόση είναι συγκεκριμένη απόσταση, κατά τη δίκη αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών) δεν μπορεί την ίδια ώρα να ευσταθεί και η θέση του ότι για την άσκηση υπερπήδησης εμποδίων χρησιμοποιήθηκε συνολική απόσταση 14 περίπου μέτρων. Αν ισχύει η πρώτη από τις θέσεις του, με απλό μαθηματικό υπολογισμό, η συνολική απόσταση που καταλάμβαναν τα εμπόδια, δεν μπορεί να ήταν πέραν των πέντε μέτρων και είκοσι εκατοστά. Φυσικά, ούτε και το αντίθετο μπορεί να ισχύει, αφού, αν υποτεθεί ότι για την περί ου ο λόγος άσκηση, τα 5 εμπόδια τοποθετήθηκαν σε μία απόσταση 14 περίπου μέτρων, δεν μπορεί η μεταξύ τους απόσταση να ήταν ένα μέτρο και τριάντα εκατοστά, αλλά, τρεισήμισι μέτρα. Ωστόσο, ακόμη και με βάση αυτά που ανάφεραν ενόρκως ο ενάγοντας καθώς και ο Μ.Ε,1, δεν αναιρείται είτε το αβάσιμο είτε το παράλογο των επί του προκειμένου δικογραφημένων θέσεων του πρώτου, αφού, αν υποτεθεί ότι το πρώτο εμπόδιο ήταν τοποθετημένο μετά την τελική γραμμή του γηπέδου και τα 5 εμπόδια είχαν απόσταση το πολύ ενάμιση μέτρο μεταξύ τους, το τελευταίο εμπόδιο, δεν μπορεί να ήταν τοποθετημένο πριν την κεντρική γραμμή του γηπέδου, δηλαδή στο κέντρο περίπου του γηπέδου καλαθόσφαιρας, αλλά, αρκετά πιο πίσω, στα έξι περίπου μέτρα, ενώ, αν ισχύει ο ισχυρισμός του ότι το πρώτο εμπόδιο καθώς και το τελευταίο ήταν τοποθετημένα στις θέσεις που ανάφερε τόσο αυτός όσο και ο μάρτυράς του, τότε, η απόσταση μεταξύ των 5 εμποδίων δεν μπορεί να ήταν ενάμισι μέτρο (που αποτελεί τη μεγαλύτερη απόσταση που και οι δύο αναφέρουν στη γραπτή τους δήλωση), αλλά και πάλιν τα τρεισήμισι μέτρα. Των παραπάνω λεχθέντων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα πολύ μικρή απόσταση που υπήρχε μεταξύ των εμποδίων στον ουσιώδη χρόνο αποτέλεσε μία από τις αιτίες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος είναι σαφές, ότι, αυτός, δεν μπορεί να επικαλείται το συγκεκριμένο στοιχείο, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της βασικής του θέσης, ότι η ευθύνη πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος βαραίνει την εναγόμενη. Και τούτο, επειδή, η επί του προκειμένου δικογραφημένη θέση του είναι τόσο αντινομική, σε βαθμό που δε βγαίνει καθόλου νόημα τι εννοεί με αυτή, για να τίθεται θέμα προσαγωγής μαρτυρίας, για σκοπούς απόδειξής της. Σε συνέχεια των προηγούμενων, ούτε και στο ύψος των εμποδίων μπορεί να επενδύει ο ενάγοντας για τον ίδιο σκοπό. Καταρχήν, στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία παραθέτει την εκδοχή του αναφορικά με τον τρόπο που τοποθετήθηκαν τα εμπόδια από τους μαθητές στον ουσιώδη χρόνο, καθ' υπόδειξη του καθηγητή του μαθήματος φυσικής αγωγής, για σκοπούς προπόνησης και/ή εξάσκησης στο αγώνισμα του διασκελισμού εμποδίων, ισχυρίζεται ότι τα εμπόδια είχαν ύψος - εξ υπαρχής, όπως είναι διατυπωμένη ολόκληρη η εν λόγω παράγραφος - περίπου ένα μέτρο και έξι εκατοστά. Η επ' ακροατηρίω εκδοχή του είναι τελείως διαφορετική και προφανώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού αφίσταται της επί του προκειμένου δικογραφημένης εκδοχής του. Βασικά, σε συμφωνία περίπου με τον καθηγητή του μαθήματος - που ήταν και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση της εναγόμενης - ισχυρίστηκε ότι η άσκηση υπερπήδησης εμποδίων εκτελέστηκε τουλάχιστον τέσσερις φορές, με το ύψος των εμποδίων να τοποθετείται αρχικά κάτω από το έναν μέτρο το οποίο ανέβαινε σταδιακά, μέχρι που ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο που μπορούσε να ανέβη που είναι - νομίζει - το ένα μέτρο και έξι εκατοστά. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία περιγράφει τον τρόπο που επιχείρησε να εκτελέσει την άσκηση και αναφέρει επιγραμματικά τις αιτίες της πτώσης του στο δάπεδο, δεν αναφέρει το ύψος των εμποδίων και ειδικά του πέμπτου εμποδίου, ως μια τέτοια αιτία. Ακόμη και στις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων που αποδίδει στην εναγόμενη και/ή στους υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της με την παράγραφο 11, που όπως αναφέρει με την παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης προκάλεσαν το επίδικο ατύχημα καθώς και τις συνεπακόλουθες ζημιές, απώλειες και έξοδα στον ίδιο, ουδεμία νύξη γίνεται για το ύψος των εμποδίων κατά τον κρίσιμο χρόνο, που ασφαλώς πρόκειται για το χρόνο, αμέσως πριν και κατά το ατύχημα. Ότι το ύψος των εμποδίων, όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τις λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των νομικών καθηκόντων που αποδίδονται δικογραφικά από τον ενάγοντα στην εναγόμενη και ουσιαστικά στον καθηγητή του μαθήματος φυσικής αγωγής στον ουσιώδη χρόνο, θα πρέπει να αποκλειστεί από τις αιτίες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των λεπτομερειών αμέλειας κ.λ.π. που ο ενάγοντας καταλογίζει στην εναγόμενη καθώς και τον καθηγητή του μαθήματος με την παράγραφο 11 (β) της έκθεσης απαίτησης, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «Η Εναγόμενη και/ή οι υπάλληλοι της και/ή ο Καθηγητής εξέθεσαν τον Ενάγοντα σε κίνδυνο σωματικής βλάβης και ζημιάς ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τον κίνδυνο, ο οποίος ήταν καθ' όλα προβλεπτός. Ο κίνδυνος στην προκειμένη περίπτωση, ήταν εκείνος της πρόκλησης ατυχήματος, ήτοι της ενδεχόμενης πτώσης επί του δαπέδου ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης με τα εμπόδια το οποίο είναι προβλεπτό να επισυμβεί λόγω της μικρής και/ή ελάχιστης απόστασης που είχαν τα εμπόδια μεταξύ τους και η οποία δεν επέτρεπε στους μαθητές να αναπτύξουν την απαιτούμενη ταχύτητα για τον ασφαλή διασκελισμό των εμποδίων και/ή λόγω της ακαταλληλότητας του δαπέδου, το οποίο δεν ενδείκνυται για την διεξαγωγή ασκήσεων στίβου και συγκεκριμένα της άσκησης υπερπήδησης εμποδίων» (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου.) Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμα μου ότι ο ενάγοντας δικογραφικά δεν επικαλείται το ύψος των εμποδίων ως μια από τις αιτίες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, το οποίο, με τις παραπάνω λεπτομέρειες που καταλογίζει στην εναγόμενη είναι τελείως ξεκάθαρο ότι συνδέει αιτιωδώς άμεσα, πρώτο, με την απόσταση που είχαν τα εμπόδια μεταξύ τους και δεύτερο, με την ακαταλληλότητα του δαπέδου για σκοπούς διεξαγωγής της άσκησης υπερπήδησης εμποδίων. Σε συνέχεια των προηγούμενων, τα οποία άπτονται της δικογραφημένης θέσης του ενάγοντα αναφορικά με τις αιτίες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος είναι φανερό, ότι, η μόνη αιτία - απ' όσες προώθησε κατά τη δίκη - που απομένει και θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται αιτιωδώς άμεσα με την πρόκληση του ατυχήματος είναι η κατ' ισχυρισμό του ακαταλληλότητα του δαπέδου για σκοπούς διεξαγωγής της άσκησης υπερπήδησης εμποδίων. Τα παραπάνω δεν είναι και τα μόνα που αποδεικνύουν ότι ο ενάγοντας, κατά τη δίκη απέστη ουσιωδώς, αλλά, ακόμη και για επουσιώδη θέματα των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Υπάρχει και συνέχεια. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός του ότι το μάθημα φυσικής αγωγής, στον ουσιώδη χρόνο έγινε κατά τη διάρκεια της 3ης και 4ης σχολικής περιόδου, τον οποίο προέβαλε και ενόρκως, (όπως έκανε και ο Μ.Ε.1) καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της Έλενας Ανδρέου (τεκμήριο 9) που αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, το μάθημα φυσικής αγωγής την ημέρα του επίδικου ατυχήματος έγινε μόνο την 5η περίοδο. Ο ισχυρισμός του της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης ότι ο καθηγητής του μαθήματος φυσικής αγωγής, αφού έλεγξε και επιβεβαίωσε ότι η τοποθέτηση των εμποδίων είχε γίνει από τους μαθητές με τον ορθό, κατά την κρίση του, τρόπο, ακολούθως επέλεξε ένα μαθητή για να δείξει στους υπόλοιπους παραστατικά τον τρόπο διεξαγωγής της άσκησης διασκελισμού εμποδίων και αμέσως μετά, οι μαθητές σχημάτισαν σειρά και άρχισαν να διασκελίζουν τα εμπόδια, είναι φανερό πως δεν παρέχει έρεισμα για τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, τους οποίους αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης: Αρχικά, ο γυμναστής τούς έβαλε και έκαναν προθέρμανση (διάφορες ασκήσεις, τροχάδην και άλλες). Μετά την προθέρμανση τούς είπε να φέρουν τα 10 εμπόδια τα οποία έστησαν στην αίθουσα εκεί που τους έδειχνε. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και στήθηκαν σε γραμμή ο ένας πίσω από τον άλλο και άρχισαν σε δυάδες να κάνουν τις ασκήσεις που τους έλεγε ο καθηγητής. Στην αρχή τα εμπόδια ήταν σε χαμηλό ύψος, σίγουρα κάτω από το μέτρο και σ' αυτό έκαναν κάποιες ασκήσεις, χωρίς να θυμάται ποιές ακριβώς. Μετά, ο καθηγητής τους είπε και ανέβασαν το ύψος των εμπόδιων και ξανάκαναν κι άλλες ασκήσεις, τις οποίες δε θυμάται. Ότι ο ενάγοντας απονομιμοποιείται από το να προβάλλει τους παραπάνω ισχυρισμούς του προκύπτει και από το γεγονός ότι παρέλειψε να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση. Αυτή του η στάση, που δικονομικά είναι καλά γνωστό ότι υπέχει θέση άρνησης των ισχυρισμών της εναγόμενης που δε συνάδουν με τους δικούς του - δικογραφημένους ισχυρισμούς, δεν του επιτρέπει να ισχυρίζεται όλα τα παραπάνω, τα οποία, βασικά είναι σε συμφωνία με τους ακόλουθους ισχυρισμούς της εναγόμενης οι οποίοι περιέχονται στην παράγραφο 5 της υπεράσπισής της: «Είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο γίνει άσκηση υπερπήδησης εμποδίων και είχαν προηγηθεί στο μάθημα ασκήσεις ζεστάματος/προθέρμανσης και άλλες προασκήσεις.» Υπεισέρχομαι τώρα καθαρά στο έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν στην υπόθεση. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από το Δημήτρη Φιλίππου (Μ.Ε.1), με μόνο λόγο ότι όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 1), κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν στην ίδια δυάδα με τον ενάγοντα και ξεκίνησαν μαζί να πηδάνε τα εμπόδια και το επίδικο ατύχημα συνέβηκε τη στιγμή που ο ενάγοντας βρισκόταν λίγο πιο μπροστά από τον ίδιο και συγκεκριμένα, στην προσπάθειά του να πηδήξει - ανεπιτυχώς - πάνω από το τελευταίο εμπόδιο, οπότε τον είδε να πέφτει, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του συναφώς με το θέμα και τούτο, επειδή, οι εν λόγω ισχυρισμοί του, δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα του ενάγοντα. Για να επαναλάβω, ο ενάγοντας στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζεται ότι για την προπόνηση/εξάσκηση στο αγώνισμα του διασκελισμού εμποδίων τοποθετήθηκαν μόνο 5 εμπόδια (και όχι 10, όπως ανάφεραν ενόρκως ο ενάγοντας καθώς και ο μάρτυρας) και οι μαθητές, όπως αναφέρει στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, αφού τους υποδείχθηκε παραστατικά από το μαθητή που επέλεξε ο καθηγητής του μαθήματος, ο τρόπος διεξαγωγής της άσκησης, αμέσως μετά σχημάτισαν σειρά (και όχι δύο σειρές, όπως και πάλι ισχυρίστηκαν ενόρκως ο ενάγοντας και ο μάρτυρας) και άρχισαν κατά τον υποδεικνυόμενο τρόπο να διασκελίζουν τα εμπόδια. Δεδομένου ότι μία ήταν η σειρά των εμποδίων και οι μαθητές σχημάτισαν μία σειρά πίσω από αυτά, προφανώς, ο μάρτυρας δεν μπορεί να ισχυρίζεται (και με τη σειρά μου να λάβω υπόψη) ότι τα όσα είδε κατά τον κρίσιμο χρόνο και ανάφερε στο Δικαστήριο, ουσιαστικά, τα είδε επειδή βρισκόταν στην ίδια δυάδα και λίγο πιο πίσω από τον ενάγοντα, όταν οι δυο τους άρχισαν να πηδάνε τα εμπόδια. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενος, σε μερικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε πως δε θυμόταν, ενώ για άλλα θέματα, ευνοϊκά για την υπόθεση του ενάγοντα και θυμόταν και απαντούσε με σιγουριά, θεωρώ πως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον ενάγοντα - συμμαθητή του στον ουσιώδη χρόνο και φίλο του μέχρι σήμερα να πετύχει στην αγωγή του. Για παράδειγμα, ενώ θυμόταν και ήταν βέβαιος, ότι το μάθημα της ημέρας που έγινε το επίδικο ατύχημα έγινε σε δύο περιόδους (την 3η και 4η) ισχυρισμός που συγκρούεται με το παραδεκτό γεγονός ότι το μάθημα έγινε την 5η μόνο περίοδο, περαιτέρω, ότι η απόσταση μεταξύ των εμποδίων ήταν περίπου ενάμισι μέτρο, κάτι που για λόγους που έχουν αναφερθεί ούτε μπορούσε να ισχυριστεί μα ούτε και είναι δυνατό να συνέβηκε ακολούθως, ότι, βασικά, με το που έστησαν τα εμπόδια χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και στάθηκαν σε δύο σειρές ο ένας πίσω από τον άλλο και άρχισαν αμέσως να πηδάνε τα εμπόδια ανά δυάδες, ισχυρισμός που έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο οποίος ανάφερε ότι η άσκηση διασκελισμού εμποδίων στον ουσιώδη χρόνο έγινε τουλάχιστον τέσσερις φορές, με το ύψος τους να ανεβαίνει κάθε φορά, ισχυρισμοί που με τη σειρά τους, για λόγους που έχουν αναφερθεί συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του τελευταίου και τέλος, ενώ σχεδόν 6 χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα θυμόταν την ημέρα που συνέβη αυτό, δε θυμόταν εάν στον ουσιώδη χρόνο, ο καθηγητής τούς είχε πει πώς να πηδάνε τα εμπόδια μα ούτε εάν είχαν ξανακάνει την ίδια άσκηση στην κλειστή αίθουσα του σχολείου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω γιατί δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, για σκοπούς εξαγωγής οποιουδήποτε συμπεράσματος αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, που είναι και πλέον βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, κυρίως όμως, το μόνο για το οποίο θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμη η μαρτυρία του. Για τους ίδιους περίπου λόγους, ούτε και η μαρτυρία του ενάγοντα (Μ.Ε.2) βοηθά για σκοπούς εξαγωγής ουσιαστικού συμπεράσματος αναφορικά με την αιτία ή αιτίες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος που είχε ο ίδιος στον ουσιώδη χρόνο και την απόδοση της ευθύνης γι αυτό. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω σε ποια έκταση η μαρτυρία του, είτε συγκρούεται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, είτε δεν καλύπτεται από αυτούς, είτε τέλος, σε σημαντικό βαθμό συνάδει με μερικούς από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης, με μόνο λόγο την απάντησή του στην τελευταία υποβολή που του έγινε από τον κ. Χ'' Κύρου, αναδεικνύεται η δυσκολία του, σε βαθμό αδυναμίας να στοιχειοθετήσει τη βασική του θέση ότι ευθύνεται η εναγόμενη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Αρχίζω με την υποβολή που του έγινε: «Επίσης λέτε ότι ήταν δύσκολη άσκηση και επικίνδυνη για την ηλικία σας και το ύψος σας, γιατί ήσασταν μαθητές. Σας λέω ότι η άσκηση που έγινε, η υπερπήδηση εμποδίων που έγινε στο μάθημα της γυμναστικής εκείνη την ημέρα, έγινε με τον ορθό, ενδεδειγμένο τρόπο. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές της παιδαγωγικής και της γυμναστικής και η πτώση σας δεν οφειλόταν στο ύψος των εμποδίων ή στην απόσταση των εμποδίων ή στο δάπεδο, αλλά ήταν από δική σας αστοχία να περάσετε το συγκριμένο εμπόδιο.» Και η απάντησή του: «Εγώ δεν ξέρω τους κανόνες που παρέχει το Υπουργείο Παιδείας, του κανόνες γυμναστικής και βεβαίως δε συμφωνώ ότι φταίω που χτύπησα. Φταίει η απόσταση των εμποδίων το ένα από το άλλο, φταίει το δάπεδο και το ύψος, επίσης.» Οι λόγοι για τους οποίους, στη βάση της μαρτυρίας του καθώς και του Μ.Ε.1 δεν μπορώ να δεχθώ ότι το ύψος των εμποδίων και η απόσταση μεταξύ τους συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος έχουν ήδη αναφερθεί. Αναφορικά με το δάπεδο του γηπέδου, ο ενάγοντας, στη γραπτή του δήλωση αναφέρει τα εξής: Για το ότι έπεσε νομίζει φταίει και το δάπεδο της κλειστής αίθουσας. Το ταρτάν απ' ό, τι γνωρίζει είναι υλικό ειδικό για ταχύτητες και απότομα σταματήματα, όπως το μπάσκετ και το βόλεϊ και όχι για το στίβο. Αν η ίδια άσκηση γινόταν σε γήπεδο ειδικό για στίβο, με κόκκους και με ειδικά παπούτσια με καρφιά (σπάικς), ίσως να ήταν λιγότερο επικίνδυνη η άσκηση, διότι ίσως τα παπούτσια και η επιφάνεια του γηπέδου να το βοηθούσαν να πάρει καλύτερη φόρα και να πηδήξει ψηλότερα παρά τη μικρή απόσταση μεταξύ των εμποδίων. Ότι υπόθεση είναι που έκανε με την προβολή των παραπάνω ισχυρισμών και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσα αυτά που ανάφερε ισχύουν είτε γενικά είτε στην περίπτωσή του καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενος, παραδέχτηκε πως δεν είναι ειδικός να τα λέει. Και επειδή, με τη γραπτή του δήλωση συνδέει την επιφάνεια του γηπέδου και με τα παπούτσια σημειώνω απλώς πως δε γνωρίζω τι παπούτσια φορούσε είτε ο ίδιος είτε οι συμμαθητές του στον ουσιώδη χρόνο. Ό, τι απομένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο από τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα, ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση του ενάγοντα, καθαρά ως εμπειρογνώμονας, είτε ακόμη από τη μαρτυρία του καθηγητή του μαθήματος στον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση της εναγόμενης, τόσο για τα γεγονότα όσο και ως εμπειρογνώμονας στοιχειοθετείται η θέση του ενάγοντα, ότι ένα ή περισσότερα από τα στοιχειά και/ή αιτίες που νομιμοποιείται να επικαλείται έχοντας υπόψη και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ευθύνεται ή ευθύνονται είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Ο Χριστόδουλος Σωφρονίου (Μ.Ε.3) είναι και ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση του ενάγοντα. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί καθαρά ως εμπειρογνώμονας. Ότι είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είναι παραδεκτό και από την εναγόμενη με ρητή δήωση του ευπαίδευτου δικηγόρου της, ενώ, ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως ειδικός για το σκοπό που κλήθηκε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και κατάθεσε ως μάρτυρας αποδεικνύεται από τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - ισχυρισμούς του, οι οποίοι περιέχονται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 7) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, με την αναγκαία επισήμανση, ότι πλείστοι αυτών παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ειδικότερα: Κατά τη διάρκεια των σπουδών του έχει παρακολουθήσει για δύο εξάμηνα μαθήματα στίβου και πέτυχε στις σχετικές εξετάσεις. Τα εν λόγω μαθήματα περιλαμβάνουν τόσο θεωρία όσο και πρακτική εξάσκηση, με σκοπό οι φοιτητές να αποκτήσουν όλα τα απαραίτητα εφόδια για τη διδασκαλία των αθλημάτων στίβου σε μαθητές. Η θεωρία περιλάμβανε μεταξύ άλλων τη διδασκαλία της ορθής εκτέλεσης των αγωνισμάτων (τεχνική και ειδικά χαρακτηριστικά κάθε αγωνίσματος) και της ορθής προπόνησης μαθητών σε κάθε άθλημα του στίβου ξεχωριστά, ενώ στην πρακτική εξάσκηση έκαναν οι ίδιοι προπόνηση σε όλα τα αγωνίσματα στίβου ως μαθητές και οι καθηγητές τους τους υποδείκνυαν στην πράξη την ορθή εκτέλεση των αγωνισμάτων στίβου, τις τεχνικές τους και τεχνικές προπόνησης. Επίσης, όταν ήταν μαθητής, ήταν αθλητής στίβου και το άθλημα του ήταν οι δρόμοι αντοχής, δηλαδή ανώμαλος δρόμος και 3000 μέτρα με φυσικά εμπόδια. Αυτά και πολλά άλλα τα οποία αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση, κατά τη γνώμη μου τον καθιστούν ειδικό για το αγώνισμα ή άσκηση υπερπήδησης εμποδίων, τόσο με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα όσο και με βάση την - έστω μικρή - πείρα του στο αγώνισμα. Με αυτό δεδομένο, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας του και πόσο ωφέλιμη θα αποβεί εν τέλει αυτή για την υπόθεση του ενάγοντα, θα έλεγα πως είναι σχεδόν εξαιρετική. Ο μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα και απλότητα και κυρίως, πλήρως τεκμηριωμένα σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Και τούτο, παρότι αντεξετάστηκε ικανά και σε έκταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εναγόμενης. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε, αυτό, κατά κύριο λόγο έγινε σε σχέση με επουσιώδη θέματα για την υπόθεση και με γενικές και αόριστες υποβολές, είτε ακόμη με υποβολές που παρέμειναν έωλες, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, ενώ θα έπρεπε να του είχαν υποβληθεί και μερικές από τις θέσεις του καθηγητή - μάρτυρα της εναγόμενης, ο οποίος κατάθεσε και ως εμπειρογνώμονας στην υπόθεση, αυτό δεν έγινε. Θεωρώ ακόμη ότι ο μάρτυρας, παρότι κλητεύθηκε από τον ενάγοντα, τουλάχιστον προσπάθησε και σημαντικό βαθμό πέτυχε να είναι δίκαιος και αντικειμενικός έναντι και των δυο πλευρών. Σ' αυτό το πλαίσιο και με πλήρη συναίσθηση του καθήκοντός του να με εφοδιάσει με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα με βοηθήσουν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα, για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο, διατύπωσε ευθαρσώς και τεκμηριωμένα τη γνώμη του, λαμβάνοντας υπόψη και τις δύο εκδοχές, όπως αυτές, είτε του υποβλήθηκαν είτε τις αντιλήφθηκε. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, σε όσες περιπτώσεις του ζητήθηκε να τοποθετηθεί για πράγματα που δε γνώριζε, είχε το θάρρος να το δηλώσει ευθέως. Σε συνδυασμό και με τους λόγους για τους οποίους, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση της εναγόμενης, η μαρτυρία του υπό αναφορά, καταρχήν, σε υποθετική βάση - δοθέντος ότι, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί σε μεγάλο βαθμό ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου εδράζεται η γνώμη του - γίνεται αποδεκτή. Παρά την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, εντούτοις, η γνώμη του και μόνο δεν μπορεί να βοηθήσει καθοιονδήποτε τρόπο στη διακρίβωση των συνθηκών και κυρίως των αιτίων πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Επί του προκειμένου, η ουσία της γνώμης του συμπυκνώνεται στην απάντηση που έδωσε, όταν αντεξεταζόμενος, ουσιαστικά κλήθηκε να πει που αποδίδει την πτώση του ενάγοντα κατά το ατύχημα. Μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Έλαβε υπόψη του, πρώτο, την απόσταση από την αφετηρία μέχρι και το πρώτο εμπόδιο που ήταν μικρή, άρα δεν μπορούσαν να αναπτύξουν μεγίστη ταχύτητα, δεύτερο, το ύψος των εμποδίων που ήταν 84 εκατοστά, το οποίο θεωρεί αγωνιστικής μορφής ύψος και δεν έπρεπε να ήταν έτσι με βάση και τις δύο εκδοχές, τρίτο, την απόσταση μεταξύ των εμποδίων με βάση και πάλι και τις δύο εκδοχές, την οποία θεωρεί λίγη και τέταρτο, το δάπεδο, το οποίο θεωρεί ακατάλληλο για διδασκαλία εμποδίων και ασκήσεις τέτοιας μορφής. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια κλήθηκε να πει κατά πόσο θεωρεί πιθανό, ο ενάγοντας, την ώρα που πηδούσε το εμπόδιο να είχε αστοχία - και γι αυτό να έπεσε όπως αντιλαμβάνομαι ήθελε να του πει ο κ. Χ'' Κύρου -, «Δεν μπορώ να το γνωρίζω.» ήταν η απάντησή του. Παρατηρώ τα εξής: Αναφορικά με την απόσταση από την αφετηρία μέχρι και το πρώτο εμπόδιο, ο ενάγοντας, με τα δικόγραφά του, δεν αποδίδει την πτώση του και κατ' επέκταση την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος σ' αυτό το στοιχείο. Ούτε και με τη μαρτυρία του το επικαλέστηκε ή θα μπορούσε να το επικαλεστεί. Συναφώς με το θέμα υπενθυμίζω ότι στη γραπτή του δήλωση αναφέρει τα εξής: Για την πτώση του νομίζει ότι έφταιγε ότι τα εμπόδια ήταν πολύ κοντά μεταξύ τους και στην τελευταία άσκηση πολύ ψηλά. Ακόμη, για το ότι έπεσε νομίζει ότι φταίει και το δάπεδο της κλειστής αίθουσας. Οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να προβώ σε συμπέρασμα ότι για την πτώση του ευθύνεται οτιδήποτε από αυτά έχουν αναφερθεί. Επομένως δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Όμως, για συνεχίσω με αυτά που ανάφερε ο μάρτυρας, ούτε και στη βάση της δικής του μαρτυρίας ή γνώμης μπορώ να δεχθώ, ότι το ύψος των εμποδίων συνέβαλε στην πτώση του ενάγοντα. Καταρχήν, αυτό το στοιχείο (για να επαναλάβω) δε δικογραφείται από τον ενάγοντα, ως μια από τις αιτίες της πτώσης του είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με κάποια άλλη αιτία. Ακολούθως, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας τόσο του ενάγοντα καθώς και του Μ.Ε.1, όσο και του καθηγητή τους στον ουσιώδη χρόνο, η μαρτυρία του οποίου θα αξιολογηθεί στη συνέχεια, δεν μπορώ να προβώ σε συμπέρασμα αναφορικά με το ύψος των εμποδίων οποτεδήποτε στον ουσιώδη χρόνο και ιδιαίτερα κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι αυτός της πτώσης του ενάγοντα. Έπειτα, για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί και που άπτονται τόσο των δικογραφημένων ισχυρισμών του ενάγοντα όσο και της αξιοπιστίας του καθώς και της αξιοπιστίας του συμμαθητή του (Μ.Ε.1), αλλά και για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας του καθηγητή τους ως μάρτυρα, ούτε και για την απόσταση μεταξύ των εμποδίων μπορώ να προβώ σε ασφαλές συμπέρασμα. Ό, τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ευσταθεί ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι για την πτώση του ενάγοντα ευθύνεται το δάπεδο της κλειστής αίθουσας το οποίο θεωρεί ακατάλληλο για τη διδασκαλία εμποδίων και για ασκήσεις τέτοιας μορφής. Η απάντηση είναι αρνητική. Με μόνο λόγω ότι ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος και πάλι, ανάφερε με κάθε ειλικρίνεια - στοιχείο, που οφείλω να ομολογήσω το διέκρινε καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία - ότι δεν έχει ελέγξει το δάπεδο της σχολικής αίθουσας όπου έγινε το επίδικο ατύχημα, μα ούτε και υπάρχει ενώπιόν μου παραδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία συναφώς με το θέμα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο μάρτυρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κ. Χ''Κύρου, ουσιαστικά, δεν απέκλεισε η πτώση του ενάγοντα να οφειλόταν σε αστοχία του ιδίου, καθ' ον χρόνο επιχειρούσε να περάσει πάνω από το τελευταίο εμπόδιο είναι σαφές, πως, ούτε και στο δάπεδο του γηπέδου καλαθόσφαιρας μπορεί να αποδοθεί το επίδικο ατύχημα, ανεξάρτητα από την πειστική επιχειρηματολογία του μάρτυρα, για σκοπούς τεκμηρίωσης της γνώμης του συναφώς με αυτό το στοιχείο, η οποία - γνώμη -, στην απουσία και πάλι πραγματικού υποβάθρου γεγονότων και δεδομένων στοιχείων υπέχει μηδενικής αξίας για σκοπούς επίλυσης του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του καθηγητή του μαθήματος φυσικής αγωγής στον ουσιώδη χρόνο, Σάββα Νεοφύτου είναι αρνητική. Σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, ενώ πλείστα όσα έχει αναφέρει δεν υποβλήθηκαν είτε στον ενάγοντα είτε στους μάρτυρές του, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι επιχείρησε να με πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του και για την ορθότητα της γνώμης του έναντι της αντίστοιχης του Μ.Ε.3, με διάφορους ισχυρισμούς και θέσεις που αφορούν σε επουσιώδη θέματα και καθόλου ουσιαστικά για την επίλυση του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης. Για όλους αυτούς τους λόγους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι, δεν το θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα, οπότε ούτε και σ' αυτού τη μαρτυρία μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων και ιδιαίτερα, των εξ αντικειμένου αναγκαίων για την επίλυση του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης. Από τη μαρτυρία του - κάτι που ισχύει και για τη μαρτυρία του ενάγοντα καθώς και του Μ.Ε.1 - λαμβάνω υπόψη εκείνο μόνο το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτό δε, κατά κύριο λόγο συντίθεται από διάφορους ισχυρισμούς που προέβαλε οι οποίοι αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Όσα ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στην οποία προέβη (τεκμήριο 12). Όπως αναφέρει σ' αυτή, την επίδικη μέρα ο καιρός ήταν βροχερός. Ωστόσο, το μάθημα φυσικής αγωγής και για το τμήμα του ενάγοντα θα διεξαγόταν ούτως ή άλλως στο κλειστό γήπεδο του σχολείου επειδή η εκμάθηση του περάσματος εμποδίων ενδείκνυται να λαμβάνει χώρα εκεί και όχι στον εξωτερικό στίβο. Στην κλειστή αίθουσα προστίθεται, αφενός εξασφαλίζεται καλύτερα η προσοχή και η προσήλωση των μαθητών και αφετέρου, ο δικός του έλεγχος στους μαθητές. Εκτός του ότι το τελευταίο δεν υποβλήθηκε είτε στον ενάγοντα είτε στο Μ.Ε.1 είναι και το γεγονός, ότι, η εναγόμενη, με την παράγραφο 4 της υπεράσπισης παραδέχεται ρητά την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης - με την οποία ο ενάγοντας, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο το μάθημα φυσικής αγωγής διεξήχθη στην κλειστή αίθουσα καλαθόσφαιρας αντί στις εξωτερικές εγκαταστάσεις του σχολείου όπου διεξάγονται συνήθως τα μαθήματα φυσικής αγωγής, καθότι ο καιρός ήταν βροχερός -, με την εξής διαφοροποίηση: Το μάθημα διεξήχθη στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων όπου υπάρχουν κατάλληλες εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή του. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το μάθημα έγινε στο συγκεκριμένο μέρος, επειδή σ' αυτό εξασφαλίζεται αφενός, καλύτερα η προσοχή και η προσήλωση των μαθητών και αφετέρου, ο δικός του έλεγχος στους μαθητές, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Για τον ίδιο λόγο, ούτε ο ισχυρισμός του της παραγράφου 15 της δήλωσής του, σύμφωνα με τον οποίο, η διεξαγωγή του μαθήματος για την εκμάθηση των εμποδίων στην κλειστή αίθουσα ήταν και πιο ασφαλής επιλογή για την ασφάλεια των μαθητών μπορεί να ληφθεί υπόψη. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του, πάντοτε από τη γραπτή του δήλωση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, επειδή δεν υποβλήθηκαν τουλάχιστον στον ενάγοντα, για να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί σ' αυτούς: Μετά τις προασκήσεις που έκαναν οι μαθητές, το δεύτερο και τέταρτο εμπόδιο τοποθετήθηκαν στην κεντρική γραμμή του γηπέδου και στην άλλη γραμμή των τριών μέτρων αντίστοιχα ώστε το κάθε εμπόδιο είχε απόσταση μεταξύ τους τρία μέτρα. Το ύψος των εμποδίων εξακολουθούσε να είναι 76 εκατοστά. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε το δεύτερο εμπόδιο και το εμπόδιο που ήταν στην κεντρική γραμμή μετακινήθηκε στην τελική γραμμή του γηπέδου πετόσφαιρας ώστε το κάθε εμπόδιο να απέχει έξι μέτρα το ένα από το άλλο. Δυστυχώς, ο μαθητής Παρασκευάς Σαββίδης (δηλαδή ο ενάγοντας) στην προσπάθειά του να περάσει το τέταρτο εμπόδιο κτύπησε σ' αυτό. Λυπάται που κτύπησε είναι όμως άδικο να προσπαθεί να του επιρρίψει την ευθύνη διότι ο ίδιος ξέρει ότι τα πράγματα έγιναν όπως τα περιγράφει πιο πάνω. Ειδικά για το τελευταίο, διερωτώμαι και για τον τρόπο που θα μπορούσα να ελέγξω κατά πόσο ο ενάγοντας ήξερε ότι τα πράγματα έγιναν όπως με τόση λεπτομέρεια τα παραθέτει ο μάρτυρας στη δήλωσή του, την στιγμή που στον ενάγοντα, αντ' αυτών, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης περιορίστηκε να του υποβάλει γενικά και αόριστα ότι η άσκηση υπερπήδησης εμποδίων εκείνη την ημέρα έγινε με τον ορθό, ενδεδειγμένο τρόπο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της παιδαγωγικής και γυμναστικής και η πτώση του δεν οφειλόταν στο ύψος των εμποδίων ή στη μεταξύ τους απόσταση ή στο δάπεδο, αλλά ήταν από δική του αστοχία να περάσει το συγκεκριμένο εμπόδιο. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος: Ο ισχυρισμός του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή του τραυματισμού του ενάγοντα τα εμπόδια που χρησιμοποιήθηκαν για την άσκηση ήταν 4, εκτός του ότι (για να επαναλάβω) δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα, θα έλεγα πως, ούτε και δικογραφείται, δεδομένου ότι έναντι του ισχυρισμού του ενάγοντα της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης ότι τα εμπόδια ήταν 5 συνολικά, η εναγόμενη, με την παράγραφο 5 της υπεράσπισης περιορίζεται σε μη παραδοχή της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης, με την προσθήκη ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε γίνει άσκηση υπερπήδησης εμποδίων και είχαν προηγηθεί ασκήσεις ζεστάματος/προθέρμανσης και άλλες προασκήσεις. Όσα ακολουθούν αναδεικνύουν και πόσο αντιφατικός υπήρξε ο μάρτυρας στην προσπάθειά του να με πείσει ότι ιδιαίτερα ο ενάγοντας ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος να εκτελέσει την άσκηση υπερπήδησης εμποδίων που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα και τους επακόλουθους τραυματισμούς στον ίδιο: Στο τέλος του τρίτου μαθήματος, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση της κας Φλωράκη, τα παιδιά είχαν αναπτύξει την τεχνική ώστε να καταφέρουν να πηδήξουν εμπόδια αγωνιστικής μορφής, επειδή τα παιδιά τα είχε και την προηγούμενη χρονιά. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι τα παιδία, την άσκηση που τους έβαλε να κάνουν, δηλαδή να πηδήξουν 4 εμπόδια σε απόσταση έξι μέτρων μεταξύ τους και σε ύψος 84 εκατοστών το κάθε εμπόδιο, την έκαναν και την προηγούμενη χρονιά και μάλιστα, ο ενάγοντας, ήταν από τους καλύτερους αθλητές στα εμπόδια. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο ενάγοντας δεν ήταν αθλητής εμποδίων, αλλά ταχύτητας, «Εγώ τον είχα ετοιμάσει για τα εμπόδια. Πώς ήταν αθλητής της ταχύτητας και εκτός τούτου, τα εμπόδια θέλουν και ταχύτητα.» ήταν η απάντησή του. Και ενώ λίγο αργότερα, υπό το βάρος και της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε ουσιαστικά αναγκάστηκε να αναιρέσει τους παραπάνω ισχυρισμούς του, υιοθετώντας τη θέση ότι ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε επιπρόσθετη γνώση για το άθλημα υπερπήδησης εμποδίων από οποιοδήποτε άλλο παιδί της ηλικίας του, εξ' ου και η απάντησή του «Έκανε αυτά που έκανε στο σχολείο», κάποια στιγμή αργότερα, επανήλθε στην αρχική του θέση. Συγκεκριμένα, απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση της κας Φλωράκη, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Ο ενάγοντας, την άσκηση στην οποία έγινε το επίδικο ατύχημα την είχε μάθει και την προηγούμενη χρονιά. Το παιδί ήταν έτοιμο και το ήξερε ο ίδιος. Έχει 30 χρόνια που ασχολείται με το στίβο. Όταν ακολούθως του υποβλήθηκε ότι προηγουμένως συμφώνησε ότι ο ενάγοντας δεν είχε κάνει οποιοδήποτε επιπρόσθετο μάθημα υπερπήδησης εμποδίων από οποιοδήποτε άλλο μαθητή της τάξης του, απάντησε ως εξής, που αποκαλύπτει και το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριέψει προφανώς, επειδή αντιλήφθηκε και το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε: «Δεν ξέρω εγώ το μαθητή μου και τον ξέρει άλλος και μάλιστα τον Παρασκευά που ειλικρινά εγώ εκείνη την ημέρα, εδώ είναι ο πατέρας του τον πήρα δέκα φορές τηλέφωνο "τι έγινε το παιδί;" αγχώθηκα παραπάνω για το παιδί που χτύπησε και μάλιστα του είπα επειδή ήξερα ότι είχε πρόβλημα στο χέρι, του είπα "Πάρη μου, σταμάτα να κάνεις άλματα." "όχι κύριε, μη φοβάσαι είναι εντάξει." και έγινε το κακό.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους δε θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, τα μόνα ουσιαστικά γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να πως ότι έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο, συναφώς με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης είναι τα εξής: Ο ενάγοντας Παρασκευάς Σαββίδης, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 14 χρονών και μαθητής στη Β΄ τάξη του Γυμνασίου Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου. Στις 22.12.2008 και συγκεκριμένα την 5η περίοδο, το τμήμα του είχε μάθημα φυσικής αγωγής. Ο καιρός ήταν βροχερός και με απόφαση του καθηγητή του μαθήματος, Σάββα Νεοφύτου, το μάθημα, που περιλάμβανε εξάσκηση στο αγώνισμα υπερπήδησης εμποδίων έγινε στην κλειστή αίθουσα καλαθόσφαιρας. Καθ' ον χρόνο ο ενάγοντας εκτελούσε την άσκηση, της οποία προηγήθηκε προθέρμανση, αφού πέρασε επιτυχώς τα πρώτα 4 εμπόδια, στη σειρά, όπως είχαν τοποθετηθεί, όταν επιχείρησε να περάσει και το πέμπτο, που ήταν και το τελευταίο, για λόγους που δεν μπορούν να διακριβωθούν με στοιχεία αξιόπιστης μαρτυρίας προσέκρουσε στο εμπόδιο και έπεσε στο δάπεδο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Ο ενάγοντας, κατά τη δίκη προώθησε τη θέση ότι η εναγόμενη Δημοκρατία ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα, δυνάμει αμέλειας, βάσει του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. ..................................» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 8 και 9: «Η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα, μπορεί να ορισθεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας, που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντί του, ότι ο εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγων υπέστη ζημιά.» Στην υπόθεση Φραγκεσκίδης Λτδ ν. Μάμα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 70, από την οποία αντλούνται μερικές από τις παραπάνω παρατηρήσεις επισημαίνονται και τα εξής: «.αμέλεια είναι παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποία υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικά συνθήκες που ενήργησε ο δράστης. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι κατ' αρχή η έλλειψη προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε εκ των περιστάσεων να καταβάλει για να μη προκαλέσει ζημία στον πλησίο του. Το κριτήριο είναι πάντοτε αντικειμενικό, γενικό και αφηρημένο. Τα στοιχεία του μέσου συνετού ανθρώπου και του πλησίον διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο συγκεκριμένος δράστης. Τέλος, η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας προβλέψεως ότι δηλαδή η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.» Δεδομένου ότι καμιά πράξη ή παράλειψη απ' όσες καταλογίζονται στην εναγόμενη Δημοκρατία και/ή στους υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και/ή στους αντιπροσώπους της, βασικά, στον καθηγητή του μαθήματος φυσικής αγωγής στον ουσιώδη χρόνο έχει αποδειχθεί, το αστικό αδίκημα της αμέλειας δε στοιχειοθετείται. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη οπότε θεωρώ περιττό να ασχοληθώ αναλυτικά με τα άλλα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος, για τα οποία περιορίζομαι να πω τούτο. Εκτός του ότι έχουν αποδειχθεί αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η Δημοκρατία είχε υποχρέωση επιμέλειας έναντι του ενάγοντα στον ουσιώδη χρόνο, ως επίσης και ότι αυτός, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος υπέστη ζημιά. Απ' εκεί και πέρα, επειδή ο ενάγοντας, με τις λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζει στη Δημοκρατία, μεταξύ άλλων προβάλλει και τη θέση ότι οι συνθήκες και περιστάσεις του επίδικου ατυχήματος επιτρέπουν και επιβάλλουν την εφαρμογή του αξιώματος «res ipsa loquitur» σε βάρος της Δημοκρατίας παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι ο ενάγοντας, με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει επιχείρησε να με πείσει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκεκριμένες αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις της Δημοκρατίας και/ή του καθηγητή του μαθήματος φυσικής αγωγής στον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ο αποδεικτικός κανόνας «res ipsa loquitur». Συναφώς με το θέμα παραπέμπω στην υπόθεση Φιλίππου κ.ά. ν. Τσολάκη κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Η επίκληση του κανόνα μπορεί να γίνει εφόσον το γεγονός ή τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου (βλ. Αθανασίου και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) και οι δικογραφούμενοι ισχυρισμοί και ή τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί υποδεικνύουν ότι το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του εναγόμενου. Όπως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd
(1971)3 All E.R. 822 στην οποία δεν είχε γίνει ρητή επίκληση του κανόνα στα σχετικά δικόγραφα, ......................................... Σε μετάφραση, "Κατά την άποψη μου δεν είναι αναγκαίο για το δόγμα αυτό να δικογραφηθεί. Εάν το ατύχημα αποδειχθεί ότι είχε επισυμβεί με τέτοιο τρόπο ώστε εκ πρώτης όψεως να μην μπορούσε να επισυμβεί χωρίς αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων, τότε εναπόκειται στους εναγομένους να εξηγήσουν και να αποδείξουν πώς το ατύχημα θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς αμέλεια ................................................................................................................................. Έχω πει ότι κατά την άποψη μου δεν είναι αναγκαίο να δικογραφηθεί res ipsa loquitur. Εάν τα γεγονότα που έχουν δικογραφηθεί και τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί δείχνουν ότι η αιτία ατυχήματος ήταν προφανώς κάποια αμέλεια, αυτό είναι αρκετό· ..........." (Βλ. επίσης Krasias v. Nicos Iacovides and Adamos Kkafas and another
(1972)1 C.L.R. 40). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου (βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1278). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (πιο πάνω), τα γεγονότα της οποίας αφορούσαν ιατρική αμέλεια, "Υποδεικνύεται ότι το res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να υποδείξει ιατρική αμέλεια."» Μολονότι η τύχη της αγωγής έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου ήθελαν κριθεί εσφαλμένα σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, στη συνέχεια θα προχωρήσω στον καθορισμό του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδίκαζα στον ενάγοντα, για τις σωματικές βλάβες που υπέστη και γενικά τις επιπτώσεις στη ζωή του εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος, έχοντας υπόψη και τις αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων αναφέρονται μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 και Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Όσον αφορά ευρύτερα την επάρκεια των γενικών αποζημιώσεων που δόθηκαν είναι δεδομένη και αποδεκτή από τη νομολογία η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις για τον ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία, έχοντας υπόψη και τη σημασία των αποζημιώσεων. (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς. (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Βεβαίως, ορθή είναι και η άλλη διαπίστωση στη νομολογία ότι προηγούμενες αποφάσεις στα θέματα των αποζημιώσεων δεν αποτελούν κατ' ανάγκη δεσμευτικό προηγούμενο (G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948), ενώ η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590)». Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις δεν τίθεται καθόλου θέμα, αφού αυτές έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι ανέρχονται στο ποσό των €4.397,84 στο οποίο περιλαμβάνονται και τα έξοδα δύο μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί ο ενάγοντας. Το ποσό αυτό καθώς και το ποσό των γενικών αποζημιώσεων έχει επίσης συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι θα φέρει νόμιμο τόκο, από τις 4.6.
  1. Ο ενάγοντας, ηλικίας 14 χρονών στον ουσιώδη χρόνο, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος υπέστη κάταγμα δεξιού αντιβραχίου. Οδηγήθηκε αυθημερόν στο χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, όπου, όπως αναφέρεται στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό του ορθοπαιδικού Γ. Χριστοδούλου (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός, του έγινε ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση των καταγμάτων. Παρέμεινε στην ορθοπαιδική κλινική μέχρι και τις 24.12.2008 (δηλαδή για δυο μέρες) οπότε και απολύθηκε. Σύμφωνα τώρα με το ιατρικό πιστοποιητικό του χειρουργού ορθοπαιδικού Στάθη Τούρβα (τεκμήριο 5) το περιεχόμενο του οποίου (για όσα ακολουθούν) αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός, στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε από τον πατέρα του ο ενάγοντας μετά το ατύχημα, χειρουργήθηκε αυθημερόν και το σκέλος τοποθετήθηκε στο γύψο, για περίοδο δύο μηνών. Μετά την απόλυσή του από το νοσοκομείο, στις 24.12.2008 συνέχισε να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου. Κατά την εξέτασή του από τον ίδιο στις 12.11.2012, ο ενάγοντας τού ανάφερε αδυναμία στο δεξιό αντιβράχιο και επίμονο άλγος στο ίδιο σημείο, μετά από καταπόνηση. Περαιτέρω, ότι απέχει από αθλητικές δραστηριότητες, λόγω φόβου και ανασφάλειας που νιώθει. Ακόμη, ότι απέχει από ομαδικά αθλήματα, όπως η καλαθόσφαιρα, λόγω ανασφάλειας και αδυναμίας να χρησιμοποιήσει το δεξί άνω άκρο. Ήταν πολύ καλός αθλητής στο στίβο και ιδιαίτερα στα αθλήματα ταχύτητας, αλλά, από το ατύχημα και μετά σταμάτησε να συμμετέχει. Προσπαθεί να αθλείται ατομικά μόνος του, για να διατηρεί τη φυσική του κατάσταση. Κάτω από τον τίτλο «Κλινική εξέταση» αναφέρονται τα εξής: Έφηβος, αθλητικός τύπος με καλή σωματική διάπλαση. Το δεξιό αντιβράχιο παρουσιάζει απώλεια μυϊκής μάζας κατά ένα εκατοστό σε σύγκριση με το αριστερό. Επτά εκατοστά από την κεφαλή της κερκίδας περίμετρος αντιβραχίου δεξιά 26 εκατοστά, αριστερά 27 εκατοστά. Εμφανείς δύσμορφες χειρουργικές ουλές, μήκους 12 και 10 εκατοστών στην έσω και έξω επιφάνεια αντίστοιχα του δεξιού αντιβραχίου. Κατά την ψηλάφηση είναι αισθητά τα μεταλλικά εμφυτεύματα της οστεοσύνθεσης. Ελαφρά, αλλά, εμφανής κύρτωση αντιβραχίου με το κοίλο στην εκτατική πλευρά. Σύμφωνα πάντοτε με το γιατρό Τούρβα και όσα αναφέρει στο ιατρικό πιστοποιητικό του για τον ενάγοντα, οι ακτινογραφίες του δεξιού αντιβραχίου, ημερομηνίας 19.11.2012 παρουσιάζουν πλήρη επούλωση των καταγμάτων. Παρουσιάζει γωνίωση 15 μοιρών με κοίλο προς την εκτατική πλευρά του αντιβραχίου. Παρουσία μεταλλικών εμφυτευμάτων στο κάτω τριτημόριο της κερκίδας και ωλένης. Τέλος, κάτω από τον τίτλο «Γνωμάτευση Πρόγνωση» αναφέρονται τα εξής: Ο ενάγοντας υπέστη σοβαρό και επώδυνο τραυματισμό μετά από πτώση, στις 22.12.
  2. Είχε κάταγμα μεσότητας δεξιάς κερκίδας και ωλένης με πλήρη μετατόπιση και χειρουργήθηκε αυθημερόν. Λόγω αδυναμίας του δεξιού αντιβραχίου οιαδήποτε αθλητική δραστηριότητα που εμπεριέχει τη χρήση των άκρων, όπως καλαθόσφαιρα και πετόσφαιρα, δεν του επιτρέπει την πλήρη ενασχόληση. Τα αγωνίσματα στίβου όπου διέπρεπε τα έχει σταματήσει εντελώς, λόγω φοβίας που του προκαλεί η παρουσία του στο στίβο. Νομίζει ότι θα τραυματιστεί αν προσπαθήσει να τρέξει. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του, τα μεταλλικά εμφυτεύματα συστήνεται να αφαιρεθούν, πράγμα που συνεπάγεται ακόμη μία χειρουργική επέμβαση, γενική αναισθησία, παραμονή σε νοσοκομείο ή κλινική, οικονομικό κόστος (το οποίο έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι ανέρχεται σε €2.500,00) και αποχή από δραστηριότητες, για περίοδο ενός μηνός. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία αναφέρει ο ενάγοντας στη γραπτή του δήλωση, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί επομένως, τα αποδέχομαι: Κατά την πτώση του στο δάπεδο άρχισε να φωνάζει και ήταν σε κατάσταση σοκ. Πονούσε αφόρητα. Κατά τη διάρκεια των δύο περίπου μηνών που το χέρι του βρισκόταν στο γύψο, η καθημερινότητά του ήταν πολύ δύσκολη, επειδή είναι δεξιόχειρας. Πονούσε, μούδιαζε και ένιωθε φαγούρα στο σημείο του γύψου, η οποία το δυσκόλευε πάρα πολύ, κυρίως τα βράδια, όταν πήγαινε για ύπνο. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Για να κάνει μπάνιο και να ντυθεί το βοηθούσε η μητέρα του, ενώ δυσκολευόταν να κοιμηθεί λόγω του νάρθηκα. Όταν έβγαλε το γύψο έκανε φυσιοθεραπεία στο νοσοκομείο. Γενικά, εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος και των τραυματισμών που υπέστη επηρεάστηκε - εννοείται αρνητικά - σημαντικά η ζωή του. Και κάτι τελευταίο. Έχει επίσης συμφωνηθεί μεταξύ των δύο μερών, ότι για σκοπούς πλήρους αποκατάστασης των εμφανών δύσμορφων ουλών, μήκους 12 και 10 εκατοστών στην έσω και έξω επιφάνεια αντίστοιχα, του δεξιού αντιβραχίου του ενάγοντα, στις οποίες υπάρχει σχετική αναφορά στο ιατρικό πιστοποιητικό του γιατρού Τούρβα (τεκμήριο 5, ανωτέρω) απαιτείται χειρουργική επέμβαση από πλαστικό χειρουργό, το κόστος της οποίας θα ανέλθει στο ποσό των €1.500,
  3. Συγκεφαλαιώνοντας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη η ενάγοντας κατά το επίδικο ατύχημα, τον πόνο και την ταλαιπωρία του, απότοκο των τραυματισμών του, το γεγονός ότι για σκοπούς αφαίρεσης των μεταλλικών εμφυτευμάτων, αλλά και της πλήρους αποκατάστασης των εμφανών δύσμορφων ουλών στο χέρι θα πρέπει να υποβληθεί σε δύο ακόμη χειρουργικές επεμβάσεις, κάτι που σημαίνει ότι θα υποβληθεί και πάλι σε ταλαιπωρία, γενικά λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που διέπουν το θέμα και ιδιαίτερα των επιπτώσεων στη ζωή του ενάγοντα, ο οποίος, όντας αθλητής, ηλικίας 14 χρονών στον ουσιώδη χρόνο και 20 χρονών σήμερα, ενώ διέπρεπε στο στίβο, εξαιτίας των τραυματισμών του αναγκάστηκε να σταματήσει την ενασχόληση του με αυτό, θεωρώ πως, ένα ποσό της τάξεως των €30.000,00 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, ποσό το οποίο και θα του επιδίκαζα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του. Ωστόσο, αυτή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί δεν μπορεί να πετύχει. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο . (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - ατύχημα σε μαθητή στο σχολείο κατά τη διάρκεια του μαθήματος γυμναστικής. Αγωγή για αποζημιώσεις, λόγω αμέλειας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.