Μούσκου Αρέστη Κατερίνας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός Παραπομπής: 53/2013, 6/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός Παραπομπής: 53/2013 Μεταξύ: Μούσκου Αρέστη Κατερίνας, από την Πάφο Απαιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσας Αρχής ............... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6.7.2015 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για απαιτήτρια: κ. Ν. Φακοντής Για καθ' ης η αίτηση: κα Ε. Κόκκινου (για να ακούσει απόφαση κα Ματζαβίνου) ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών: Η απαιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του 1/2 μεριδίου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 00/6774, Φ./Σχ. 51/39, τεμάχιο 140, συνολικής έκτασης 8220 τετραγωνικών μέτρων. Το ακίνητο (στο εξής «το επίδικο ακίνητο») βρίσκεται στην περιοχή «Ελιούδια», στο χωριό Αναρίτα. Με τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης (Δ.Π.) 335, ημερομηνίας 8.5.2009 και το διάταγμα απαλλοτρίωσης (Δ.Π.) 623, ημερομηνίας 31.7.2009, μέρος του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα 220 τετραγωνικά μέτρα απαλλοτριώθηκε για σκοπούς κατασκευής δρόμων έξω από την περιοχή αναδασμού Αναρίτας, Τίμης και Αγίας Βαρβάρας της επαρχίας Πάφου. Η αποζημιούσα αρχή, με την επιστολή της, ημερομηνίας 28.6.2010 (τεκμήριο 1) προσέφερε στην απαιτήτρια το ποσό των €10,00, ως αποζημίωση για το μερίδιό της επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης του επίδικου ακινήτου. Η τελευταία δεν αποδέχθηκε τη σχετική προσφορά και καταχώρησε την υπό κρίση παραπομπή, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να καθορίσει την εν λόγω αποζημίωση στο συνολικό ποσό των €10.920,00 (€5.720,00 ως την αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης και €5.200,00, ως επιζήμια επίδραση στο εναπομείναν μέρος του επίδικου ακινήτου). Στις 27.3.2015, κατόπιν σχετικής δήλωσης των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους για τα εξής: Πρώτο, η αγοραία αξία του μεριδίου της απαιτήτριας για το απαλλοτριωθέν μέρος του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €5.000,00. Το ποσό αυτό (το οποίο θα της επιδικαστεί σε περίπτωση που δεχθώ τη θέση της αναφορικά με το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω), θα φέρει τόκο 9% το χρόνο, από 8.5.2009 μέχρι 15.5.2014 και 3%, από 16.5.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Δεύτερο, με όρο στην άδεια οικοδομής με αριθμό 28999, ημερομηνίας 29.10.1998, μέρος του επίδικου ακινήτου παραχωρήθηκε για σκοπούς ρυμοτομίας. Η άδεια οικοδομής εκτελέστηκε και η κατοικία έχει ανεγερθεί. Στο σύνολό της η απαλλοτριωθείσα έκταση παραχωρήθηκε ως ρυμοτομία σύμφωνα με την εν λόγω άδεια οικοδομής. Αυτός είναι και ο λόγος που η αποζημιούσα αρχή προσέφερε στην απαιτήτρια το ποσό των €10,00, ως ελάχιστη ονομαστική αποζημίωση για σκοπούς εγγραφής. Τρίτο, η τελευταία, με το φάκελο ΑΧ 1208/01 αιτήθηκε αφαίρεση της ρυμοτομίας, αλλά, όταν της ζητήθηκε να καταβάλει υπόλοιπο χωρομετρικών δικαιωμάτων δεν αποδέχθηκε και/ή δεν έπραξε οτιδήποτε. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω γεγονότων, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ό,τι απομένει που αποτελεί και το μοναδικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω στη βάση των εν λόγω γεγονότων είναι το εξής: Δεδομένου ότι στο σύνολό της η απαλλοτριωθείσα έκταση γης του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του σχετικού όρου που περιέχεται στην άδεια οικοδομής έχει παραχωρηθεί ως ρυμοτομία, η απαιτήτρια, νομιμοποιείται να αξιώνει καταβολή του παραπάνω ποσού αποζημίωσης, όπως είναι η θέση της ή όχι, οπότε, όπως είναι η θέση της αποζημιούσας αρχής, θα πρέπει να της καταβληθεί μόνο το ποσό των €10,00 που της προσφέρθηκε υπό μορφή ονομαστικών αποζημιώσεων; Δεδομένης της φύσης του θέματος η ακρόαση της υπόθεσης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, οι οποίοι, επιστρατεύοντας καθαρά νομική επιχειρηματολογία και με παραπομπή σε διάφορες αυθεντίες επιχείρησαν να με πείσουν για την ορθότητα των θέσεών τους. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τα περιεχόμενο των αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Φρονώ ότι οι αρχές που διέπουν την επίλυση του θέματος που μας απασχολεί συμπυκνώνονται στην υπόθεση Δήμος Στροβόλου ν. Ανδρέου κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1510 στην οποία - πολύ ορθά - με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της απαιτήτριας. Σ' εκείνη την υπόθεση, το κρίσιμο ζήτημα ήταν η αξία της έκτασης γης που καλυπτόταν από τη δεσμευτική (προϋπάρχουσα) ρυμοτομία. Η εφεσείουσα αποζημιούσα αρχή προέβαλε τη θέση πως ήταν μηδενική, δεδομένου ότι ένας αγοραστής στην ελεύθερη αγορά δε θα κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό γι' αυτή την έκταση. Περαιτέρω υποστήριξε ότι η έκταση της εν λόγω ρυμοτομίας που επιβλήθηκε από το 1980 συνέπιπτε απόλυτα με το απαλλοτριωθέν μέρος του κτήματος. Τονίστηκε ακόμη, ότι οι εργασίες που έγιναν και συμπληρώθηκαν πριν τη γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης έτυχαν της έγκρισης των ιδιοκτητών. Με τη σειρά τους, οι εφεσίβλητοι απαιτητές, αναφορικά με το θέμα της ρυμοτομίας υποστήριξαν ότι ως ιδιοκτήτες θα πρέπει να αποζημιωθούν από τη στιγμή που η διοίκηση αποφάσισε να απαλλοτριώσει την έκταση γης που καλυπτόταν από τη δεσμευτική ρυμοτομία. Το εφετείο, με αναφορά και σε αριθμό άλλων αποφάσεών του αντίκρισε το θέμα ως εξής: «...δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας η ουσία, που δεν είναι άλλη, από την προστασία του ανθρωπίνου δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που καλύπτεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, του οποίου η παράγραφος
(1)προβλέπει: «1. Έκαστος μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού.» Η παράγραφος
(4)του Άρθρου 23, επιτρέπει τον περιορισμό του πιο πάνω δικαιώματος επί περιουσιακού στοιχείου, για επίτευξη σκοπών κοινής ωφελείας με την απαραίτητη προϋπόθεση της καταβολής ευλόγου και δικαίας αποζημίωσης. Το απόλυτο της πιο πάνω διατύπωσης δεν αφήνει περιθώριο, και, άλλωστε δεν θα ήταν νοητό να επιτρέπεται στη διοίκηση, να στερεί την ιδιοκτησία πολίτη χωρίς την καταβολή εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. Η μη αμφισβήτηση από πλευράς εφεσιβλήτων της δεσμευτικής ρυμοτομίας που επιβλήθηκε το 1980, ουδόλως κατά τη γνώμη μας, επηρεάζει την απαίτηση για καταβολή αποζημίωσης. Ούτε βέβαια η συγκατάθεση για διεξαγωγή των έργων, μπορεί, από μόνη της, να θεωρηθεί ως εμπόδιο για τη διεκδίκηση αποζημίωσης. Τα διατυπωθέντα στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Ιακωβίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1819, ως προς το ρόλο της ρυμοτομίας και του τρόπου συμβολής ενός ατόμου προς το κοινωνικό σύνολο, μας βρίσκει σύμφωνους, πλην όμως αυτή η συμβολή δεν μπορεί να είναι άνευ ανταλλάγματος ενόψει της υφιστάμενης πιο πάνω αναφερθείσας συνταγματικής πρόνοιας. Ανάλογο με το εγερθέν θέμα στην παρούσα έφεση, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της καταβλητέας δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως, εξετάστηκε στην υπόθεση Γεωργαλλίδου κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 365. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα μέρος των γεγονότων της εν λόγω απόφασης, γιατί έχουν αρκετή συνάφεια, με τα γεγονότα της ενώπιον μας υπόθεσης. Καταχωρήθηκε έφεση γιατί, η καταβλητέα αποζημίωση για την απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος των εφεσειουσών, καθορίστηκε στο μηδέν. Το διάταγμα απαλλοτρίωσης ημερ. 26 Οκτωβρίου 1990, αφορούσε έκταση 483τ.μ. του κτήματος που είχε συνολική έκταση 4.325τ.μ. Σκοπούσε δε στη διαπλάτυνση και βελτίωση της λεωφόρου Νίκου Παττίχη στη Λεμεσό επί της οποίας βρίσκεται το εν λόγω κτήμα. Η απαλλοτριωθείσα έκταση είχε πλάτος 9μ. και δημιουργήθηκε στάση λεωφορείων. Η απόσταση της υφιστάμενης διωρόφου οικίας από το δρόμο μειώθηκε από 16μ. σε 6μ. Όλη η έκταση της απαλλοτρίωσης ενέπιπτε σε χώρο που επηρεαζόταν από δύο διατάγματα δεσμευτικής ρυμοτομίας, συνολικής έκτασης 533μ. Το πρωτόδικο δικαστήριο υιοθέτησε την εισήγηση της Δημοκρατίας και επειδή η έκταση της απαλλοτρίωσης ενέπιπτε στην έκταση της ρυμοτομίας, η οποία δεν υπερέβαινε το 15% της έκτασης του τμήματος, θεωρήθηκε λογικό ότι θα παραχωρείτο δωρεάν από τον ιδιοκτήτη και αποφασίστηκε ότι η καταβλητέα αποζημίωση ήταν μηδέν. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται ευρεία αναφορά και ερμηνεύεται ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση», όπου συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα. Περιορισμοί που αφορούν δεσμευτική ρυμοτομία, τονίστηκε στην εν λόγω απόφαση, εμπίπτουν στις πρόνοιες του Άρθρου 10(η) του Νόμου 15/62 ως περιορισμοί απολύτως απαραίτητοι προς το συμφέρον της πολεοδομίας στα πλαίσια του Άρθρου 23
(3)του συντάγματος οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης εφόσον τέτοια αποζημίωση θα ήταν καταβλητέα. Καταλήγει δε το δικαστήριο στο εξής: Η θεώρηση αυτή της νομολογίας μας οδηγεί στην κατάληξη ότι, είτε το ενώπιον μας θέμα ιδωθεί σε αναφορά με το Άρθρο 10(η) είτε σε αναφορά με το Άρθρο 13
(1), η έφεση πρέπει να επιτύχει. Στα πλαίσια του Άρθρου 10, που συνιστά και την αφετηρία του θέματος εφόσον η υπόθεση αφορά καθορισμό αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης και όχι απαίτηση για αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας δυνάμει του Άρθρου 13
(1), το ποσό των £31.395, ως η αξία της υπό ρυμοτομία έκτασης που εξισούτο με την υπό απαλλοτρίωση έκταση, δεν μπορούσε να αφαιρεθεί αφού η αξία αυτή, ως καταβλητέα σύμφωνα με το Άρθρο 23.3, λαμβάνεται υπ' όψη δυνάμει του Άρθρου 10(η) στον υπολογισμό της αξίας του κτήματος ως επηρεασθέντος από τον περί Οδών και Οικοδομών Νόμο σύμφωνα με την Κούλουμος. Από αυτή την άποψη, η υπόθεση είναι πανομοιότυπη προς την Κούλουμος. Είναι γεγονός ότι η Κούλουμος, αν και συναρτά το Άρθρο 10(η) προς το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν περιορίζει την λόγω επιβληθέντων περιορισμών καταβλητέα αποζημίωση μόνο στην περίπτωση ουσιώδους μείωσης της οικονομικής αξίας του κτήματος όπως προνοείται στο Άρθρο 23.3, αλλά θεωρεί ότι η οποιαδήποτε μείωση της αξίας ως εκ των περιορισμών είναι αποζημιωτέα. Πρέπει δε να λεχθεί ότι το ίδιο το Άρθρο 10(η) δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε μείωση της αξίας λόγω περιορισμών αλλά μόνο στην περίπτωση που είναι καταβλητέα αποζημίωση για τους περιορισμούς αυτούς δυνάμει του Άρθρου 23, το δε Άρθρο 23.3 παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μείωσης. Καταλήγει δε το εφετείο στο εξής: «Η ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος απολήγει να είναι θέμα έκτασης της χρηματικά αποτιμούμενης ζημιάς αυτής καθεαυτής που είναι εξάλλου πάντοτε το ζητούμενο του καθορισμού της καταβλητέας αποζημίωσης.» Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω προσέγγισης η πρωτόδικη απόφαση είχε παραμεριστεί.» Συνεχίζοντας το Ανώτατο Δικαστήριο υποδεικνύει τα εξής, που κατά τη γνώμη μου περικλείουν την πεμπτουσία των αρχών που διέπουν το θέμα, τα οποία τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην περίπτωσή μας: «Ο οποιοσδήποτε περιορισμός ο οποίος επιβάλλεται δυνάμει νόμου, όπως στην περίπτωση της ρυμοτομίας που επεβλήθη δυνάμει του Άρθρου 13
(1)του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96, δεν μπορεί να απολήγει σε καταστρατήγηση της συνταγματικής πρόνοιας του Άρθρου 23 του Συντάγματος, όπου η στέρηση περιουσίας πρέπει να αποζημιώνεται. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι στερήθηκαν ένα μέρος της κτηματικής τους περιουσίας εκτάσεως 560τ.μ. Αυτή η έκταση γης έχει μια συγκεκριμένη αξία, αποτιμούμενη σε χρήμα, όπως έχει καθορίσει το πρωτόδικο δικαστήριο, ήτοι £61.
- Η εξεταζόμενη υπόθεση αφορά απαλλοτρίωση και όχι αίτηση για καταβολή αποζημίωσης για επιβληθείσα ρυμοτομία και στο σημείο αυτό συνάδει με τα γεγονότα της υπόθεσης Γεωργαλλίδου. Η μείωση της αξίας της περιουσίας των εφεσιβλήτων είναι έκδηλη. Αυτή η έκταση γης περιήλθε στην κατοχή του κράτους δυνάμει του διατάγματος απαλλοτρίωσης, συνακόλουθα οι εφεσίβλητοι θα πρέπει να αποζημιωθούν. Ούτε επειδή η ρυμοτομία στοχεύει στο δημόσιο καλό, θα πρέπει να οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος αποζημίωσης για τους εφεσίβλητους. Οι τελευταίοι είχαν ένα συγκεκριμένα κτήμα το οποίο είναι μεν αχρησιμοποίητο ως χωράφι, πλην όμως τούτο εφαπτόταν δημοσίου δρόμου, και η δημιουργηθείσα διαπλάτυνση δεν οδηγεί σε συμπέρασμα βελτίωσης της αξίας του. Η αποστέρηση οδηγεί σε αποζημίωση.» Κατ' ανάλογο τρόπο παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι ολόκληρο το απαλλοτριωθέν μέρος του επίδικου ακινήτου παραχωρήθηκε για σκοπούς ρυμοτομίας, δυνάμει σχετικού όρου που περιέχεται στην άδεια οικοδομής που εξασφάλισε η απαιτήτρια, για σκοπούς ανέγερσης κατοικίας, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η ρυμοτομία προηγήθηκε της απαλλοτρίωσης και η κατοικία έχει ανεγερθεί δεν απολήγει σε καταστρατήγηση του Άρθρου 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί για την υποχρέωση αποζημίωσης όπου υπάρχει στέρηση περιουσίας. Στην παρούσα υπόθεση, που αφορά απαλλοτρίωση και όχι αίτηση για καταβολή αποζημίωσης για επιβληθείσα ρυμοτομία, η απαιτήτρια στερήθηκε μέρος της περιουσίας της, έκτασης 110 τετραγωνικών μέτρων (έχοντας υπόψη ότι της ανήκει το ½ του επίδικου ακινήτου και απαλλοτριώθηκε συνολική έκτασή του 220 τετραγωνικά μέτρα.). Η έκταση γης που στερήθηκε έχει συγκεκριμένη αξία, η οποία μάλιστα έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δυο πλευρών ότι ανέρχεται στο ποσό των €5.000,
- Η μείωση της αξίας της περιουσίας της, δεδομένου και του ύψους της, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση γης περιήλθε στην κατοχή του κράτους είναι έκδηλη. Το γεγονός ότι η ρυμοτομία ως θέμα αρχής στοχεύει στο δημόσιο καλό, δεν οδηγεί σε αποστέρηση του δικαιώματος της απαιτήτριας για καταβολή αποζημίωσης, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός, ότι το ποσό των €5.000,00 που αποτελεί τη συμφωνημένη αξίας της απαλλοτριωθείσας έκτασης γης του επίδικου ακινήτου αποτελεί καθαρή ζημιά την οποία η απαιτήτρια έχει υποστεί εξαιτίας της απαλλοτρίωσης και τούτο, επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συνεπεία της επίδικης απαλλοτρίωσης σημειώθηκε επαύξηση στην αξία του εναπομείναντος μέρους του επίδικου ακινήτου της. Τέλος, ούτε και το γεγονός ότι η απαιτήτρια ζήτησε αφαίρεση της ρυμοτομίας επηρεάζει το δικαίωμά της για αξίωση καταβολής αποζημίωσης. Των παραπάνω λεχθέντων είναι φανερό, ότι η απαιτήτρια θα πρέπει να αποζημιωθεί για το απαλλοτριωθέν μέρος της περιουσίας της. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η παραπομπή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση, με την οποία η καταβλητέα αποζημίωση της απαιτήτριας καθορίζεται στο ποσό των €5.000,00, με τόκο 9%, από 8.5.2009 μέχρι και τις 15.5.2014 και 3%, από 16.5.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδά της παραπομπής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της απαιτήτριας και σε βάρος της αποζημιούσας αρχής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - Παραπομπή: απαλλοτρίωση - καταβλητέα αποζημίωση για απαλλοτριωθείσα έκταση γης η οποία καλύπτεται από δεσμευτική ρυμοτομία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο