← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. S. L. CYFLY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3659/09, 4/6/2015

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. S. L. CYFLY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3659/09, 4/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3659/09 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Εναγόντων και

  1. S. L. CYFLY LIMITED, από την Πάφο
  2. SHIRLEY ANN HARRISON, από την Πάφο
  3. Νικόλα Λεμονάρη, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 4.6.15 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 2 / Αιτήτρια: κ. Ε. Πίτρος Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Ομήρου .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υπεβλήθη εκ μέρους της Εναγόμενης 2 / Αιτήτριας στις 9.3.15 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την παρουσία του Ανδρόνικου Σταυρινού και της Μαρίας Λάμπρου για σκοπούς αντεξέτασής τους επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Στις 26.5.14 και ενώ η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και η υπόθεση είχε ορισθεί για συνέχιση της μαρτυρίας της δεύτερης μάρτυρος για την Ενάγουσα, της οποίας η αντεξέταση είχε ήδη αρχίσει, υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από συνάδελφο δικηγόρο του δικηγόρου της Αιτήτριας εκ μέρους του τελευταίου το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Μετά την απόρριψη του αιτήματος η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν παρουσίασε άλλο μάρτυρα και την ίδια ημέρα το Δικαστήριο επιφύλαξε απόφαση. Εν τέλει το Δικαστήριο εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση επιδικάζοντας υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας αποζημιώσεις. Στις 26.1.15 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας αίτηση για παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης, από τώρα και στο εξής «η αίτηση παραμερισμού», στην οποία η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση ενέστη καταχωρώντας Ειδοποίηση Ένστασης. Η Ειδοποίηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου του Καθ' ου η αίτηση, και της Μαρίας Λάμπρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση. Είναι τα δύο αυτά πρόσωπα που με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια επιζητεί την αντεξέτασή τους επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.39, Δ.48, θθ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Αιτήτριας και της Ιφιγένειας Χαραλάμπους, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Αιτήτριας. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με την ένσταση του ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει επτά λόγους ένστασης οι οποίοι και παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μαρίας Λάμπρου η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από την Διαταγή 39, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση∙ όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος την ένορκο δήλωση για αντεξέταση». Στην Αίτηση 142/04 του Rana Wahed Ali (Αρ.1)

(2004)1 ΑΑΔ 1660 λέχθηκε ότι η αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων επιτρέπεται πολύ σπάνια και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μόνο που τα όσα στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν αφορούσαν σε αιτήσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, στην προκείμενη περίπτωση ένταλμα για habeas corpus, και η αρχή που στην πιο πάνω απόφαση διακηρύχθηκε δεν κρίνω, εξ' όσων από την ίδια την απόφαση προκύπτει, να τυγχάνει εφαρμογής σε αιτήσεις άλλες από αυτές για τις οποίες γίνεται λόγος στην εν λόγω απόφαση. Συναφώς δεν εντόπισα οτιδήποτε που να συνηγορεί με την πιο πάνω θέση είτε από την Ετήσια Πρακτική (Annual Practice), είτε από το Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England. Τουναντίον, η Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται επιβεβαιώνει ό,τι, άλλωστε, προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού και, συγκεκριμένα, ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην απόφαση που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην σελίδα 1661 λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) υποδεικνύεται στην σελίδα 865 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη 38 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών ότι κατά την άσκηση της δικαστικής εξουσίας δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση απαντάται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να ενεργήσει στην βάση τέτοιας μαρτυρίας η οποία δύναται να βρίσκεται ενώπιόν του κατά την δίκη και δεν θα επιτρέψει όπως μια αίτηση (motion) εκκρεμεί για να υποβοηθήσει διάδικο να εξετάσει προφορικά έναν μάρτυρα αν είναι της άποψης ότι η αίτηση (για αντεξέταση) γίνεται για να προκαλέσει καθυστέρηση ή αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του για να αποφασίσει την αίτηση (motion)». Στην Αίτηση 18/08 του Λ. Μήλιου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 280 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στην Δ.39 θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρείχε την διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επομένως, σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος της αίτησης και, κυρίως, κατά πόσο η αντεξέταση θα είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να απαφασισθούν στην διαδικασία στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η ένορκος δήλωση επί της οποίας ζητείται η αντεξέταση του καταθέτη της. Για την ανάγκη αντεξέτασης του Ανδρόνικου Σταυρινού γίνεται αναφορά μόνο στην μια από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και, συγκεκριμένα, στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας. Εντοπίζω, όμως, ευθύς εξ' αρχής το εξής επιλήψιμο στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Είναι συνταγμένη στην Ελληνική γλώσσα την οποία η Αιτήτρια δεν γνωρίζει. Το πιο πάνω σημείο καθώς και οι επιπτώσεις του δύνανται να εξετασθούν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αιτήτρια είναι Βρεττανίδα υπήκοος. Αυτό αναφέρεται ρητά στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισής της. Συγκεκριμένα στην εν λόγω παράγραφο αναφέρονται τα ακόλουθα: «... Άνευ βλάβης, η εναγόμενη Νο2 ισχυρίζεται ότι είναι Βρετανίδα υπήκοος, δεν γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει στην Ελληνική γλώσσα και αν υπογράφηκε οτιδήποτε από αυτήν στα ελληνικά δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο του. Ουδέποτε μεταφράστηκε οποιοδήποτε έγγραφο στην Αγγλική και ούτε οι ενάγοντες παρείχαν στην εναγόνενη Νο2 τις υπηρεσίες διερμηνέα έτσι ώστε αυτή να αντιληφθεί το περιεχόμενο οποιουδήποτε τυχόν εγγράφου υπογεγραμμένου από την ίδια». Θέση η οποία προωθήθηκε από την Υπεράσπιση και μέσα από την ακροαματική διαδικασία. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι τα Ελληνικά δεν είναι η μητρική γλώσσα της Αιτήτριας. Σημειώνεται ότι ισχυρισμός περί του αντιθέτου δεν προβάλλεται στην ένορκό της δήλωση. Σε κανένα σημείο της ένορκής της δήλωσης δεν αναφέρει η Αιτήτρια ότι γνωρίζει και πώς την Ελληνική. Ακολουθεί ότι η ένορκος δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι συνταγμένη σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή σε αυτήν, πράγμα που την καθιστά μη ανεκτή. Ακολουθεί ότι αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Αυτό καθιστά το αίτημα για αντεξέταση του Ανδρόνικου Σταυρινού εκ προοιμίου έκθετο σε απόρριψη. Η Αιτήτρια θα έπρεπε να ορκισθεί στην μητρική της γλώσσα και η ένορκή της δήλωση - στην μητρική της γλώσσα - να συνοδεύεται από μετάφρασή της καθώς και από ένορκο δήλωση μεταφραστή που να βεβαιώνει την μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση όσο και την μετάφρασή της. Η Αιτήτρια θα μπορούσε, επίσης, να ορκισθεί και στα Ελληνικά νοουμένου ότι τόσο η ένορκη δήλωση όσο και ο όρκος θα είχαν προηγουμένως μεταφραστεί σε αυτήν από μεταφραστή, ο οποίος, επίσης, θα έπρεπε να ορκισθεί ως προς την μετάφραση. Τίποτα, όμως, από τα πιο πάνω δεν έχει γίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω η ένορκος δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη με αποτέλεσμα το αίτημα για αντεξέταση του Ανδρόνικου Σταυρινού να μην μπορεί να έχει άλλη κατάληξη παρά απορριπτική. Παρατίθεται διαφωτιστική επί του προκειμένου Νομολογία. Στην Αίτηση του Saab Abbas Nazar, 48/03
(2003)1(Β) ΑΑΔ 772 ο αιτητής που ήταν Πακιστανός υπήκοος αξίωσε με αίτηση προς το Ανώτατο Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος habeas corpus. Το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση σημείωσε τα ακόλουθα στις σελίδες 776-777: «Πριν καταλήξω θα ήθελα να επισημάνω ένα τελευταίο σημείο. Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, άνκαι ο ενόρκως δηλών είναι Πακιστανός ο οποίος, όπως αντιλαμβάνομαι, μιλά μόνο τη διάλεκτο Urdu. Κάτω από την βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιόν του, έχει προστεθεί η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: «Το περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti». Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλητή δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, τα κενά ή οι ελλείψεις σε μια ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Σκοπός της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat), είναι η αποφυγή, με τρόπο αναντίλεκτο, οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων. (Βλέπε όμως In re El -Boustani
(1991)1 A.A.Δ. 736, 742). Την πεποίθησή μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του». Στην Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos, 32/03
(2003)1(Β) ΑΑΔ 782 το Εφετείο υπό την μονομελή του σύνθεση σημείωσε τα ακόλουθα στην σελίδα 788: «Η δεύτερη αιτήτρια είναι Ολλανδή υπήκοος και δεν γνωρίζει ελληνικά. Παρά ταύτα, η ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, ενώ στο τέλος επιβεβαιώνεται από Πρωτοκολλητή ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Είμαι της άποψης ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772)». Στην Αίτηση των Geningconsult (Cyprus) Ltd, 30/01, ημερομηνίας 30.3.01 η αίτηση στην βάση της οποίας ενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο απαγορευτικό διάταγμα συνοδευόταν από ένορκη δήλωση κάποιου Dmitry Renee που εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος των εναγόντων / αιτητών και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί σε αυτήν. Η εν λόγω ένορκη δήλωση ήταν συνταγμένη στα Ελληνικά και σε αυτή εκτίθεντο γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση. Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου, συνταγμένη και αυτή στα Ελληνικά. Οι εναγόμενοι είχαν αντίρρηση στην διατήρηση του απαγορευτικού διατάγματος και καταχώρησαν ένσταση. Πρόβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε νόμιμα να λάβει υπόψη όσα περιέχονταν στις ένορκες δηλώσεις του Dmitry Renne εφόσον ο ενόρκως δηλών ήταν Ρώσσος υπήκοος και δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως έπρεπε να εξετάσει πρώτα την θέση της υπεράσπισης ότι «ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει στην ουσία ένορκος δήλωση που να υποστηρίζει την αίτηση από την στιγμή που αυτός που έκαμε την ένορκο δήλωση δεν γνωρίζει το περιεχόμενό της». Με αναφορά σε στοιχεία που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο αλλοδαπός Dmitry Renne ήταν πρόσωπο που δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα και ότι οι σημειώσεις του Πρωτοκολλητή στο κάτω μέρος των δηλώσεων ότι το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων είχε εξηγηθεί στον Renne στα Αγγλικά από τον Πρωτοκολλητή δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη γιατί, καθώς αναφέρεται στην ενδιάμεση απόφαση: «είναι μια σημείωση έξω από την ένορκο δήλωση η οποία μάλιστα έγινε χωρίς να υπάρχει πρόνοια για κάτι τέτοιο από οποιοδήποτε σχετικό κανονισμό. Υπάρχει όμως στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ισχυρισμός ότι ο Dmitry Renne μιλά μόνο την ρωσσική, γνωρίζει λίγα αγγλικά και καθόλου ελληνικά. Αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί, πολύ περισσότερο δεν έχει ανατραπεί. Αντίθετα στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων γίνεται παραδοχή αυτού του γεγονότος». Ύστερα από την πιο πάνω διαπίστωση ο πρωτόδικος Δικαστής αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Διάταξης 39, θεσμοί 9 και 10 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Από τη στιγμή που μια ένορκος δήλωση γίνεται σε γλώσσα η οποία δεν είναι αντιληπτή από τον ενόρκως δηλούντα δεν μπορεί να διακριβωθεί αν αυτός που υπογράφει την ένορκο δήλωση γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην ένορκο του δήλωση. Σαν αποτέλεσμα δεν υπάρχει συμμόρφωση ούτε και με τις πρόνοιες του θ.10». Προκειμένου να διακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο αλλοδαποί που δεν γνωρίζουν την Ελληνική γλώσσα μπορούν να κάμουν ένορκη δήλωση, ο πρωτόδικος Δικαστής αναφέρθηκε στους σχετικούς κανονισμούς που εφαρμόζονταν στην Αγγλία (Annual Practice 1958, σελ. 927) και κατέληξε στο πιο κάτω συμπέρασμα καθόσον αφορά, κατ΄ αναλογία, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνονται τέτοιες ένορκες δηλώσεις. «Όταν καθίσταται αναγκαίο να καταχωρηθεί ένορκος δήλωση σε ξένη γλώσσα η συνήθης διαδικασία είναι να γίνεται μετάφραση της ένορκης δήλωσης από προσοντούχο μεταφραστή και να επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση στη ξένη γλώσσα και η μετάφραση σαν τεκμήριο σε ένορκη δήλωση του μεταφραστή ο οποίος να επιβεβαιώνει τη μετάφραση και γίνεται καταχώρηση και των τριών εγγράφων μαζί». Το τελικό συμπέρασμα που προδιάγραψε και την κατάληξη της απόφασης για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και ακύρωση της αίτησης εμπεριέχεται στην πιο κάτω περικοπή από την ενδιάμεση απόφαση: «Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Η αίτηση των εναγόντων συνοδεύεται από μια ένορκη δήλωση την οποία έκαμε πρόσωπο που δεν γνωρίζει την Ελληνική. Επομένως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία κατέθετε και να τα βεβαιώσει στο Δικαστήριο. Είναι στην πραγματικότητα ως να μην υπάρχει ένορκος δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως είναι σαν να μην υπάρχουν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πάνω στα οποία η αίτηση μπορεί να στηριχθεί. Είναι κάτι που αντιβαίνει με τον Καν. 48, θ.
  1. Καθίσταται επιτακτικό με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού αυτού όπως κάθε αίτηση γίνεται γραπτώς και υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν φαίνονται στα βιβλία ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Γι΄ αυτό το λόγο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την αίτηση των εναγόντων γιατί δεν υποστηρίζεται από γεγονότα». Και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι λανθάνομαι στην πιο πάνω κρίση μου κρίνω ότι συντρέχει επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί με απόρριψη του υπό συζήτηση αιτήματος. Στις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας αναδύονται οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η αντεξέταση του Ανδρόνικου Σταυρινού. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: ο Ανδρόνικος Σταυρινού δεν είναι δικηγόρος και, επομένως, δεν γνωρίζει τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, θέματα περί δικαίου και νομικών διαδικασιών, για εκπνοή προθεσμιών και για καταχρηστικές διαδικασίες αρκετοί από τους ισχυρισμούς του Ανδρόνικου Σταυρινού είναι αβάσιμοι, αντιφατικοί, αόριστοι και αντίθετοι με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Στις παραγράφους 3Α-3Ε της ένορκης δήλωσης του Ανδρόνικου Σταυρινού που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση παραμερισμού αναφέρονται τα ακόλουθα: η Δ.17, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία αποτελεί νομική βάση της αίτησης παραμερισμού δεν τυγχάνει εφαρμογής (παράγραφος 3Α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.33, θ.5 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία, επίσης, αποτελεί νομική βάση της αίτησης παραμερισμού για τον λόγο ότι η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας που ο πιο πάνω θεσμός τάσσει (παράγραφος 3Β) η αίτηση παραμερισμού στοχεύει στην παρεμπόδιση της τελεσιδικίας και την δημιουργία αχρείαστων εξόδων (παράγραφος 3Γ) η αίτηση παραμερισμού συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι αυτή προωθείται παράλληλα με την έφεση που καταχωρήθηκε κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.5.14, προδήλως, εννοείται η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 26.5.14 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής (παράγραφος 3Δ) η απουσία της Αιτήτριας και του δικηγόρου της κατά την 26.5.14, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση, υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής της και αδιαφορία για την προώθησή της. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση παραμερισμού είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα. Υπό το φως των πιο πάνω η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας προσλαμβάνει τα όρια περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση (παράγραφος 3Ε). Τα όσα στις πιο πάνω παραγράφους από την ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού αναφέρονται δεν άπτονται γεγονότων αλλά νομικών θέσεων. Εξ' ου και σύμφωνα με την παράγραφο 3 της ένορκής του δήλωσης τις εν λόγω θέσεις ο Ανδρόνικος Σταυρινού διατυπώνει κατόπιν συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση. Μάλιστα, στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι η αίτηση παραμερισμού για τους λόγους που στις παραγράφους 3Α-3Ε αναφέρονται «πάσχει νομικά». Αντεξέταση επί νομικών θέσεων εκφεύγει του πνεύματος της Διάταξης 39, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι και από την ίδια την Αιτήτρια είναι αποδεκτό ότι τα όσα ο Ανδρόνικος Σταυρινού αναφέρει στην ένορκό του δήλωση αποτελούν νομικές θέσεις. Ενδεικτικό τούτου είναι η θέση της ότι ο ομνύων δεν είναι δικηγόρος και γνώστης θεμάτων που αφορούν νομικά θέματα. Παρόμοια θέση διατυπώνεται και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας στην αγόρευσή του ο οποίος υποστήριξε ότι τα σημεία από την ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού επί των οποίων επιζητείται η αντεξέταση είναι «νομικά ζητήματα τα οποία δεν δύναται να γνωρίζει ο Ανδρόνικος Σταυρινού». Δεν μου διαφεύγει ότι η θέση που διατυπώνεται με την παράγραφο 3Ε της ένορκης δήλωσης του Ανδρόνικου Σταυρινού βασίζεται εν μέρει και σε πραγματικά γεγονότα. Η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση αρνείται την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται μέσω της αίτησης παραμερισμού αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο ο δικηγόρος της Αιτήτριας δεν εμφανίσθηκε κατά την διαδικασία της 26.5.14 οπότε και εκ μέρους του την ημέρα εκείνη ζητήθηκε αναβολή. Απλή, όμως, άρνηση των πιο πάνω ισχυρισμών δεν δικαιολογεί αντεξέταση. Επίσης, το γεγονός και μόνο ότι ο ομνύων δεν είναι δικηγόρος δεν δικαιολογεί την αντεξέτασή του επί των θέσεων που παραθέτει στην ένορκό του δήλωση αφ' ης στιγμής τα όσα ως νομικές θέσεις αναφέρει τα αναφέρει κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε. Ούτε και το ότι σύμφωνα με την Αιτήτρια οι θέσεις του ομνύοντα είναι αβάσιμοι, αντιφατικοί και αόριστοι δικαιολογεί την αντεξέτασή του. Το βάσιμο των θέσεων αυτών θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και θα κριθεί στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 26.1.
  2. Μπορεί δε αυτό να κριθεί χωρίς να καθίσταται αναγκαίο ο ομνών να αντεξετασθεί. Τέλος, δεν μου διαφεύγει το εξής σημαντικό. Στην παράγραφο 3 της ένορκής της δήλωσης η Αιτήτρια αναφέρει ότι εξ' όσων οι δικηγόροι της την έχουν συμβουλεύσει η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση στην αίτηση παραμερισμού δεν μπορεί να πετύχει γιατί ο Ανδρόνικος Σταυρινού δεν είναι δικηγόρος. Αν η Αιτήτρια έχει την πεποίθηση ότι για τον πιο πάνω λόγο ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας με την ένστασή του προς τι η ανάγκη για αντεξέταση του Ανδρόνικου Σταυρινού; Στρεφόμενος τώρα στο αίτημα για αντεξέταση της Μαρίας Λάμπρου για το οποίο γίνεται αναφορά στην ένορκο δήλωση της Ιφιγένειας Χαραλάμπους αναφέρονται τα ακόλουθα. Με την παράγραφο 3 της ένορκής της δήλωσης η Μαρία Λάμπρου περιγράφει τα γεγονότα για τα οποία άντλησε πληροφόρηση, προδήλως, από υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται. Σύμφωνα με την ένορκό της δήλωση ο κύριος Πίτρος το πρωί της 26.5.14 τηλεφώνησε στο δικηγορικό γραφείο όπου η ομνύουσα εργάζεται και απαιτούσε να μάθει πότε ήταν ορισμένη η υπόθεση για συνέχιση. Ο κύριος Πίτρος ανέφερε, επίσης, στην υπάλληλο ότι είχε καλέσει ξανά το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση στις 23.5.14 το μεσημέρι πλην όμως το τηλεφώνημά του δεν είχε απαντηθεί. Λόγω του ότι σύμφωνα με τον εν λόγω δικηγόρο ήταν ευθύνη των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση να τον πληροφορήσουν για την ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είχε ορισθεί για συνέχιση και τέτοιας ενημέρωσης δεν είχε τύχει από τους εν λόγω δικηγόρους ο κύριος Πίτρος δήλωσε ότι δεν είχε πρόθεση να εμφανισθεί στο Δικαστήριο στις 26.5.
  3. Διαφορετική είναι η εκδοχή του κύριου Πίτρου για τον λόγο που κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν είχε εμφανισθεί στο Δικαστήριο όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση παραμερισμού. Σύμφωνα δε με αυτό ο κύριος Πίτρος αντιμετώπιζε πρόβλημα κωλικού του αριστερού νεφρού από το βράδυ της 25.5.
  4. Επισκέφθηκε ιατρό τόσο στις 25.5.14 όσο και την επομένη το πρωί καθότι οι πόνοι δεν υποχωρούσαν. Φεύγοντας από τον ιατρό το πρωί της 26.5.14 τηλεφώνησε στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση. Συνομίλησε με μια γραμματέα του γραφείου στην οποία και ανέφερε τα τεκταινόμενα πληροφορώντας της, μεταξύ άλλων, ότι θα υπέβαλε αίτημα αναβολής στο Δικαστήριο και ζητώντας από την γραμματέα να ενημερώσει την δικηγόρο που χειριζόταν την υπόθεση για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ώστε αυτή να μην ενίστατο στο αίτημα αναβολής το οποίο θα υπέβαλλε. Με την ένορκο δήλωση της Ιφιγένειας Χαραλάμπους δεν διευκρινίζεται και δεν καθίσταται έκδηλο πού στοχεύει η αιτούμενη αντεξέταση. Αυτή έχει στόχο να πλήξει την αξιοπιστία της Μαρίας Λάμπρου ή την αξιοπιστία της υπαλλήλου από την οποία η εν λόγω δικηγόρος άντλησε πληροφόρηση για τα όσα στην παράγραφο 3 της ένορκής της δήλωσης αυτή αναφέρει; Πάντως, από την ένορκο δήλωση της κυρίας Χαραλάμπους δεν προκύπτει να αποτελεί θέση της ότι η κυρία Λάμπρου ψεύδεται στους ισχυρισμούς της. Ούτε και κάτι τέτοιο συνάγεται από την αγόρευση του συνηγόρου της Αιτήτριας. Ότι, δηλαδή, άλλα της είπε η υπάλληλος του γραφείου στο οποίο εργάζεται και άλλα λέει η ίδια στην ένορκό της δήλωση. Αν ό,τι με το αίτημα σκοπείται είναι ο έλεγχος της αλήθειας των όσων η υπάλληλος πληροφόρησε την κυρία Λάμπρου και η τελευταία αναφέρει στην ένορκό της δήλωση κρίνω ότι μια τέτοια αντεξέταση δεν θα οδηγήσει πουθενά αφού η κυρία Λάμπρου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά τι είχε λεχθεί στην υπάλληλο από τον κύριο Πίτρο το πρωί της 26.5.14, πράγμα το οποίο αναγνωρίζει και ο κύριος Πίτρος με την αγόρευσή του. Από την αγόρευση δε του κύριου Πίτρου προκύπτει ότι η υπάλληλος είναι το πρόσωπο τα λεγόμενα της οποίας με το αίτημα σκοπούνται να ελεχθούν. Χαρακτηριστικές είναι σχετικές επί του προκειμένου αναφορές από την αγόρευση του κύριου Πίτρου. Μια τέτοια είναι και η αναφορά ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Λάμπρου χρήζει αντεξέτασης για τον λόγο ότι βασίσθηκε σε εξ' ακοής μαρτυρία η οποία είναι απορριπτέα στην βάση της Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Μα αν η μαρτυρία της κυρίας Λάμπρου είναι εξ' ακοής μαρτυρία και σύμφωνα με τον κύριο Πίτρο απορριπτέα στην βάση της Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προς τι τότε η αντεξέταση της κυρίας Λάμπρου; Προς τι η αντεξέταση αφού η κυρία Λάμπρου θα «αδυνατεί να αποδείξει», όπως και στην αγόρευση του ο κύριος Πίτρος υποστηρίζει, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται; Σημειώνεται, επίσης, ότι το γεγονός ότι μαρτυρία αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία ή ότι ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του σχετικά με εξ' ακοής μαρτυρία δεν δικαιολογεί από μόνο του αντεξέταση. Τα πιο πάνω αποτελούν παραμέτρους οι οποίες θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού. Υποστηρίζεται, επίσης, με την αγόρευση του κύριου Πίτρου ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Λάμπρου χρήζει αντεξέτασης για τον λόγο ότι είναι δυσανάγνωστη. Και αυτό γιατί δεν αναφέρεται από την κυρία Λάμπρου σε ποιο πρόσωπο ο κύριος Πίτρος ανέφερε στις 26.5.14 ότι είχε καλέσει το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και στις 23.5.
  5. Η μη ταυτοποίηση του προσώπου δεν καθιστά την ένορκο δήλωση της κυρίας Λάμπρου δυσανάγνωστη και δεν δικαιολογεί αντεξέταση. Αποτελεί δε παράμετρο που θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού. Όπως και οποιαδήποτε τυχόν αοριστία στους ισχυρισμούς της κυρίας Λάμπρου σύμφωνα με ό,τι επί του προκειμένου η πλευρά της Αιτήτριας ισχυρίζεται. Αισθάνομαι, όμως, την ανάγκη να πω πως δεν θεωρώ ότι η ένορκος δήλωση της κυρίας Λάμπρου είναι δυσανάγνωστη. Άλλη είναι η έννοια της λέξης αυτής. Επίσης, ο θεσμός 8 της Διάταξης 39 τον οποίο επικαλείται ο κύριος Πίτρος στην αγόρευσή του αναφέρεται σε κάτι πολύ διαφορετικό και συγκεκριμένα στην ευχέρεια του προσώπου ενώπιον του οποίου το πρόσωπο του οποίου η ένορκος δήλωση είναι δυσανάγνωστη πρόκειται να ορκισθεί να του απαγορεύσει να ορκισθεί. Όσον δε αφορά στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κυρίας Λάμπρου σημειώνεται ότι αυτή αναφέρεται μόνο στα λεχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την 26.5.14, πράγμα που δεν δικαιολογεί αντεξέταση. Επίσης, αυτά δύνανται να ελεγχθούν από το πρακτικό που τηρήθηκε την ημέρα εκείνη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2 / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 26.1.
  6. (Υπ.) .......... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.