← Κύπρος

Chr. Constant Contractors and Developers ν. Γεώργιος Κλεάνθους κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2568 / 12, 9/6/2015

Chr. Constant Contractors and Developers ν. Γεώργιος Κλεάνθους κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2568 / 12, 9/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2568 / 12 Μεταξύ:- Chr. Constant Contractors and Developers Ενάγουσα Και 1. Γεώργιος Κλεάνθους 2. Michelle Gabb-Κλεάνθους Εναγόμενοι Αίτηση Συνένωσης Ημερομηνίας 2/5/2014 Ημερομηνία :- Τρίτη 9η Ιουνίου 2015 Για την ενάγουσα - αιτήτρια :- κος. Χάρης Φωτίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Καμία Εμφάνιση Για την ενάγουσα στην Αγωγή 2786/2011 - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Ελπίδα Κνέκνα για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελπίδα Κνέκνα Για τους εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κα. Νικολέττα Κωνσταντίνου για Κώστα Μ. Κωνσταντίνου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νικολέττα Κωνσταντίνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα (στο εξής θα καλείται η «αιτήτρια») διάταγμα συνένωσης αυτής της αγωγής με την αγωγή 2786/2011. Αξίζει να σημειωθεί πως, παρά και την καταχώρηση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης από τους εναγόμενους 1 και 2, στις 6/4/2015, δηλώθηκε από το δικηγόρο τους στο Δικαστήριο, ότι δεν έχουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνένωσης με τα έξοδα της αίτησης να είναι στην πορεία της αγωγής. [ 2 ] Το ίδιο δεν ισχύει όμως με την καθ΄ης η αίτηση ενάγουσα στην αγωγή 2786/2011 (στο εξής θα καλείται η «καθ΄ης η αίτηση») η οποία καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με τέσσερεις λόγους ένστασης αν και ο πρώτος λόγος ένστασης υποδιαιρείται σε οχτώ υποπαραγράφους. Η καθεμία εκ των οποίων επίσης περιγράφεται ως λόγος προς υποστήριξη της βασικής θέσης η οποία διατυπώνεται με τον πρώτο λόγο ένστασης. Σύμφωνα με τον οποίο[1] η αίτηση «...είναι νόμω και ουσία αβάσιμη για τους κάτωθι λόγους...» παραπέμποντας στους προαναφερόμενους οχτώ λόγους. [ 3 ] Περιορίστηκε η ακρόαση της αίτησης σε γραπτές αγορεύσεις ενώ η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (σχετική είναι η Δ.48 θ. 9 (
  2. e)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας) σε αντίθεση με την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της[2]. Μέρος και της ένστασης της καθ΄ ης η αίτηση βασίζεται στο γεγονός ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. [ 4 ] Αναφορικά με την νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση υπενθυμίζω τα ακόλουθα. [ 5 ] Σύμφωνα με τη Δ.14 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας (σε ελεύθερη μετάφραση) όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, είτε από τον ίδιο ή διαφορετικούς ενάγοντες, εναντίον του ίδιου ή διαφορετικούς εναγόμενους, και οι αξιώσεις αυτών των αγωγών αφορούν κοινό νομικό ερώτημα ή γεγονός τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα θέματα τα οποία υπάρχουν σε τέτοιες αγωγές έτσι ώστε να καθιστούν επιθυμητό όπως οι αγωγές συνενωθούν τότε το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται να διατάξει όπως αυτές συνενωθούν. Βεβαίως όπως αναφέρεται στη Δ.14 θ. 1 ο σκοπός συνένωσης είναι η συνεκδίκαση των αγωγών. Ουσιαστικά δεν νοείται η συνένωση αγωγών για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Αναφέρεται επίσης στη Δ.14 θ. 4 ποιος θα είναι ο διάδικος ο οποίος θα έχει το χειρισμό μίας συνενωμένης αγωγής. [ 6 ] Σύμφωνα με την ερμηνεία η οποία έχει δοθεί στη συγκεκριμένη πρόνοια από τη νομολογία μας, κατά την εξέταση αιτήματος συνένωσης το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία λαμβάνει υπόψη του, ως ουσιώδες κριτήριο, την ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των εκθέσεων υπεράσπισης (Samata Enterprises Ltd. v. Γεώργιου Σταύρου

(1998)1Γ Α. Α. Δ. 1876). [ 7 ] Αξίζει να σημειωθεί πως στη συγκεκριμένη αυθεντία βασική θέση των εφεσειόντων εναντίον της απορριπτικής απόφασης ως προς το αίτημα συνένωσης ήταν η εξής. Ότι δηλαδή θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να είχε εξετάσει και το περιεχόμενο των εκθέσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης προτού αποφανθεί εάν η αίτηση για συνένωση πληρούσε τις πρόνοιες της Δ.14 θ.
  1. Θέση την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο εφαρμογής της Δ.14 θ.
  2. [ 8 ] Όντως η αναφορά εντός της Δ.14 θ. 2 είναι στις αξιώσεις των αγωγών των οποίων ζητείται η συνένωση και παρά το γεγονός πως θα μπορούσε μία ανταπαίτηση να θεωρηθεί επίσης ως αξίωση ή ουσιαστικά ανταξίωση εντούτοις σύμφωνα με τη νομολογία μας σαφώς περιορίζεται η εμβέλεια εφαρμογής της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας σε περιπτώσεις όπου το κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος προκύπτει από τις εκθέσεις απαίτησης και όχι από το δικόγραφο των εναγομένων. [ 9 ] Σχετικά με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αναφέρονται στις σελίδες 1726 έως 1727 της απόφασης Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. ν. APAK Agro industries κ. ά.
(1999)1Γ Α. Α. Δ. 1721 τα ακόλουθα (η οποιαδήποτε υπογράμμιση εντός αυτής της απόφασης γίνεται από το Δικαστήριο),:- "Διάταγµα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναµένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγµατος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συµφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονοµή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισµός των εξόδων καθώς και η οικονοµία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσµετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέµατος." Κρίθηκε στη πιο πάνω περίπτωση πως η συνεκδίκαση των αγωγών θα βοηθούσε στην καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης και θα εξοικονομούσε χρόνο και έξοδα. Παρά και το γεγονός πως εντός της απόφασης υπάρχει αναφορά και σε διαπίστωση πως κοινά είναι τα περισσότερα ζητήματα τα οποία είχαν εγείρει οι εναγόμενοι στις υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις των οι οποίες εμφάνιζαν ταυτοσημία επί όλων σχεδόν των ζητημάτων, νομικών και πραγματικών, εντούτοις δεν ανατρέπεται με οποιοδήποτε τρόπο η σαφής προσέγγιση επί του θέματος από το Ανώτατο Δικαστήριο ως προς το ότι αυτό το οποίο προσμετρά καθοριστικά σε αιτήσεις συνένωσης είναι το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης και όχι αυτό των εκθέσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης. [ 10 ] Επί του ιδίου θέματος αναφέρει σχετικά ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φωτίου Δ. στην απόφαση της Υπόθεσης 1656/2007 Ττοφής Κυριάκου & Υιός Λτδ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4/6/2010, πως το όλο θέμα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα έχει και το δικαίωμα να διατάξει αν όχι την πλήρη συνένωση έστω και μερική, αν με αυτό το τρόπο ικανοποιείται ότι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Επίσης με αναφορά στην απόφαση Κυριάκου Μενελάου κ. ά. ν. Χενοφώντος
(1989)1 Α. Α. Δ. (Ε) 371 υπενθυμίζει πως ο βασικός σκοπός της Δ.14 είναι ασφαλώς η αποφυγή της πολλαπλότητας στη δικαστική διαδικασία και έτσι ώστε να εξοικονομείται χρόνος και έξοδα ενώ η η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Δ.14 εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση. Επίσης με γενικότερη αναφορά στους διάφορους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προσθέτει και αναφορά όχι μόνο στην πολυπλοκότητα των εγειρομένων θεμάτων αλλά και στη δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του ίδιου δικηγόρου. Παραπέμποντας σχετικά και στην αγγλική αυθεντία Lewis v. Daily Telegraph Ltd. (No. 2)
(1964)1 All E. R. 705 όπου το θέμα της ξεχωριστής εκπροσώπησης των διαδίκων εξετάζεται εκτενώς. Δίχως όμως να κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς έκδοσης αυτής της απόφασης όπως το Δικαστήριο αναφερθεί σε περισσότερες λεπτομέρειες. [ 11 ] Διατηρώντας υπόψη ότι η καθ΄ης η αίτηση επέλεξε να διαμορφώσει με τον τρόπο τον οποίο διατύπωσε τον πρώτο λόγο ένστασης, δηλαδή σε υποπαραγράφους, το Δικαστήριο θα τον εξετάσει ως έχει. [ 11.1 ] Αναφορικά με τη θέση της υποπαραγράφου (α) ότι η «...αίτηση δεν έχει έρεισμα στους διαδικαστικούς κανονισμούς και την δικαστηριακή πρακτική...» το Δικαστήριο διερωτάται πραγματικά εάν θα πρέπει καν να αναφέρει οτιδήποτε. Η αντίφαση στη διατύπωση αυτής της θέσης διαφαίνεται από την αμέσως επόμενη υποπαράγραφο εντός της οποίας προβάλλεται η θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.14 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε να νομιμοποιείται η αιτήτρια να ζητά συνένωση των αγωγών. [ 11.2 ] Ασφαλώς και η αίτηση έχει έρεισμα στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας και γενικότερα στην πρακτική κατά την εφαρμογή αυτών. Το πραγματικό ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων και τη νομική βάση της. [ 11.3 ] Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (β) του πρώτου λόγου ένστασης δεν «...πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 14 Θεσμό [sic] 2 των Θεσμών της πολιτικής δικονομίας για να νομιμοποιούνται [sic] η αιτήτρια να ζητά συνένωση των αγωγών...» προσθέτοντας ότι οι αγωγές «...που ζητά να συνενωθούν η αιτήτρια δε [sic] αφορούν κοινό νομικό θέμα ή κοινά πραγματικά περιστατικά τέτοιας σπουδαιότητας αναλογικά με τα υπόλοιπα εγειρόμενα θέματα ώστε να καθιστούν επιθυμητό να συνενωθούν οι αγωγές». [ 11.4 ] Θεωρώ ότι η σημασία του μέρους αυτού του πρώτου λόγου ένστασης είναι βασική ως πρός το αίτημα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση έτσι ώστε να κρίνεται καταλληλότερο όπως αυτό εξεταστεί πιο κάτω κατά την εξέταση γενικότερα κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση της αίτησης. Σε συνδυασμό δηλαδή με άλλους λόγους ένστασης παρόμοιου περιεχομένου. Θέτοντας το διαφορετικά, αναπόφευκτα κατά την εξέταση άλλων συναφών λόγων ένστασης θα εξεταστεί και αυτό το μέρος του πρώτου λόγου ένστασης. [ 11.5 ] Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (γ) του πρώτου λόγου ένστασης η αίτηση «...δεν στηρίζεται επί Ενόρκου Δηλώσεως στην οποία να αναφέρονται τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί βάσει των οποίων πρέπει ... η αίτηση να γίνει αποδεκτή παρά βασίζεται σε αοριστολογίες και γενικότητες...» προσθέτοντας ότι τα γεγονότα «...τα οποία αναφέρονται στην αίτηση είναι αόριστα και ασαφή και δεν συγκεκριμενοποιούν ποια είναι τα κοινά νομικά και πραγματικά σημεία των 2 αγωγών». [ 11.6 ] Αναφορικά με αυτό το μέρος του πρώτου λόγου ένστασης παρατηρώ τα εξής. Υπάρχει η δικονομική δυνατότητα καταχώρησης αίτησης για συνένωση δίχως αυτή να υποστηρίζεται από σχετική ένορκη δήλωση. Όμως, όπως αναφέρεται στην Δ.48 θ. 9 (e) η δυνατότητα αυτή υπάρχει στις περιπτώσεις όπου όλα τα γεγονότα στα οποία η αίτηση στηρίζεται είναι εμφανή εξαιτίας της διαδικασίας η οποία είχε ακολουθηθεί μέχρι και το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης[3]. Δηλαδή, ουσιαστικά σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής δίχως να χρειάζεται η παράθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας προς υποστήριξη του αιτήματος συνένωσης. [ 11.7 ] Με τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της αιτήτριας προβάλλεται η θέση πως τα κοινά γεγονότα προκύπτουν από το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης. Μάλιστα παραθέτει τα τέσσερα αυτά κοινά γεγονότα εντός της γραπτής αγόρευσης του. Ενώ με την αίτηση η αναφορά ως πρός τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση είναι (και πάλι η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) ότι οι αγωγές «.... στηρίζονται επί των ίδιων Νομικών και/ή πραγματικών ζητημάτων και/ή γενεσιουργός αιτία και/ή βάση των ισχυριζόμενων απαιτήσεων των εναγόντων και υπερασπίσεων των εναγομένων, είναι η ίδια και τέτοιας σημασίας που καθιστά αναγκαία και/ή επιθυμητή προς πλήρη απονομή της Δικαιοσύνης την συνένωση των ... αγωγών». Ενώ προστίθεται απλά, πρώτο, ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στους φακέλους της διαδικασίας και δεύτερο, ότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Βεβαίως αναφορικά με αυτό το δεύτερο σημείο η πραγματικότητα είναι αυτή η οποία διαπιστώνεται πιο κάτω. [ 11.8 ] Αναμφίβολα το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης έχει θεμελιακή σημασία κατά την εξέταση αίτησης συνένωσης. Δεν κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω με οποιοδήποτε τρόπο την αναφορά εντός της αίτησης και στις εκθέσεις υπεράσπισης. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό καλύπτεται από την αναφορά εντός αυτής της απόφασης της νομικής πτυχής σε τέτοιες περιπτώσεις. Ενώ όπως θα φανεί και πιο κάτω η αναφορά αυτή δεν επαληθεύεται από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής 2568/
  1. [ 11.9 ] Διατηρώντας υπόψη το συγκεκριμένο μέρος του πρώτου λόγου ένστασης θεωρώ πως δικαιωματικά η αιτήτρια επέλεξε όπως βασίσει το αίτημα της στο περιεχόμενο των φακέλων των αγωγών. Ενδεχομένως αυτό να μπορούσε να προωθηθεί και με την παράθεση ανάλογης μαρτυρίας. Η επιλογή η οποία έγινε από την αιτήτρια δεν οδηγεί από μόνη της το Δικαστήριο σε συμπέρασμα απόρριψης της αίτησης. Εξετάζεται απλά κατά πόσο η πραγματική βάση επί της οποίας στηρίζει η αιτήτρια το αίτημα της είναι δυνατό να κριθεί ως επαρκής έτσι ώστε αυτό να γίνει δεκτό. [ 11.10 ] Το κατά πόσο η αίτηση βασίζεται σε αοριστολογίες και γενικότητες ή τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται εντός αυτής είναι αόριστα και ασαφή δίχως να συγκεκριμενοποιούν ποια είναι τα κοινά νομικά και πραγματικά σημεία των δύο αγωγών αποτελεί απλά μέρος του όλου έργου του Δικαστηρίου κατά την εξέταση κατά πόσο όντως δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος συνένωσης των δύο αγωγών. Καθότι βεβαίως επί αυτής της βάσης θα κριθεί το αίτημα συνένωσης. [ 11.11 ] Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (δ) οι δύο αγωγές «... των οποίων ζητείται η συνένωση φέρουν διαφορετικό τίτλο και δεν αφορούν τους ίδιους διάδικους αλλά διαφορετικούς». Αναφορικά με το γεγονός ότι οι αγωγές των οποίων ζητείται η συνένωση φέρουν διαφορετικό τίτλο απλά παρατηρείται ότι αυτό δεν είναι τόσο ασυνήθες. Εντούτοις από μόνο του ασφαλώς δεν έχει οποιαδήποτε σημασία εάν κατά τα υπόλοιπα δικαιολογείται η συνένωση δύο αγωγών. Ως προς το ότι οι αγωγές δεν αφορούν τους ίδιους διαδίκους αλλά διαφορετικούς ασφαλώς αυτό ισχύει μόνο σε σχέση με την ενάγουσα στην αγωγή 2786/11 καθώς οι υπόλοιποι διαδίκοι είναι οι ίδιοι και στις δύο αγωγές. Δίχως βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει σημασία όντως το γεγονός πως η καθ΄ης η αίτηση είναι διάδικος μόνο στην αγωγή 2786/
  2. [ 11.12 ] Εν πάση περιπτώσει το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη υπό την έννοια της ιδιότητας του κάθε διαδίκου, δηλαδή της συμμετοχής του στην κάθε αγωγή και εξετάζεται και αυτό το στοιχείο ως ένας σχετικός παράγοντας κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να εγκριθεί η αίτηση συνένωσης. Από μόνο του το στοιχείο αυτό δεν έχει οποιαδήποτε καθοριστική σημασία. Σε συνδυασμό όμως με όλους τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες είναι δυνατό και αυτό να διαδραματίσει το δικό του μερικό ρόλο ως πρός το κατά πόσο δικαιολογείται το αίτημα συνένωσης των δύο αγωγών. Υπενθυμίζω όμως πως σύμφωνα και με τη διατύπωση της Δ.14 θ. 2 το συγκεκριμένο στοιχείο όχι μόνο δεν αναφέρεται ως λόγος να μην εγκριθεί μία αίτηση συνένωσης αλλά μάλιστα αναφέρεται ρητά ως μία πιθανή περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα συνένωσης (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 5 ] αυτής της απόφασης ως πρός τη διατύπωση της Δ.14 θ. 2). [ 11.13 ] Η θέση η οποία διατυπώνεται στην υποπαράγραφο (ε) του πρώτου λόγου ένστασης προσομοιάζει με μέρος της θέσης η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο (γ). Ως προς το ότι δηλαδή η αιτήτρια «...δεν καταδεικνύει με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα κοινά νομικά ή πραγματικά σημεία που εγείρονται στις δύο αγωγές». Ήδη το θέμα αυτό έχει εξεταστεί πιο πάνω από το Δικαστήριο. Ασφαλώς και η έκβαση της αίτησης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το κατά πόσο όντως υπάρχουν κοινά νομικά και πραγματικά σημεία στις δύο αγωγές αλλά και κατά πόσο αυτά είναι δυνατό να διαπιστωθούν σύμφωνα και με τον τρόπο τον οποίο η αιτήτρια έχει επιλέξει να προωθήσει την αίτηση της. [ 11.14 ] Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (ζ) του πρώτου λόγου ένστασης στις δύο αγωγές «...εγείρονται πολλά και σοβαρά επίδικα θέματα και στηρίζονται σε διαφορετική βάση και/ή σε διαφορετικά έγγραφα...» προσθέτοντας επίσης ότι περαιτέρω «...τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζονται οι αγωγές έλαβαν χώρα σε διαφορετικές ημερομηνίες και αφορούν διαφορετικές αιτίες αγωγής, διαφορετικούς διαδίκους και επομένως δεν υπάρχουν κοινά πραγματικά γεγονότα αλλά ξεχωριστά πραγματικά γεγονότα που θα πρέπει να αποδειχτούν όλα ειδικά και ξεχωριστά το καθένα για κάθε αγωγή». [ 11.15 ] Αναφορικά με αυτό το μέρος του πρώτου λόγου ένστασης και σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων όπως αυτοί παρατίθενται εντός των εκθέσεων απαίτησης παρατηρούνται τα ακόλουθα. Διευκρινίζω πως η παράθεση στοιχείων γίνεται σε συνοπτική μορφή δίχως οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. [ 11.16 ] Η αγωγή 2786/11 αφορά δάνειο το οποίο χορηγήθηκε από την ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως τράπεζα, στους εναγόμενους 1 και 2 με την εγγύηση της εναγομένης 3, δηλαδή της αιτήτριας στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Επιπλέον οι εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν στην ενάγουσα όλα τα δικαιώματα τους τα οποία προέκυπταν από πωλητήριο έγγραφο το οποίο είχαν υπογράψει με την εναγόμενη
  3. Επίσης, η εναγόμενη 3 προς επιπρόσθετη εξασφάλιση της ενάγουσας υποθήκευσε το ακίνητο επί του οποίου είχε ανεγερθεί μεζονέτα η οποία προφανώς είχε πωληθεί προς τους εναγόμενους 1 και 2 (σχετική αναφορά στην ύπαρξη της μεζονέτας γίνεται εντός της θεραπείας της παραγράφου (δ) της αξίωσης της ενάγουσας). [ 11.17 ] Ενώ στην έκθεση απαίτησης της στην αγωγή 2568/12 η αιτήτρια βασίζει το αγώγιμο δικαίωμα της στο πωλητήριο έγγραφο το οποίο είχε συνάψει με τους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι είναι επίσης εναγόμενοι στην αγωγή 2786/
  4. Βεβαίως η ημερομηνία η οποία αναφέρεται εντός των δύο εκθέσεων απαίτησης διαφέρει[4] όμως θεωρώ ότι το θέμα αυτό δεν χρήζει οποιασδήποτε επιπρόσθετης εξέτασης εντός αυτής της απόφασης. Υπάρχει και αναφορά στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν εξασφαλίσει οικιστικό δάνειο από την ενάγουσα στην αγωγή 2786/
  5. Το οποίο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης η αιτήτρια «...εγγυήθηκε προσωπικά και ενυπόθηκα...». Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η αιτήτρια εντός της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή 2568/12 δεν αναφέρεται στη συμφωνία εκχώρησης, αναφορά σε σχέση με την ύπαρξη της οποίας υπάρχει εντός της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή 2786/
  6. Επίσης αξιοσημείωτο αλλά και πολύ πιο σημαντικό σε σχέση με το αντικείμενο αυτής της απόφασης είναι και το γεγονός πως η αιτήτρια με την αγωγή της δεν διεκδικεί οτιδήποτε από την ενάγουσα στην αγωγή 2786/
  7. Οι θεραπείες οι οποίες ζητούνται με την αγωγή της από τους εναγόμενους σχέση έχουν, πρώτο, με τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, δεύτερο, ποσού υπολογιζόμενου επί μηνιαίας βάσης, τρίτο, διάταγμα άρσης της εγγραφής του πωλητηρίου εγγράφου από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, τέταρτο, διάταγμα παράδοσης του ακινήτου το οποίο έχει ανεγερθεί επί του ακινήτου το οποίο η αιτήτρια έχει υποθηκεύσει προς εξασφάλιση του δανείου των εναγομένων 1 και 2 από την ενάγουσα στην αγωγή 2786/11 και τέλος, απόφαση για τα έξοδα τα οποία η αιτήτρια έχει επωμισθεί ή θα καταδικαστεί να πληρώσει εξαιτίας της μη συμμόρφωσης των εναγομένων 1 και 2 με τη συμφωνία δανείου με την ενάγουσα στην αγωγή 2786/
  8. [ 11.18 ] Ουσιαστικά, όπως είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας στην αγωγή 2568/12 βασίζεται σε παράλειψη των εναγομένων να εξοφλήσουν το δάνειο τους προς την ενάγουσα στην αγωγή 2786/11 βάσει και σχετικής πρόνοιας εντός της συμφωνίας πώλησης μεταξύ της και των εναγομένων. Ενώ λόγω αυτής ακριβώς της παράλειψης η αιτήτρια προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας η οποία υπήρχε μεταξύ της και των εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με την πώληση του ακινήτου προς αυτούς και το οποίο είχε ανεγερθεί επί του ακινήτου το οποίο είχε υποθηκευτεί προς την ενάγουσα στην αγωγή 2786/
  9. Βεβαίως η αιτήτρια επισημαίνει πως ήταν ρητός όρος στη συμφωνία πώλησης μεταξύ της και των εναγομένων 1 και 2 πως αυτοί θα κατέβαλλαν τις δόσεις τις οποίες είχαν συμφωνήσει να πληρώνουν σε σχέση με τη συμφωνία δανείου μεταξύ τους και της ενάγουσας στην αγωγή 2786/
  10. Αποκτούσε δηλαδή η αιτήτρια το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας της με τους εναγόμενους 1 και 2 σε περίπτωση όπου το συνολικό ποσό των καθυστερημένων δόσεων υπερέβαινε το ποσό των £5.000,
  11. [ 11.19 ] Δίχως να υπεισέρχεται το Δικαστήριο σε ιδιαίτερη λεπτομέρεια αναφορικά με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης, διαπιστώνεται ότι τόσο τα νομικά όσο και τα πραγματικά γεγονότα των δύο αγωγών, όπως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο των εκθέσεων απαίτησης, δεν είναι τέτοια έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος συνένωσης των δύο αγωγών. Στη μία περίπτωση τα επίδικα θέματα έχουν σχέση με συμφωνία δανείου των εναγομένων 1 και 2 την εκπλήρωση της οποίας έχει εγγυηθεί η εναγόμενη 3 ενώ επιπλέον έχει υποθηκεύσει και δική της ακίνητη περιουσία. Επιπλέον, η εκχώρηση η οποία έγινε από τους εναγόμενους 1 και 2 λογικά αναμένεται να είχε γίνει με τη συγκατάθεση της εναγομένης 3, αν και αυτό δεν αναφέρεται ρητά στην έκθεση απαίτησης της αγωγής 2786/
  12. Θεωρώ ότι η οποιαδήποτε ρύθμιση μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με τη συμφωνία πώλησης σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των δόσεων προς την ενάγουσα στην αγωγή 2786/11 δεν καθιστά από μόνη της ή σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο παράγοντα κατάλληλη την περίπτωση υπό εξέταση έτσι ώστε να εκδοθεί διάταγμα συνένωσης των δύο αγωγών. [ 11.20 ] Βεβαίως προκύπτει ένα πολύ πιο βάσικο θέμα, το οποίο καλύπτεται πιο κάτω, όμως θεωρώ ορθό όπως διατυπωθεί η θέση του Δικαστηρίου γενικότερα επί του αιτήματος. Σε περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν ίσχυαν τα όσα αναφέρονται πιο κάτω σε σχέση με αυτό το θέμα. [ 11.21 ] Πραγματικά δεν διαπιστώνεται ούτε εξοικονόμηση είτε χρόνου είτε εξόδων να επιτυγχάνεται με την έκδοση διατάγματος συνένωσης αλλά ούτε και αποφυγή πολλαπλότητας σε σχέση με δύο αγωγές των οποίων πραγματικά το αντικείμενο είναι διαφορετικό στην κάθε περίπτωση. Έστω και εάν όντως υπάρχουν κάποια κοινά πραγματικά γεγονότα μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και της αιτήτριας. Όχι όμως και της ενάγουσας στην αγωγή 2786/11, η οποία ασφαλώς και δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία πώλησης μεταξύ της αιτήτριας και των εναγομένων 1 και 2 ανεξάρτητα και από τη διασύνδεση της συμβατικής υποχρέωσης των να πληρώνουν το δάνειο τους προς την ενάγουσα με πρόνοια εντός της συμφωνίας πώλησης η οποία παρείχε στην αιτήτρια το δικαίωμα τερματισμού. [ 11.22 ] Με την υποπαράγραφο (ι) του πρώτου λόγου ένστασης ουσιαστικά επαναλαμβάνεται σε πιο συνοπτική μορφή μέρος των όσων αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ζ) η οποία ήδη έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο. Ότι δηλαδή σε κάθε αγωγή «...οι συναλλαγές είνει διαφορετικές και έγιναν σε διαφορετικές ημερομηνίες». [ 11.23 ] Τέλος, με την υποπαράγραφο (ια) γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι δεν χειρίζονται οι ίδιοι δικηγόροι τις δύο αγωγές. Έστω και εάν αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε σχέση με την εξέταση του αιτήματος συνένωσης θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση προκύπτουν άλλα θέματα τα οποία ουσιαστικά επισκιάζουν την οποιαδήποτε σημασία αυτού του παράγοντα. [ 12 ] Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο ένστασης ουσιαστικά προτάσσεται η θέση ότι με την «... συνένωση δεν θα διευκολυνθούν αλλά αντίθετα θα περιπλεχθούν τα εγειρόμενα θέματα». Συμφωνώ ότι όντως αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα έκδοσης διατάγματος συνένωσης των δύο αγωγών. [ 13 ] Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης με το αιτούμενο διάταγμα συνένωσης «...δεν θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, δεν θα περιοριστούν τα έξοδα αλλά θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση». Το Δικαστήριο αποδέχεται και αυτό τον λόγο ένστασης ως βάσιμο. [ 14 ] Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης 2 και 3 καθώς προτάσσεται η θέση ότι η συνένωση των αγωγών «...μόνο σύγχυση, ταλαιπωρία και δαπάνη του δικαστικού χρόνου θα επιφέρει». Ήδη αποδοχή των λόγων ένστασης 2 και 3 καθιστά εκ περισσού την οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τη συνδυασμένη επανάληψη τους εντός του τέταρτου λόγου ένστασης. [ 15 ] Προκύπτει ένα άλλο πολύ πιο βασικό θέμα το οποίο καθιστά καταδικασμένη την αίτηση σε απόρριψη. [ 16 ] Ασφαλώς και δεν θα ανέμενε το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση ένας διάδικος να αιτείται τη συνένωση της αγωγής την οποία ο ίδιος έχει καταχωρήσει για συνεκδίκαση με άλλη αγωγή εάν ο ίδιος είχε την επιλογή να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης δίχως να χρειαζόταν η εκδίκαση της αγωγής του. Όμως ακριβώς αυτό είναι το τι έχει συμβεί στη περίπτωση της αγωγής 2568/
  13. Καθότι παρά και το γεγονός ότι η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 αυτοί δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης όπως έκαναν στην αγωγή 2786/
  14. Κατ΄ επέκταση βεβαίως ούτε και έκθεση υπεράσπισης δεν καταχώρησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 στην αγωγή 2568/
  15. [ 17 ] Μάλιστα η αιτήτρια ως η ενάγουσα στην αγωγή 2568/12, στις 3/12/2012, καταχώρησε και αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 λόγω της παράλειψης τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση αναβλήθηκε για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται εντός του φακέλου της αγωγής μέχρι και τις 10/1/2013, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση αποσύρθηκε με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης. Ακόμη και μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης αυτής της απόφασης οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν καταχωρήσει ούτε σημείωμα εμφάνισης αλλά βεβαίως ούτε και έκθεση υπεράσπισης. [ 18 ] Συνεπώς εύλογα διερωτάται το Δικαστήριο πως παρέχεται καν το δικαίωμα στην αιτήτρια να ζητά τη συνεκδίκαση μίας αξίωσης η οποία δεν αμφισβητείται με μία άλλη αγωγή στην οποία όντως υπάρχει αμφισβήτηση της αξίωσης. Θέτοντας το πολύ απλά δεν νοείται αίτημα για συνεκδίκαση δύο αγωγών όταν στη μία από τις δύο αγωγές δεν υπάρχει καν η προοπτική εκδίκασης. Εφόσον δηλαδή δεν υπάρχει αμφισβήτηση της αξίωσης της ενάγουσας στην αγωγή 2568/12 από τους εναγόμενους 1 και
  16. [ 19 ] Μάλιστα η καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση θα μπορούσε να θεωρηθεί και καταχρηστική τόσο της διαδικασίας όσο και του χρόνου του Δικαστηρίου. Εκπληκτικό είναι το γεγονός πως η ενάγουσα στην αγωγή 2786/11 δεν έχει προσθέσει ως λόγο ένστασης και αυτό το τόσο βασικό δεδομένο. Ενδεχομένως βεβαίως να μην είχε υπόψη της το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής 2568/12 έτσι ώστε να το είχε πράξει ή λογικά να θέωρησε (όπως και το ίδιο το Δικαστήριο θεώρησε) πως εφόσον οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης στην αγωγή 2786/11 το ίδιο θα έχουν πράξει και σε σχέση με την αγωγή 2568/
  17. [ 20 ] Η εντύπωση αυτή εύλογα θα μπορούσε να σχηματιστεί και από το περιεχόμενο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν καταχωρήσει σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Συγκεκριμένα στο λόγο ένστασης 1 (γ) αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι «... στις αγωγές που ζητούν την συνένωση τους καταχώρησαν υπερασπίσεις ... στις οποίες αρνούνται όλα τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στις εκθέσεις απαίτησης της ενάγουσας ....». [ 21 ] Ενδεχομένως το ίδιο το Δικαστήριο να είχε εντοπίσει νωρίτερα το προαναφερόμενο δεδομένο εάν είχε ορίσει, όπως συνηθίζει σε περίπτωση παράδοσης γραπτών αγορεύσεων, την αίτηση και πάλι για ακρόαση, δηλαδή για διευκρινίσεις. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη πως ο ορισμός αυτός γίνεται σε περίπου μία εβδομάδα από την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές παραδόθηκαν λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, ως εκ τούτου, δυστυχώς, η αίτηση δεν ορίστηκε για διευκρινίσεις. [ 22 ] Εν πάση περιπτώσει, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας στην αγωγή 2786/11 και εις βάρος της αιτήτριας, δηλαδή της ενάγουσας σε αυτή την αγωγή. Διατηρώντας υπόψη και τα όσα δηλώθηκαν σχετικά στις 6/4/2015 αναφορικά με τη θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι δεν έχουν ένσταση στην αίτηση, τα έξοδα σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 θα είναι έξοδα στην πορεία αυτής της αγωγής. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα έξοδα επιδικάζονται όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Προφανώς εκ παραδρομής με τον πρώτο λόγο ένστασης υπάρχει αναφορά σε ημερομηνία προηγούμενης παρόμοιας αίτησης ημερομηνίας 11/1/2013 η οποία όμως είχε αποσυρθεί στις 11/4/
  18. Εν πάση περιπτώσει στην αρχή της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης υπάρχει αναφορά στην ορθή ημερομηνία της αίτησης. [2] Του οποίου το όνομα εντός της αίτησης αναφέρεται λανθασμένα ως το όνομα άλλης υπαλλήλου, θέμα όμως το οποίο δεν ηγέρθηκε ως σημείο διαφοράς μεταξύ των διαδίκων έτσι ώστε να κρίνεται απαραίτητο όπως αυτό τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Προφανώς όπως και στην περίπτωση αναγραφής λανθασμένης ημερομηνίας επί της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης έτσι και σε αυτή την περίπτωση αντιγράφηκε το κείμενο προηγούμενης καταχωρηθείσας ένστασης. [3] ".if all the facts relied upon are apparent on the face of the proceedings;." [4] Στην αγωγή 2786/11 αναφέρεται ως σχετική ημερομηνία η 21/11/2006 ενώ στην αγωγή 2568/12 η ημερομηνία η οποία αναφέρεται είναι 20/11/
  19. Μάλιστα στην ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε για απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας στην αγωγή 2568/12 επισυνάπτεται και αντίγραφο της συγκεκριμένης συμφωνίας η οποία όντως φέρει ημερομηνία 20/11/
  20. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.