Νικήτα Ιωάννου κ.α. ν. Χαράλαμπου Λαπέρτα, Αρ. Αγωγής: 3564/13, 9/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A103 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3564/13 Μεταξύ: 1. Νικήτα Ιωάννου 2. Μαρούλα Ιωάννου Εναγόντων και Χαράλαμπου Λαπέρτα Εναγόμενου Ημερομηνία: 9.6.15 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κα Θ. Αρέστη Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Χ΄΄Κλεοβούλου για κ. Λ. Γ. Λουκαίδη -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 19.11.14 ο Εναγόμενος / Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: «προσωπικώς και/ή αλληλεγγύως, όπως δώσουν εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του τοιούτου Διατάγματος ασφάλειαν για τα έξοδα στο ποσό των Ευρώ 1,500.00 και Διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το Δικαστήριο η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.60, θθ. 1-5 και Δ.48, θ.9(
- t)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στις «γενικές εξουσίες» του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου / Αιτητή στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι μόνιμοι κάτοικοι της Νοτίου Αφρικής. Εν' όψει τούτου ο Αιτητής επιζητεί το αξιωμένο διάταγμα καθότι σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί δεν θα μπορεί να ανακτήσει τα έξοδά του. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται τρεις λόγοι ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 2. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα για τους Καθ' ων η αίτηση: (α) είναι μόνιμοι κάτοικοι Νοτίου Αφρικής και έχουν Κυπριακή υπηκοότητα και (β) έχουν ακίνητη περιουσία στην Πάφο και την Λυσσώ αξίας πέραν των Ευρώ 100.000,00 σεντ η οποία είναι ελεύθερη από οποιαδήποτε βάρη ή υποχρεώσεις. Τέλος, αναφέρεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική καθότι ο Αιτητής όφειλε να γνωρίζει ή να πληροφορηθεί για την ύπαρξη ακίνητης περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σημειώνεται ότι το αίτημα θα κριθεί στην βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων κατά την αγόρευσή τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει εγγυοδοσία σε σχέση με τα έξοδα της δίκης ρυθμίζεται από την Δ.60, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου βασίζεται και η υπό κρίση αίτηση. Ο εν λόγω θεσμός προνοεί ως ακολούθως: «Ο Ενάγων (και σε σχέση με ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει απλώς την φύση συμψηφισμού, ο Εναγόμενος) ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα παρόλο που μπορεί να διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ... ». Ο θεσμός 1 της Διάταξης 60 είναι ταυτόσημος, με εξαίρεση, βεβαίως, της πρόνοιας για συνήθη διαμονή σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον Αγγλικό θεσμό 6Α της Δ.65 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών και προσομοιάζει με τον Κανονισμό 185 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου). Έτσι, τόσο οι Αγγλικές αποφάσεις επί του θέματος όσο και οι αποφάσεις του δικού μας Ναυτοδικείου είναι βοηθητικές στην ανάλυση των σχετικών αρχών. Το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού δεν δικαιολογεί αυτόματα την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στον θεσμό 1 της Διάταξης 60, η οποία ασκείται δικαστικά (Βλ. Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434 Union De Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. Apak Agro Industries Ltd και άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1170 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σελίδες 384-385). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων είναι ευρύτατη, γιατί οι θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκησή της. Αξιοσημείωτη επί του προκειμένου είναι η ανάπτυξη του θέματος από τον Λόρδο Wright στην Evans v. Bartlam
(1934)2 All E R 646, 655: «I see no reason to interfere with the judge´s order. The respondent´s counsel in my judgment has entirely failed to satisfy the onus of showing that the judge was wrong. Order 27, r.15, gives a discretion untramelled in terms: it does not even require an affidavit as a condition and the discretion may be exercised on any proper material, though in practice an affidavit is generally required. To quote again from Bowen L.J. in Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "When a tribunal is invested by Act of Parliament or by rules with a discretion, without any indication in the Act or rules of the grounds upon which the discretion is to be exercised, it is a mistake to lay down any rules with a view of indicating the particular grooves in which the discretion should run, for if the Act or the rules did not fetter the discretion of the judge why should the court do so?". Similarly it has been held by the Court of Appeal in Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, that the discretion to grant or refuse a jury in King´s Bench cases is in truth, as it is in terms, unfettered. It is, however, often convenient in practice to lay down, not rules of law, but some general indications, to help the court in exercising the discretion, though in matters of discretion no one case can be an authority for another. As Kay, L.J., said in Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495, "the court cannot be bound by a previous decision, to exercise its discretion in a particular way, because that would be in effect putting an end to the discretion". A discretion necessarily involves a latitude of individual choice according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae once the facts are ascertained». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν βλέπω κανένα λόγο να επέμβω στο διάταγμα του Δικαστή. Ο συνήγορος του εφεσίβλητου κατά την κρίση μου έχει εντελώς αποτύχει να αποδείξει ότι ο Δικαστής έσφαλε. Η Διάταξη 27, θεσμός 15 παρέχει απεριόριστη διακριτική εξουσία. Δεν απαιτείται καν ένορκος δήλωση ως προϋπόθεση και η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) δύναται να ασκηθεί στην βάση οιουδήποτε κατάλληλου υλικού, παρόλο που στην πρακτική απαιτείται, γενικά, ένορκος δήλωση. Παραθέτοντας για άλλη μια φορά τα λόγια του Bowen L.J. στην Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "Όταν παρέχεται σε δικαστήριο διακριτική εξουσία από νόμο της Βουλής ή από κανονισμούς χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη στον νόμο ή τους κανονισμούς των αρχών επί των οποίων η εξουσία (αυτή) ασκείται είναι σφάλμα να δημιουργούνται κανόνες που να υποδεικνύουν συγκεκριμένα στεγανά εντός των οποίων θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια (του Δικαστηρίου) καθότι αν ο νόμος ή οι κανονισμοί δεν περιορίζουν την εξουσία (του Δικαστηρίου) γιατί να κάνει κάτι τέτοιο το Δικαστήριο;". Ομοίως, έχει αποφασισθεί από το Εφετείο στην Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αρνηθεί ή να διατάξει ασφάλεια σε υποθέσεις του King´s Bench είναι, στ' αλήθεια, απεριόριστη. Είναι, όμως, συχνά βολικό στην πρακτική να παρατίθενται, όχι κανόνες δικαίου, αλλά κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, παρόλο που στις περιπτώσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας (του Δικαστηρίου) καμία υπόθεση δεν μπορεί να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για την άλλη. Όπως είπε ο Kay, L.J. στην Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495 "το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεσμευτεί από προηγούμενη απόφαση στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διότι κάτι τέτοιο θα έθετε τέρμα στην εξουσία του". Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει απαραίτητα ευρύτητα ατομικής επιλογής στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών και διαφέρει από μια υπόθεση όπου η απόφαση ακολουθεί με την διακρίβωση των γεγονότων ως εκ δικαιώματος». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε ακόμη δύο Αγγλικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Kohn v. Rinson & Stafford Ltd
(1947)2 All E R 839 ο Δικαστής Denning με την λιτότητα και πυκνότητα του λόγου που τον χαρακτηρίζει ανέφερε σχετικά: «The law on the matter is plain, that it is in the discretion of the court to order security for costs, but it does so as a matter of course when a plaintiff is out of the jurisdiction and there are no assets of the plaintiff which can be reached within the jurisdiction, the reason being that if a judgment is thereafter obtained by the defendant against the plaintiff for costs such an order cannot be enforced by the direct process of the English court». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το δίκαιο επί του ζητήματος είναι απλό. Επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ασφάλεια εξόδων, αλλά κατά την σύνηθη πορεία διατάσσεται ασφάλεια όταν ο ενάγων είναι εκτός δικαιοδοσίας και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας. Ο λόγος είναι γιατί αν αργότερα εξασφαλισθεί από τον εναγόμενο εναντίον του ενάγοντα απόφαση για έξοδα μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί με την απευθείας διαδικασία του αγγλικού δικαστηρίου». Είναι, επίσης, αξιοπρόσεχτη η αντιμετώπιση στην πολύ μεταγενέστερη υπόθεση Porzelack (KG) v. Porzelack (U.K.) Ltd
(1987)1 All E R 1074 όπου στην σελίδα 1077 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « . it seems to me that I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μου φαίνεται, ότι έχω εντελώς ευρεία διακριτική εξουσία να αρνηθώ ή να διατάξω ασφάλεια εξόδων λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Όμως, είναι ξεκάθαρο από την νομολογία, ότι αν οι άλλοι παράγοντες ισοζυγίζονται είναι συνήθως δίκαιο όπως η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) ασκείται με την έκδοση διαταγής για ασφάλεια εξόδων εναντίον ενός ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας. Το ερώτημα είναι ποιο είναι το δίκαιο σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Ο σκοπός της παροχής ασφάλειας εξόδων και η φύση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίσθηκαν ως ακολούθως από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριο Στυλιανίδη στην υπόθεση Standard Fruit Co (Bermuda) Ltd v. Gold Seal Ship Co Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 121: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον Κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν η συνήθης πρακτική ήταν να εκδίδεται διαταγή ασφάλειας εξόδων όταν ο ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού. Η άκαμπτος αυτή πρακτική, όμως, δεν είναι σύμφωνη ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του Κανονισμού . Όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος, εκτός εάν τα περιστατικά της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα.». Στην υπόθεση Hesham Enterprises v. The Ship «Rami»
(1978)1 CLR 195 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κύριος Τριανταφυλλίδης υιοθετώντας την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Aeronave SPA v. Westland Charters Ltd
(1971)3 All E R 531 ανέφερε τα ακόλουθα: «.although it is not an inflexible rule that, but a matter of discretion whether, a foreign plaintiff should be ordered to provide security for costs, it is the usual practice to order so if the justice of the case demands it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. παρόλο που δεν είναι άκαμπτος ο κανόνας αλλά επαφίεται στην διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) αν ένας αλλοδαπός ενάγων θα πρέπει να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια εξόδων η σύνηθης πρακτική είναι να διατάσσεται ασφάλεια εξόδων αν το δίκαιο της υπόθεσης το απαιτεί». Τέλος, στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 633 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κύριος Πογιατζής, αφού ανασκόπησε την Νομολογία συνόψισε όλα τα δεδομένα ως ακολούθως στις σελίδες 637-638: «Από την μελέτη των πιο πάνω αυθεντιών προκύπτει το συμπέρασμα ότι αν και ο άκαμπτος κανόνας όπως διατυπώθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Lopes το 1894 στην υπόθεση Crozat v. Brogden
(1894)2 Q.B. 30, σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος δικαιούται σε ασφάλεια των εξόδων του οποτεδήποτε ενάγεται από αλλοδαπό ενάγοντα, έπαυσε να εφαρμόζεται, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου αν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, εκτός αν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Είναι, εντούτοις, πολύ καθαρό ότι η έκδοση της αιτούμενης διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο». Όπως εξάγεται τόσο από το λεκτικό του θεσμού 1 της Διαταγής 60 όσο και από την Νομολογία, που πιο πάνω παρατέθηκε, η διακρίβωση του θέματος της συνήθους διαμονής του ενάγοντα είναι το θεμέλιο και η βασική προκείμενη ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει δικαιοδοσία στην βάση της Διάταξης αυτής. Χωρίς να συντρέχει η πιο πάνω προϋπόθεση το Δικαστήριο δεν έχει την διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για ασφάλεια εξόδων (Βλ. Elena Charalambous-Stejaru v. Αρέστη Χαραλάμπους Ιωάννου
(2002)1 ΑΑΔ 906). Σύμφωνα με το Αγγλικό Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 1885 δεν αρκεί ο εναγόμενος να καταδείξει ότι ο ενάγων είναι πρόσωπο που δεν διαμένει συνήθως στην χώρα όπου κινήθηκε η αγωγή ή, κατ' επέκταση, σε χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οφείλει να καταδείξει ότι ο ενάγων διαμένει σε χώρα εκτός δικαιοδοσίας ή, κατ' επέκταση, σε χώρα που δεν είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην υπόθεση Tarib Rashid v. Άλκης Παπόρη, Πολιτική Έφεση 198/12, ημερομηνίας 7.12.12 αίτηση για ασφάλεια εξόδων απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο γιατί ο αιτητής όχι μόνο δεν απέδειξε αλλά ούτε καν ισχυρίσθηκε ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε την συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Αν ο εφεσίβλητος-αιτητής, αμφισβητεί τον τόπο διαμονής του εφεσείοντα, ο ίδιος έχει το βάρος απόδειξης του τόπου διαμονής του εφεσείοντα, εκτός Κύπρου και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης». Στην υπόθεση Κυριάκος Κυριάκου ν. Μιχάλη Μιχαήλ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 933 τρεις απόπειρες του ενάγοντα / εφεσίβλητου να εκτελέσει την απόφαση που είχε εκδοθεί υπέρ του εκδίδοντας ειδοποίηση πτώχευσης είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς, γιατί ο εναγόμενος / εφεσείων απουσίαζε στο εξωτερικό. Ο εφεσίβλητος καταχώρησε ενώπιον του Εφετείου αίτηση με την οποία αξίωνε την παροχή ασφάλειας για τα έξοδά του κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Ο εναγόμενος / εφεσείων καταχώρησε ένσταση. Με την ένστασή του υποστήριζε ότι αν και ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου είχε μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για να εργασθεί προσωρινά. Ήταν η θέση του ότι η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί γιατί ο εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει ότι ο εφεσείων διέμενε εκτός συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση αναφερόταν ότι σε επικοινωνία του εφεσείοντα με τους δικηγόρους του, ο τελευταίος ανέφερε ότι βρισκόταν στην Αγγλία με σκοπό να εργαστεί, αλλά χωρίς πρόθεση μόνιμης εκεί παραμονής. Υποστηρίχθηκε ότι επειδή ο εφεσείων ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου ο εφεσίβλητος εμποδιζόταν να αξιώνει ασφάλεια εξόδων. Αλλά, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εφεσείων είχε μεταβεί στην Αγγλία με πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης, τότε, πάλι, ο εφεσίβλητος εμποδιζόταν να αξιώνει ασφάλεια εξόδων, αφού το Ηνωμένο Βασίλειο είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συνεπώς, ο εφεσείων εξακολουθούσε να διαμένει εντός των συνόρων της Ένωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες : «Το θέμα της συνήθους διαμονής του εφεσείοντα ήταν και το κύριο θέμα που μας απασχόλησε. Ο εφεσίβλητος δήλωσε ότι ο εφεσείων ζει στο εξωτερικό, ενώ είναι η θέση του εφεσείοντα ότι παρά τη μετάβασή του για εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν έχει πρόθεση να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Η έννοια της συνήθους διαμονής αντιδιαστέλλεται προς την έκτακτη ή προσωρινή. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Κόρακα ν. Γεωργίου κ.ά. (Αρ.2)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1935, σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο αφ΄ εαυτού θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων και εν γένει στον τρόπο και τις συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Επιπλέον αναγνωρίζεται και η δυνατότητα τεκμαιρόμενης συνήθους διαμονής (constructive residence), στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσης από ορισμένο τόπο για κάποιο σκοπό με πρόθεση την επάνοδο. Στην παρούσα υπόθεση το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εφεσείων δεν βρίσκεται στην Κύπρο. Στην μεν ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντα ισχυρίζεται ότι αυτός έχει μεταβεί στην Αγγλία, ενώ, στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε για λογαριασμό του εφεσείοντα αναφέρεται με αόριστο και γενικόλογο τρόπο ότι σε πρόσφατη επικοινωνία του με τους δικηγόρους του, τους πληροφόρησε ότι βρίσκεται στην Αγγλία, χωρίς πρόθεση μόνιμης εγκατάστασής του εκεί. Ο αιτητής σε μια αίτηση όπως η παρούσα, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί απλώς να δείξει ότι δεν έχει τη συνήθη του διαμονή στην Κύπρο ή, πλέον, σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε The Annual Practice 1958, σελ. 1885). Εδώ ο εφεσίβλητος έδειξε απλώς ότι ο εφεσείων διαμένει εκτός Κύπρου, υπονοώντας ότι δυνατόν να βρίσκεται, αυτό τον καιρό, στην Αγγλία. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, εν πάση περιπτώσει, χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς παραμονή του εφεσείοντα εκεί, δεν παρέχει το δικαίωμα στον εφεσίβλητο να αξιώσει ασφάλεια εξόδων. Ο εφεσίβλητος απέτυχε να υπονοήσει καν ότι ο εφεσείων βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, παραλείποντας έτσι να αποσείσει από τους ώμους του το ανάλογο βάρος απόδειξης. Το ενώπιόν μας υλικό δείχνει ότι ο εφεσείων είναι μεν εκτός Κύπρου, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Καμιά αναφορά δεν υπάρχει για διαμονή του σε οποιαδήποτε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν όψει των πιο πάνω, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και διά ταύτα απορρίπτεται, αλλά κάτω από τις περιστάσεις αποφασίσαμε να μην εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα». Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι παραδεκτό ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν την συνήθη διαμονή τους εκτός Κύπρου και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και συγκεκριμένα στην Νότιο Αφρική. Με την πιο πάνω δήλωση της Ενάγουσας 2 στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τέθηκε, επομένως, το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω δήλωση αντανακλάται και στον τίτλο της αγωγής. Στην υπόθεση Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434 λέχθηκε ότι: «Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας με την διαπίστωση ότι ο ενάγων έχει την σύνηθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του . Δικαστηρίου είναι κατ' εξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα από την Κύπρο) και η ισχύς της υπόθεσής του». Αναφορικά με το ζήτημα της περιουσίας σημειώνεται ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ξενίζει. Καθότι με την Υπεράσπισή του ο Αιτητής παραδέχεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οι ιδιοκτήτες του καταστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης και, επομένως, ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται στην Κύπρο. Η ζητούμενη ασφάλεια είναι για το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ και δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε λογικά να υποστηριχθεί ότι η αξία του εν λόγω καταστήματος είναι μικρότερη του πιο πάνω ποσού. Συναφώς με την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλεται ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι από τον χρόνο που έγινε η προαναφερόμενη δήλωση από τον Αιτητή στην Υπεράσπισή του τα πράγματα μεταβλήθηκαν. Ότι, δηλαδή, το κατάστημα πουλήθηκε και δεν υφίσταται πλέον στην Κύπρο ακίνητη περιουσία των Καθ' ων η αίτηση. Σε μια τέτοια περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση θα είχαν το βάρος να αποδείξουν είτε ότι το κατάστημα δεν πουλήθηκε και ότι εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητά τους, είτε ότι έχουν άλλη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο που μπορεί να χρησιμεύσει ως ασφάλεια για τα έξοδα. Η περίπτωση, όμως, δεν είναι τέτοια. Βεβαίως, σε αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων το βάρος είναι στον ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει περιουσία στην Κύπρο που δεν μετακινείται εύκολα, όπως περιουσία ακίνητη. Θεωρώ, όμως, πως στην υπό εξέταση περίπτωση η προαναφερόμενη δήλωση του Αιτητή στην Υπεράσπισή του απαλλάσσει τους Καθ' ων η αίτηση από την απόσειση του βάρους αυτού. Έτσι, ο Αιτητής δεν μπορεί να οικοδομεί στο ότι η αναφορά της Ενάγουσας 2 στην ένορκή της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση περί ακίνητης περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο είναι γενικόλογη και αόριστη. Αναφέρονται, επίσης, τα ακόλουθα. Η αναφορά της Ενάγουσας 2 σε περιουσία των Καθ' ων η αίτηση στην Πάφο και την Λυσσώ ελεύθερη από οποιαδήποτε βάρη ή υποχρεώσεις δεν μπορεί να εκληφθεί ότι περιλαμβάνει απαραίτητα και δίχως άλλο και το κατάστημα για το οποίο έγινε ήδη λόγος πιο πάνω. Αφ' ης στιγμής, πρώτο, δεν γίνεται ρητή αναφορά σε αυτό και, δεύτερο, το Δικαστήριο δεν έχει δικαστική γνώση για το ότι οι Τάφοι των Βασιλέων, περιοχή στην οποία σύμφωνα με την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης βρίσκεται το κατάστημα, βρίσκεται εντός των ορίων της πόλης της Πάφου ή της Λυσσούς. Από την υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 633, που πιο πάνω μνημονεύεται, προκύπτει ότι ο ενάγων έχει το βάρος να καταδείξει όχι μόνο ότι έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο αλλά και ότι τα στοιχεία αυτά είναι δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγόμενου. Η δήλωση της Ενάγουσας 2 ότι η ακίνητη περιουσία αυτής και του Ενάγοντα 1 είναι απαλλαγμένη βαρών ή υποχρεώσεων, προδήλως, είναι εντός αυτού του πνεύματος που προβλήθηκε. Μόνο που όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε δεν μπορεί να εκληφθεί ότι η Ενάγουσα 2 με την πιο πάνω δήλωσή της αναφερόταν και στο κατάστημα και όχι σε οποιαδήποτε περιουσία πλην αυτού. Το γεγονός, όμως, ότι ο Αιτητής στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλει στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση ότι το πιο πάνω περιουσιακό στοιχείο δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα έξοδά του ενώ επίσημα παραδέχεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οι ιδιοκτήτες του υποδηλοί ότι θέση του Αιτητή είναι ότι το εν λόγω κατάστημα είναι δυνάμενο να εκποιηθεί προς κάλυψη των εξόδων του. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση δε οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης παρελκύει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή / Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ασφάλεια εξόδων Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο