← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Smith Jonathan Andrew κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2776 / 2012, 4/6/2015

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Smith Jonathan Andrew κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2776 / 2012, 4/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2776 / 2012 Μεταξύ:- Hellenic Bank Public Company Ltd Ενάγουσα Και

  1. Smith Jonathan Andrew
  2. Smith Joanne Louise
  3. Pafilia Property Developers Limited Εναγόμενοι Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 12/9/2014 Ημερομηνία :- Πέμπτη 4η Ιουνίου 2015 Για την ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Άντρη Κακογιάννη για κο. Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Άντρη Κακογιάννη Για τους εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κα. Μαρίνα Μασούρα για L. G. Zambartas L.L.C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαρίνα Μασούρα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση διαταγμάτων τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της. [ 2 ] Καταχωρήθηκε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης από τους εναγόμενους 1 και 2 αρχικά με εννέα λόγους ένστασης εκ των οποίων στις 4/2/2015 ο ένας (λόγος ένστασης 9) ουσιαστικά έπαυσε να έχει αντικείμενο μετά και από σχετική εκ συμφώνου δήλωση και έκδοση σχετικού διατάγματος απαλλαγής από παρατυπία, σύμφωνα με τη Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, βάσει και της αίτησης ημερομηνίας 1/12/
  4. [ 3 ] Διατηρώντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι οι μόνοι διάδικοι εναντίον των οποίων η ενάγουσα έχει εγείρει αγωγή αξίζει να σημειωθεί πως στις 27/10/2014 η εναγόμενη 3 δήλωσε ότι δέχεται την αίτηση της ενάγουσας. Δίχως παράλληλα να αναφερθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με το θέμα των εξόδων. [ 4 ] Αναφορικά με την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις δίχως να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες. [ 5 ] Θεωρώ ότι παρέχεται επαρκώς η δυνατότητα εξέτασης της αίτησης αλλά και αιτιολόγησης αυτής της απόφασης απλά με αναφορά στους λόγους ένστασης και εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο οποιοσδήποτε από αυτούς ευσταθεί έτσι ώστε η αίτηση της ενάγουσας να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. [ 6 ] Διευκρινίζω βεβαίως πως, έστω και διατηρώντας υπόψη την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας επί του θέματος, ασφαλώς ο κάθε λόγος ένστασης εξετάζεται από το Δικαστήριο σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία η οποία προτάθηκε προς υποστήριξη του από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων. Καθώς με αυτή καθορίζεται και η έννοια ή εμβέλεια του κάθε λόγου ένστασης. Η διατύπωση του οποίου από μόνη της ενδεχομένως να μην παρέχει και τη δυνατότητα άμεσης αντίληψης του αντικειμένου του. Όπως, παραδείγματος χάριν, σε σχέση και με τον πρώτο λόγο ένστασης. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 7 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης

(1)η αίτηση είναι «καταχρηστική και παράτυπη». Ούτε το περιεχόμενο του φακέλου αλλά ούτε η μαρτυρία ή επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης πείθουν το Δικαστήριο ότι αυτός ευσταθεί. Αντιθέτως αναδεικνύεται από αυτή τη μαρτυρία και επιχειρηματολογία μία θεμελιακά τρωτή θέση. Η οποία, διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της αγωγής αλλά και της διαδικασίας η οποία προηγήθηκε μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης, δεν συνάδει καν με τη λογική των πραγμάτων της συγκεκριμένης αγωγής. Καθότι βεβαίως το αίτημα της ενάγουσας δεν εξετάζεται απομονωμένο από τα όσα σχετικά δεδομένα το πλαισιώνουν ως μέρος του μεγαλύτερου συνόλου της αγωγής στο οποίο αυτό ανήκει και της όλης διαδικασίας η οποία έχει προηγηθεί και η οποία αναμένεται λογικά να ακολουθήσει. [ 8 ] Εισηγείται η ενόρκως δηλούσα (στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της) πως η αίτηση «...πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και ως περιφρονητική προς τη δικαστική διαδικασία» ενώ συγκεκριμενοποιεί αυτή την εισήγηση με τον εξής συλλογισμό. Εισηγείται πως «...οι Ενάγοντες επιχείρησαν στο παρελθόν την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ένεκα της μη καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους τους επιδιώκοντας να πείσουν το Δικαστήριο για την ορθότητα, την ολότητα και το βάσιμο των ισχυρισμών τους ως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης...» ενώ αντίθετα με την αιτούμενη τροποποίηση, μετά τον παραμερισμό της απόφασης «...επικαλούνται την αναγκαιότητα της τροποποίησης με σκοπό να μπορούν να αποδείξουν πλήρως τους ισχυρισμούς τους με σκοπό τη "δίκαιη εκδίκαση και έκδοση απόφασης".». Προσθέτει επίσης πως πέραν από των όσων αναφέρονται και τα οποία «...δεικνύουν την αντιφατική στάση των Εναγόντων...» η αιτούμενη τροποποίηση είναι «...αχρείαστη και/ή περιττή και/ή μη αναγκαία γεγονός το οποίο ενισχύεται και από του ότι το Σεβαστό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση δυνάμει της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης...». [ 9 ] Βεβαίως η ενόρκως δηλούσα ως υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων αναφέρει τα όσα παρατίθενται πιο πάνω βασιζόμενη, όπως η ίδια δηλώνει, στο περιεχόμενο του φακέλου τον οποίο έχει υπό τη φύλαξη της αλλά κυρίως - έχοντας υπόψη την άποψη ουσιαστικά την οποία εκφράζει - και στα όσα την έχει συμβουλεύσει η δικηγόρος η οποία χειρίζεται την αγωγή. Όντως παρόμοιο σκεπτικό με αυτό το οποίο αναφέρεται πιο πάνω υπάρχει και εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της ένστασης. [ 10 ] Εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων (στη σελίδα 10 της γραπτής αγόρευσης) πως «...η δικονομική συμπεριφορά των Αιτητών στη παρούσα υπόθεση στο σύνολο της περιέχει αντιφάσεις με αποτέλεσμα η υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης να δύναται να χαρακτηριστεί ως κακόπιστη και καταχρηστική...» προσθέτοντας προς ενίσχυση αυτής της θέσης ότι η ενάγουσα προέβη σε απόδειξη της αγωγής εξαιτίας της μη καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης «...αφήνοντας να νοηθεί ότι οι ισχυρισμοί ... στην ... έκθεση απαίτησης ήταν βάσιμοι, επαρκείς περιέχοντας καλή και ικανοποιητική βάση αγωγής...» ενώ σήμερα η ενάγουσα επιδιώκει την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης βάσει της οποίας όντως εκδόθηκε απόφαση της οποίας σημειωτέον, όπως προσθέτει, η ενάγουσα δεν δεχόταν τον παραμερισμό. [ 11 ] Πραγματικά θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό με οποιοδήποτε τρόπο να κριθεί ότι η αίτηση της ενάγουσας είναι καταχρηστική και παράτυπη ή ακόμη και κακόπιστη. Καταλήγει σε σχέση και με το τελευταίο στοιχείο το Δικαστήριο παρά και το ότι, όπως ορθά επισημαίνει η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, δεν υπάρχει αναφορά στο στοιχείο της κακοπιστίας εντός των λόγων ένστασης. Βεβαίως, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, το στοιχείο της κακοπιστίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις όπου εξετάζεται αίτημα τροποποίησης ενός δικογράφου. [ 12 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο εισηγούνται οι εναγόμενοι είναι το εξής. Το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον τους, προτού οι ίδιοι να είχαν καταχωρήσει το δικό τους δικόγραφο στην αγωγή, κατά κάποιο τρόπο εμποδίζει την ενάγουσα από το να αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, μετά και από τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε έχοντας ως βάση την έκθεση απαίτησης υπό την υφιστάμενη μορφή της. Δηλαδή, την μορφή την οποία είχε η έκθεση απαίτησης κατά το χρονικό σημείο έκδοσης της απόφασης η οποία παραμερίστηκε. [ 13 ] Ότι δηλαδή ουσιαστικά εφόσον σε εκείνο το χρονικό σημείο της διαδικασίας η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι οι ισχυρισμοί της εντός της έκθεσης απαίτησης ως είχαν της έδιδαν το δικαίωμα έκδοσης απόφασης εις βάρος των εναγομένων τότε πλέον δεν δικαιούται να ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Πραγματικά αυτή η ιδιάζουσα ουσιαστικά λογική της όλης θέσης των εναγομένων δεν πείθει καθόλου ως πρός τη βασιμότητα της. [ 14 ] Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι ακόμη και ο μόνος λόγος για τον οποίο ζητείται η τροποποίηση να είναι το γεγονός της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων, ότι αυτό κατά κάποιο τρόπο δείχνει ότι υπάρχει αντίφαση στην όλη προσέγγιση της ενάγουσας ή ότι εμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από το να λάβει υπόψη τα δεδομένα της αγωγής όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί μετά και από την καταχώρηση του δικογράφου των εναγομένων. [ 15 ] Μάλιστα εάν μελετηθεί προσεχτικά η αίτηση της ενάγουσας διαπιστώνεται ότι η ενάγουσα έχει λάβει υπόψη όχι μόνο την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων αλλά και το περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία οδήγησε και στον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε προτού να είχε δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να καταχωρήσουν το δικό τους δικόγραφο. Δεν θεωρώ ως αναγκαίο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε περισσότερη λεπτομέρεια αναφορικά με αυτή τη διαπίστωση, σε αυτό το σημείο της απόφασης. [ 16 ] Ουσιαστικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι εναγόμενοι με εισήγηση ως πρός το ότι η αίτηση της ενάγουσας είναι καταχρηστική ή παράτυπη ή ακόμη και κακόπιστη αντιθέτως αποτελούν γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την επιλογή της ενάγουσας να επιδιώξει την αιτούμενη τροποποίηση. [ 17 ] Δεν είναι δυνατό δηλαδή να κριθεί πως η ενάγουσα δεσμεύεται από τη δικαιωματική της επιλογή στο τότε στάδιο της διαδικασίας να είχε βασιστεί στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ως είχε για την έκδοση της απόφασης η οποία όντως εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων. Ούτε και είναι δυνατό να κριθεί ότι προκύπτει η οποιαδήποτε αντίφαση από το γεγονός ότι σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας η ενάγουσα βασίστηκε στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της ως είχε για την έκδοση της απόφασης, η οποία όντως εκδόθηκε, ενώ πλέον με την αίτηση της επιδιώκει την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι είναι επί εκείνου του περιεχομένου που είχε βασιστεί προηγουμένως για να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων. [ 18 ] Ουσιαστικά παρόμοια θέση με αυτή η οποία προβάλλεται από τους εναγόμενους θα μπορούσε να προβληθεί σε κάθε περίπτωση όπου καταχωρείται αίτηση τροποποίησης. Καθώς βεβαίως πάντοτε ο διάδικος ο οποίος αιτείται τροποποίηση θα έχει ήδη διατυπώσει ισχυρισμούς εντός του δικογράφου του τους οποίους πλέον επιδιώκει να τροποποιήσει. Εάν γινόταν δεκτή η θέση ότι κατά κάποιο τρόπο από αυτό το γεγονός και μόνο προέκυπτε αντίφαση ή ότι δεσμευόταν ο διάδικος με τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί αρχικά προβλήθηκαν, τότε σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρεπόταν η τροποποίηση ενός δικογράφου. [ 19 ] Μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση, διατηρώντας υπόψη το γεγονός της έκδοσης απόφασης, οι εναγόμενοι επιδιώκουν να βασιστούν επί αυτού έτσι ώστε να υποστηρίξουν ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη ή περιττή ή μη αναγκαία. Ότι δηλαδή ενισχύεται αυτή η θέση από το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση βασισμένο στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ως αυτό είχε κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. [ 20 ] Πραγματικά καθόλου δεν ενισχύεται η βασιμότητα τέτοιας θέσης όπου ουσιαστικά συγκρίνονται δύο διαφορετικές καταστάσεις πραγμάτων. Βεβαίως και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση βάσει του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης ως είχε. Ενισχύει όμως αυτό το δεδομένο με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση ως προς το ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία; Καθόλου δεν διαπιστώνεται να ενισχύεται με αυτό τον τρόπο η συγκεκριμένη θέση των εναγομένων. [ 21 ] Αναμφίβολα διαφορετική ήταν η κατάσταση πραγμάτων ως είχε τότε ενώ διαφορετική πλέον είναι αυτή η οποία έχει δημιουργηθεί μετά και από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων. Πραγματικά καμία λογική σύνδεση δεν είναι εφικτή μεταξύ της δυνατότητας να είχε εκδοθεί τότε απόφαση, όπως και εκδόθηκε βεβαίως, και της βασιμότητας ή μη του αιτήματος της ενάγουσας μετά και από την καταχώρηση του δικογράφου των εναγομένων. [ 22 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ο πρώτος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος και ως τέτοιος απορρίπτεται. Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 23 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης
(2)η αίτηση είναι «...νόμω και ουσία αβάσιμη με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί». Πραγματικά αυτός ο λόγος ένστασης είναι τόσο γενικός στη διατύπωση του έτσι ώστε να μην παρέχεται καν η δυνατότητα ξεχωριστής εξέτασης του από το Δικαστήριο. Εάν η αίτηση της ενάγουσας κριθεί ως αβάσιμη είτε από νομικής ή οποιασδήποτε άλλης άποψης τότε ασφαλώς ως αποτέλεσμα θα απορριφθεί βάσει αυτού του δεδομένου. Τέτοια δικαστική κρίση θα πρέπει βεβαίως να προκύψει μετά και από αποδοχή του οποιουδήποτε άλλου από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Ο ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 24 ] Υπάρχει εισήγηση σύμφωνα με τον λόγο ένστασης
(3)ότι με την αιτούμενη τροποποίηση «...εισάγεται νέα αιτία αγωγής διότι με την επιχειρημένη προσθήκη των παραγράφων 9 και 10 εισάγεται (sic) νέες αυτοτελείς βάσεις αγωγής». [ 25 ] Η μαρτυρία σε σχέση με αυτό τον λόγο ένστασης περιορίζεται σε πληροφόρηση της ενόρκως δηλούσας από την δικηγόρο των εναγομένων. Ουσιαστικά η θέση των εναγομένων είναι πως με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιδιώκει την προσθήκη δύο «...νέων βάσεων αγωγής ήτοι την εκ των προτέρων παράβαση (anticipatory breach) και του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment)" (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης). [ 26 ] Από άποψης επιχειρηματολογίας η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγείται πως με τους ισχυρισμούς της η ενάγουσα εισάγει νέα αιτία ή βάση αγωγής καθώς αυτοί πρόκεινται για ουσιωδών ισχυρισμών οι οποίοι δεν μπορούσαν να εκδικαστούν με την «...αρχική απαίτηση χωρίς να μεταβάλλουν και/ή να αλλάζουν τα πραγματικά περιστατικά, την ουσία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προβάλλονται και περιγράφονται ήδη στην έκθεση απαίτησης». [ 27 ] Η θέση αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με ιδιαίτερη επεξήγηση ως πρός τη βασιμότητα της ή με οποιαδήποτε βοηθητική αναφορά σε σχετική νομολογία. Αντιθέτως η νομολογία στην οποία παραπέμπει η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων ουσιαστικά υποστηρίζει τη δυνατότητα ακόμη και εισαγωγής νέας βάσης αγωγής (βλ. σχετικά τις αποφάσεις Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α. Α. Δ. 426 και Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α. Α. Δ. 704). [ 28 ] Ακόμη και η αναφορά σε απόσπασμα από το Annual Practice του 1961 δεν υποστηρίζει τη θέση η οποία προβάλλεται με τον λόγο ένστασης
(3). Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει τροποποίηση απλά επειδή με αυτή εισάγεται νέα βάση αγωγής ή, όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται, νέα υπόθεση (new case). Όμως δεν θα επιτρέψει τροποποίηση η οποία θα άλλαζε την αγωγή σε ουσιαστικά διαφορετικού χαρακτήρα αγωγή η οποία θα ήταν πιο κατάλληλο όπως αποτελέσει το αντικείμενο μίας νέας αγωγής. [ 29 ] Σε σχέση με τη συγκεκριμένη εισήγηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη αναφορά στις δύο νέες βάσεις αγωγής, όπως αυτές περιγράφονται. Υπό την έννοια του ορισμού ή της σημασίας αυτών είτε σε σχέση με μία γενικότερη περιγραφή τους είτε αναφορικά με την πιθανή σύνδεση ή μη με το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων. [ 30 ] Ουσιαστικά οι εναγόμενοι αναφέρονται απλά σε δύο σημεία από την αιτούμενη τροποποίηση (νέοι παράγραφοι 9 και 10) όπου όντως η ενάγουσα παραπέμπει σε «εκ των προτέρων παράβαση (anticipatory breach)» και στις αρχές «του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Unjust Enrichment)» δίχως όμως η ευπαίδευτη συνήγορος τους να αναπτύσσει με οποιοδήποτε ιδιαίτερο βαθμό τη θέση τους ως πρός την εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής. [ 31 ] Έχοντας μελετήσει με προσοχή την εισήγηση των εναγομένων κρίνω πως αποδοχή της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα οδηγήσει ως αποτέλεσμα σε εισαγωγή νέων και μάλιστα αυτοτελών βάσεων αγωγής. [ 32 ] Κατ΄ αρχάς ως πρός το θέμα της αναμενόμενης παράβασης (anticipatory breach) θεωρώ ότι αυτό δεν παρέχει μία νέα βάση αγωγής αλλά αντιθέτως αποτελεί ένα δόγμα (doctrine) το οποίο δύναται να τύχει εφαρμογής σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. [ 33 ] Ιδιαίτερα δε έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση παραμερισμού ημερομηνίας 27/1/2014 σε σχέση με τη θέση των εναγομένων ως πρός την καταχώρηση της αγωγής σε ημερομηνία προ της 30/8/2012, δηλαδή της ημερομηνίας η οποία σύμφωνα και με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης θα ήταν η ημερομηνία πληρωμής της πρώτης δόσης σύμφωνα και με δεύτερη τροποποίηση της αρχικής επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου. [ 34 ] Ενώ σε σχέση με το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού θεωρώ ότι και αυτό ανήκει και εύλογα εντάσσεται στο όλο πλέγμα των γεγονότων βάσει των οποίων καθορίζονται τα επίδικα θέματα έχοντας ως κοινό υπόβαθρο την επίδικη συμφωνία δανείου. [ 35 ] Ουσιαστικά ο αδικαιολόγητος πλουτισμός αποτελεί αρχή η οποία συνδέεται με τα δικαιώματα συμβαλλομένων. Όπως αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολάτος Δ. (όπως ήταν τότε) στην απόφαση της πλειοψηφίας των Πολιτικών Εφέσεων 23 και 41 του 2009, Θεοχαρίδη v. Ιωάννου κ. ά., ημερομηνίας 20/6/2012, η αρχή του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισµού, συνδέεται µε την αρχή της αποκατάστασης (των δικαιωµάτων των συµβαλλοµένων) (restitution) και είναι καλά γνωστή στο κοινό δίκαιο και ιδιαίτερα στο δίκαιο της επιείκειας ενώ συνηθίζεται να λέγεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που δηµιουργεί (αυτόµατο) αγώγιµο δικαίωµα σ΄ έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόµενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόµενο αδίκως πλουσιότερο. Προσθέτοντας πως έτσι ώστε να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισµού θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις. Πρώτο, ο εναγόµενος θα πρέπει να έχει εµπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους, δεύτερο, το οποίο θα πρέπει να αποκτήθηκε εις βάρος του ενάγοντα και, τέλος, θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόµενο να κρατήσει το όφελος. [ 36 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο είναι δυνατό να διαπιστωθεί με την αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι ότι η ενάγουσα προσπαθεί να εισαγάγει μία νέα βάση αγωγής αλλά στηριζόμενη στα ίδια κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα να επικαλεστεί την εφαρμογή της συγκεκριμένης αρχής σε σχέση με την αξίωση της από τους εναγόμενους. [ 37 ] Εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η ενάγουσα δεν προσπαθεί με την αίτηση τροποποίησης να εισαγάγει την οποιαδήποτε νέα βάση αγωγής ή ότι θα ήταν καταλληλότερο, διατηρώντας υπόψη τα όσα επιθυμεί να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης της, να καταχωρούσε νέα αγωγή σε σχέση με την εφαρμογή είτε του δόγματος της αναμενόμενης παράβασης συμφωνίας (anticipatory breach) είτε της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα παραμένουν τα ίδια ενώ επιδιώκεται μία ορθότερη αλλά και πιο δίκαιη εξέταση τους εντός του πλαισίου της ίδιας αγωγής προς αποφυγή πολλαπλότητας αλλά και με στόχο την τελική επίλυση των οποιωνδήποτε διαφορών μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τη βασική συμβατική σχέση η οποία τους συνδέει. Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 38 ] Με τον λόγο ένστασης
(4)προβάλλεται ουσιαστικά η θέση ότι με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης δεν καθορίζεται χρονικά πότε διαπιστώθηκε το λάθος το οποίο οδήγησε την ενάγουσα σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης έτσι ώστε το Δικαστήριο «...να βοηθηθεί και να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο υπήρχε ή όχι καθυστέρηση στην καταχώρηση της ... αίτησης». Αντιθέτως, θεωρώ ότι παρέχεται με επαρκή σαφήνεια το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου προέκυψε η αναγκαιότητα για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. [ 39 ] Υπενθυμίζω σχετικά πως οι εναγόμενοι καταχώρησαν την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους στις 27/2/
  1. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης, στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του πως οι δικηγόροι της ενάγουσας τους πληροφόρησαν ότι «...διαπίστωσαν την ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ... καθότι έκριναν ότι η ενδελεχής μελέτη και αξιολόγηση των διαφόρων εγγράφων, γεγονότων και στοιχείων που είχαν στην κατοχή τους, υπό το φως κυρίως της υπεράσπισης των Εναγομένων καθιστούσε σαφές ... ότι η προώθηση της αγωγής προς δίκαιην εκδίκαση και έκδοση απόφασης ... επί όλων των επίδικων θεμάτων τα οποία εκκρεμούν σε σχέση με την επίδικη διαφορά ...» και ότι «...θα πρέπει να δικογραφηθούν γεγονότα, να γίνουν διορθώσεις και να προστεθούν ισχυρισμοί και θεραπείες οι οποίες δεν περιλήφθησαν...» στην έκθεση απαίτησης (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). [ 40 ] Ως πρός το θέμα της καθυστέρησης ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, εντός της ίδιας παραγράφου, πως η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δεν ήταν επιτρεπτό να καταχωρηθεί πριν τις 10/9/
  2. Θα επιστρέψω σε αυτό το θέμα πιο κάτω. [ 41 ] Επιστρέφοντας στο θέμα της παροχής του χρονικού σημείου στο οποίο διαπιστώθηκε το «λάθος» (όπως χαρακτηριστικά οι εναγόμενοι το θέτουν με τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης) ή καλύτερα (όπως προκύπτει από τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται και γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο ότι συνάδουν με τα γεγονότα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση) η αναγκαιότητα της καταχώρησης αίτησης τροποποίησης, παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 42 ] Ουσιαστικά η ενάγουσα δεν αρνείται ότι το δικόγραφο των εναγομένων αποτέλεσε την κύρια αιτία για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Πραγματικά η παραδοχή αυτή δεν υπονομεύει με οποιοδήποτε τρόπο είτε τη γνησιότητα είτε τη βασιμότητα του αιτήματος της ενάγουσας. Καθώς αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σε σχέση με το δεδομένο του παραμερισμού της απόφασης και την, για πρώτη φορά, καταχώρηση δικογράφου από τους εναγόμενους. [ 43 ] Επιστρέφοντας στο θέμα και πάλι του χρονικού σημείου εντοπισμού της αναγκαιότητας για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης και διατηρώντας υπόψη την προθεσμία μετά και από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων, τότε η σχετική χρονική περίοδος είναι αυτή προς τα μέσα και τέλη του μηνός Μαρτίου του
  3. Ανεξάρτητα και από την λανθασμένη αναφορά στον μήνα Σεπτέμβριο του
  4. Καθώς σαφώς δεν εμποδιζόταν η καταχώρηση του δεύτερου δικογράφου της ενάγουσας από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά τη Δ.57 θ. 3 και Δ.61 θ. 1 (α)). [ 44 ] Όφειλε βεβαίως η ενάγουσα να είχε καταχωρήσει την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός 14 ημερών όχι από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων, δηλαδή από τις 27/2/2014, αλλά από τις 10/3/2014, ημερομηνία κατά την οποία παραδόθηκε το δικόγραφο των εναγομένων στην ενάγουσα, μάλιστα με επίδοση σε δικηγόρο του γραφείου των δικηγόρων της ενάγουσας (σχετική είναι η Δ.21 θ. 1 και θ. 15). Δηλαδή ουσιαστικά η ενάγουσα είχε χρόνο καταχώρησης της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση σχεδόν μέχρι τα τέλη Μαρτίου του
  5. [ 45 ] Βεβαίως οι εναγόμενοι δεν θα έπρεπε να προέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με το γεγονός της καθυστέρησης η οποία παρατηρείται σε σχέση με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση τους εφόσον, ενώ είχαν το δικαίωμα να το πράξουν, εντούτοις δεν καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον της ενάγουσας σύμφωνα και με την ανταπαίτηση τους. [ 46 ] Ενδεχομένως αυτό να οφειλόταν στο γεγονός ότι η προσοχή των εναγομένων ή τουλάχιστον των δικηγόρων τους εστιαζόταν περισσότερο στη διαδικασία έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, η οποία άρχισε με την καταχώρηση σχετικής αίτησης ημερομηνίας 27/3/
  6. [ 47 ] Ενδεχομένως ακόμη διότι και οι ίδιοι στην πορεία να είχαν διαπιστώσει πως αντιμετώπιζαν πρόβλημα με το δικό τους δικόγραφο. Καθότι στις 3/9/2014 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην οποία η ενάγουσα δεν έφερε ένσταση και αναφορικά με την οποία εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης στις 4/2/
  7. [ 48 ] Διατηρώντας υπόψη αυτά τα δεδομένα καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να δεχτεί ως γνήσια την οποιαδήποτε θέση των εναγομένων αναφορικά με την ύπαρξη καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης της ενάγουσας για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και ότι βάσει αυτής το αίτημα της ενάγουσας θα πρέπει να τύχει αρνητικής αντιμετώπισης από το Δικαστήριο. [ 49 ] Παρά και το γεγονός ότι όντως διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιας καθυστέρησης. Καθώς καμία λογική δεν έχει η αναφορά στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ως πρός το ότι δεν ήταν επιτρεπτή η καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της ενάγουσας πριν από τις 10/9/
  8. [ 50 ] Εν πάση περιπτώσει στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται ότι είναι καν λογικά εφικτό να διαπιστωθεί ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση, ή ουσιαστικά η διάρκεια αυτής μέχρι την υποβολή του αιτήματος της ενάγουσας, επενεργεί εναντίον της αποδοχής του, διατηρώντας παράλληλα υπόψη τόσο την αδρανή δικονομική στάση των εναγομένων προηγουμένως όσο και στη συνέχεια την εκκρεμμότητα η οποία είχε δημιουργηθεί εξαιτίας του προηγηθέντος αιτήματος των εναγομένων, επίσης για τροποποίηση του δικού τους δικογράφου. [ 51 ] Όμως και διαφορετικά να αντιμετωπιζόταν το θέμα θεωρώ ότι δεν θα ήταν δυνατό να κριθεί πως η ύπαρξη της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος της ενάγουσας ήταν τέτοια έτσι ώστε να μην έπρεπε το αίτημα για τροποποίηση να γίνει δεκτό γι΄ αυτό το λόγο. [ 52 ] Η οποία καθυστέρηση, ακόμη δηλαδή και εάν αυτή ιδωθεί ανεξάρτητα από τα δεδομένα τα οποία συνέτρεχαν παράλληλα στην όλη διαδικασία της αγωγής, εν πάση περιπτώσει δεν ήταν υπερβολική. Καθώς αυτή εντάσσεται ουσιαστικά σε μία χρονική περίοδο περίπου τεσσάρων μηνών προ της λήξης του δικαστικού έτους ενώ σχεδόν αμέσως μετά και από την έναρξη του επόμενου δικαστικού έτους καταχωρήθηκε η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 53 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης
(5)η αιτούμενη τροποποίηση «...δεν αποβλέπει εις την διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό...» των εναγομένων. [ 54 ] Αντιθέτως, η αιτούμενη τροποποίηση, διατηρώντας υπόψη και το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης κρίνεται ως μία εύλογη προσπάθεια από την ενάγουσα έτσι ώστε όντως, κατά την εκδίκαση της αγωγής, να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο σύνολο της η επίδικη διαφορά της με τους εναγόμενους ενώ καθόλου δεν διαπιστώνεται να προκαλείται είτε σύγχυση είτε ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των εναγομένων. [ 55 ] Οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν εγείρει διάφορα θέματα με το δικόγραφο τους ουσιαστικά προσθέτοντας πολυπλοκότητα σε μία αγωγή η οποία εκ πρώτης όψεως, βάσει και της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης, θα μπορούσε να θεωρηθεί και αρκετά απλή σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αρχικά καλείτο το Δικαστήριο να εξετάσει. [ 56 ] Παραδείγματος χάριν, η ανταπαίτηση και μόνο των εναγομένων αποτελείται από 3 περίπου σελίδες και 17 παραγράφους. Βεβαίως η ενάγουσα αναμένεται να τοποθετηθεί σε σχέση με το δικόγραφο των εναγομένων όταν πλέον η ίδια θα προχωρήσει στην καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. [ 57 ] Όμως οι αλλαγές οι οποίες ζητούνται με την αιτούμενη τροποποίηση, έστω και εξαιτίας κυρίως του δικογράφου των εναγομένων, δεν είναι δυνατό να κριθούν είτε ότι αποσκοπούν είτε ότι όντως προκαλούν οποιαδήποτε σύγχυση ή δυσμενή επηρεασμό των εναγομένων. Οι οποίοι εν πάση περιπτώσει θα έχουν τη δυνατότητα, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης της ενάγουσας, να τοποθετηθούν σχετικά με την καταχώρηση πλέον τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Πραγματικά ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως βάσιμος. [ 58 ] Θεωρώ ότι αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να υπενθυμίσω τα όσα αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτας Δ. στη σελίδα 707 της απόφασης Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (βλ. πιο πάνω) αναφορικά με το ότι η θεµελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισµό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νοµικών διαδικασιών προσθέτοντας ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόµη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εµφανής. Ενώ δεν παύει το Δικαστήριο να διατηρεί υπόψη του και το γεγονός ότι στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας συνεκτιµάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης, σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγµατος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΕΒΔΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 59 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης
(6)υπάρχει «...παντελή έλλειψη μαρτυρίας η οποία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να επιτρέψει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση». Επισημαίνω απλά ότι με τον λόγο ένστασης
(7)προβάλλεται μία παρόμοια θέση. Ότι δηλαδή το «...αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος για τροποποίηση ήτο στους Ενάγοντες με την μαρτυρία όπως (sic) που προσκόμισαν στο Δικαστήριο υπό μορφή ένορκης δήλωσης δεν παρουσίασαν την κατάλληλη μαρτυρία για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τροποποίηση». Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα εξετάσει μαζί τους λόγους ένστασης
(6)και
(7). [ 60 ] Πραγματικά θεωρώ ότι δεν χρειαζόταν η παρουσίαση και οποιασδήποτε ιδιαίτερης μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης. Ουσιαστικά η ενάγουσα βασίζει κυρίως το αίτημα της στο γεγονός της καταχώρησης του δικογράφου των εναγομένων. Αυτό από μόνο του, διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων και τη δυνατότητα διασύνδεσης αυτού του περιεχομένου με το αίτημα της ενάγουσας, κρίνεται αρκετό έτσι ώστε να παρέχεται η απαραίτητη βάση, τόσο πραγματική όσο και νομική, προς επαρκή υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης. Ο ΟΓΔΟΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 61 ] Τέλος, σύμφωνα με τον λόγο ένστασης
(8)η αιτούμενη τροποποίηση «...επιδιώκει τη προσθήκη ισχυρισμών που αποτελούν μαρτυρία κατά παράβαση των θεσμών της πολιτικής δικονομίας». [ 62 ] Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε διευκρινιστική μαρτυρία ή πειστική επιχειρηματολογία. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η προσπάθεια από την ενάγουσα προσθήκης ισχυρισμών οι οποίοι να αποτελούν μαρτυρία εντός της έκθεσης απαίτησης. Η διατύπωση των παραγράφων τις οποίες η ενάγουσα επιδιώκει να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης δεν διαπιστώνεται να περιέχει μαρτυρία αλλά αντιθέτως ισχυρισμούς τους οποίους αναμένεται βεβαίως στη συνέχεια κατά την εκδίκαση της αγωγής η ενάγουσα να υποστηρίξει με ανάλογη μαρτυρία. Παραδείγματος χάριν, ως πρός τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι εξεδήλωσαν την αδυναμία τους να αποπληρώσουν το επίδικο δάνειο σύμφωνα και με τους όρους παράτασης χρόνου πληρωμής ο οποίος τους παραχωρήθηκε με την τροποποίηση της βασικής συμφωνίας δανείου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ [ 63 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και τη γενικότερη διαπίστωση ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί το αίτημα της ενάγουσας κρίνεται δικαιολογημένο και εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων τροποποίησης ως η αίτηση παράγραφος Α
(1),
(2),
(3),
(4),
(5)και
(6). [ 63.1 ] Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 28 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων τροποποίησης. [ 63.2 ] Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2 να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στη διεύθυνση επίδοσης των εναγομένων 1 και 2, ενώ απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2 στη διεύθυνση επίδοσης της ενάγουσας. [ 63.3 ] Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης 3 να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στη διεύθυνση επίδοσης της εναγομένης 3, ενώ τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση της εναγομένης 3 να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης 3 στη διεύθυνση επίδοσης της ενάγουσας. [ 63.4 ] Διατηρώντας υπόψη ότι η εναγόμενη 3 δεν συμμετείχε στη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης τροποποίησης, δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου όπως ενημερωθεί σχετικά η δικηγόρος της αναφορικά με τις προαναφερόμενες προθεσμίες ενώ επιπλέον το Δικαστήριο θα μεριμνήσει όπως αντίγραφο αυτής της απόφασης δοθεί σήμερα και στη δικηγόρο της εναγομένης 3. [ 64 ] Αναφορικά με τα έξοδα σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης, διατηρώντας υπόψη πως τα έξοδα, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, λαμβάνονται υπόψη ως μία μορφή αποζημίωσης σε περιπτώσεις έγκρισης αίτησης τροποποίησης, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν ως αποτέλεσμα της έγκρισης της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. [ 65 ] Αναφορικά με τα έξοδα σε σχέση με την εναγόμενη 3 παρά και το γεγονός ότι η εναγόμενη 3 δεν έχει ζητήσει τα έξοδα της αίτησης θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο η ίδια να επιβαρυνθεί και με τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν από την έγκριση της αίτησης τροποποίησης της ενάγουσας. Επομένως τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν ως αποτέλεσμα της έγκρισης της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 3 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.