Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Μεττή κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1131/2011, 18/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 1131/2011 Μεταξύ: Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία, Εναγόντων -και-
- Ανδρέα Μεττή, από την Πάφο
- Ilieva Silviya Iliakov, από την Πάφο Εναγομένων ---------------------------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 2.3.2015 Ημερομηνία: 18.6.2015 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κ. Μάντης Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση 1: κ. Γλυκής Για εναγόμενη 2 - καθ' ης η αίτηση 2: κα Σωκράτους ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 είναι για το ποσό των €25.456,00, το οποίο «.υποχρεώθηκαν να πληρώσουν, ως "Ενδιαφερόμενοι Ασφαλιστές", σύμφωνα με το Ασφαλιστικό Συμβόλαιο, υπ' αρ. 3710-3410468, ημερομηνίας 4/2/2009, στην Ελπινίκη Μιχαηλίδου, δυνάμει παράβασης των όρων του Ασφαλιστικού Συμβολαίου από τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή δυνάμει παράβασης γραπτής συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως,..» Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής των πρώτων είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι σφαλιστές, στον ουσιώδη χρόνο, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 1 (στο εξής «ο εναγόμενος») εξέδωσαν ασφαλιστικό συμβόλαιο και/ή πιστοποιητικό ασφάλισης με το οποίο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, για την περίοδο, από 4.2.2009 μέχρι 4.2.
- Κατά ή περί τις 29.3.2009, ενώ το εν λόγω όχημα οδηγείτο με τη συγκατάθεση και/ή άδεια και/ή εντολή και/ή ευθύνη του εναγόμενου από την εναγόμενη 2 (στο εξής «η εναγόμενη»), η οποία δεν περιλαμβανόταν στην κατηγορία προσώπων που δικαιούνταν να το οδηγούν σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου, ενεπλάκη σε δυστύχημα με αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών στην οδηγό και ιδιοκτήτρια του άλλου ενεχόμενου κατά το δυστύχημα οχήματος και υλικών ζημιών στο όχημα της τελευταίας. Οι ενάγοντες, μετά την υποβολή του εντύπου απαίτησης από τον εναγόμενο για το δυστύχημα, του υπέδειξαν την παραπάνω παράβαση, με την επιστολή τους ημερομηνίας 4.9.2009, με την οποία τον ενημέρωναν ότι απέρριψαν την απαίτησή του. Με την ίδια επιστολή, τον πληροφορούσαν ότι εάν καλούνταν να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης, θα απαιτούσαν την πληρωμή του από τον ίδιο. Παρά τις παραβάσεις των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου από τους εναγόμενους, ενεργώντας ως ενδιαφερόμενοι ασφαλιστές και/ή ως είχαν υποχρέωση δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας οι ίδιοι, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, διευθέτησαν την απαίτηση της οδηγού και ιδιοκτήτριας του άλλου οχήματος που ενεπλάκη στο δυστύχημα, στην οποία κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €25.456,
- Προηγουμένως, με επιστολή τους προς τους εναγόμενους, τους πληροφόρησαν ότι είχαν καταλήξει σε σχετική συμφωνία μαζί της για καταβολή του ποσού αυτού υπό μορφή αποζημιώσεων, προς πλήρη διευθέτηση της απαίτησής της. Με την ίδια επιστολή ζητούσαν από αυτούς την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, ενημερώνοντάς τους ότι παράλειψή τους να το πράξουν θα έδιδε στους ίδιους το δικαίωμα να στραφούν δικαστικά εναντίον τους. Επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους (ως ανωτέρω). Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ξεχωριστά υπεράσπιση στην αγωγή, με την οποία προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς συναφώς με την εναντίον τους απαίτηση των εναγόντων. Ειδικά ο εναγόμενος που μας ενδιαφέρει περισσότερο για τους σκοπούς και τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, καταληκτικά ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δε νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του η οποία, ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, θα πρέπει να απορριφθεί. Στις 2.9.2014 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τον εναγόμενο, ενώ, στις 16.10.2014 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, η δικηγόρος που εμφανίστηκε γι αυτόν στο Δικαστήριο ζήτησε αναβολή, επειδή θα καταχωρούσαν αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής του. Συναινούντων και των δικηγόρων που παρουσιάστηκαν για τους ενάγοντες καθώς και για την εναγόμενη ενέκρινα το αίτημα. Επειδή όμως την ημέρα αυτή, η υπόθεση είχε τεθεί ενώπιόν μου για πρώτη φορά - αφότου μου ανατέθηκε - και θεώρησα ορθό, όπως, προτού αυτή οδηγηθεί εκ νέου για ακρόαση διερευνηθεί το ενδεχόμενο συμβιβασμού της, την όρισα για σκοπούς συμβιβασμού, στις 8.12.2014, με οδηγίες όπως η αίτηση τροποποίησης οριστεί το αργότερο την ίδια μέρα. Στις 8.12.2014, οι τρεις δικηγόροι που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο εκ μέρους των διαδίκων περιορίστηκαν να με πληροφορήσουν πως δεν κατέληξαν σε διακανονισμό της υπόθεσης, οπότε και την όρισα για ακρόαση, στις 4.3.
- Στις 2.3.2015, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά τροποποίηση της υπεράσπισής του, με διαγραφή της υφιστάμενης και την αντικατάστασή της με άλλη υπεράσπιση (η οποία εκτίθεται στο σώμα της αίτησης), στο περιεχόμενο της οποίας, στο βαθμό και την έκταση που κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ αργότερα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 6 και Δ.48 Θ.2 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται ακόλουθη ένορκη δήλωση του εναγόμενου: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ανδρέας Μεττή από την Πάφο ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1) Είμαι ο εναγόμενος Νο. 1 στον υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής, όπου έλαβα πληροφορίες αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου και για τα νομικά ζητήματα με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου. Είμαι το κατάλληλο πρόσωπο να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. 2) Οι δικηγόροι μου που είχα διορίσει αρχικά για την υπεράσπιση μου στην παρούσα αγωγή, καταχώρησαν την υπεράσπιση με ημερομηνία 14.5.
- Μετά τον τερματισμό της εκπροσώπησης μου από τους συγκεκριμένους δικηγόρους, και την ανάθεση της υπόθεσης που είχε κινηθεί εναντίον μου στο δικηγορικό γραφείο MANTIS & ATHINODOROU LLC, και την εξιστόρηση των επίδικων γεγονότων που έλαβαν χώρα, διαπιστώθηκε ότι η έκθεση υπεράσπισης μου δεν περιέχει τις ορθές πληροφορίες των γεγονότων ως αυτές μεταφέρθηκαν στον προηγούμενο δικηγόρο μου και εκ λάθους, φαίνεται, δεν συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση υπεράσπισης μου. 3) Η τροποποίηση και αντικατάσταση των στοιχείων αυτών και η καταχώρηση νέας υπεράσπισης καθίσταται απαραίτητη και είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. 4) Η παρούσα αίτηση γίνεται χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης μεγάλης καθυστέρησης αφού η τροποποίηση των δικογράφων είναι δυνατό να γίνει άμεσα. 5) Όπως έχει προαναφερθεί το λάθος δεν έγινε σκόπιμα αλλά εκ παραδρομής. 6) Εν όψει των ανωτέρω και εξ΄ όσων κάλλιον πιστεύω και πληροφορούμαι είναι ορθόν και δίκαιον όπως το Σεβαστόν Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.» Τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγόμενη καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Των εναγόντων εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «Α. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και τους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως. Β. Ο Αιτητής και/ή οι δικηγόροι του, υπό τις περιστάσεις, δεν νομιμοποιούνται σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή Διαδικαστικούς κανονισμούς να καταχωρήσουν τέτοια Αίτηση. Γ. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Δ. Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι και/ή σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου. Ε. Έχει διαρρεύσει κάθε εύλογο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της Υπεράσπισης, ήτοι από 15.5.2012 μέχρι την ημέρα καταχώρησης της Αίτησης Τροποποίησης, την 2.3.2015 ήτοι πέριξ των τριών χρόνων, εντός του οποίου ο Αιτητής και/ή οι δικηγόροι του είχαν κάθε δυνατότητα και/ή ευχέρεια να προβούν σε αλλαγή δικηγόρου και/ή καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της Υπεράσπισης και καθίσταται έτσι η παρούσα Αίτηση παντελώς αδικαιολόγητη, εκπρόθεσμη και/ή άνευ νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος. ΣΤ. Οι τυχόν δυσκολίες συνεννόησης του Αιτητή και των προηγούμενων δικηγόρων του, στην μεταξύ τους επικοινωνία και στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης και/ή η οποιαδήποτε αμέλεια και/ή άλλως πως των δικηγόρων του πλην του γεγονότος ότι στερούνται οποιασδήποτε πραγματικής βάσης, δεν δικαιολογούν και/ή δεν συνιστούν νόμιμο λόγο για τη μη εμπρόθεσμη καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης, ως οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν. Ζ. Η Αίτησης Τροποποίησης επιχειρεί να διαγράψει ολόκληρη την Υπεράσπιση και να εισάγει νέα και ως εκ τούτου, η παρούσα Αίτηση είναι παντελώς αδικαιολόγητη, εκπρόθεσμη και/ή άνευ νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος. Η Δ.25 Κ. 1 επιτρέπει τη διόρθωση ή τροποποίηση των δικογράφων και όχι τη διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης και εισαγωγή νέας Υπεράσπισης. Η. Δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο πρέπει να εγκριθεί η Αίτηση Τροποποίησης του Αιτητή και το Σεβαστό Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της τροποποίησης. Θ. Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του Αιτητή αλλά θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση με έξοδα εναντίον του Εναγομένου 1/Αιτητή και υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Ι. Η Αίτηση τροποποίησης δεν γίνεται καλόπιστα και/ή θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τους Καθ' ων η Αίτηση στα δικαιώματα τους.» Οι λόγοι ένστασης της εναγόμενης ακολουθούν επίσης αυτούσιοι: «
- Η αίτηση ημερ. 2.3.2015 στερείται νομικής βάσης και/ή η νομική βάση είναι πλημμελής και/ή ελλιπής και/ή άκυρη και/ή καταχρηστική και/ή στερείται αντικειμένου.
- Η αίτηση ημερ. 2.3.2015 καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα με υπέρμετρη καθυστέρηση και σκοπό έχει να εκτροχιάσει πλήρως την όλη διαδικασία.
- Με την παρούσα αίτηση ημερ. 2.3.2015 ο αιτητής προβαίνει σε κατάχρηση διαδικασίας λόγω του ότι η αίτηση γίνεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο μετά τον ορισμό της υπόθεσης ήδη αρκετές φορές για Ακρόαση, επιδιώκοντας να τροποποιήσει ολόκληρη την υπεράσπιση του και ενώ η υπεράσπιση της εναγομένης 2 - καθ΄ ης η αίτηση ετοιμάστηκε στην ήδη υπάρχουσα εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η διαδικασία έχει σχεδόν εισέλθει στο στάδιο της Ακρόασης και έχει προχωρήσει σε βάθος χρόνου και το Δικαστήριο πρέπει να είναι φειδωλό στην παροχή άδειας τροποποίησης ώστε να μην επηρεαστούν οι άλλες πλευρές και να τεθούν σε δυσμενή θέση, και δη μετά το κλείσιμο των δικογράφων και την ετοιμότητα των λοιπών μερών να δικασθούν.
- Ο αιτητής κωλύεται από του να επιδιώκει να τροποποιήσει ολόκληρη την έκθεση υπεράσπισης του.
- Η αίτηση ημερ. 2.3.2015 αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών.
- Με την υπό αναφορά αίτηση ημερ. 2.3.15, μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης σε προχωρημένο στάδιο, εισάγονται νέα θέματα προς εκδίκαση και εκτροχιάζεται η εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου.
- Η αίτηση ημερ. 2.3.2015 δεν είναι δικαιολογημένη και αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της ισότητας των όπλων.
- Η αίτηση ημερ. 2.3.2015 στηρίζεται και υποστηρίζεται από Ένορκο Δήλωση που δεν αποκαλύπτονται δια αυτήν όλα τα γεγονότα και/ή οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή κανένα πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την αίτηση υπάρχει.
- Οι αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Δια της αίτησης τροποποίησης ημερ. 2.3.15, δημιουργείται πολλαπλότητα στην διαδικασία και επηρεάζονται τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση και δημιουργείται αδικία εις βάρος της, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.» Αν είναι κάτι που θα πρέπει να σημειωθεί αναφορικά και με τις δύο ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τους λόγους των παραπάνω ενστάσεων είναι ότι το εξής: Με αυτές, οι ενόρκως δηλούντες, ουσιαστικά επαναλαμβάνουν σε πρώτο πρόσωπο τους λόγους ένστασης στην αίτηση, με κάπως διαφορετική διατύπωση ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των λόγων που και με τις δύο ενστάσεις προβάλλονται σ' αυτή. Ειδικότερα: Τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγόμενη διατείνονται ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης και η εισαγωγή νέας. Μολονότι δεν έχει τεθεί υπόψη μου κάποια αυθεντία που να απαγορεύει την τροποποίηση ενός δικογράφου με τη διαγραφή του και την αντικατάστασή του με κάποιο άλλο, στην προκειμένη περίπτωση, θα έλεγα πως, τύποις μόνο συμβαίνει κάτι τέτοιο. Είναι γεγονός - το οποίο άλλωστε προκύπτει εξ αντικειμένου από την ίδια την αίτηση - ότι ο εναγόμενος, με την υπό κρίση αίτηση ζητά τη διαγραφή της υφιστάμενης υπεράσπισής του και την αντικατάστασή της με την προτεινόμενη, η οποία, σε αντίθεση με την ισχύουσα που είναι σχετικά μικρή σε έκταση (αφού καταλαμβάνει περίπου τρεις σελίδες) και λιτή σε περιεχόμενο, η προτεινόμενη καταλαμβάνει έξι περίπου σελίδες και χαρακτηρίζεται από - αχρείαστη ενδεχομένως - περιπτωσιολογία. Παρόλα αυτά, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: Με αντιπαραβολή του κειμένου της υφιστάμενης υπεράσπισης με αυτό της προτεινόμενης - νέας υπεράσπισης, η ουσία της υπεράσπισης και στις δύο περιπτώσεις, κατά βάση παραμένει η ίδια. Με την προτεινόμενη, εν μέρει επαναλαμβάνονται αυτούσιοι ή σχεδόν αυτούσιοι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου που περιέχονται στην υφιστάμενη υπεράσπιση και κατά λοιπά, είτε διευρύνεται απλώς η βάση της υφιστάμενης υπεράσπισης, με την προσθήκη μερικών νέων ισχυρισμών, είτε ακόμη προστίθενται και διαζευκτικές βάσεις υπεράσπισης, ενώ είναι γεγονός, ότι, σε μερικές περιπτώσεις προβάλλονται ισχυρισμοί που δε συνάδουν με τους αντίστοιχους που περικλείονται στην υφιστάμενη υπεράσπιση. Παρόλα αυτά, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο πυρήνας της υφιστάμενης υπεράσπισης, θα έλεγα πως, με την προτεινόμενη, βασικά παραμένει αναλλοίωτος. Με αυτό απαντώ και στη θέση τόσο των εναγόντων όσο και της εναγόμενης, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, με ορατό κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς και δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των άλλων μερών, περιλαμβανομένου του κινδύνου παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, συνεπεία της καθυστέρησης που θα προκύψει εξαιτίας της αντικατάστασης ολόκληρης της υπεράσπισης του εναγόμενου, όπως αναφέρει στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγόμενης. Προστίθενται και τα εξής: Ο μερικός επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων που θα προκύψει σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, δεν αποτελεί άνευ άλλου λόγο απόρριψης της αίτησης. Το στοιχείο αυτό, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με τα υπόλοιπα κριτήρια που διέπουν το θέμα, που είναι η χρόνος που επέλεξε ο αιτητής να καταχωρήσει την αίτηση, η δικαιολογία που προβάλλει προκειμένου να αιτιολογήσει αυτό το χρόνο, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, το γνήσιο ή μη του διαβήματός του και σε κάθε περίπτωση, η ζημιά ή αδικία που θα προκύψει στον αντίδικό του σε περίπτωση που η αίτηση γίνει δεκτή, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία, μόνο σε περίπτωση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα δε θα πρέπει να επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Των παραπάνω λεχθέντων, υπεισέρχομαι στην εξέταση και όσων από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση της αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόντων καθώς και της εναγόμενης. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση που έχει προβεί προς υποστήριξη της αίτησης, ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την ανάθεση της υπόθεσης στους νέους δικηγόρους του. Συγκεκριμένα, κατά την εξιστόρηση των επίδικων γεγονότων σ' αυτούς διαπιστώθηκε ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση, εκ λάθους φαίνεται, δεν περιέχει τις ορθές πληροφορίες αναφορικά με τα γεγονότα, όπως αυτές μεταφέρθηκαν στον προηγούμενο δικηγόρο του. Η αιτούμενη τροποποίηση, προστίθεται, καθίσταται απαραίτητη και είναι προ το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν είναι δικηγόρος και δεν είναι αυτός που συνέταξε την υφιστάμενη υπεράσπισή του, αλλά, ο προηγούμενος δικηγόρος του, δεν έχω λόγο να μη δεχθώ τη δικαιολογία που προβάλλει αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο και τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης τη υπεράσπισής του. Το γεγονός δε, ότι η υπόθεση ορίστηκε μερικές φορές για ακρόαση προτού καταχωρηθεί η αίτηση και όπως αναφέρει η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγόμενης στη γραπτή αγόρευσή της, κάθε πλευρά είχε ετοιμάσει την υπόθεσή της με βάση τη μέχρι σήμερα πορεία της αγωγής και τα υπάρχοντα στοιχεία και μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό που ισχύει αυτό, δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Εκτός του ότι, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι σε ποια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου παραπέμπει η κα Σωκράτους, μιας και η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει είναι και το γεγονός, ότι, αν αυτό που εννοεί είναι ότι, επειδή ο εναγόμενος καταχώρησε την υπεράσπισή του εδώ και αρκετό καιρό, κατά την ετοιμασία του για σκοπούς ακρόασης όφειλε να γνωρίζει κατά πόσο η μαρτυρία του συνάδει με τα δικόγραφά του, θεωρώ πως, δεν μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση από κάποιο που δεν είναι δικηγόρος ή να αναμένει από αυτό, να είναι σε θέση να προβεί σε έναν τέτοιο συσχετισμό, ακόμη κι αν έχει διαβάσει την υπεράσπισή του. Προφανώς, δεν είναι το ίδιο πράγμα το να παραθέτει κανείς όπως νομίζει ελεύθερα και με απλή γλώσσα τα γεγονότα που έχει υπόψη του για ένα θέμα, με τον καταρτισμό ενός δικογράφου που να τα καλύπτει, έργο καθαρά νομικό, αφού, όπως είναι καλά γνωστό, ο καταρτισμός της υπεράσπισης και γενικά κάθε δικογράφου, διέπεται από συγκεκριμένους - κατά περίπτωση - νομικούς κανόνες, τους οποίους, κατά τεκμήριο, μόνο κάποιος που διαθέτει νομικές γνώσεις μπορεί να γνωρίζει είτε ακόμη και να αντιληφθεί το περιεχόμενο ενός δικογράφου, όταν το διαβάσει. Αναφορικά με το χρόνο που μεσολάβησε αφ' ης στιγμής σύμφωνα πάντοτε με τον εναγόμενο διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης της υπεράσπισής του μέχρι και την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αίτηση παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στις 2.9.2014 καταχωρήθηκε η σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από τους νέους δικηγόρους του εναγόμενου, οι οποίοι, στις 16.10.2014 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ζήτησαν αναβολή, με το αιτιολογικό ότι θα καταχωρούσαν αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων καθώς και της εναγόμενης, που με την ένστασή τους επικαλούνται τον παράγοντα καθυστέρηση συναφώς με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ως λόγο απόρριψής της, δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα αναβολής, για το λόγο που αυτό υποβλήθηκε παρά μόνο, ζήτησαν όπως τα έξοδα της ημέρας να είναι στην πορεία μα σε καμιά περίπτωση εναντίον τους. Ενέκρινα το αίτημα και με δική μου πρωτοβουλία, για λόγους που αναφέρω σε άλλο σημείο (πιο πάνω) όρισα την υπόθεση για σκοπούς συμβιβασμού, στις 8.12.2014, με οδηγίες, όπως η αίτηση τροποποίησης οριστεί το αργότερο την ίδια μέρα. Είναι γεγονός, ότι και οι τρεις δικηγόροι που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο στις 8.12.2014 περιορίστηκαν να με πληροφορήσουν πως δεν κατέληξαν σε διακανονισμό της υπόθεσης, οπότε την όρισα αμέσως ξανά για ακρόαση, στις 4.3.2015. Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι η αίτηση τροποποίησης, παρά τις σχετικές οδηγίες μου, ημερομηνίας 16.10.2014, δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι τις 8.12.2014, αλλά, στις 2.3.2015. Δηλαδή, περίπου τρεις μήνες αργότερα και μόλις δύο μέρες πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η αδικαιολόγητη παράλειψη του εναγόμενου να συμμορφωθεί με τις οδηγίες μου και το γεγονός ότι καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, περίπου τρεις μήνες αργότερα οδηγούν αφ' εαυτών σε απόρριψη της αίτησης. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι μονοσήμαντη. Νοουμένου ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κριθούν αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από την όποια καθυστέρηση υπήρξε συναφώς με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, καθώς ήδη έχει αναφερθεί δεν αποτελεί άνευ άλλου λόγο απόρριψης της αίτησης, οι τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν, εκτός εάν εξαιτίας τους θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα.. Αυτό ορίζει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά πιο πάνω. Στην υπόθεση (Preece ανωτέρω) παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης, με μόνο λόγο ότι δεν επιτράπηκε αίτηση τροποποίησης των εφεσειόντων. Το εφετείο, μεταξύ άλλων παρατήρησε και τα εξής,: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ΄ ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Με τη σειρά μου παρατηρώ τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε ότι δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν προέβη στην καταχώρηση της αίτησης, βασικά μέχρι και τις 8.12.2014 και σε κάθε περίπτωση, μέχρι και τις 2.9.2014 που διορίστηκαν οι νέοι δικηγόροι του. Εξ αντικειμένου, η περίοδος τριών περίπου μηνών που μεσολάβησε με βάση την πρώτη από τις παραπάνω ημερομηνίες και έξι περίπου μηνών με βάση τη δεύτερη ημερομηνία, δεν κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική έτσι ώστε να αποβεί μοιραία για την αίτηση, επειδή παρέμεινε αδικαιολόγητη. Πέραν τούτου, ως εκ της φύσεώς τους οι αιτούμενες τροποποιήσεις, τις θεωρώ αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφού, σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, ο εναγόμενος θα στερηθεί του δικαιώματος να θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο, για σκοπούς στοιχειοθέτησης όλων των ισχυρισμών του που συνθέτουν την υπεράσπισή του στη εναντίον του αγωγή. Απ' εκεί και πέρα, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι με το υπό κρίση διάβημά του ενεργεί κακόπιστα, είτε ακόμη, ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης του, είτε οι ενάγοντες είτε η εναγόμενη, θα υποστούν κάποια βλάβη, ζημιά ή αδικία, η οποία μάλιστα να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει ενώ θα επαναπρογραμματιστεί για ακρόαση σε σύντομο χρονικό διάστημα από σήμερα, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει τα θέμα θεωρώ ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης, ως η αίτηση. Η τροποποιημένη υπεράσπιση, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών τη σύνταξη του διατάγματος, Τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 7 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων καθώς και της εναγόμενης και σε βάρος του εναγόμενου· στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο