Κλείτου Χριστοδούλου ν. Μίλτου Χατζηθεωρή κ.α., Aρ. Αγωγής: 1332/2013, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1332/2013 Μεταξύ: Κλείτου Χριστοδούλου, από την Πάφο Ενάγοντα και 1. Μίλτου Χατζηθεωρή, από την Τσάδα 2. Gemma Denton, από την Τσάδα 3. Χριστάκη Χατζηθεωρή, από την Τσάδα 4. Ελλάδας Χατζηθεωρή, από την Τσάδα Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 10.3.2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.7.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Ν. Ιωάννου Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1 μέχρι 4: κ. Ν. Μάντης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του ενάγοντα εναντίον των τεσσάρων εναγόμενων, σύμφωνα με την αγωγή του πρώτου είναι τα εξής: Ο ενάγοντας, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών και/ή πώληση αγαθών για την ετοιμασία δεξιώσεων, όπως γάμων επ' αμοιβή. Οι εναγόμενοι 1 και 2, κατά τον ίδιο χρόνο ήταν νεόνυμφο αντρόγυνο και οι εναγόμενοι 3 και 4, γονείς του εναγόμενου 1. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2012, δυνάμει προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγοντας συμφώνησε να παράσχει τις υπηρεσίες τους και/ή να πωλήσει αγαθά για τη γαμήλια δεξίωση των εναγόμενων 1 και 2, έναντι της συμφωνημένης και/ή εύλογης αμοιβής των €7.950,00, αναλυτικά, ως ακολούθως: Ετοιμασία και διάθεση 900 μερίδων φαγητού, προς €8,50 η μερίδα (πλέον 40 μερίδες δωρεάν) για το συνολικό ποσό των €7.650,00. Διάθεση ρεσιού, για το ποσό των €300,00. Τέλος, προμήθεια κορδέλας, αξίας €100,00. Η γαμήλια δεξίωση έγινε την 1η 9.2012 και ο ενάγοντας τήρησε την παραπάνω συμφωνία, με τους εναγόμενους να εκφράζουν την πλήρη ικανοποίησή τους. Αυτοί δε, στις 21.8.2012, έναντι του παραπάνω ποσού πλήρωσαν στον ενάγοντα το ποσό των €1.100,00, ως προκαταβολή και παρέμεινε υπόλοιπο, το ποσό των €6.950,00 το οποίο συμφώνησαν ότι θα ξοφλούσαν αμέσως μετά τη λήξη της δεξίωσης. Κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, αυτό δεν έγινε παρά μόνο υποσχέθηκαν ότι θα κατέβαλλαν το παραπάνω υπόλοιπο, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έναντι αυτού πλήρωσαν το ποσό των € 4.400,00 και παρά το γεγονός ότι έκτοτε παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και παρότι υποσχέθηκαν ότι θα κατέβαλλαν το νέο υπόλοιπο - οφειλόμενο ποσό των €2.550,00, σε σύντομο χρονικό διάστημα παραλείπουν και/ή αμελούν να συμμορφωθούν. Οι κύριες θέσεις των εναγόμενων σύμφωνα με την υπεράσπισή τους, έναντι των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών του ενάγοντα είναι οι ακόλουθες: Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, καμιά σχέση έχουν με την επίδικη συμφωνία, ενώ ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι αυτός συμφώνησε με τον ενάγοντα για την παροχή εκ μέρους του των υπηρεσιών γαμήλιας τελετής, ως επίσης και ότι η συμφωνηθείσα τιμή γι αυτή, ήταν πολύ πιο χαμηλή εκείνης που ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Όλοι οι εναγόμενοι παραδέχονται το χρόνο που έγινε η γαμήλια δεξίωση, ωστόσο αρνούνται ότι ο ενάγοντας τήρησε την επίδικη συμφωνία και ότι οι ίδιοι εξέφρασαν την πλήρη ικανοποίησή τους. Αποτελεί θέση τους, ότι η γαμήλια δεξίωση παρουσίασε προβλήματα στα οποία θα αναφερθεί ο εναγόμενος 1 λεπτομερώς κατά τη δίκη. Το ποσό της προκαταβολής που δόθηκε είναι €1.500,00 και δόθηκε από τον εναγόμενο 1, ο οποίος, δια της αντιπροσώπου του, την επομένη της δεξίωσης και/ή εντός ολίγων ημερών ξόφλησε πλήρως τον ενάγοντα για τις υπηρεσίες του, αφού αυτός συμφώνησε σε χαμηλότερη τιμή γι αυτές και συγκεκριμένα, για το ποσό των €5.900,00, το οποίο πήρε έναντι σχετικής - εξοφλητικής απόδειξης. Ο ενάγοντας καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση, με την οποία αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόμενων, «καθ' ην έκταση έρχονται σε αντίθεση με τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του και συνενώνει μετά των εναγόμενων επίδικα θέματα εφ' όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων.» (παράγραφος 1). Επιπλέον, με την παράγραφο 2 δηλώνει ότι κατά τη δικάσιμο θα αναφερθεί στο περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατέχει ούτως ώστε να αποδείξει του ισχυρισμούς του. Τέλος, με την παράγραφο 3 δηλώνει ότι αρνείται τις παραγράφους 1, 2, 4, 5, 6 και 7 της υπεράσπισης (στην ουσία αρνείται ολόκληρη την υπεράσπιση). Στις 2.3.2015 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τον ενάγοντα, ο οποίος, στις 10.3.2015 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Απάντηση στην Υπεράσπιση: Δια της προσθήκης νέας παραγράφου 2Α με το ακόλουθο περιεχόμενο: 2.Α. "Ο Ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται τα ακόλουθα": (ι) "Σε συνάντηση που είχε ο ίδιος με τους Εναγόμενους Νο 1 και Νο 3 λίγες μέρες πριν από την τέλεση της γαμήλιας δεξίωσης, οι Εναγόμενοι 1 και 3 του ανέφεραν πως όταν η Εναγόμενη Νο4, η οποία έχει την οικονομική διαχείριση των χρημάτων της οικογένειας τους, προσέλθει για να τον πληρώσει αυτός να πάρει όσα χρήματα του προσφέρει διαβεβαιώνοντας τον πως αυτοί θα καλύψουν προσωπικά το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό. Δηλαδή οι Εναγόμενοι Νο1 και Νο3 τον διαβεβαίωσαν ότι θα του πλήρωναν αυτοί το υπόλοιπο που θα απέμενε μετά την οποιαδήποτε πληρωμή εκ μέρους της Εναγόμενης Νο4". (ιι) "Στις 02/12/2012 οι Εναγόμενοι Νο3 και 4 πήγαν στο κέντρο του Ενάγοντα για να παραλάβουν τις εναπομείνασες μερίδες φαγητών και να εξοφλήσουν το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό των €6.950,00 όπως είχαν συμφωνήσει. Αφού φόρτωσαν τα φαγητά στο αυτοκίνητο τους, η Εναγόμενη Νο4 παρέδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €3.500,00 σε μετρητά λέγοντας του ότι δεν του δίνει άλλα λεφτά. Μετά από αντίδραση και παράπονο του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη Νο4 η τελευταία του έδωσε ακόμη €900,00 απειλώντας τον Ενάγοντα πως αν δεν δεκτεί το ποσό αυτό ως εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού δίνοντας εξόφληση γραπτώς θα έφευγε και δεν θα του έδινε ούτε σεντ". (ιιι) "Ο Ενάγοντας υπό το καθεστώς των πιο πάνω απειλών και εκβιασμών της Εναγόμενης Νο4 αλλά και του φόβου να μην μείνει εντελώς απλήρωτος και ταυτόχρονα δείχνοντας πίστη στις προηγούμενες υποσχέσεις των Εναγομένων Νο1 και Νο3, ότι δηλαδή θα του πλήρωναν αυτοί το υπόλοιπο που θα απέμενε μετά την οποιαδήποτε πληρωμή εκ μέρους της Εναγόμενης Νο4, αναγκάστηκε να γράψει την λέξη ΕΞΟΦΛΗΣΗ στο έντυπο προσφοράς". (
- iv)"Οι Εναγόμενοι κωλύονται λόγω διαγωγής και/ή συμπεριφοράς και/ή παραστάσεων να ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει και δεν οφείλουν κανένα ποσό στον Ενάγοντα αφού στις 13/06/2013 οι Εναγόμενοι Νο3 και Νο4 επισκέφθηκαν τον τότε δικηγόρο του Ενάγοντα στο γραφείο του και του πρόσφεραν το ποσό των €1.500,00 σε μετρητά για πλήρη διευθέτηση της διαφοράς των διαδίκων. Μετά από τηλεφωνική κλήση που δέχτηκαν από τον κον Νικόλα Μάντη, ενώ βρίσκονταν ακόμη στο γραφείο του Δικηγόρου, ο πιο πάνω συμβιβασμός δεν υλοποιήθηκε μετά από συμβουλή του κου Μάντη. Ο Ενάγοντας επιφυλάσσεται να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία κατά την δικάσιμο"». Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και 8
(1)(p) και
(2)και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του ενάγοντα: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Κλείτος Χριστοδούλου από τη Πάφο, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο Ενάγοντας στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 22/5/2013 σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα.
- Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους Νο 1 και Νο 2 στις 19/06/2013 και στους Εναγόμενους Νο3 και Νο4 στις 30/5/
- Καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από τους Δικηγόρους MANTIS & ATHINODOROU LLC στις 29/06/2013 και ακολούθως καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης στις 03/09/
- Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 09/09/2013 και κατόπιν Αίτησης ορισμού η αγωγή ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 23/04/2015 για οδηγίες.
- Στις ή γύρω στις 24/02/2015 ο δικηγόρος μου αποσύρθηκε και εις αντικατάσταση του διόρισα ως Δικηγόρο μου τον κο Νίκο Α. Ιωάννου στις 02/03/
- Λόγω παράλειψης μου, δόθηκαν ανεπαρκείς πληροφορίες στον δικηγόρο μου κατά την ετοιμασία της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων και έτσι δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτή ουσιώδη γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα Αίτηση και επειδή ο τότε Δικηγόρος μου ήταν μάρτυρας των περιστατικών αυτών δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι και δικηγόρος μου και μάρτυρας.
- Για τους πιο πάνω λόγους ζητείται η τροποποίηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση δια της προσθήκης νέας παραγράφου υπ' αριθμόν 2Α.
- Από τα πιο πάνω γεγονότα που έχω υπόψη μου και από την νομική μελέτη τους, πιστεύω ότι έχω πολύ καλή υπόθεση και θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να μην επιτραπεί η ζητούμενη άδεια για τροποποίηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση.
- Ορκίζομαι την παρούσα μου ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της επισυνημμένης αίτησης.» Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους:
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά προσθήκης προκλητικών και/ή ερεθιστικών και/ή περιττών ισχυρισμών, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να πλήξουν τον χαρακτήρα και το κύρος του καθ' ου η αίτηση.
- Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης.
- Τυχών έγκριση της παρούσας τροποποίησης θα οδηγήσει σε καθυστέρηση στη εκδίκαση της παρούσας αγωγής, ειδικότερα από την στιγμή που η αγωγή έχει καταχωρηθεί την 22/05/2013 και τα δικόγραφα έχουν ήδη συμπληρωθεί προ πολλού, και δη, από την 09/09/2013 με την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση εκ μέρους του Ενάγοντα - Αιτητή και υπάρχουν πολυάριθμες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου έκτοτε.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από τα όσα ήδη ισχυρίζεται ο Ενάγοντας - Αιτητής στην Έκθεση Απαίτησης του, και/ή δεν διαφοροποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους ήδη υπάρχοντες ισχυρισμούς, και κατ' επέκταση δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις αφού θα προκαλέσουν καθυστέρηση χωρίς ουσιαστικό λόγο.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως του Ενάγοντα - Αιτητή, πράγμα που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
- Ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης, η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στην διόρθωση και την ορθή δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν μαρτυρία και δεν θα επιτραπούν.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα βάση αγωγής και σε περίπτωση που εγκριθούν θα προκαλέσουν μεγάλη πολυπλοκότητα.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος, στην παράγραφο 1 ισχυρίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους εναγόμενους να προβεί σ' αυτή. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1 και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενό των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Προστίθενται και τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Στέλιου Στυλιανού: «Το Δίκαιον των έγγραφων προτάσεων»
(1982), σελ. 277, ο ενάγοντας, με την απάντησή του δε δικαιούται να προβάλει οποιαδήποτε νέα αιτία αγωγής που δεν προβάλλεται με το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης, δεδομένου ότι στην απάντηση, δεν επιτρέπεται η διατύπωση ισχυρισμών γεγονότων ή βάσεων απαιτήσεων που δε συνάδουν με την έκθεση απαίτησης. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «Εν άλλοις λόγοις δεν επιτρέπεται και δεν συγχωρείται επ' ουδενί λόγω η σύγκρουσις μεταξύ Απαντήσεως και Εκθέσεως Απαιτήσεως. Αμφότεραι οφείλουν να. εκπέμπωσιν εις το ίδιον μήκος κύματος.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με τον τελευταίο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα βάση αγωγής και σε περίπτωση που εγκριθούν θα προκαλέσουν μεγάλη πολυπλοκότητα. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι βάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο ενάγοντας, με την έκθεση απαίτησης της αγωγής του αναφέρεται σε προφορική και/ή γραπτή συμφωνία που συνήψε και με τους τέσσερις εναγόμενους, για παροχή υπηρεσιών και/ή πώληση αγαθών για τη γαμήλια δεξίωση των εναγόμενων 1 και 2, έναντι της συμφωνημένης και/ή εύλογης αμοιβής των €7.950,
- Η γαμήλια δεξίωση έγινε την 1η 9.2012 και οι εναγόμενοι, έναντι του ποσού αυτού, στις 21.8.2012, του πλήρωσαν το ποσό των €1.100,00 ως προκαταβολή και συμφώνησαν να του ξοφλήσουν το υπόλοιπο, αμέσως μετά τη δεξίωση. Αυτό δεν έγινε, παρά μόνο, οι εναγόμενοι, του υποσχέθηκαν ότι θα του κατέβαλλαν το υπόλοιπο ποσό (€6.950,00) σε σύντομο χρονικό διάστημα. Του πλήρωσαν (χωρίς να αναφέρεται πότε) το ποσό των €4.400,00 και παρά το γεγονός, ότι, έκτοτε παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και του υποσχέθηκαν ότι θα του κατέβαλλαν το υπόλοιπο ποσό (€2.550,00) σε σύντομο χρονικό διάστημα, εντούτοις, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του παραλείπουν και/ή αμελούν να το πράξουν. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους, καθώς ήδη έχει αναφερθεί ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία έγινε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 μόνο, με τους άλλους τρεις, να μην έχουν καμιά σχέση με αυτή. Περεταίρω ισχυρίζονται ότι έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής του ενάγοντα, που ήταν πολύ πιο χαμηλή, ο εναγόμενος 1 είχε δώσει ως προκαταβολή το ποσό των €1.500,00, ενώ, την επομένη της δεξίωσης και/ή εντός ολίγων ημερών, διά της αντιπροσώπου του ξόφλησε πλήρως τον ενάγοντα, αφού συμφώνησε μαζί του σε πιο χαμηλή τιμή και συγκεκριμένα στο ποσό των €5.900,
- Ο ενάγοντας δε, του είχε δώσει και σχετική εξοφλητική απόδειξη. Και ενώ ο ενάγοντας με την παράγραφο 1 της απάντησής του στην υπεράσπιση των εναγόμενων αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών τους που έρχονται σε αντίθεση με τα γεγονότα (όπως αναφέρεται κατά λέξη) που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και με την παράγραφο 3, ουσιαστικά αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών των εναγόμενων που συνθέτουν την υπεράσπισή τους στην αγωγή του, με τις τροποποιήσεις που επιχειρεί να επιφέρει στο ίδιο δικόγραφο, δηλαδή, στην απάντηση στην υπεράσπιση, κατά παράβαση όσων αναφέρονται στο πιο πάνω σύγγραμμα και κατά τη γνώμη μου, εντελώς ανορθόδοξα και αντικανονικά, αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκει δεν είναι να τροποποιήσει την απάντησή του στην υπεράσπιση, αλλά, μέσω του συγκεκριμένου δικογράφου, την έκθεση απαίτησής του, εν μέρει με διεύρυνση της υφιστάμενης βάσης της και κατά λοιπά, με την εισαγωγή νέας βάσης, ενίοτε και αντιφατικής με την υφιστάμενη. Όσα ακολουθούν αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ενώ με την έκθεση απαίτησης φέρει όλους τους εναγόμενους να συνδέονται με το σύνολο των γεγονότων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του και με την απάντησή του στην υπεράσπιση επιμένει στους ίδιους ισχυρισμούς, με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, χωρίς να αναιρεί κανένα από τους ισχυρισμούς του που περιέχονται και στα δύο δικόγραφα που καταχώρησε, επιχειρεί να συμπεριλάβει και ισχυρισμούς που δε συνάδουν με αυτούς. Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ο ισχυρισμός του, ότι σε συνάντηση που είχε με τους εναγόμενους 1 και 3, λίγες μέρες πριν από τη γαμήλια δεξίωση, αυτοί, του ανάφεραν ότι για τις επίδικες υπηρεσίες του θα τον πληρώσει η εναγόμενη 4, από την οποία να πάρει όσα χρήματα θα του δώσει, διαβεβαιώνοντας τον ότι θα του πληρώσουν εκείνοι, ό, τι ποσό απομείνει. Προφανώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν μπορούν να συνυπάρχουν με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης, ότι οι εναγόμενοι (δηλαδή όλοι), στις 21.8.2012, του πλήρωσαν το ποσό των €1.100,00 ως προκαταβολή και συμφώνησαν ότι θα του κατέβαλλαν το (συμφωνημένο υπόλοιπο) ποσό των €6.950,00, αμέσως μετά τη γαμήλια δεξίωση. Το πόσο προβληματικά, συν τοις άλλοις, θα καταστούν τα δικόγραφα του ενάγοντα, ακόμα για την υπόθεσή του, σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι κατάδηλο από τη δεύτερη υποπαράγραφο που θέλει να προσθέσει στην προτεινόμενη απάντησή του στην υπεράσπιση των εναγόμενων. Με αυτή επιδιώκει να εισαγάγει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Στις 2.12.2012, οι εναγόμενοι 3 και 4 πήγαν στο κέντρο του για να παραλάβουν τις εναπομείνασες μερίδες φαγητού και να του ξοφλήσουν το υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής του που ανέρχεται στο ποσό των €6.950,
- Εκεί, αφού φόρτωσαν τα φαγητά, η εναγόμενη 4 του παρέδωσε το ποσό των €3.500,00 σε μετρητά, λέγοντάς του πως δεν του δίνει άλλα λεφτά. Μετά την αντίδραση και το παράπονό του, του έδωσε ακόμη €900,00, απειλώντας τον ότι αν δε δεχτεί το ποσό αυτό, ως εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, δίνοντας της γραπτή απόδειξη, θα έφευγε και δε θα του έδινε ούτε σεντ. Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Καταρχήν, διερωτώμαι κατά πόσο ο ενάγοντας επιθυμεί πράγματι να καταστήσει δικογραφημένη θέση του, ότι οι εναγόμενοι 3 και 4, στις 2.12.2012, δηλαδή, τρεις μήνες μετά την επίδικη γαμήλια δεξίωση, πήγαν στο κέντρο του για να παραλάβουν τις μερίδες φαγητού που έμειναν από το γάμο. Ακολούθως, εάν όντως είναι κάτω από τις συνθήκες που ισχυρίζεται ότι εισέπραξε το ποσό των €4.400,00 εκείνη την ημέρα και μάλιστα από την εναγόμενη 4, τίθεται και το ερώτημα, πώς συνάδουν οι εν λόγω ισχυρισμοί του, με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης (που θα εξακολουθήσει να υφίσταται σε περίπτωση αποδοχής της υπό κρίση αίτησης) ότι, όταν οι εναγόμενοι (δηλαδή όλοι πάντοτε και όχι η εναγόμενη 4 είτε ακόμη οι εναγόμενοι 3 και 4) του κατέβαλαν το ποσό των €4.400,00, του υποσχέθηκαν ότι θα του κατέβαλλαν το υπόλοιπο ποσό των €2.550,00, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τέλος και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, διερωτώμαι κατά πόσο ο ενάγοντας επιθυμεί πράγματι να καταστήσει δικογραφημένη θέση του, ότι, αφού η εναγόμενη 4 του κατέβαλε το συνολικό ποσό των €4.400,00, τον απείλησε ότι αν δεν το αποδεχόταν, ως εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, έναντι σχετικής απόδειξης που θα της έδινε θα έφευγε και δε θα του έδινε ούτε σεντ. Αφού είχε ήδη πάρει από αυτή το ποσό των €4.400,00, όπως είναι νέος ισχυρισμός του, προφανώς αποτελεί σοβαρή αντίφαση και ακούγεται άκρως παράλογο, το να ισχυρίζεται στη συνέχεια, ότι ότι τον απείλησε αυτή, ότι αν δεν της έδινε εξοφλητική απόδειξη για ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό, θα έφευγε και δε θα του έδινε ούτε σεντ. Σε συνέχεια των παραπάνω εντάσσεται και ο ισχυρισμός του, τον οποίο επιδιώκει να προσθέσει με την τρίτη, αιτούμενη, τροποποίηση, ότι, υπό το καθεστώς των απειλών και εκβιασμών της εναγόμενης 4 κ.λ.π., αναγκάστηκε να γράψει τη λέξη «ΕΞΟΦΛΗΣΗ» στο έντυπο προσφοράς. Και τούτο, τη στιγμή που ακόμη και να επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, δεδομένου ότι η υφιστάμενη απάντησή του στην υπεράσπιση απλώς διευρύνεται, χωρίς να αφαιρείται κανένας ισχυρισμός του από αυτή, η οποία θα εξακολουθήσει να ισχύει, θα διαμορφωθεί το εξής, παράδοξο σκηνικό: Ενώ με δύο βασικά παραγράφους θα αρνείται τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι εξέδωσε εξοφλητική απόδειξη στον εναγόμενο 1 (βλ. την παράγραφο 6 της υπεράσπισης σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 της υφιστάμενης απάντησης στην υπεράσπιση) την ίδια ώρα, θα ισχυρίζεται και ότι εξέδωσε την εν λόγω απόδειξη, έστω, κάτω από τις συνθήκες και για το λόγο που θα αναφέρει ο ίδιος με την προτεινόμενη - επιπλέον παράγραφο 2Α (ii)(iii) της απάντησής του στην υπεράσπιση των εναγόμενων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Απ' όσα προηγήθηκαν είναι σαφές, ότι, οι αιτούμενες τροποποιήσεις δε θα πρέπει να επιτραπούν ακόμη και για σκοπούς εξυπηρέτησης των συμφερόντων του ενάγοντα, ο οποίος, σε διαφορετική περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα στοιχειοθέτησης της υπόθεσής του, αφού θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίδια τα δικόγραφά του, τα οποία θα περικλείουν αντιφατικούς και αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς. Ακολουθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις, κάθε άλλο παρά απαραίτητες είναι για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, που αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς έγκρισης αίτησης τροποποίησης (βλ. την Preece κ.ά., ανωτέρω). Επομένως, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, η απόφασή μου να απορρίψω την αίτηση, έχει έρεισμα την εξυπηρέτηση των καλώς νοούμενων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και τούτο και για το ενδεχόμενο που οι παραπάνω διαπιστώσεις μου ήθελαν κριθεί εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα ήθελα να τοποθετηθώ και σε όσους από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης έχουν προωθηθεί από τους εναγόμενους, με βάση το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Εξ αντικειμένου, δε θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική καθυστέρηση την περίοδο ενάμισι περίπου έτους που μεσολάβησε από τις 9.9.2013 που συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, με την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση μέχρι και τις 10.3.2015 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μόλις στις 22.5.2013 και η ακρόασή της δεν έχει ακόμη αρχίσει. Ούτε και το γεγονός, ότι η εξήγηση που δίνει ο ενάγοντας προκειμένου να αιτιολογήσει τόσο την ανάγκη επίτευξης των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων όσο και το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση δεν είναι ιδιαίτερα πειστική, αποτελεί άνευ άλλου λόγο απόρριψης της αίτησης. Καθώς έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία, νοουμένου ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κριθούν αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από την όποια καθυστέρηση υπήρξε συναφώς με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, οι τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν, εκτός εάν εξαιτίας τους θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα. Στην περίπτωσή μας, ούτε το ένα μα ούτε και το άλλο έχουν αποδειχθεί, επομένως, αν δεν υπήρχε ο λόγος για τον οποίο η αίτηση θα απορριφθεί θα την αποδεχόμουν. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 μέχρι 4 και σε βάρος του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της απάντησης στην υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο