← Κύπρος

Χρίστου Πουρπουρίδη ν. Ελένης Σαββίδου, Αρ. Αγωγής: 2353/2013, 2/6/2015

Χρίστου Πουρπουρίδη ν. Ελένης Σαββίδου, Αρ. Αγωγής: 2353/2013, 2/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2353/2013 Μεταξύ: Χρίστου Πουρπουρίδη, από την Πάφο Ενάγοντα και Ελένης Σαββίδου, από τη Σαμαρκάνδη Ρωσίας και τώρα στη Λεμεσό Εναγόμενης ------------------ Αίτηση έρευνας, ημερομηνίας 21.7.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.6.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα/αιτητή: κα Πουλλά Για την εναγόμενη/καθ' ης αίτηση: κ. Ευθυμίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.2.2014 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην αγωγή, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, για το ποσό των €5.700,46, με τόκο, 9% το χρόνο, από 28.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €544,00 έξοδα, με τόκο, 5,5% το χρόνο, από 3.9.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Επειδή η εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει τα παραπάνω ποσά ή οποιοδήποτε μέρος τους, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «(Α) Διεξαγωγή έρευνας και εξέταση της εξ' αποφάσεως οφειλέτριας αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και/ή οποιεσδήποτε δωρεές, παραδόσεις ή μεταβιβάσεις, επιβαρύνσεις ή διακινήσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους της ή μέρους αυτού. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εξ' αποφάσεως οφειλέτρια όπως πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος της και τα έξοδα με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων της οφειλέτριας. (Γ) Διάταγμα αποκοπής απολαβών (Δ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο και δίκαιο. (Ε) Τα έξοδα.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος VIII και IX, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 134

(1)/2009 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.2, 3, 8 και
  1. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ουσία τους, έγκειται σε όσα αναφέρει στις παραγράφους 4 και 5, το περιεχόμενο των οποίων ακολουθεί αυτούσιο: «
  2. Είναι απαραίτητο όπως η εξ' αποφάσεως οφειλέτρια εξετασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με την οικονομική της κατάσταση και/ή οποιεσδήποτε δωρεές, παραδόσεις ή μεταβιβάσεις ή επιβαρύνσεις ή διακινήσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο Ενάγοντας στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού.
  3. Η εξ αποφάσεως οφειλέτρια από όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω είναι σε θέση και μπορεί να πληρώνει το ποσό των €1000.- μηνιαίως για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της και των εξόδων.» Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «Α. Η μη συνδρομή των πραγματικών και νόμιμων προϋποθέσεων που θέτει το Μέρος VIII, άρθρα 82 έως 87 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 (όπως τροποποιήθηκε) για να δικαιούται ο Ενάγοντας - Αιτητής έκδοση Διατάγματος εναντίον της καθ' ου η αίτηση Εναγόμενης για αποκοπή απολαβών ή για μηνιαίες δόσεις. Β. Η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Γ. Η ύπαρξη πραγματικής αδυναμίας της Εναγόμενης να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Δ. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν εργάζεται.» Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση περικλείονται στις παραγράφους 3 μέχρι 6 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης το περιεχόμενο των οποίων, επίσης, ακολουθεί αυτούσιο: «
  4. Αρνούμαι τον αόριστο ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης, ότι είμαι σε θέση να πληρώνω €1000 μηνιαίως για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους μου.
  5. Δεν έχω εργασία και δεν έχω οποιοδήποτε εισόδημα. Διαμένω σε φιλικό σπίτι ενώ φίλοι μου καλύπτουν και τα έξοδα συντήρησης μου. Ο σύζυγος μου βρίσκεται στη φυλακή για αστικά χρέη.
  6. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω η αίτηση του Ενάγοντα Αιτητού θα πρέπει να απορριφθεί αφενός ως μη ανταποκρινόμενη στα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα και αφετέρου λόγω της φυσικής και αντικειμενικής αδυναμίας μου να πληρώνω οποιοδήποτε ποσό. Ζητώ από το Δικαστήριο απόρριψη της εναντίον μου αίτησης με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα Αιτητού.» Κατά την ακρόαση της αίτησης εξετάστηκε ενόρκως η εναγόμενη καθώς και οι Άριστος Κανναουρίδης και Εφραίμ Χριστοφόρου, οι οποίοι κλητεύθηκαν για το σκοπό αυτό από τον ενάγοντα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στο κατάλληλο στάδιο θα διαφανεί - με αναφορά στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η μέθοδος εκτέλεσης της απόφασης που επέλεξε ο ενάγοντας εδράζεται στις ακόλουθες διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6: Στο άρθρο 14
(1)(ε) που προνοεί ότι κάθε δικαστική απόφαση που διατάσει την πληρωμή χρημάτων δύναται να εκτελεστεί με το μέσο της εξέτασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους IX του Νόμου. Στο άρθρο 82
(1)(α) που διαλαμβάνει ότι όταν χρέος δυνάμει δικαστικής απόφασης παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο, ο εξ αποφάσεως πιστωτής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγματα αναφέρονται στο Μέρος IX. Έχοντας υπόψη την καταληκτική εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του ενάγοντα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την εναγόμενη να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις, τουλάχιστον €1.000,00, κάθε μήνα, καθ' όλα σχετικό είναι και το άρθρο 87
(1)Α, σύμφωνα με το οποίο, το Δικαστήριο δύναται μετά την εξέταση του οφειλέτη να εκδώσει διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Ομοίως και το άρθρο 90
(1)το οποίο προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη. Αναφορικά με διαδικασία που διέπει την υπό κρίση αίτηση καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου ν. Γεωργίου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1221) είναι ανακριτικού χαρακτήρα και ο επακριβής προσδιορισμός του ποσού της δόσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα κριτήρια με βάση τα οποία προσδιορίζεται το ύψος της μηνιαίας δόσης για αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους αναφέρονται στην υπόθεση Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686 και σε αριθμό άλλων υποθέσεων, όπως, για παράδειγμα, στη Μιχαήλ ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 812). Σύμφωνα με την πρώτη: «Η οικονομική ευχέρεια του οφειλέτη συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση (στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση παιδιών και ευχέρεια για οικονομική διακίνηση του οφειλέτη) - Μετά τη διαπίστωση της οικονομικής ευχέρειας ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.» Σύμφωνα με τη δεύτερη: «Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις, εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του.» Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή την εναγόμενη ενώ κατάθετε ενόρκως ενώπιον μου. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της ως μάρτυρος, δεν είναι ιδιαίτερα θετική. Και τούτο, επειδή υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις, ενώ υπήρξαν και περιπτώσεις που προσπαθούσε να αποφύγει την ερώτηση που της υποβαλλόταν είτε ακόμη απαντούσε με υπεκφυγές. Ωστόσο, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: Από τη μαρτυρία της (στο βαθμό που παρέμεινε αναντίλεκτη ή συντίθεται από ισχυρισμούς γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών) σε συνδυασμό και με όσα ανάφεραν οι δύο μάρτυρες που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο ενάγοντας και κατάθεσαν υπέρ της αίτησης, τους οποίους, ομολογώ θεωρώ αναξιόπιστους μάρτυρες, δε στοιχειοθετείται το αίτημα του ενάγοντα το οποίο προέβαλε η ευπαίδευτη δικηγόρος του στο πλαίσιο της αγόρευσής της, για έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις, ύψους, τουλάχιστον €1.000,
  1. Για λόγους που θα διαφανούν στην πορεία, οι οποίοι άπτονται της εν γένει οικονομικής της κατάστασης και όχι μόνο, θεωρώ πως δεν έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα εναντίον της, για οποιοδήποτε ποσό. Πολλώ μάλλον, για το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των €1.000,00 που ζητά ο ενάγοντας. Ειδικότερα: Η εναγόμενη, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένστασή της στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ισχυρίζεται τρία βασικά πράγματα. Πρώτο, ότι δεν εργάζεται και δεν έχει οποιοδήποτε εισόδημα, δεύτερο, ότι διαμένει σε φιλικό σπίτι και οι φίλοι της καλύπτουν και τα έξοδα συντήρησής της και τρίτο, ότι ο σύζυγός της βρίσκεται στη φυλακή για αστικά χρέη. Κατά την εξέτασή της από την ευπαίδευτη δικηγόρο του ενάγοντα, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Δεν είναι παντρεμένη με τον άνδρα της, αλλά συζεί μαζί του στο ίδιο σπίτι για 20 χρόνια. Από τις αρχές του χρόνου ζει στο σπίτι του αδελφού της. Προηγουμένως νοίκιαζε σπίτι και πλήρωνε το ποσό των €700,00 κάθε μήνα. Επειδή δεν μπορούσε να πληρώνει το ενοίκιο, έφυγε. Για την πληρωμή του ενοικίου τη βοηθούσε ο αδελφός της. Έχει και ένα ξάδελφο στη Ρωσία που τη βοηθούσε κι αυτός. Ο αδελφός της, τη βοηθούσε δίνοντάς της λίγα λεφτά. Όσα ζητούσε της τα έδινε. Ερωτηθείσα πόσα λεφτά παίρνει ο αδελφός της για να τη βοηθά απάντησε ως εξής: «Αφού μένω στο σπίτι του για να με βοηθά. Τρώω ένα πιάτο φαγητό.» Οι πρώτες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε είναι εμφανείς και δεν αναφέρομαι ασφαλώς στο γεγονός ότι ο σύζυγός της σύμφωνα με την ένορκη δήλωσή της έγινε συμβίος που μπορεί να λεχθεί ότι είναι το ίδιο πράγμα. Αναφέρομαι στον ισχυρισμό της στην ένορκη δήλωσή της ότι διαμένει σε φιλικό σπίτι και ότι οι φίλοι της καλύπτουν και τα έξοδα συντήρησής της, που δεν είναι το ίδιο με τον ισχυρισμό της κατά το στάδιο της εξέτασής της από την κα Πουλλά ότι ζει στο σπίτι του αδελφού της, ο οποίος τη βοηθά, όπως και ο ξάδελφός της στη Ρωσία, δίνοντας της λεφτά, που προφανώς δεν μπορεί να είναι φίλοι της, αφού και οι δύο είναι στενοί συγγενείς της. Ισχυρισμός που εν τέλει, σε ό, τι αφορά τον αδελφό της έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της ότι τη βοηθά προσφέροντάς της έναν πιάτο φαγητό. Παρόλα αυτά παραμένει γεγονός, ότι η εναγόμενη δεν αμφισβητήθηκε συναφώς με τον ισχυρισμό της ότι ο σύζυγος ή συμβίος της βρίσκεται στη φυλακή για αστικά χρέη και ότι η ίδια δεν εργάζεται. Στην ερώτηση ποιος δούλευε και πλήρωναν €700,00 ενοίκιο παρέπεμψε στον άνδρα της, προσθέτοντας ότι η ίδια έχει 10 χρόνια να εργαστεί με το εξής αιτιολογικό: «Πριν 10 χρόνια έκανα ένα ατύχημα με τη φτέρνα μου και ένα χρόνο δεν περπατούσα και οι γιατροί είπαν ότι δε θα περπατήσω. Ήμουν στο καροτσάκι ακόμα. Μετά με έκαναν εγχείρηση και δυστυχώς δεν μπορώ να εργάζομαι γιατί έχω δυσκολίες στο πόδι για να περπατήσω, γιατί φουσκώνει και ο γιατρός μου είπε χρόνια να φορώ αθλητικά παπούτσια και χαμηλά για να μην έχω πρόβλημα. Γιατί για να φτιάξουν το πόδι μου έβγαλαν κόκαλο από τη λεκάνη μου και μου έβαλαν στο πόδι και για να μη φαγωθεί το κόκαλο κάτω δεν πρέπει να περπατώ και δεν πρέπει να κάνω κάποια πράγματα. Και γι' αυτό ο άνδρας μου δεν με άφησε να πάω στη δουλειά τόσα χρόνια.» Με τη διευκρίνιση ότι δεν αποδίδω καθόλου σημασία στην, όχι και τόσο καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας από την εναγόμενη, μιας και πρόκειται για ελληνίδα ομογενή από τη Ρωσία, σημειώνω ότι, αυτή, δεν έχει αμφισβητηθεί σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε από τα παραπάνω, γεγονός το οποίο, κατά τη γνώμη μου αποτελεί επαρκή δικαιολογία για το γεγονός ότι εδώ και 10 χρόνια δεν εργάζεται. Και από δικαστική γνώση που έχω, ούτε και θεωρώ πως, ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου η ανεργία βρίσκεται σε τόσο ψηλά επίπεδα, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της βαθιάς ύφεσης που ταλανίζουν τον τόπο μας τα τελευταία χρόνια είναι τόσο απλό για την εναγόμενη ακόμη και να μπορούσε να εργαστεί ότι θα μπορούσε να βρει εύκολα εργασία. Εν πάση περιπτώσει, ούτε και της υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του ενάγοντα, είτε ότι μπορεί να εργαστεί και δεν εργάζεται είτε ακόμη ότι μπορεί να εξεύρει εργασία και δεν καταβάλλει κάποια προσπάθεια για το σκοπό αυτό. Προτού συνεχίσω, θα ήθελα να προβώ και σε ένα γενικό σχόλιο που αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα υπόβαλε σε εξέταση την εναγόμενη. Επειδή λοιπόν η κα Πουλλά ανάλωσε μεγάλο μέρος της εξέτασης της εναγόμενης προκειμένου να αποδείξει ότι αυτή καθώς και ο σύζυγός της, κατά το παρελθόν, γενικά και αόριστα, είχαν σημαντικά έσοδα ή εισοδήματα, περιορίζομαι να πω τούτο: Ό, τι αποτιμάται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι η οικονομική ικανότητα ή δυνατότητα της εναγόμενης στο παρόν στάδιο να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις και όχι εάν είχε τέτοια δυνατότητα κατά το παρελθόν που κανένα ρόλο μπορεί να διαδραματίσει στην κρίση μου να εκδώσω σήμερα το αιτούμενο διάταγμα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι η δικαστική απόφαση εναντίον της εκδόθηκε στις 18.2.
  2. Η επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, ασφαλώς απαιτείται να εδράζεται σε πραγματική βάση, η οποία να ανάγεται στο παρόν και όχι στο τι ενδεχομένως ίσχυε κατά το παρελθόν. Αυτό που συγκρατώ από την υποβολή της κας Πουλλά προς την εναγόμενη ότι έδιωξαν τον άνδρα της που είναι γιατρός από τη δουλειά, κατ' ακρίβεια τον ανάγκασαν να παραιτηθεί και δεν αναγκάστηκε να φύγει επειδή, όπως ισχυρίστηκε η ίδια, τον κυνηγούσαν συνεχώς με εντάλματα σύλληψης είναι το εξής: Είτε αυτό που υποβλήθηκε στην εναγόμενη ευσταθεί είτε εκείνο που ανάφερε η τελευταία, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, πως ούτε και ο σύζυγος της εναγόμενης εργάζεται σήμερα. Ακόμη και να ευσταθεί η υποβολή ότι η εναγόμενη έστειλε στον Αρχιεπίσκοπο καθώς και στον Επίσκοπο Κύκκου Νικηφόρο το στεφάνι που εμφαίνεται στις φωτογραφίες (μέρος του τεκμηρίου 1) για να τους το πουλήσει για τα μουσεία τους και δε συμφώνησαν στην τιμή, η ουσία και πάλιν έγκειται στα εξής: Καταρχήν, δε γνωρίζω κατά πόσο το υπό αναφορά στεφάνι έχει κάποια αξία και τούτο, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη η συστηματική προσπάθεια που κατέβαλε ο ενάγοντας μέσω της εξέτασης της εναγόμενης, αλλά και με τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων που παρουσίασε οι οποίοι κατάθεσαν υπέρ της αίτησης, προκειμένου να με πείσει ότι πρόκειται για ζεύγος απατεώνων η εναγόμενη καθώς και ο σύζυγός της, οι οποίο επιδίδονται συστηματικά στην εξαπάτηση των άλλων, από τους οποίους κατόρθωσαν να αποσπάσουν τεράστια χρηματικά ποσά που ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια. Ακολούθως διερωτώμαι πώς μπορώ να βοηθηθώ στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος αναφορικά με την ικανότητα της εναγόμενης να πληρώσει το χρέος της από την παραπάνω ενέργεια που της αποδίδεται, δοθέντος ότι το υπό αναφορά στεφάνι, εν τέλει δεν πουλήθηκε ούτε στον Αρχιεπίσκοπο ούτε στον Επίσκοπο Κύκκου Νικηφόρο, οι οποίοι, περιορίστηκαν απλώς να τραπεζώσουν την εναγόμενη, όπως της υποβλήθηκε. Για να συνεχίσω, δε μου διαφεύγει ότι στη συνέχεια υποβλήθηκε στην εναγόμενη ότι το συγκεκριμένο στεφάνι είναι μέρος του θησαυρού του Πριάμου το οποίο έβγαλε από την Κύπρο μαζί με την κόρη της για να το πουλήσει στο εξωτερικό για να έχει χρήματα. Περαιτέρω ότι ετοιμάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, ως επίσης ότι μαζί με το στεφάνι πώλησαν στην Κύπρο και το χρυσό άγαλμα του Απόλλωνα και δύο αρνιά και έβγαλαν πολλά λεφτά. Εκτός του ότι αποτελούν έωλες υποβολές, όλα τα παραπάνω, τα οποία η εναγόμενη αποκάλεσε ψέματα είναι και το γεγονός, ότι, ακόμη και να αποδεικνύονταν δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούσα να τη διατάξω να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προέκυψε από τις υπό αναφορά συναλλαγές. Κάθε τέτοιο ποσό, ως προϊόν παρανομίας που προφανώς θα πρέπει να είναι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει νόμιμα στην εναγόμενη για να μπορεί να διατεθεί για σκοπούς εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους της. Ως εντελώς ατεκμηρίωτη οπότε υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας παρέμεινε και η υποβολή ότι η εναγόμενη εμπορεύεται έργα τέχνης και αρχαία αντικείμενα. Το ίδιο ισχύει και για τις διάφορες υποβολές που της έγιναν, ότι μαζί με το συμβίο της πήραν διάφορα ποσά χρημάτων, χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο ενάγοντας, μέσω των δύο μαρτύρων που παρουσίασε επιχείρησε - ανεπιτυχώς - να τεκμηριώσει τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο. Ενώ στην εναγόμενη υποβλήθηκε ότι τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια πήραν από τον Άριστο Κανναουρίδη - που είναι ο πρώτος μάρτυρας που κατάθεσε υπέρ της αίτησης - €250.000,00, ο τελευταίος, - του οποίου τη μαρτυρία, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια απορρίπτω συνολικά - μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι το συνολικό ποσό που έδωσε στο σύζυγο της ενάγουσας έχει ξεπεράσει τις 150.000,00 (πιθανότατα εννοούσε λίρες). Εντελώς αυθαίρετη, αστήρικτη και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης παρέμεινε και η υποβολή ότι η εναγόμενη μαζί με το συμβίο της, σε τέσσερα χρόνια χρησιμοποίησαν περίπου €3.000.000,
  3. Φυσικά διερωτώμαι και για το νόημα της υποβολής, αλλά και πώς αυτή βοηθά τον ενάγοντα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στην οποία ασφαλώς, δεν μπορώ να διατάξω την εναγόμενη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με λεφτά που είχε κάποτε και χρησιμοποίησε, επομένως δεν έχει σήμερα. Ως εντελώς αστήρικτη και υπέχουσα μηδενικής αποδεικτικής αξίας είναι και η υποβολή ότι η εναγόμενη μαζί με το συμβίο της, ως διευθύντρια της εταιρείας Studiolo Enterprises Limited πήραν τα λεφτά του κόσμου και πήγαν να αγοράσουν περιουσία στο εξωτερικό. Το ίδιο ισχύει και για την υποβολή ότι περιουσία υπάρχει και την εκμεταλλεύονται. Τέλος, αναφορικά με την υποβολή ότι η εναγόμενη πήρε 100.00,00 από τον ενάγοντα, τις οποίες κατέχει, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται σε ποιο νόμισμα είναι το ποσό αυτό, περιορίζομαι να πω και το εξής: Εκτός του ότι και αυτή η υποβολή παρέμεινε μετέωρη, μιας και ο ενάγοντας που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, δεν κατάθεσε προς υποστήριξή της καθώς και για σκοπούς επιβεβαίωσης της υποβολής, επιπλέον τίθεται και το εξής ερώτημα: Εάν ευσταθεί το περιεχόμενο της υποβολής και είναι σε ευρώ το ποσό των 100.000,00, δε θα ήταν λογικό ο ενάγοντας, ο οποίος καταχώρησε την παρούσα αγωγή για το ποσό των €5.700,46, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει με την υπό κρίση αίτηση, να καταχωρούσε και νέα αγωγή εναντίον της εναγόμενης, για σκοπούς ανάκτησης του εν λόγω ποσού που είναι πολλαπλάσιο του ποσού της απόφασης στην παρούσα υπόθεση; Ασφαλώς και θα ήταν είναι η απάντηση και το γεγονός ότι αυτό δεν έγινε, αποδεικνύει και το πόσο παράλογο εκτός από ανυπόστατο είναι το περιεχόμενο της υποβολής. Ο Άριστος Κανναουρίδης είναι ο πρώτος μάρτυρας που παρουσίασε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο, προκειμένου να αποδείξει τη βασική θέση του ότι η εναγόμενη είναι σε θέση να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις. Το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα καταφαίνεται από το γεγονός, ότι, ενώ ανάλωσε το χρόνο του σχεδόν αποκλειστικά, προκειμένου να με πείσει ότι τόσο η εναγόμενη όσο και ο γιατρός - σύζυγός της είναι δύο απατεώνες που απέσπασαν από τον ίδιο καθώς και από πολλούς άλλους διάφορα ποσά τα οποία συμποσούνται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ και ουδέποτε επέστρεψαν, κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι με το σύζυγο της εναγόμενης συνεχίζουν να έχουν μια καλή φιλία και δεσμό, κάτι που ασφαλώς δε συνάδει με όσα τους αποδίδει ότι έκαναν και σε βάρος του, στα οποία θα αναφερθώ και θα σχολιάσω στη συνέχεια. Ο μάρτυρας που είναι φανερό ότι επιστρατεύτηκε από τον ενάγοντα, όχι για να με βοηθήσει να διακριβώσω τις οικονομικές συνθήκες της εναγόμενης και τη δυνατότητά της να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις, αλλά, απλώς και μόνο για να με οδηγήσει στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, ανεξάρτητα αν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο για το σκοπό αυτό, σ' αυτά τα πλαίσια υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που ουδέποτε υποβλήθηκαν στην εναγόμενη, για να της δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει, είτε τέλος, οι οποίοι παρέμειναν εντελώς αστήρικτοι και ατεκμηρίωτοι. Όσα ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Γνωρίζει την εναγόμενη από το
  4. Του τη γνώρισε ο κύριος Ιωαννίδης ότι ήταν γυναίκα γιατρού στην Κυπερούντα. Του συνέβηκε έναν ατύχημα και έσπασε η σπλήνα του και τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του, τόσο η εναγόμενη όσο και ο Ιωαννίδης ο γιατρός και την ίδια μέρα του ζήτησαν να του δώσει ένα χρηματικό ποσό, περίπου £20.000,00, για κάποιες επείγουσες ανάγκες, μέχρις ότου ξεκαθαρίσουν μία επιταγή πολλών εκατομμυρίων τα οποία περίμενε να λήξει η ημερομηνία που έγραφε πάνω η επιταγή για να μπορέσει να τα πάρει. Μια πρώτη παρατήρηση, ενδεικτική της αναξιοπιστίας του μάρτυρα είναι η εξής: Έχω δικαστική γνώση και τούτο, ως θέμα καθαρά νομικό, ότι ο μάρτυρας αποκλείεται να έδωσε το 2010, είτε στην εναγόμενη είτε στο σύζυγός της το ποσό που ανάφερε επειδή, από το 2008, επίσημο νόμισμα της Κύπρου είναι το ευρώ. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας, επειδή, όπως ανάφερε πίστεψε το γιατρό, δηλαδή το σύζυγο της εναγόμενης, του έδωσε και δεύτερη και πάρα πολλές φορές δικά του χρήματα, τα οποία ξεπέρασαν το συνολικό ποσό των 150.000,00, χωρίς να διευκρινίζει αν ήταν και πάλιν σε λίρες ή σε κάποιο άλλο νόμισμα. Δεν είχε άλλα χρήματα και ο γιατρός συνέχισε να του λέει με την εναγόμενη, «Άριστε σύντομα θα έχουμε λεφτά» και επειδή έφτασε και μπλέχτηκε μαζί τους, τον έπεισαν και δανείστηκε λεφτά από κάποιο Νίκο από το Καϊμακλί με ψηλό τόκο και από τον Αντώνη το Φανιέρο από τη Λάρνακα, άλλες 30.000,00 που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν για ένα σκοπό. Τα λεφτά τα έδωσε στην εναγόμενη στο σπίτι του κυρίου Ιωαννίδη και τα χρησιμοποίησε για την αγορά ή για προκαταβολή για αγορά ενός βασιλικού στεφανιού. Περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια και ακόμη συνεχίζουν να έχουν μια καλή φιλία και δεσμό με το γιατρό, ο οποίος, ουδέποτε τήρησε το λόγο του ότι θα δώσει λεφτά, είτε στον ίδιο είτε σε οποιοδήποτε. Ότι ο μάρτυρας θα έφθανε στο σημείο να δανειστεί κιόλας προσωπικά χρήματα από τρίτα πρόσωπα για να τα δώσει στην εναγόμενη, χωρίς να του επιστραφούν και χωρίς να λάβει μέχρι σήμερα δικαστικά μέτρα εναντίον της καθώς και του συζύγου της για ανάκτησή τους, μου ακούγεται τόσο παράλογο, σε βαθμό που δεν μπορώ να πιστέψω ότι τους κατέβαλε οποτεδήποτε οποιοδήποτε ποσό. Ερωτηθείς εάν η εναγόμενη έχει την οικονομική άνεση να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της προς τον ενάγοντα - που θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν του αναφέρθηκε το ύψος του - απάντησε ως εξής: «Πιστεύω 200% ότι έχουν την οικονομική ευχέρεια, για τον εξής λόγο: Όταν δούλευε ο γιατρός και πήγαιναν οι δουλείες τους και ήταν έτοιμα να κλείσουν να πάρει τα εκατομμύρια, με γραπτή επιστολή του έδωσε παραίτηση ο ίδιος και έφυγε.» Περιορίζομαι να πω το εξής: Στην εναγόμενη, η οποία ισχυρίστηκε και επέμενε ότι ο σύζυγός της αναγκάστηκε να φύγει από την εργασία του επειδή τον κυνηγούσε συνεχώς η Αστυνομία για να εκτελέσει εντάλματα σύλληψης εναντίον του, η κα Πουλλά υπόβαλε ότι τον έδιωξαν από τη δουλεία. Κατ' ακρίβεια τον ανάγκασαν να παραιτηθεί. Φυσικά και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπάρχει νουνεχής άνθρωπος, πολλώ μάλλον ένας γιατρός, του οικονομικού εκτοπίσματος που τον παρουσίασε ο μάρτυρας, ο οποίος επιλέγει να εγκαταλείψει την εργασία του και ακολούθως να οδηγηθεί συνειδητά στη φυλακή για αστικά χρέη. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, το τεκμήριο 3 είναι μία κατάσταση πληρωμών, η οποία ετοιμάστηκε από τον ίδιο και αποτελεί απόδειξη ότι χρωστά ένα εκατομμύριο στον κόσμο. Το σχόλιο μου είναι ένα και πολύ απλό. Εάν η εναγόμενη και ο σύζυγός της, οι οποίοι, σύμφωνα με το έγγραφο που ετοίμασε ο μάρτυρας χρωστούν στον κόσμο €1.000.000,00 και ο σύζυγος της εναγόμενης εδώ και αρκετό καιρό βρίσκεται στη φυλακή για αστικά χρέη, διερωτώμαι πόσο συνάδουν αυτά με την πίστη του μάρτυρα (200%) ότι η εναγόμενη και ο σύζυγός της έχουν την οικονομική ευχέρεια να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος της πρώτης. Χρέη είναι που έχουν κατά το μάρτυρα και προφανώς, με χρέη δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα το οποίο να διατάσσει την εναγόμενη να πληρώσει το επίδικο - επιπλέον χρέος της με μηνιαίες δόσεις. Αναφορικά με το νόημα και την αποδεικτική αξία του εγγράφου που φέρει τον τίτλο «ΔΗΛΩΣΙΣ» (τεκμήριο 4) το οποίο ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με αυτό, ο μάρτυρας, στις 11.7.2012 προβαίνει σε μονομερή δήλωση ότι προσφέρει προς πώληση κάποιο ακίνητό του στην εταιρεία Studiolo Enterprises Limited, για το ποσό των €2.000.000,00 (αριθμητικά) και €20.000.000,00 (ολογράφως). Επιπλέον, δηλώνει, υποχρεούται να πληρώσει στην εν λόγω εταιρεία ή αντιπροσώπους της ως έξοδα παραστάσεως, το ποσό των €2.000.000,00 «..και τις υποχρεώσεις του Χαράλαμπου Τσορπατσίδη κατά ή περί τις Ε700000,00 ευρώ.» Κατά τη γνώμη μου, ουδεμία νομική αξία ή δεσμευτικότητα μπορεί να έχει η παραπάνω δήλωση του μάρτυρα, η οποία είναι άγνωστο σε ποιο απευθύνεται και με την οποία, δηλώνει ο ίδιος ότι πωλεί το αναφερόμενο ακίνητο του στην εταιρεία Studiolo Enterprises Limited, για το ποσό των €2.000.000,00 (αριθμητικά) και €20.000.000,00 (ολογράφως). Ακολούθως, ούτε και αντιλαμβάνομαι σε τι συνίστανται τα έξοδα παρατάσεως, ύψους €2.000.000,00 τα οποία ο μάρτυρας, κατά τη δήλωσή του πάντοτε υποχρεούται να καταβάλει στην ίδια εταιρεία ή τους αντιπροσώπους της. Διερωτώμαι ακόμη και για το λόγο που με την ίδια δήλωση αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στο σύζυγο της εναγόμενης το ποσό των €700.000,
  5. Ότι το υπό αναφορά έγγραφο στερείται σοβαρότητας καταφαίνεται από το εξής: Αν υποτεθεί ότι το τίμημα πώλησης του ακινήτου του μάρτυρα είναι €2.000.000,00, αυτό σημαίνει ότι ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το ακίνητο του για το ποσό αυτό και την ίδια ώρα, να καταβάλει στην πιο πάνω εταιρεία το ίδιο ποσό, υπό μορφή εξόδων παραστάσεως, χωρίς να υπολογίζεται και το ποσό των €700.000,00 που δηλώνει ότι υποχρεούται να καταβάλει στο σύζυγο της εναγόμενης. Είναι σαφές, ότι το εν λόγω έγγραφο, τουλάχιστον για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας, παρά την απάντηση του μάρτυρα όταν ρωτήθηκε από την κα Πουλλά τι είναι αυτό, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «Αυτό το έγγραφο μου το ζήτησε γιατί έχω ένα χωράφι στην Πάφο υπογράφτηκε ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο που δέσμευσε το κτήμα, μέχρι και σήμερα είναι δεσμευμένο και μάλιστα μου ζητά υπέρογκο ποσό commission, που έχω υποστεί τεράστιες ζημιές που δεν μπόρεσα να το πωλήσω.» Ομολογώ πως δεν έχω αντιληφθεί τι ήθελε να πει ο μάρτυρας με την παραπάνω απάντησή του. Ο ισχυρισμός του πως δεν ξέρει εάν η εναγόμενη εργάζεται μα ούτε και που βρίσκεται, ως επίσης ότι προηγουμένως ήταν συνέχεια στο σπίτι και βοηθούσε το γιατρό στο νοσοκομείο και ξέρει ότι δεν είχε άλλη δουλειά, αν έχει κάποια αξία είναι ότι επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της εναγόμενης πως δεν εργάζεται. Ο ισχυρισμός του ότι το στεφάνι που εμφαίνεται στη φωτογραφία (τεκμήριο 1) αρνήθηκε να το αγοράσει ο Αρχιεπίσκοπος καθώς και ο Επίσκοπος Κύκκου Νικηφόρος, επειδή το μελέτησε και είναι αρχαιολογικής αξίας συγκρούεται με την υποβολή της κας Πουλλά προς την εναγόμενη, ότι ο λόγος που τόσο ο Αρχιεπίσκοπος όσο και ο Επίσκοπος Κύκκου Νικηφόρος δεν αγόρασαν το υπό αναφορά αντικείμενο είναι γιατί δε συμφώνησαν στην τιμή. Ένα δείγμα και της αρνητικής προκατάληψής του έναντι της εναγόμενης είναι η απάντηση του στην ερώτηση της κας Πουλλά, εάν γνωρίζει ποιος συντηρεί σήμερα την εναγόμενη. «Όχι, αλλά ξέρω κάτι ότι άκουσα κάτι ότι συντηρείται από τον αδελφό της. Εγώ διαφωνώ διότι ο αδελφός της που έκτοτε που το γνώρισα δεν είχε κάποια δουλειά καλή και σταμάτησε ή τον σταμάτησαν. Δεν ξέρω πως είχε, δεν ξέρω.» ήταν η απάντησή του, αν μπορούν να θεωρηθούν απάντηση στην ερώτηση που του έγινε αυτά που είπε. Άξια αναφοράς είναι και η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του ενάγοντα, εάν είδε την εναγόμενη να κρατά χρήματα. Απάντησε ως εξής: «Πριν δύο χρόνια περίπου μέσα στον Οκτώβριο, ναι πάρα πολλά χρήματα, τα οποία, όπως διαδίδεται, όπως ακούσαμε στάλθηκαν από κάποιο Τσετσένο κάπου 300.000.» «Εσύ τα είδες τα λεφτά;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και απάντησή του: «Εγώ είδα το γιατρό που δεν κρατούσε λεφτά και έβγαλε η Ελένη και ο γιατρός εκατοστάρικα κάθε λίγο που με καλούσαν να πάω για φαγητό. Άλλες φορές ήθελαν από εμένα λεφτά. Άλλο διάστημα πλήρωναν ο γιατρός και η Ελένη με καινούργια λεφτά. Και μάλιστα φάνηκε ο αδελφός της Ελένης, ο Γιάννης, ότι δεν είχε λεφτά να φάει και βρέθηκε με καινούργιο αυτοκίνητο Peugeot.» Θεωρώ περιττό να προβώ σ' οποιοδήποτε σχόλιο προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ στερούμενους σοβαρότητας όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα. Ας δούμε τώρα και μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εναγόμενης. Ειδικότερα: Ερωτηθείς εάν είπε πως δάνεισε επανειλημμένα το σύζυγο της εναγόμενης λεφτά, «Έστειλα στο εξωτερικό τα λεφτά για να βοηθήσω τον έναν και τον άλλο.» απάντησε. Φυσικά ξέχασε ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι, όχι μια, αλλά, πολλές φορές έδωσε χρήματα στο σύζυγο της εναγόμενης, τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των £150.000,
  6. Και αυτό, από το 2010 και μετά, τη στιγμή που από το 2008, επίσημο νόμισμα της Κύπρου είναι το ευρώ. Ενώ προέβαλε τη θέση ότι ο σύζυγος της εναγόμενης, ο οποίος έπιασε που τον κόσμο 1.000.000,00, όπως είπε, δεν μπορεί να μην έχει λεφτά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο των τεσσάρων μηνών που αυτός είναι στη φυλακή, του έδωσε για τα τηλεφωνεί €700,00, €70,00 κάθε φορά για να κανονίσει να βρει λεφτά για να πληρώσει. Μου φαίνεται ότι ο μάρτυρας, ένα μικρό πρόβλημα με τα μαθηματικά σίγουρα θα το έχει. Διαφορετικά, δεν μπορώ να εξηγήσω τον ισχυρισμό του, ότι κατά τη διάρκεια των τεσσάρων μηνών που ο σύζυγος της εναγόμενης βρίσκεται στη φυλακή, του έδωσε το συνολικό ποσό των €700,00, €70,00 κάθε φορά, δηλαδή κάθε μήνα, όπως το αντιλαμβάνομαι, κάτι που δεν μπορεί να ισχύει αφού, εάν κάθε φορά του έδινε €70,00, για τους τέσσερις μήνες που βρίσκεται στη φυλακή, δεν μπορεί να του έδωσε πέραν των €280,00 συνολικά, ενώ, εάν του έδωσε το ποσό των €700,00, δεν μπορεί να είναι μόνο για την περίοδο των τεσσάρων μηνών που βρίσκεται τη φυλακή. Τέλος παραπέμπω στον ισχυρισμό του ότι με την εναγόμενη δεν είχε κάποια συναλλαγή, ο οποίος συγκρούεται με τον περί αντιθέτου ισχυρισμό του κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ότι η εναγόμενη και του ζήτησε και της έδωσε λεφτά. Η ουσία της μαρτυρίας του Εφραίμ Χριστοφόρου έγκειται στους ακόλουθους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του, τους οποίους προέβαλε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης: Δε γνωρίζει την εναγόμενη, ωστόσο σχετίζεται μαζί της. Συγκεκριμένα ήρθε ο κύριος Ιωαννίδης στον αδελφό του και του είπε να της δώσει ορισμένα λεφτά, όπως και στο σύζυγό της και να τον ανταμείψει μετά. Ο αδελφός του έδωσε τα λεφτά στην εναγόμενη και το σύζυγό της και σε αντάλλαγμα, μετά από δύο μήνες, ο γιατρός του φώναξε να πάνε στη Λάρνακα στη δικηγόρο Άντρη Κλαϊδου, η οποία του έκανε τα έγγραφα (τεκμήριο 5) για να είναι ασφαλισμένα τα λεφτά τους. Ερωτηθείς από την κα Πουλλά πόσα θα του έδινε σαν αντάλλαγμα, απάντησε ως εξής:«Είπε πολλά. Είπε μας 3.000.000,
  7. Εγώ τους είπα θέλω τα λεφτά μου και ό, τι μπορείς να με ανταμείψεις.» Ερωτηθείς τέλος εάν η εταιρεία Studiolo Enterprises Limited, θα τους έδινε τα 3.000.000,00 που ανάφερε προηγουμένως, σε αντάλλαγμα των λεφτών που έδωσαν, απάντησε καταφατικά. Φυσικά, ευθύς αμέσως, στην πρώτη κιόλας ερώτηση που του υπόβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης και συγκεκριμένα εάν της έδωσε προσωπικά λεφτά απάντησε αρνητικά. Το μέγεθος της αντίφασης στη οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο και θεωρώ πως δε χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Συγκεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως, τα μόνα ουσιαστικά γεγονότα που με ασφάλεια μπορούν να εξαχθούν στο πλαίσιο της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης, δεδομένης της φύσης και του σκοπού της είναι τα εξής: Η εναγόμενη, εδώ και αρκετό καιρό, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει δεν εργάζεται μα ούτε και μπορεί να εργαστεί. Από τις αρχές του χρόνου διαμένει στο σπίτι του αδελφού της, o οποίος πιθανότητα και τη συντηρεί, ενώ ο σύζυγός της, μολονότι γιατρός στο επάγγελμα, εδώ και κάποιους μήνες βρίσκεται στη φυλακή για αστικά χρέη. Το ζεύγος και ειδικά η εναγόμενη, δεν έχει αποδειχθεί ότι διαθέτει - ή διέθετε - οποιαδήποτε περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της προς τον ενάγοντα. Δεδομένης της οικονομικής της κατάστασης, η έκδοση διατάγματος πληρωμής του χρέους της με μηνιαίες δόσεις, ύψους, τουλάχιστον €1.000,00, όπως ήταν η καταληκτική εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του ενάγοντα ή για οποιοδήποτε άλλο - μικρότερο ποσό, για την ώρα, εξ αντικειμένου είναι αδύνατη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης παρατηρώ τα εξής: Όπως ανάφερε η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα - απαντώντας στον ευπαίδευτο δικηγόρο της εναγόμενης, ο οποίος, στο πλαίσιο της αγόρευσής του, καταληκτικά ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα - υπάρχει νομολογία που λέει ότι ο αιτητής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την οικονομική δυνατότητα του καθ' ου η αίτηση και γι' αυτό, ουδέποτε καταδικάζεται στα έξοδα. Μολονότι η κα Πουλλά υποσχέθηκε να προσκομίσει τη νομολογία που είχε υπόψη της, δεν το έπραξε. Ωστόσο, επί της ουσίας της θέσης της, η απάντησή μου είναι η εξής: Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος, στην παράγραφο 5 της υποστηρικτικής της ένορκης δήλωσης ισχυρίζεται ότι, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει η εναγόμενη είναι σε θέση να πληρώνει το ποσό των €1.000,00 μηνιαίως για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της και των εξόδων. Επομένως, δεν μπορεί μέσω της δικηγόρου του να ισχυρίζεται πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την οικονομική ικανότητα της εναγόμενης. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι είχε και το βάρος απόδειξης της αίτησης, το οποίο δεν κατάφερε να αποσείσει, ως αποτυχών διάδικος, κατά πάγια νομολογιακή αρχή οφείλει να επωμιστεί και τα έξοδα της αίτησης. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση έρευνας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.