Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 787/10, 17/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A130 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 787/10 Μεταξύ: Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα, από τη Δρούσεια Ενάγοντα και
- Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, από το Ανατολικό
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 23.2.2011 Μεταξύ: Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα, από τη Δρούσεια Ενάγοντα και
- Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, από το Ανατολικό
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία
- C. KASINOS CONSTRUCTIONS LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 17.7.2015 Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Γεωργιάδης (κα Α. Χαραλαμπίδου ν' ακούσει απόφαση) Για τις Εναγόμενες 1 και 3: κ. Ν. Μάντης Για την Εναγόμενη 2: κα Ι. Τσιντίδου (κα Ε. Κόκκινου ν' ακούσει απόφαση) --------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας στις 20.7.2007 προέβη σε μεταβίβαση επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 του ακινήτου με αρ. εγγραφής 12716 στη Δρούσεια της Επαρχίας Πάφου, κατόπιν προφορικής συμφωνίας αγοραπωλησίας έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.
- Κατά το χρόνο της μεταβίβασης τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν την αντίληψη ότι η έκταση του κτήματος ήταν 6689 τ.μ. ενώ στην πραγματικότητα ήταν 18080 τ.μ.. Ο Ενάγοντας με την επιστολή του ημερ. 9.3.2010 προέβη σε ακύρωση της συμφωνίας και ζήτησε την επιστροφή του ακινήτου αλλά η Εναγόμενη 1 τον Δεκέμβρη του 2010 το μεταβίβασε επ΄ ονόματι του Εναγόμενου
- Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 αρχικά και μετά επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3 ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 και/ή αμέλειας των Εναγομένων 1, 2 και
- Μετά την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στις 16.9.2010 οι Εναγόμενες 1 και 3 άρχισαν με μηχανικά μέσα εργασίες αφαίρεσης χωμάτων και πέτρας από το ακίνητο και απέκοψαν δέντρα. Είναι η περαιτέρω θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο και/ή κατέστησαν επίτροποι προς τον Ενάγοντα ως δικαιούχο σε σχέση με το ακίνητο. Από τις διάφορες ενέργειες των Εναγομένων ο Ενάγοντας ζημίωσε ποσό εκ €1.111.740 που προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού των €51.260 από την αγοραία αξία του ακινήτου τον Ιούλιο του
- Αποτέλεσμα είναι η καταχώριση της παρούσας Αγωγής με την οποία ο Ενάγοντας αξιώνει δήλωση ότι η συμφωνία πώλησης με την Εναγόμενη 1 έχει τερματιστεί, άλλες δηλώσεις σε σχέση με την κυριότητα του ακινήτου, διατάγματα για επανεγραφή του ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα και €1.111.740, ως αποζημιώσεις λόγω αμέλειας. Η Εναγόμενη 1 ενώ παραδέχεται τη συμφωνία αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί αμοιβαίου λάθους ως προς το εμβαδόν του ακινήτου και περί αμέλειας ή παράνομης επέμβασης επί του ακίνητου από πλευράς της. Προβάλλει δε τη θέση ότι την ακριβή έκταση του ακινήτου είχε πληροφορηθεί μετά τη σύναψη της συμφωνίας και μεταβίβαση του ακινήτου, ενώ προχώρησε στην πώληση του ακινήτου στην Εναγόμενη 3, εφόσον δεν υπήρχε κανένα κώλυμα για τέτοια ενέργεια της, όπως και δεν υπήρχε κανένα κώλυμα για τυχόν εργασίες που έγιναν στο ακίνητο. Η Εναγόμενη 2 αρνείται επίσης όλες τις αξιώσεις του Ενάγοντα προβάλλοντας και προδικαστικές ενστάσεις που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της Αγωγής. Προβάλλει περαιτέρω θέμα κωλύματος από πλευράς Ενάγοντα στην προώθηση των αξιώσεων του, εφόσον γνώριζε κατά το χρόνο της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 ότι ο τίτλος δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια και ότι πιθανόν το εμβαδόν του ακινήτου να αυξομειωνόταν κατόπιν επιτόπιας έρευνας. Η Εναγόμενη 3 τέλος αρνείται επίσης όλες τις αξιώσεις του Ενάγοντα τονίζοντας ιδιαίτερα το γεγονός ότι η ίδια δεν έχει καμία σχέση με τον Ενάγοντα όπως και κανένα καθήκον έναντι του. Τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Κατά την ακροαματική διαδικασία για την πλευρά του Ενάγοντα έδωσαν μαρτυρία ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1), ο Χαρίλαος Μαρδάς (Μ.Ε.2), ο Μιχαλάκης Μιχαήλ (Μ.Ε.3), η Μαριάννα Κούπα (Μ.Ε.4), ο Στέφανος Φιντικλής (Μ.Ε.5), ο Γιώργος Νικήτα (Μ.Ε.6), ο Θεοδόσης Βασιλείου (Μ.Ε.7), η Έφη Ψαλτά (Μ.Ε.8), η Σοφία Χαριλάου (Μ.Ε.9), η Κατερίνα Χαραλάμπους (Μ.Ε.10) και η Έλενα Κωνσταντίνου (Μ.Ε.11). Για την υπόθεση των Εναγομένων 1 και 3 κατέθεσαν ο Κυριάκος Αντωνίου (Μ.Υ.1), η Άρτεμις Αντωνίου (Μ.Υ.2) ο Άρης Δρουσιώτης (Μ.Υ.3), ο Μιχάλης Σουμελής (Μ.Υ.4) και ο Κώστας Κάσινος (Μ.Υ.5). Από πλευράς Εναγόμενης 2 δεν προσκομίστηκε καμιά μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε επίσης ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνεται στα σημεία που παρίσταται ανάγκη. Πρωταγωνιστές ουσιαστικά της υπόθεσης είναι ο Ενάγοντας και ο Μ.Υ.1, που ήσαν τα πρόσωπα που είχαν διαπραγματευτεί την αγοραπωλησία του ακινήτου με αρ. εγγραφής 12716 που είχε ως αποτέλεσμα τον καταρτισμό της συμφωνίας πώλησης του έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.
- Επίσης ουσιαστική μάρτυρας είναι και η Μ.Υ.2 που ανέλαβε την εκπροσώπηση της Εναγόμενης 1 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Ο Ενάγοντας, στην προφορική του μαρτυρία επανέλαβε τις θέσεις του που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης του. Επιβεβαίωσε ότι τον Ιούλιο του 2007 είχε καταλήξει σε συμφωνία με την Εναγόμενη 1 (που στο εξής θα καλείται «η συμφωνία») που αφορούσε στην πώληση από τον ίδιο στην Εναγόμενη 1 του ακινήτου του με αρ. τεμαχίου 372 και αρ. εγγραφής 12716 στη Δρούσεια (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το ακίνητο»), έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.
- Κατά τη μετάβαση των συμβαλλομένων μερών στο Κτηματολόγιο Πάφου για υλοποίηση της μεταβίβασης του ακινήτου, ήσαν και οι δύο με την εντύπωση ότι η έκταση του πωλούμενου ακινήτου ήταν 6689 τ.μ. ενώ στην πραγματικότητα ήταν 18080 τ.μ. Ευθύς ως αντελήφθη το λάθος του, με την επιστολή του ημερ. 9.3.2010 (Τεκμήριο 3) προέβη σε ακύρωση της συμφωνίας και ζήτησε την επιστροφή του ακινήτου. Παρά τον τερματισμό της συμφωνίας οι Εναγόμενες 1 και 2 τον Δεκέμβρη του 2010, λόγω αμέλειας, μεταβίβασαν το ακίνητο επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3 η οποία επίσης υπήρξε αμελής. Μετά τις 16.9.2010, ημερομηνία ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενες 1 και 3 μέσω των αντιπροσώπων τους, αφαίρεσαν χώματα και πέτρες και απέκοψαν δέντρα επεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό παράνομα επί του ακινήτου. Με τις πιο πάνω ενέργειες ο Ενάγοντας ζήμιωσε ποσό εκ €1.111.
- Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ήταν πάντοτε με την εντύπωση ότι το ακίνητο του ήταν εμβαδού πέντε σκαλών και τόσες σκάλες αφορούσε η συμφωνία πώλησης στην Εναγόμενη
- Το παράπονο του είναι ότι το Κτηματολόγιο κατά τη μεταβίβαση δεν τον ενημέρωσε σωστά και δεν τον προειδοποίησε ότι στην πραγματικότητα το ακίνητο του ήταν εμβαδού 13,5 σκάλες. Αρνήθηκε τέλος ότι υπέγραψε τη δήλωση του Κτηματολογίου για τυχόν αυξομείωση του εμβαδού ή ότι του αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό κατά τη μεταβίβαση. Ο Μ.Ε.2 Χαρίλαος Μαρδάς, πρώην Κτηματολογικός Λειτουργός, κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα προέβη σε διερεύνηση της έκτασης γης που καλύπτει η εγγραφή 12716, στη Δρούσεια. Μέρος των διάφορων ενεργειών του ήταν και η επίσκεψη του επιτόπου στις 9.3.2010 μαζί με τον Ενάγοντα και τη μητέρα του. Επιτόπου διαπίστωσε ότι αυτό συνορεύει προς βόρεια με «κρημνό», προς ανατολάς με «ποταμό» και «βράχους», προς νότο με «κρημνό» και προς δυσμάς με το ακίνητο του «Αργύρη Σάββα». Από την έρευνα του στο Κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι η εγγραφή 12716 που αφορούσε στο ακίνητο, εκδόθηκε το 1916, δηλαδή οκτώ χρόνια πριν τη Γενική Χωρομετρία. Από τα σύνορα της εγγραφής, την επιτόπου φυσική κατάσταση, και την επιτόπου κατοχή του ακινήτου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκταση γης που καλύπτει η εγγραφή 12716 περιλαμβάνεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην έκταση του τεμαχίου 372, Φύλ./Σχ. 35/10 και είναι κατά πολύ μεγαλύτερη εκείνης που αναφέρεται στην εγγραφή, και μάλιστα σε ποσοστό που μπορεί να ξεπερνά το διπλάσιο της. Είναι της άποψης ότι κατά την επίδικη μεταβίβαση θα μπορούσε η έκταση να ερευνηθεί από το Κτηματολόγιο, εφόσον τα στοιχεία υπήρχαν στους Φακέλους και ήταν νομική του υποχρέωση. Επιπρόσθετα ήταν δικαίωμα του Διευθυντή να ζητήσει σχετικές πληροφορίες, ακόμη και να διεξάγει επιτόπια έρευνα προτού προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου. Ο Μ.Ε.3 Μιχαλάκης Μιχαήλ, αγρονόμος-τοπογράφος-μηχανικός με τη χρήση επίσημου κτηματικού σχεδίου και χωρίς επιτόπια εξέταση προέβη, κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα, σε εμβαδομέτρηση του τεμαχίου με αρ. 372 όπου διαπίστωσε ότι το εμβαδόν είναι 18541 τ.μ. αντί 6689 τ.μ. που αναφέρεται στον τίτλο. Η Μ.Ε.4 Μαριάννα Κούππα, αδελφή του Ενάγοντα, ανέφερε απλά στη μαρτυρία της ότι ο αδελφός της είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Πάφου και εργάζεται ως συντηρητής κτιρίων. Ο Μ.Ε.5 Στέφανος Φιντικλής εκτιμητής ακινήτων, επιθεώρησε το ακίνητο στις 18.10.2011 και προέβη σε υπολογισμό της αγοραίας αξίας του κατά τον Ιούλιο του 2007 στη βάση της εμβαδομέτρησης της Μ.Ε.8 που καθορίζει το εμβαδόν σε 18080 τ.μ. την οποία θεωρεί ορθή. Για να καταλήξει στην αγοραία αξία υπολόγισε ότι η πέτρα που βρίσκεται στο ακίνητο αποτελεί μέρος της αξίας του την οποίαν υπολογίζει ως επιπρόσθετη εκείνης της γης. Χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης κατέληξε ότι η αγοραία αξία της γης είναι €99.440, χωρίς την αξία της πέτρας. Ο Μ.Ε.6 Γιώργος Νικήτα, γεωλόγος, επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο στις 9.2.2011 και ετοίμασε στις 5.4.2015 έκθεση (Τεκμήριο 22) σ' όσον αφορά τη γεωλογική επισκόπηση του τεμαχίου
- Κατά την επίσκεψη του αντιλήφθηκε ότι υπήρχαν πετρώματα εντός του ακινήτου που μπορούσε να αφαιρεθεί ένα μεγάλο μέρος τους και να πωληθεί έναντι του ποσού των €9 με €12 τον τόνο. Αντιλήφθηκε επίσης ότι είχεν διενεργηθεί παράνομη λατόμευση με την αφαίρεση μεγάλου όγκου πετρώματος από τη φυσική θέση απόθεσης του. Στη βάση του Χάρτη Οριοθέτησης-Αποτύπωσης του τεμαχίου 371 που είχεν ετοιμάσει η Έφη Ψαλτά η οποία τον συνόδευε κατά την επίσκεψη του, διαπίστωσε ότι από δύο χώρους του τεμαχίου 372 συνολικού εμβαδού 3083 τ.μ. αφαιρέθηκαν περίπου 20040 τ.μ. πετρώματος τα οποία ανέρχονται σε 40080 τόνους. Ο σκοπός της επίσκεψης του ήταν να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε επέμβαση και πράγματι αντιλήφθηκε ότι είχεν γίνει λατόμευση στο ακίνητο. Ο Μ.Ε.7, Θεοδόσης Βασιλείου, απλά ανέφερε ότι το κόστος αφαίρεσης πέτρας το 2007 ήταν περίπου £2,61 (το αντίστοιχο σε €4,45) το κυβικό, έξοδα που επιβαρύνεται ο πωλητής, ενώ τα έξοδα μεταφοράς επιβαρύνεται ο αγοραστής. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον όγκο της πέτρας που υπήρχε πριν την επίσκεψη του στις 29.3.2015 στο ακίνητο. Η Μ.Ε.8, Έφη Ψαλτά, αγρονόμος και τοπογράφος-μηχανικός επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο τον Φεβράρη του 2011, κατόπιν οδηγιών του Σταύρου Παλατέ και του Ενάγοντα, μαζί με τον συνεργάτη της Αντρέα Ευριπίδου. Σε κάποιο χρονικό σημείο είδε στο μέρος και τον Σταύρο που ήταν γεωλόγος, τον Γιώργο Νικήτα και τον Στέφανο Φιντικλή. Ο σκοπός της επίσκεψης της ήταν η εξακρίβωση του εμβαδού του ακινήτου που σύμφωνα με τις μετρήσεις της και το Τεκμήριο 17 που ετοίμασε ήταν 19137 τ.μ.. Εξήγησε ότι είχε σαν βάση το εν χρήσει σχέδιο και την επιτόπου κατάσταση όπου η περίμετρος του τεμαχίου 159, από το οποίο προήλθε το επίδικο, δεν είχεν αλλοιωθεί. Η ίδια επίσης ετοίμασε και το χάρτη αρ. 5 του Τεκμηρίου 22 που αποτυπώνει το μέρος στο οποίο είχεν γίνει εκσκαφή. Διευκρίνισε όμως ότι δεν είχε επισκεφθεί προηγουμένως το μέρος. Η Μ.Ε.9 Σοφία Χαριλάου, υπάλληλος του Κτηματολογίου Πάφου, εργάστηκε για κάποιο διάστημα στο Τμήμα Μεταβιβάσεων. Από την πείρα της στο τμήμα αυτό εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθεί το Κτηματολόγιο στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, ότι δηλαδή αφού εξετάζει αρχικά τα έγγραφα μαζί με τον Τύπο Ν.270 στη συνέχεια παραπέμπεται ο φάκελος στο Τμήμα Εκτιμήσεων και μετά της επιστρέφεται για να ζητήσει τα δικαιώματα στη βάση της εκτίμησης. Εξήγησε ότι η εγγραφή 5586 αντικρούστηκε μετά τη Γενική Χωρομετρία σαν τεμάχιο 159/1 και η εγγραφή 5136 σαν τεμάχιο 159/
- Στο σχετικό φάκελο υπάρχει ένα σχεδιάγραμμα όπου το τεμάχιο 159/2, με αρ. εγγραφής 5/69, είναι δέκα σκάλες. Όπως ανέφερε, ήταν το άτομο που χειρίστηκε την επίδικη μεταβίβαση. Αφού έλαβε τη σχετική αίτηση προέβη σε έρευνα σ΄ όσον αφορά την τυχόν ύπαρξη προσωπικών και κτηματικών εμποδίων όπου διαπίστωσε στο σύστημα πληροφοριών γης ότι υπήρχε η σημείωση ότι η εγγραφή του συγκεκριμένου ακινήτου δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια. Οι οδηγίες της Υπηρεσίας μέσω της εγκυκλίου 51 (Τεκμήριο 26) ήταν ότι σε περίπτωση που εγείρεται τέτοιο θέμα θα πρέπει να λαμβάνει σχετική γνώση ο δικαιοδόχος όπως και ότι το εμβαδόν μπορεί να αυξομειωθεί κατόπιν επιτόπιας έρευνας, ο οποίος και υπογράφει. Για την ύπαρξη της πιο πάνω σημείωσης ενημερώθηκαν και τα δύο μέρη. Η ίδια δεν ζήτησε να γίνει επιτόπια εξέταση για διακρίβωση του εμβαδού. Όμως γνωρίζει ότι μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας και έκδοση του τίτλου, ο φάκελος επιστρέφει στον Κλάδο Μεταβιβάσεων όπου ο υπεύθυνος εκεί τον παραπέμπει στον Κλάδο Αιτήσεων για να ανοιχθεί φάκελος για επιτόπια έρευνα. Η Μ.Ε.10, Κατερίνα Χαραλάμπους, στις 20.7.2007 ήταν η υπεύθυνη στον Κλάδο Αποδοχής του Κτηματολογίου Πάφου. Έχει αφυπηρετήσει τον Αύγουστο του
- Ουσιαστικά δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την παρούσα υπόθεση, εφόσον δεν αναμείχθηκε καθόλου με την επίδικη μεταβίβαση. Απλά διευκρίνισε ότι από τη μελέτη του φακέλου της επίδικης μεταβίβασης διαπίστωσε ότι η υπάλληλος που ανέλαβε την επίδικη μεταβίβαση έγραψε τη σημείωση ότι ο τίτλος δεν βασίζεται στα εν χρήσει σχέδια, την οποία υπέγραψε ο δικαιοδόχος. Αυτή ήταν η διαδικασία που ακολουθείτο μέχρι πριν 3 χρόνια όπου δόθησαν προφορικές οδηγίες όπως υπογράφουν πλέον και τα δύο μέρη. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε εν εκτάσει σ΄ όσον αφορά το Μητρώο Φόρων αλλά ήταν κατηγορηματική ότι δεν είχε υποχρέωση ο υπάλληλος του Κτηματολογίου που αναλαμβάνει τη μεταβίβαση να ανατρέξει στο Μητρώο Φόρων αλλά στο Μητρώο Εγγραφής. Η Μ.Ε.11 Έλενα Κωνσταντίνου, επίσης υπάλληλος του Κτηματολογίου στον Κλάδο Δηλώσεων και Υποθηκών, απλά επανέλαβε όσα ανέφεραν και οι άλλοι συνάδελφοι της, ότι δηλαδή από το φάκελο φαίνεται ότι η υπάλληλος που χειρίστηκε την επίδικη μεταβίβαση ανέφερε ότι το ακίνητο δεν βασίζεται στα εν χρήσει σχέδια και ότι ο αγοραστής έλαβε σχετική γνώση στην παρουσία και των δύο μερών. Ο Μ.Υ.1 Κυριάκος Αντωνίου, ο οποίος είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς τη συμφωνία που είχε καταρτίσει με τον Ενάγοντα. Όπως ανέφερε, τον Ιούλιο του 2007 τον προσέγγισε συγγενικό πρόσωπο του Ενάγοντα και τον ρώτησε αν ενδιαφέρετο να αγοράσει το ακίνητο γιατί ο Ενάγοντας είχε ανάγκη από χρήματα. Ο Μ.Υ.1 ζήτησε να δει τον Ενάγοντα ο οποίος τον επισκέφθηκε προσκομίζοντας μαζί του τον τίτλο 12716, που αφορούσε στο ακίνητο. Αφού εντόπισε το ακίνητο σε σχεδιάγραμμα, το επισκέφθηκε επιτόπου μαζί με τον Ενάγοντα, όπου και διαπίστωσαν τα σύνορα του που ήταν φυσικά, δηλαδή στη νότια πλευρά ήταν ρυάκι και στη βόρεια πετρώδης γκρεμός. Από τη συζήτηση μεταξύ τους ήταν ξεκάθαρο ότι ο Ενάγοντας θα πωλούσε το ακίνητο ως ήταν επιτόπου και στο σύνολο του. Αρχικά ο Ενάγοντας ζήτησε Λ.Κ.50.000 αλλά τελικά κατέληξαν στις Λ.Κ.30.
- Για τον ίδιο ήταν ξεκάθαρο ότι η έκταση του ακινήτου θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερη εκείνης που αναφέρεται στον τίτλο, λόγω της εμπειρίας που απέκτησε στην αγορά και πώληση ακινήτων και αυτό είχε διαπιστώσει και επιτόπου. Δεν έδωσε όμως σημασία γιατί γνώριζε ποιά ήταν ακριβώς τα σύνορα του. Για την επίδικη αγοραπωλησία δεν καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία αλλά η κόρη του Άρτεμις Αντωνίου ανέλαβε τη διεκπεραίωση των διάφορων ενεργειών που απαιτούντο για τη μεταβίβαση, αφού είχε εξασφαλίσει σχετικό πληρεξούσιο από την Εναγόμενη
- Είναι η θέση του ότι ο τίτλος του ακινήτου που είχε προσκομίσει ο Ενάγοντας και κατατέθηκε μαζί με τη Δήλωση Μεταβίβασης περιείχε τη σημείωση ότι το ακίνητο δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια. Όπως του ανέφερε μετά η κόρη του, η υπάλληλος του Κτηματολογίου ενημέρωσε τους συμβαλλόμενους ότι υπήρχε ο κίνδυνος αυξομείωσης του εμβαδού γιατί δεν βασιζόταν ο τίτλος στα εν χρήσει σχέδια και ότι υπήρχε υπό εγγραφή δρόμος που θα μείωνε το εμβαδόν του ακινήτου. Ο ίδιος ο Μ.Υ.1 προσπάθησε αρχικά να εξασφαλίσει άδεια λατομείου σε σχέση με το ακίνητο χωρίς όμως αποτέλεσμα, γι΄ αυτό και αποφάσισε όπως το ανταλλάξει με ένα άλλο της Εναγόμενης
- Εξ' όσων έχει πληροφορηθεί, η Εναγόμενη 3 εντός του 2010 απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές, χρησιμοποιώντας το όνομα της Εναγόμενης 1, για να της επιτρέψει να ισοπεδώσει το ακίνητο για να το χρησιμοποιήσει για γεωργικούς σκοπούς. Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 σε καμιά περίπτωση επενέβη επί του ακινήτου και ούτε εκτέλεσε οποιεσδήποτε εργασίες μέσα σ' αυτό. Η Μ.Υ.2, Άρτεμις Αντωνίου, υπάλληλος της Εναγόμενης 1, χειρίστηκε τη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 στο Κτηματολόγιο από το αρχικό στάδιο της ετοιμασίας των απαραίτητων εγγράφων μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης. Εξήγησε ότι συμπλήρωσε τη Δήλωση Μεταβίβασης και ζήτησε από τον Ενάγοντα τον τίτλο του ακινήτου τα οποία μαζί προώθησε στην υπάλληλο του Κτηματολογίου. Στον τίτλο υπήρχε ξεκάθαρα η αναφορά «η έκταση δεν βασίζεται στα εν χρήσει σχέδια». Η ίδια επίσης ετοίμασε τα έγγραφα για την εξασφάλιση φοροαπαλλακτικού, τα οποία υπέγραψε ο Ενάγοντας. Το πρωί της 20.7.2007 μαζί με τον Ενάγοντα προσήλθαν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση και παρέδωσαν τα έγγραφα στην υπάλληλο, αφού τα είχαν ήδη υπογράψει τόσο η ίδια όσο και ο Ενάγοντας. Μετά από λίγο η υπάλληλος που δέχθηκε τα έγγραφα τους φώναξε και την πλησίασαν. Τους ενημέρωσε ότι το υπό μεταβίβαση ακίνητο δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια και υπήρχε ο κίνδυνος αυξομείωσης του εμβαδού του. Τους ρώτησε επίσης κατά πόσο υπήρχε γραπτή συμφωνία. Τις αναφορές της αυτές σημείωσε στη Δήλωση Μεταβίβασης και τους ζήτησε να υπογράψουν σε διάφορα σημεία. Στη συνέχεια τους ανέφερε ότι υπήρχε υπό εγγραφή δρόμος που θα μείωνε το εμβαδόν του ακινήτου. Ο Φάκελος της επίδικης μεταβίβασης προωθήθηκε μετά στον Κλάδο Εκτιμήσεων και η ίδια υπάλληλος του Κτηματολογίου τους φώναξε πάλι και τους ρώτησε αν το ακίνητο πωλείτο από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη 1 έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.000 και της απάντησαν καταφατικά. Ταυτόχρονα η Μ.Υ.2 έδωσε στον Ενάγοντα επιταγή για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Μετά από μερικές μέρες η Εναγόμενη 1 εξασφάλισε τίτλο επ΄ ονόματι της. Ο Μ.Υ.3 Άρης Δρουσιώτης, εκτιμητής ακινήτων, προέβη σε εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά τον Ιούλιο του 2007 και ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 19). Ο μάρτυρας χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης κατέληξε ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου, χωρίς να υπολογισθεί η πώληση του στην Εναγόμενη 1 ως συγκριτική αλλά μόνο στη βάση των υπολοίπων τριών συγκριτικών που αναφέρει στην έκθεση του, είναι €4,28 το τ.μ. δηλαδή €79.355,
- Ο Μ.Υ.3 θεωρεί τον τρόπο εκτίμησης του κ. Φιντικλή λανθασμένο γιατί υιοθετεί την επενδυτική αξία ως αγοραία αξία. Σύμφωνα με το Μ.Υ.3 το επίδικο είναι κτηνοτροφικό ακίνητο, ενέπιπτε στην πολεοδομική ζώνη Γγ1 και ουσιαστικά η χρήση του είναι για μάντρες. Για εξεύρεση της αγοραίας αξίας του θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν συγκριτικά με τα ίδια νομικά χαρακτηριστικά. Στην παρούσα περίπτωση τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.3 είχαν τα ίδια νομικά και σχεδόν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά. Ο Μ.Υ.4 Μιχάλης Σουμελής, γεωλόγος, κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης 3 ετοίμασε Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμήριο 19) αποθεμάτων και αναμενόμενου κέρδους από πιθανή αδειοδότηση και εκμετάλλευση των αποθεμάτων ασβεστόλιθου στο επίδικο ακίνητο. Διευκρίνισε ότι η έκθεση του ετοιμάστηκε στη βάση ύπαρξης άδειας για λατόμευση, κάτι που δεν ισχύει για το ακίνητο. Έχει υποβάλει το 2011 προκαταρκτική έκθεση στην Πολεοδομία για έκδοση σχετικής άδειας η οποία απορρίφθηκε και του ζητήθηκε περιβαλλοντική μελέτη την οποίαν υπέβαλε το 2014 αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει εξεταστεί. Ο Μ.Υ.5 Κώστας Κάσινος, διευθυντής της Εναγόμενης 3, ανέφερε ότι δεν αναμείχθηκε καθόλου στη συμφωνία αγοραπωλησίας μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 και ό,τι γνωρίζει είναι από όσα του ανέφεραν από πλευράς Εναγόμενης
- Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο σ' όσα έχει πληροφορηθεί από μέρους της Εναγόμενης 1, εφόσον είναι επανάληψη της μαρτυρίας του Μ.Υ.
- Σ' όσον αφορά τη δική του δοσοληψία με την Εναγόμενη 1, διευκρίνισε ότι τον Αύγουστο του 2010 συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 να αγοράσει το επίδικο ακίνητο και να αφαιρέσει πέτρα από αυτό. Ο λόγος που το αγόρασε ήταν γιατί είχε αναλάβει την κατασκευή του λιμενοβραχίονα στην Πόλη Χρυσοχούς και χρειαζόταν βράχους. Άνκαι αρχικά η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε, τελικά κατέληξαν σε συμφωνία, αφού του εξήγησαν το θέμα με την τυχόν αυξομείωση του εμβαδού του ακινήτου και εφόσον έκρινε ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει. Βασικά το ακίνητο θα ανταλλασσόταν με άλλο τεμάχιο στην ίδια περιοχή. Καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία ανταλλαγής ημερ. 18.8.2010 (Τεκμήριο 35(Α)) αφού είχε συμφωνηθεί η αξία των δύο κτημάτων ότι ήταν περί τις €70.000 το καθένα. Ο όρος 2 του Τεκμηρίου 35(Α) καθιστά γνωστή στην Εναγόμενη 3 την ύπαρξη της παρούσας Αγωγής καθώς και του προσωρινού διατάγματος που εμπόδιζε την πώληση ή αποξένωση του ακινήτου, το οποίο μετά ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 16.9.2010 η οποία επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τον Σεπτέμβριο του 2010 άρχισε τις εργασίες ανόρυξης πέτρας αρχικά με την άδεια της Εναγόμενης 1, εφόσον το ακίνητο ενεγράφη επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3 τον Ιανουάριο του
- Ζητήθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Πάφου άδεια ισοπέδωσης του ακινήτου, γεγονός που επέτρεπε την αφαίρεση πέτρας μέχρι κάποιου βάθους. Με την επιστολή του ημερομηνίας 29.10.2010 (Τεκμήριο 8) το πιο πάνω Τμήμα τον πληροφόρησε ότι για την ισοπέδωση αγροτικών τεμαχίων δεν χρειαζόταν πολεοδομική άδεια, νοουμένου ότι η αφαίρεση δεν θα ξεπερνά το βάθος των 60 εκατοστών. Με άλλη επιστολή ημερ. 4.10.2010 (Τεκμήριο 9) ο Επαρχιακός Γεωργικός Λειτουργός Πάφου τον πληροφόρησε ότι αν κατά τη διάρκεια των εργασιών διαφαίνετο ότι η εξομάλυνση ξεπερνά το βάθος των 60 εκ. επιβάλλεται η εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Όταν ξεκίνησαν οι εργασίες και διαφάνηκε ότι πολλές από τις πέτρες βρίσκονταν σε βάθος πέραν των 60 εκ. ή 1.50 μέτρων ύψους όπου η αφαίρεση τους προϋποθέτει άδεια, σταμάτησαν τις εργασίες. Όπως έχει πληροφορηθεί από την Υπηρεσία Μεταλλείων και την Πολεοδομία, τα βράχια δεν μπορούν να τεμαχιστούν γιατί είναι μεγάλα και χρειάζεται άδεια. Από το ακίνητο πρόλαβε και αφαίρεσε 200 με 300 τόνους πέτρα. Ο λόγος που απορρίφθηκε η αίτηση του για αφαίρεση των μεγάλων πέτρων ήταν γιατί η Περιβαλλοντική Αρχή δεν συνηγόρησε υπέρ της έγκρισης, για το λόγο ότι το έργο θα επέφερε μη αναστρέψιμες αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον της περιοχής καθώς και ριζικές αλλαγές στη γεωμορφολογία της περιοχής με την καταστροφή της χλωρίδας και πανίδας. Το έντυπο με τους λόγους άρνησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Υ.5 εξέφρασε την άποψη ότι δεν μπορεί να αποκοπεί ο βράχος μέχρι ένα ορισμένο βάθος δηλαδή μέχρι τα 60 εκ. γιατί αν ο βράχος προχωρά σε μεγαλύτερο βάθος τότε χρειάζεται ειδική άδεια. Επιρρίπτει την ευθύνη στον Ενάγοντα για την απόρριψη της αίτησης του για ισοπέδωση του ακινήτου για λατόμευση, με τις διάφορες ενέργειες του στις αρμόδιες αρχές, γεγονός που του προξένησε οικονομική ζημιά αλλά και την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης 5075/10 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 39) εναντίον της Εναγόμενης 3, η οποία τελικά αποσύρθηκε. Μέχρι και σήμερα το Κτηματολόγιο δεν έχει οριοθετήσει εξωτερικά το ακίνητο γι' αυτό και δεν γνωρίζει το ακριβές εμβαδόν του, ενώ η διαδικασία εγγραφής του δρόμου που θα μειώσει σημαντικά το εμβαδόν, δεν έχει ολοκληρωθεί. Στις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων κάλεσαν το Δικαστήριο να δεχθεί τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνει στα κατάλληλα σημεία. Άνκαι στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 2 προβάλλει αριθμό προδικαστικών ενστάσεων, όπως ότι η Αγωγή είναι πρόωρη ή αβάσιμη, στη γραπτή της αγόρευση η δικηγόρος της Εναγόμενης 2 δεν υποστήριξε ξεχωριστά την κάθε μια αλλά αναφέρθηκε γενικά στην απουσία μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του Ενάγοντα. Από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου συνιστούν κοινό έδαφος τα εξής τα οποία αποτελούν και ανάλογα ευρήματα: - Η συνομολόγηση μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 τον Ιούλιο του 2007 προφορικής συμφωνίας για την πώληση του ακινήτου προς την Εναγόμενη 1 έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.
- - Η μετάβαση, για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου, στις 20.7.2007 του Ενάγοντα και της Μ.Υ.2 στο Κτηματολόγιο, όπου η διαδικασία εκεί ολοκληρώθηκε αυθημερόν. - Η έκδοση στις 6.12.2007 νέου τίτλου (Τεκμήριο 30) επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1, στη βάση του παλιού τίτλου. - Η μετέπειτα πώληση του ακινήτου από την Εναγόμενη 1 προς την Εναγόμενη 3 και η μεταβίβαση του επ' ονόματι της αγοράστριας στις 11.1.
- - Η Εναγόμενη 3 μετά τις 16.9.2010 προέβη σε εργασίες εξόρυξης πέτρας από το ακίνητο. Ήταν κυρίως η θέση του δικηγόρου του Ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση ότι έχει αποδειχθεί, με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Ενάγοντας, ότι κατά τον καταρτισμό της προφορικής συμφωνίας και κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη τελούσαν υπό καθεστώς αμοιβαίας πλάνης ως προς την έκταση του ακινήτου που αφορούσε η συμφωνία, γεγονός που την καθιστά άκυρη. Προβάλλει, περαιτέρω το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας από πλευράς όλων των Εναγομένων και/ή οιουδήποτε εξ' αυτών κατά τον ίδιο χρόνο, λεπτομέρειες της οποίας καταγράφονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Τέλος εγείρει θέμα παράνομης επέμβασης από πλευράς Εναγομένων 1 και 3 επί του ακινήτου και ότι αυτοί κατέστησαν επίτροποι (trustees) του Ενάγοντα ως δικαιούχου (beneficiary) του ακινήτου. Το θέμα πλάνης πραγματεύονται τα άρθρα 21 και 22 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ 149 και είναι τα εξής: «21.-
(1)Αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός, ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία είναι άκυρη. Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
(2)Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη επειδή συνάφθηκε συνεπεία πλάνης αναφορικά με οποιοδήποτε νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία· πλάνη όμως για νόμο που δεν ισχύει στη Δημοκρατία επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, όπως και η πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. 22. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο το λόγο ότι συνάφθηκε από ένα από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.» Βασικό κριτήριο για να θεωρηθεί μια συμφωνία άκυρη λόγω κοινής πλάνης (common mistake) είναι όπως και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη να τελούν υπό πλάνη ως προς ένα ουσιώδες πραγματικό γεγονός. Σε τέτοια περίπτωση τότε η συμφωνία θεωρείται άκυρη. Δεν είναι αρκετό αν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη τελούσε υπό πλάνη ως προς ένα πραγματικό γεγονός, που δεν είναι εξάλλου η περίπτωση μας όπου προβάλλεται αμοιβαίο λάθος. Η βασική αρχή του κοινοδικαίου είναι ότι η πλάνη των μερών θα πρέπει να είναι βασική και ουσιώδης και θα πρέπει να αφορά στο ίδιο το αντικείμενο της σύμβασης. Πλάνη σε σχέση με την «αξία» του αντικειμένου της συμφωνίας μεταξύ των μερών δεν θεωρείται ως «πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός» που δυνατό να οδηγήσει τη συμφωνία σε ακυρότητα (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Πολύβιου Πολυβίου, Τόμος Α, σελ. 349). Στην υπόθεση Bell v. Lever Brothers Ltd
(1932)AC 161, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι η κοινή πλάνη που καθιστά άκυρη μια συμφωνία θα πρέπει να περιοριστεί με τρόπο αυστηρό, γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να πληγεί η βεβαιότητα των συναλλαγών που συνιστά τη βάση του δικαίου των συμβάσεων. Συνήθως η μόνη κοινή πλάνη που καθιστά τη σύμβαση άκυρη είναι η λανθασμένη αντίληψη των συμβαλλομένων ότι υπήρχε το αντικείμενο της σύμβασης, ενώ αυτό είτε ουδέποτε υπήρξε είτε εξαφανίστηκε πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων (ανωτέρω) σελ. 351). Το πότε λάθος μπορεί να πλήξει το θεμέλιο της συμφωνίας και να την καταστήσει άκυρη διαφωτίζεται στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)AC 1004 και στην κυπριακή Σταύρου v. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ.
- Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 312, 313: «Η ακύρωση συμφωνίας (rescission) αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας η οποία, όπως και κάθε άλλη θεραπεία που παρέχεται βάσει αυτού του κλάδου του δικαίου, αποβλέπει στην περιστολή απαράδεκτης συμπεριφοράς του διεκδικούντος (ενάγοντος). Όπως επιγραμματικά αναφέρεται από το δικαστή Brown-Wilkinson L.J., στην απόφασή του στην υπόθεση James Graham & Co. v. Southgate Sands [1985] 2 All E.R. 344 "Equitable rights and defences operate and can operate only on the conscience of the plaintiff" (Δικαιώματα και υπερασπίσεις κατά το δίκαιο της επιείκειας επενεργούν και μπορεί να επενεργούν μόνο στη συνείδηση του ενάγοντος). Ό,τι σκοπείται είναι η περιστολή επονείδιστης συμπεριφοράς στην άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων. Η θεραπεία της ακύρωσης (rescission) λόγω λάθους, διακρίνεται από τη διακήρυξη συμφωνίας ως άκυρης, κατά το κοινό δίκαιο, λόγω της ύπαρξης αμοιβαίου λάθους ως προς το θεμέλιο της συμφωνίας εφόσο δε συντρέχει αμέλεια στην ανάληψη των συμβατικών υποχρεώσεων (Gallie v. Lee) [1971] A.C.
- Στην τελευταία περίπτωση, η συμφωνία είναι εξ αρχής άκυρη, ενώ στην περίπτωση της ακύρωσης η συμφωνία ατονεί από την ημερομηνία του παραμερισμού της. Το δίκαιο της επιείκειας ακολουθεί κατά κανόνα τις αρχές του κοινού δικαίου ως προς τη γένεση της συμφωνίας, και τις υποχρεώσεις των μερών για την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. (Βλ. CHITTY ON CONTRACT, Vol. 1, 25th ed., para. 347 & 348). Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, ολότελα εξαιρετικές, δικαιολογείται η ακύρωση (rescission) σύμβασης λόγω μονομερούς λάθους ενός των συμβαλλομένων: Στις περιπτώσεις εκείνες όπου το λάθος προκλήθηκε από αναληθείς παραστάσεις, δόλιες ή αθώες, του αντισυμβαλλομένου. Κάτω από εκείνες τις συνθήκες και μόνο, παρέχεται πεδίο για την επίκληση των αρχών της επιείκειας για την ακύρωση της συμφωνίας.*» Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο κατά τον καταρτισμό της επίδικης συμφωνίας αγοραπωλησίας στη βάση της οποίας το ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 τα συμβαλλόμενη μέρη, δηλαδή ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 1, τελούσαν υπό καθεστώς αμοιβαίου λάθους, εντός της έννοιας του άρθρου
- Βασική μαρτυρία για το θέμα που εξετάζεται είναι εκείνη του Ενάγοντα και του Μ.Υ.1, που ήταν τα πρόσωπα που είχαν διαπραγματευτεί τους όρους της συμφωνίας, και φέρεται να τελούσαν κάτω από αμοιβαία πλάνη. Ενώ ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του πρόβαλε τη θέση ότι και οι δύο ήταν με την εντύπωση ότι η πραγματική έκταση του ακινήτου, που ήταν το αντικείμενο της συμφωνίας, είναι εκείνη που εμφαίνετο στον τίτλο δηλαδή 6689 τ.μ., ο Μ.Υ.1 από την άλλη ισχυρίστηκε διαφορετικά. Συγκεκριμένα ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι, όπως διαπίστωσε από το σχεδιάγραμμα και επιβεβαίωσε ο ίδιος επιτόπου από τα φυσικά του σύνορα προτού ακόμη καταλήξει σε συμφωνία, η έκταση του πωλούμενου ακινήτου θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερη από τα 6689 τ.μ. Είχε επίσης προμηθευθεί από τον Ενάγοντα τον τίτλο του ακινήτου και ήταν γνώστης της σημείωσης ότι ο τίτλος δεν βασίζετο στα εν χρήσει σχέδια. Λόγω αυτής του της διαπίστωσης πρόσφερε το ποσό των Λ.Κ.30.000 και όχι Λ.Κ.1.500 τη σκάλα. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1 η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας του έθεσε θέμα ότι το ακίνητο ήταν μεγαλύτερης έκτασης ήταν με την επιστολή του που ζητούσε περισσότερα χρήματα λόγω αυξημένου εμβαδού. Ο Μ.Υ.1 ήταν ειλικρινής να παραδεχθεί ότι η σημείωση στον τίτλο δημιουργούσε «ρίσκο». Η εντύπωση που αποκόμισε ήταν ότι το ακίνητο θα ήταν τουλάχιστο κατά 2-3 σκάλες μεγαλύτερο. Εκείνο που συμφωνήθηκε, κατά τον Μ.Υ.1, ήταν η αγορά του τεμαχίου 372 έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.
- Άνκαι σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας παραδέχετο ότι αντικείμενο πώλησης ήταν το ακίνητο του με αρ. τεμαχίου 372 και τίτλον εγγραφής 12716, θέση που είναι σύμφωνη και με την Έκθεση Απαίτησης του, σε άλλα σημεία προώθησε τη θέση ότι εκείνο που πώλησε ήταν τα 6689 τ.μ. που αναφέρονται στον τίτλο ιδιοκτησίας του, δηλαδή πέντε σκάλες. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του αν είχε σκοπό να αφήσει κάποιο κομμάτι του ακινήτου πίσω που να μην το πωλήσει, ο Ενάγοντας απάντησε αρνητικά. Ήταν ισχυρισμός του ότι αρχικά ζήτησε Λ.Κ.12.000 τη σκάλα αλλά ο Μ.Υ.1 του αντιπρότεινε Λ.Κ.4.000 τη σκάλα. Όταν ο Ενάγοντας έδειξε ότι δεν ενδιαφέρετο, τότε ο Μ.Υ.1 του πρότεινε Λ.Κ.6.000 τη σκάλα και ο Ενάγοντας του απάντησε ότι θα το σκεφτόταν. Από την προφορική μαρτυρία και τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω πιο πιστευτή την εκδοχή του Μ.Υ.
- Θα παραθέσω την αιτιολογία μου. Ο Ενάγοντας πρόβαλε άγνοια για την παρουσία της σημείωσης στον τίτλο ότι η εγγραφή δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια και αρνήθηκε περαιτέρω ότι προτού καταλήξουν στη συμφωνία εφοδίασε το Μ.Υ.1 με τον τίτλο του ακινήτου του. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 ήταν κατηγορηματικός ότι προτού ακόμη επισκεφθεί το ακίνητο ζήτησε από τον Ενάγοντα να του φέρει αντίγραφο του τίτλου, όπως και έπραξε. Θεωρώ παράλογο ένας προτιθέμενος αγοραστής κάποιου ακινήτου να μη ζητήσει να δει τον τίτλο του προτού καταλήξει σε συμφωνία για να επιβεβαιώσει κατά πρώτο το όνομα του ιδιοκτήτη ή τα χαρακτηριστικά του ακινήτου. Όπως ο Μ.Υ.1 ανέφερε, δεν ήταν άπειρος σε αγοραπωλησίες ακινήτων, εφόσον αγόρασε και άλλα κτήματα για σκοπούς των εργασιών του γι' αυτό και τον πλησίασε ο Ενάγοντας και του πρότεινε να του πωλήσει το ακίνητο του. Ο Ενάγοντας κατά την αντεξέταση του πρόβαλε και άλλη εκδοχή, ότι δηλαδή η συμφωνία αφορούσε στην πώληση ορισμένων σκαλών εκ του ακινήτου και όχι του ακινήτου με αρ. τεμαχίου
- Σημειώνεται ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή όχι μόνο γιατί δεν είναι δικογραφημένη αλλά και γιατί αφορά σε διαπραγματεύσεις και υποκειμενικές προθέσεις των συμβαλλομένων που οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας, δηλαδή μαρτυρία ανεπίτρεπτη, ενόψει του αναντίλεκτου της σημασίας των όρων της που οδήγησαν στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 (βλ. Saab v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Saab & Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 Α.Α.Δ. 499 και Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβούλων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ και ΣΑΔΟΛΙΝ ΠΕΙΝΤΣ (ΚΥΠΡΟΣ) Λτδ & άλλος v. Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2013). Ενδεικτικά αναφέρω το σημείο κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα που παραδέχθηκε ότι ο Μ.Υ.1 του έδειξε, κατά την επιτόπια επίσκεψη, στο σχεδιάγραμμα που κρατούσε και τον ρώτησε «Έτο χωράφι σου το 372;» και απάντησε «Ναι». Τον ρώτησε στη συνέχεια «Τούτο που να γοράσω;» και απάντησε πάλι «Ναι». Γενικά από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν εμφανής η τάση του να μαρτυρήσει για εκείνα που πίστευε ότι εξυπηρετούσαν την υπόθεση του και όχι να πει την αλήθεια. Δεν αποκλείω μετά που πληροφορήθηκε ότι η έκταση του ακινήτου ήταν πολύ μεγαλύτερη να έκαμε δεύτερες σκέψεις γι' αυτό και πρόβαλε την εκδοχή του αμοιβαίου λάθους. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 υπήρξε ειλικρινής και αμετακίνητος στις τοποθετήσεις του που επιβεβαιώνονται στο μεγαλύτερο τους μέρος από τα τεκμήρια. Αντεξετάστηκε εν εκτάσει από το δικηγόρο του Ενάγοντα σ' όσον αφορά το περιεχόμενο μιας ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση της Εναγόμενης 1 σε αίτηση του Ενάγοντα για προσωρινό διάταγμα. Όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση δεν ήταν ο Μ.Υ.1 το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση. Εν πάση περιπτώσει δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αλλοιώνει την άριστη εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ο Μ.Υ.1 σε σχέση με την αξιοπιστία του. Για τους λόγους αυτούς απορρίπτω τη μαρτυρία του Ενάγοντα στα σημεία που βρίσκεται σε αντίθεση με εκείνη του Μ.Υ.1 την οποίαν προτιμώ. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης δεν τίθεται θέμα στην παρούσα περίπτωση περί αμοιβαίου λάθους ως προς την έκταση του ακινήτου κατά τον καταρτισμό της προφορικής συμφωνίας. Ούτε επίσης τίθεται τέτοιο θέμα κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου που ακολούθησε τη συμφωνία, στη βάση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί και των τεκμηρίων ενώπιον μου, ιδιαίτερα του Τεκμηρίου 27, και εξηγώ. Ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του πρόβαλε άγνοια όχι μόνο για την ύπαρξη της σημείωσης στον τίτλο (Τεκμήριο 30) αλλά και για όσα περιέγραψαν η Μ.Ε.9, που ήταν η υπάλληλος του Κτηματολογίου που ανέλαβε τη μεταβίβαση, και η Μ.Υ.2 που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 1, ότι συνέβησαν στο Κτηματολόγιο σε σχέση με τη σημείωση. Η Μ.Ε.9, που σημειώνεται ότι ήταν μάρτυρας του Ενάγοντα, ήταν σαφής στη μαρτυρία της ότι δεχόμενη την αίτηση μεταβίβασης ακολούθησε τη διαδικασία που ακολουθούσε πάντοτε. Δηλαδή εξέτασε αρχικά κατά πόσο υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια, όπου και διαπίστωσε από την έρευνα της στο σύστημα πληροφοριών ότι η εγγραφή του υπό μεταβίβαση ακινήτου δεν ήταν βασισμένη στα εν χρήσει σχέδια. Τότε ακολούθησε τις οδηγίες της εγκυκλίου με αρ. 51 και ημερ. 29.1.1986 (Τεκμήριο 26) και περιέλαβε την εξής σημείωση επί της Δήλωσης Μεταβίβασης Ακινήτου (Τεκμήριο 27) την οποίαν αφού διάβασε και στους δύο συμβαλλόμενους που βρίσκονταν πίσω από τον πάγκο και σε μικρή απόσταση από την ίδια ζήτησε από τη Μ.Υ.2 να υπογράψει όπως και έγινε: «Η εγγραφή 12716 δεν βασίζεται στα εν χρήσει σχέδια και πιθανό το εμβαδόν να αυξομειωθεί κατόπιν επιτόπιας έρευνας. Υπάρχει ο Φακ. ΑΥ2161/05 Εγγραφή Δημ. Δρόμου όπου το εμβαδόν θα μειωθεί». Ρώτησε επίσης αν υπάρχει γραπτή συμφωνία και της απάντησαν αρνητικά. Και αυτή την αναφορά περιέλαβε στη Δήλωση Μεταβίβασης την οποίαν υπέγραψαν και οι δύο αφού κλήθηκαν προς τούτο από τη Μ.Ε.
- Ο Ενάγοντας αναγνώρισε ακόμη δύο υπογραφές του τη μια στο τέλος της δεύτερης σελίδας της Δήλωσης κάτω από τη λέξη «Δικαιοπάροχος» και την άλλη δίπλα από την πιο πάνω χειρόγραφη σημείωση της Μ.Ε.9 την οποίαν έθεσε μετά που του φώναξε η υπάλληλος και αφορούσε, όπως εξήγησε η Μ.Ε.9, στη μεσολάβηση κτηματομεσίτη. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να παραδεχθεί περαιτέρω ότι μπορεί να έθεσε την υπογραφή του δίπλα από τη σημείωση της υπαλλήλου σε σχέση με την αυξομείωση της έκτασης, αναφέροντας επί λέξει «αλλά δεν έπεσε στην αντίληψη μου». Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν είδε τι έγραφε δίπλα, δεν θυμόταν αν έγραφε κάτι, αλλά και αν έγραφε δεν τη διάβασε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι κρίνω τη Μ.Ε.9 ως ανεξάρτητη μάρτυρα και καθόλα αξιόπιστη. Η μαρτυρία της σ' όσον αφορά τα διαβήματα που έλαβε, ενόψει της κατάθεσης της Δήλωσης Μεταβίβασης Ακινήτου (Τεκμήριο 27) το πρωί της 20.7.2007 επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία των Μ.Ε.10 και 11, επίσης υπαλλήλων του Κτηματολογίου κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης, τις οποίες επίσης κρίνω ως καθόλα αξιόπιστες και χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση. Μπορεί ο Γενικός Εισαγγελέας να είναι ο Εναγόμενος 2 αλλά δεν πρόσεξα οτιδήποτε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας των Μ.Ε.9, 10 και 11 που να δημιουργεί έστω υποψίες ότι σκόπιμα παραποίησαν την αλήθεια, ώστε η Δημοκρατία να απαλλαγεί οποιασδήποτε ευθύνης. Οι Μ.Ε.10 και 11 δεν είχαν καμιά ανάμιξη στην επίδικη μεταβίβαση. Απλά από τα στοιχεία των φακέλων επιβεβαιώνουν τη διαδικασία που ακολούθησε η Μ.Ε.9 και ανέφερε στη μαρτυρία της. Επίσης περιέγραψαν στο Δικαστήριο τη διαδικασία που ακολουθείτο τότε στην περίπτωση μεταβίβασης γης, όταν ο τίτλος του υπό μεταβίβαση ακινήτου δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια. Από τη μαρτυρία των Μ.Ε.9, 10 και 11 καθίσταται σαφές ότι η Μ.Ε.9 ακολούθησε κατά γράμμα τη διαδικασία αυτή όπως καθορίζετο από την εγκύκλιο (Τεκμήριο 26) δηλαδή ζήτησε από την Μ.Υ.2 ως αντιπρόσωπο της δικαιοδόχου να υπογράψει τη σημείωση ότι ο τίτλος δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια και πιθανόν το εμβαδόν να αυξομειωθεί κατόπιν επιτόπιας έρευνας, στην παρουσία του Ενάγοντα. Ζήτησε επίσης και από τους δύο να υπογράψουν άλλες χειρόγραφες σημειώσεις της στην ίδια σελίδα της Δήλωσης Μεταβίβασης. Είναι φανερό ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμη γίνει επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο για εξακρίβωση του πραγματικού εμβαδού του ακινήτου, που είναι η αρμόδια αρχή εκσυγχρονισμού του τίτλου, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Ούτε εξάλλου υπήρξε αντίθετη εισήγηση απ' οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό η μαρτυρία των Μ.Ε.8 και Μ.Ε.3 που είναι και οι δύο αγρονόμοι-τοπογράφοι-μηχανικοί και οι οποίοι, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, έχουν προβεί σε εμβαδομέτρηση του επίδικου ακινήτου. Σημειώνεται ότι το αποτέλεσμα της εμβαδομέτρησης από μέρους του Μ.Ε.3 δεν είναι το ίδιο με εκείνο της Μ.Ε.
- Ο μεν Μ.Ε.3 κατέληξε ότι είναι εμβαδού εκ 18541 τ.μ. στη βάση του τοπογραφικού σχεδίου και χωρίς να προβεί σε επιτόπια έρευνα, η δε Μ.Ε.8 καταλήγει σε δύο αποτελέσματα, δηλαδή στο εμβαδόν των 19137 τ.μ. σύμφωνα με το χάρτη 6 που ετοίμασε η ίδια και επισυνάπτεται στην έκθεση του Μ.Ε.6 (Τεκμήριο 22) αλλά και στο εμβαδόν των 18080 τ.μ. σύμφωνα με το σχέδιο που ετοίμασε και είναι το Παράρτημα Β της έκθεσης εκτίμησης του Μ.Ε.5 (Τεκμήριο 17). Η Μ.Ε.8 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ακρίβεια από πού προκύπτει αυτή η διαφορά στις μετρήσεις της. Από τις δύο όμως θεωρεί ορθή εκείνη των 19137 τ.μ.. Σημειώνεται ότι η διαφορά στις μετρήσεις της επηρεάζει και την έκθεση του Μ.Ε.5, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί κανένα εμβαδόν απ' εκείνα στα οποία έκαμαν αναφορά οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.8 που είναι και οι δύο μάρτυρες του Ενάγοντα, ότι αντιπροσωπεύει την πραγματική έκταση του ακινήτου. Σημειώνεται ότι η Μ.Ε.8 παραδέχθηκε ότι επίσημη εμβαδομέτρηση ενός τεμαχίου γίνεται από το Κτηματολόγιο κατόπιν αίτησης του ιδιοκτήτη και ανοίγεται φάκελος. Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο Μ.Ε.3 στην έκθεση του (Τεκμήριο 15) ότι «Το τελικό εμβαδόν του τεμαχίου είναι αυτό που προκύπτει μετά από επίσημη εξωτερική οριοθέτηση από τα Τμήματα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.» Επιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.5, που παραμένει αναντίλεκτη, εφόσον δεν έχει αντεξεταστεί επί του σχετικού σημείου και ούτε υπάρχει αντίθετη μαρτυρία, η διαδικασία εγγραφής του δρόμου που θα μειώσει σημαντικά το εμβαδόν του δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο ενόψει της μη εμβαδομέτρησης του ακινήτου από μέρους του Κτηματολογίου και της μη οριοθέτησης του μέχρι σήμερα στη βάση των εν χρήσει σχεδίων, αλλά και της μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας εγγραφής του δρόμου, είναι ότι η έκταση του επίδικου ακινήτου είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερη απ΄ εκείνη που αναγράφεται στον τίτλο του. Το γεγονός αυτό παραδέχεται και ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του που υπολόγιζε όμως τη διαφορά σε 2 - 3 σκάλες, όπως αντιλήφθηκε επιτόπου. Ουσιώδης μαρτυρία για όσα επεσυνέβησαν στο Κτηματολόγιο στις 20.7.2007 ήταν και εκείνη της Μ.Υ.2 που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη
- Η Μ.Υ.2 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν θετική και αμετακίνητη στις θέσεις που πρόβαλε παρά την επίμονη αντεξέταση της. Ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για υλοποίηση της μεταβίβασης στις 20.7.2007 και η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται σε όλα τα σημεία απ' εκείνη της Μ.Ε.
- Για τους πιο πάνω λόγους δέχομαι τη μαρτυρία της στα αμφισβητούμενα σημεία, έναντι εκείνης του Ενάγοντα, για όσα συνέβησαν στο χώρο του Κτηματολογίου Πάφου στις 20.7.
- Συνεπώς ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Τον Ιούλιο του 2007 ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 1, μέσω του διευθυντή της - Μ.Υ.1, κατέληξαν στη συμφωνία όπως η Εναγόμενη 1 αγοράσει το τεμάχιο 372 με αρ. εγγραφής 12716 στη Δρούσεια που ανήκει στον Ενάγοντα, έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.000, όπως αυτό φαινόταν επιτόπου. Προτού καταλήξουν στη συμφωνία, ο Μ.Υ.1 έχοντας στην κατοχή του τον τίτλο του ακινήτου που τον είχε προμηθεύσει ο Ενάγοντας καθώς και σχεδιάγραμμα της τοποθεσίας επισκέφθηκε το ακίνητο μαζί με τον Ενάγοντα και είδαν επιτόπου τα σύνορα του που σχεδόν όλα ήταν φυσικά. Ο Μ.Υ.1 υπέδειξε στον Ενάγοντα επί του σχεδιαγράμματος το τεμάχιο του με αρ. 372 και τίτλον εγγραφής με αρ. 12716, που είχε προς πώληση. Ο τίτλος εγγραφής περιείχε την εξής αναφορά στην παράγραφο με τον τίτλο «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ»: «Η εγγραφή δεν βασίζεται στο εν χρήσει σχέδιο έκταση σύμφωνα με την εγγραφή 6689 τ.μ. (6/ΕΣ/523635/1980).» Επιτόπου ο Μ.Υ.1 διαπίστωσε ότι η έκταση του ακινήτου θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερη απ΄ εκείνη που αναγραφόταν στον τίτλο, έχοντας κατά νου και τη σημείωση επί του τίτλου ότι αυτός δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια. Στις 20.7.2007 το πρωί ο Ενάγοντας και η Μ.Υ.2 εκ μέρους της Εναγόμενης 1 προσήλθαν στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου. Αφού η Μ.Υ.2 ετοίμασε τα σχετικά έγγραφα και υπέγραψαν τη Δήλωση Μεταβίβασης μαζί με τον Ενάγοντα, τα προώθησε στη Μ.Ε.9 που ήταν η υπάλληλος που ανέλαβε τη μεταβίβαση. Ακολούθησε η διαδικασία που περιέγραψε η Μ.Ε.9 στη μαρτυρία της που δεν χρειάζεται να επαναλάβω και την οποίαν υιοθετώ για σκοπούς ευρημάτων μου. Τονίζεται όμως το σημείο ότι όταν η Μ.Ε.9 αντιλήφθηκε από την έρευνα που διεξήγαγε για το επίδικο ακίνητο ότι ο τίτλος 12716 που το αφορούσε δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια, κατέγραψε το γεγονός σε ιδιόχειρη σχετική σημείωση στη δεύτερη σελίδα της Δήλωσης Μεταβίβασης, προσθέτοντας ότι το εμβαδόν μπορεί να αυξομειωθεί κατόπιν επιτόπιας έρευνας. Τη σημείωση στη συνέχεια διάβασε και στους δύο και κάλεσε τη Μ.Υ.2 να την υπογράψει ,όπως και έγινε. Ταυτόχρονα έγινε και η πληρωμή του τιμήματος πώλησης από τη Μ.Υ.2 στον Ενάγοντα και ακολούθησε η έκδοση στις 6.12.2007 του νέου τίτλου. Αυτή ήταν η τακτική που ακολουθούσε το Κτηματολόγιο τότε σε τέτοιες περιπτώσεις. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου δεν τίθεται θέμα αμοιβαίου λάθους ως προς την έκταση του ακινήτου ούτε και κατά τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Ακόμη και στην περίπτωση που τα δύο συμβαλλόμενα μέρη τελούσαν υπό αμοιβαία πλάνη ως προς την ακριβή έκταση του ακινήτου, για να κριθεί άκυρη η συμφωνία ενόψει του λάθους, θα πρέπει το λάθος να είναι ουσιώδες ως προς το αντικείμενο της συμφωνίας. Μόνο τότε μπορεί να πλήξει το θεμέλιο της συμφωνίας και να την καταστήσει άκυρη. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αν τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν την ακριβή έκταση του επίδικου ακινήτου δεν θα προχωρούσαν με τη συμφωνία πώλησης του στην Εναγόμενη
- Ούτε ο Ενάγοντας πρόβαλε τέτοια θέση στη μαρτυρία του. Αντίθετα προχώρησαν στη σύναψη της συμφωνίας ενώ γνώριζαν και οι δύο ότι υπήρχε αβεβαιότητα ως προς το πραγματικό εμβαδόν του, ενόψει της σημείωσης στον τίτλο. Η συμπεριφορά τους αυτή υποδηλοί ότι δεν θεώρησαν ως ουσιώδες γεγονός την έκταση του ακινήτου. Συνοψίζοντας είναι κατάληξη μου ότι η Εναγόμενη 1 αγόρασε το ακίνητο έναντι του ποσού των Λ.Κ.30.000, στη βάση του τίτλου ιδιοκτησίας με αρ. 12716 που προνοούσε ότι δεν βασίζετο στα εν χρήσει σχέδια. Η ίδια σημείωση μεταφέρθηκε και επί του νέου τίτλου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 30). Αν μετά έγινε αντιληπτό από τον Ενάγοντα, εφόσον δεν είχε γίνει ακόμη η επιτόπια εξέταση και η οριοθέτηση του ακινήτου από το Κτηματολόγιο, ότι το ορθό εμβαδόν ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο απ΄ εκείνο που αναγραφόταν στον τίτλο, αυτό δεν δημιουργεί οποιοδήποτε δικαίωμα υπέρ του Ενάγοντα ή υποχρέωση που βαρύνει την Εναγόμενη
- Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Δημητρίου κ.α. v. Ξανδρή
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2184, όπου αποφασίστηκαν τα εξής στη σελ. 2195: «Το ζήτημα του εμβαδού του τεμαχίου 502 δεν εγείρεται στην παρούσα υπόθεση. Ο εφεσίβλητος αγόρασε το τεμάχιο 502 σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας του και σύμφωνα με το εν χρήσει κτηματολογικό σχέδιο. Αν μετά την οριοθέτηση του κτήματος προέκυψε ότι το ορθό εμβαδόν του τεμαχίου 502 είναι κάπως μεγαλύτερο από εκείνο που αναγραφόταν προηγουμένως στον τίτλο ιδιοκτησίας αυτό δεν δημιουργεί οποιοδήποτε δικαίωμα υπέρ των εφεσειουσών ή υποχρέωση που βαρύνει τον εφεσίβλητο.» Η πραγματική πρόθεση των μερών ήταν η πώληση του ακινήτου που καλύπτετο από τον τίτλο εγγραφής 12716, όπως φαινόταν επιτόπου με τα φυσικά του σύνορα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα αλλά και του Μ.Υ.
- Το γεγονός ότι τα σύνορα του ακινήτου ήταν φυσικά και εμφανή επιτόπου είναι αδιαμφισβήτητο. Ο Ενάγοντας στην Αγωγή του αλλά και στη μαρτυρία του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας γι' αυτό και μια από τις αξιώσεις του είναι «Δήλωση πως η συμφωνία έχει δεόντως τερματιστεί και/ή διαζευκτικά δήλωση που να τερματίζει την ισχύ της συμφωνίας». Έχω ανατρέξει στην ενώπιον μου μαρτυρία όπου εντοπίζονται τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνιστούν και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας με την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 9.3.2010 (Τεκμήριο 3) προς την Εναγόμενη 1 την πληροφορούσε ότι «Επειδή ο πελάτης μου ανακάλυψε πως η συμφωνία πώλησης του παραπάνω κτήματος ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους ως προς την έκταση του, με την παρούσα η συμφωνία ακυρώνεται. Επομένως καλείσθε πάραυτα να επαναμεταβιβάσετε το κτήμα στον πελάτη μου. Τα χρήματα που πληρώσατε πλέον τόκους προς 8% ταυτόχρονα θα σας επιστραφούν.» Στην ειδοποίηση αυτή του δικηγόρου του Ενάγοντα η Εναγόμενη 1 με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 17.3.2010 (Τεκμήριο 4), αρνήθηκε την ύπαρξη λάθους κατά την πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της, με το δικαιολογητικό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν ότι η εγγραφή 12716 δεν βασίζετο στα εν χρήσει σχέδια. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου τίθεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν νόμιμος. Στην παρούσα περίπτωση ακόμη και να γινόταν δεκτή η θέση περί αμοιβαίου λάθους ως προς την έκταση του ακινήτου και ότι η έκταση ήταν βασικό γεγονός, δεν τίθεται θέμα τερματισμού της συμφωνίας. Οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις των μερών στη βάση της συμφωνίας έχουν ήδη εκτελεστεί με την ταυτόχρονη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 και την πληρωμή του τιμήματος πώλησης που συμφωνήθηκε σε Λ.Κ.30.
- Αυτά μαρτύρησε η Μ.Υ.2 και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΚΕΦ. 149 και τη νομολογία, στην περίπτωση ύπαρξης αμοιβαίου λάθους ως προς ένα ουσιώδες πραγματικό γεγονός, η συμφωνία καθίσταται άκυρη εξ' υπαρχής και όχι ακυρώσιμη, όπως θεώρησε ο Ενάγοντας. Συνεπώς η αξίωση του Ενάγοντα για δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί, δεν μπορεί να πετύχει. Ενόψει της κατάληξης μου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή καταρτισμού της συμφωνίας και μεταβίβασης του ακινήτου, δεν τελούσαν κάτω από καθεστώς αμοιβαίου λάθους ως προς ουσιώδες γεγονός, τα διάφορα διατάγματα ή δηλώσεις σε σχέση με την κυριότητα του ακινήτου ή την επανεγγραφή του επ' ονόματι του Ενάγοντα που είναι μέρος των αξιώσεων, θα πρέπει να απορριφθούν. Ο Ενάγοντας με την Αγωγή και τη μαρτυρία του ζητά επίσης το ποσό των €1.111.740,00 ως αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, λεπτομέρειες της οποίας παρατίθενται κατωτέρω, αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή του δικαίου αποκατάστασης και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Ο δικηγόρος του στη γραπτή του αγόρευση εισηγείται επιπρόσθετα την επιδίκαση υπέρ του Ενάγοντα του ποσού των €360.720,00 ως την αξία του εξαχθέντος πετρώματος εκ του ακινήτου. Καταλογίζονται στην Εναγόμενη 1 τέσσερις λεπτομέρειες αμέλειας που είναι α) δεν έλαβαν υπόψη την πληροφορία του Κτηματολογίου ότι το εμβαδόν ήταν πολύ μεγαλύτερο των 6689 που αναφερόταν στον τίτλο, β) γνώριζαν ότι η αγοραία αξία του ακινήτου ήταν πολλαπλάσια από τη δηλωθείσα αξία, γ) δεν πληροφόρησαν σχετικά τον Ενάγοντα και δ) προχώρησαν στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 3 παρά τα πιο πάνω. Έχω εξετάσει τις αξιώσεις του Ενάγοντα για αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 1, κάτω από το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας. Από τη μαρτυρία και ευρήματα μου δεν έχω πειστεί ότι η Εναγόμενη 1 υπήρξε σε οποιοδήποτε στάδιο αμελής είτε κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας και μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της είτε και μετά. Από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί καθίσταται σαφές ότι η έκταση του ακινήτου μπορούσε να αυξομειωθεί γιατί ο τίτλος του δεν είχεν αντικριστεί με τα εν χρήσει σχέδια. Το γεγονός αυτό προέκυπτε τόσο από την σχετική σημείωση στον τίτλο του ακινήτου ότι δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια αλλά και κατά την ώρα της μεταβίβασης στη βάση των λεχθέντων της Μ.Ε.9 στην παρουσία του δικαιοπαρόχου και της δικαιοδόχου και τη σημείωση της επί της Δήλωσης Μεταβίβασης. Ό,τι γνώριζε η Εναγόμενη 1 για την έκταση του ακινήτου θα πρέπει κανονικά να το γνώριζε και ο Ενάγοντας. Αν δεν ήταν ικανοποιημένος με τον τίτλο του θα έπρεπε να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για αναθεώρηση του τίτλου ή και να κάμει τη σχετική έρευνα του προτού καταλήξει στη συμφωνία και όχι εκ των υστέρων. Συνεπώς δεν μπορεί να αιτιάται την Εναγόμενη 1 αν τελικά αποδείχθηκε ότι το ακίνητο που πώλησε και μεταβίβασε επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης απ' εκείνο που αναγραφόταν στον τίτλο του ή μεγαλύτερο απ' εκείνο που πίστευε ότι ήταν. Τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγόμενη 3 επ' ονόματι της οποίας μεταβιβάστηκε στη συνέχεια το ακίνητο, δεν είχαν καμιά υποχρέωση έναντι του Ενάγοντα στο να του υποδείξουν το πραγματικό εμβαδόν του δικού του ακινήτου ή άλλο καθήκον επιμέλειας. Πόσο μάλλον η Εναγόμενη 3 που δεν είχε καμιά δοσοληψία με τον Ενάγοντα. Η βάση των αξιώσεων του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 3 είναι η επίδειξη αμέλειας από μέρους της, λεπτομέρειες της οποίας επίσης καταγράφονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης και είναι α) παραγνώρισε τις διεκδικήσεις του Ενάγοντα τις οποίες γνώριζε πολύ καλά, β) παρέλειψε να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και γενικά το ιστορικό του ακινήτου και γ) δεν διερωτήθηκε για τα κίνητρα της Εναγόμενης 1 για πρόθεση πώλησης του παρά τις ένορκες δηλώσεις. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Ενάγοντας και ευρήματα μου δεν στοιχειοθετείται καμιά λεπτομέρεια αμέλειας από τις πιο πάνω που αποδίδονται στην Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 3 για στοιχειοθέτηση της υπεράσπισης της κάλεσε ως μάρτυρα τον διευθυντή της, Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.5 ήταν κατηγορηματικός ότι ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρεία του είχαν οποιαδήποτε σχέση με την πώληση του ακινήτου στην Εναγόμενη
- Ο ίδιος απλά κατέληξε στη συμφωνία αγοράς του από την Εναγόμενη 1, για σκοπούς των εργασιών του. Προς το σκοπό αυτό προχώρησε σε διάφορα διαβήματα για λήψη άδειας για ισοπέδωση του τόσο από το Τμήμα Γεωργίας όσο και από το Τμήμα Πολεοδομίας. Το Τμήμα Γεωργίας με την επιστολή του ημερ. 4.10.2010 (Τεκμήριο 9) ζήτησε την απομάκρυνση των ογκόλιθων και ισοπέδωση του ακινήτου με την προϋπόθεση ότι η ισοπέδωση δεν θα υπερέβαινε το βάθος των 60 εκ., διαφορετικά χρειαζόταν πολεοδομική και οικοδομική άδεια από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Η Εναγόμενη 1, που ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγόμενης 3, αποτάθηκε εκ νέου στο Τμήμα Πολεοδομίας αυτή τη φορά, το οποίο με την επιστολή του ημερ. 29.10.2010 (Τεκμήριο 8) την πληροφορούσε ότι για την εκτέλεση σε γεωργική ή δασική γη μηχανικών εργασιών ή ισοπέδωση αγροτικών τεμαχίων δεν απαιτείτο πολεοδομική άδεια κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, τονίζοντας στο τέλος ότι δεν επιτρέπεται η λατομική ανάπτυξη. Το Τμήμα Πολεοδομίας απέρριψε τελικά την αίτηση για τους λόγους που εμφαίνονται στο πρακτικό ημερ. 8.2.2012 (Τεκμήριο 38) μεταξύ των οποίων και γιατί το Τμήμα Περιβάλλοντος δεν συνηγορούσε υπέρ της έγκρισης γι' αυτό και ζήτησε Περιβαλλοντική Μελέτη. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία του Μ.Υ.4 ότι το 2014 υπέβαλε στην αρμόδια αρχή την Περιβαλλοντική Μελέτη η οποία εκκρεμεί. Ο Μ.Υ.5 ανέφερε περαιτέρω ότι σταμάτησε τις εργασίες εξόρυξης της πέτρας λόγω του ότι το βάθος των βράχων ξεπερνούσε τα 60 εκ. και τα Τμήματα Πολεοδομίας και Μεταλλείων του απαγόρευσαν τον τεμαχισμό τους. Σε αίτηση του τέλος για αφαίρεση της μεγάλης πέτρας από το επίδικο ακίνητο ο Διευθυντής του Τμήματος Περιβάλλοντος με την επιστολή του ημερ. 9.5.2012 (Τεκμήριο 37) αρνήθηκε. Ο Μ.Υ.5 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από τα διάφορα τεκμήρια που κατέθεσε που είναι οι επιστολές των διαφόρων Αρχών που έλαβε σε απάντηση των αιτήσεων του, μέσω της Εναγόμενης 1, σε σχέση με τις εργασίες που προτίθετο να προβεί εντός του ακινήτου. Κρίνω τον Μ.Υ.5 καθόλα αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του σ' όσον αφορά τα γεγονότα που περιέγραψε ότι συνέβησαν από τον Αύγουστο του 2010, που κατέληξε με την Εναγόμενη 1 στη συμφωνία ανταλλαγής του ακινήτου, με το Τεκμήριο 35(Α) και μετά, τα οποία υιοθετώ για σκοπούς ευρημάτων μου και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Τονίζεται μόνο το γεγονός ότι μέχρι σήμερα η Εναγόμενη 3 δεν εξασφάλισε άδεια για λατομική ανάπτυξη του ακινήτου. Το ακίνητο σύμφωνα με το Τεκμήριο 11 μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της Εναγόμενης 3 στις 11.1.2011, δηλαδή μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.9.2010 που ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που απαγόρευε τη διάθεση του ακινήτου. Αυτά μαρτύρησε ο Ενάγοντας και δεν έχουν αμφισβητηθεί, γι' αυτό και συνιστούν επίσης ανάλογα ευρήματα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων, δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε την Εναγόμενη 1 να προχωρήσει σε πώληση του ακινήτου στην Εναγόμενη 3 όταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να εκμεταλλευθεί το ακίνητο για το σκοπό που το αγόρασε. Ούτε και η Εναγόμενη 3 είχε οποιαδήποτε νομική υποχρέωση ή καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα ή έλαβε μέρος στις δοσοληψίες μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
- Σημειώνεται ότι μέχρι σήμερα η Εναγόμενη 3 δεν έχει λάβει τις απαραίτητες άδειες να εκμεταλλευτεί το ακίνητο για τους σκοπούς που το αγόρασε, για τους λόγους που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Σ' όσον αφορά τις αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 2 έχουν επίσης ως βάση την αμέλεια από μέρους της Εναγόμενης
- Οι λεπτομέρειες αμέλειας που της αποδίδονται καταγράφονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης που είναι α) δεν πληροφόρησε επαρκώς και σαφώς τον Ενάγοντα για το ενδεχόμενο το εμβαδόν του ακινήτου να ήταν στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερο απ΄ εκείνο του τίτλου, β) έγινε δεκτή η δήλωση της έκτασης στον τίτλο για σκοπούς πληρωμής μεταβιβαστικών ώστε δεν ηγέρθηκε αμφιβολία ως προς την έκταση και γ) επέβαλε μεταβιβαστικά τέλη πολύ χαμηλά. Για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του εναντίον της Εναγόμενης 2 ο Ενάγοντας βασίστηκε κυρίως στη μαρτυρία του Μ.Ε.2, πρώην κτηματολογικού λειτουργού. Στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.2 προσπάθησε να επιρρίψει ευθύνη στην Εναγόμενη 2 ότι ενόψει της σημείωσης ότι ο τίτλος του ακινήτου δεν βασίζετο στα εν χρήσει σχέδια, δεν προέβη σε διερεύνηση της κατάστασης και ούτε σε εκτίμηση του ακινήτου για σκοπούς πληρωμής τελών. Υπέδειξε δε ότι σύμφωνα με τα Τεκμήρια 23 και 24 για σκοπούς φορολογίας το ακίνητο εμφανίζετο ως έκτασης 10 σκαλών. Θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, να εξακριβωθεί η έκταση του ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Δεν έχω πειστεί αφ' ενός μεν ως προς το εφικτό τέτοιας διαδικασίας κατ' εκείνο το χρονικό σημείο και αφ' ετέρου ως προς την ακρίβεια των αποτελεσμάτων τέτοιας έρευνας. Σημειώνεται ότι σε εμβαδομέτρηση του ακινήτου είχαν προβεί και οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.8 για λογαριασμό του Ενάγοντα, ο μεν Μ.Ε.3 στη βάση μόνο των σχεδίων, ενώ η Μ.Ε.8 και στη βάση επιπρόσθετα επιτόπιας έρευνας, αλλ' όμως κατέληξαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Μάλιστα η Μ.Ε.8 κατέληξε σε δύο διαφορετικά αποτελέσματα. Από την άλλη η Μ.Ε.9 απέρριψε στη μαρτυρία της ότι ακολουθείτο τότε τέτοια διαδικασία κατά τη μεταβίβαση ή ότι μπορούσε να ακολουθηθεί στο χρονικό εκείνο στάδιο της μεταβίβασης. Η Μ.Ε.9 πρόβαλε επίσης τη θέση ότι δεν υπήρχαν τέτοιες οδηγίες από το Τμήμα του Κτηματολογίου για εξακρίβωση του εμβαδού κατά τη μεταβίβαση, κάτι που γίνεται μετά την έκδοση του τίτλου, οπότε ο φάκελος επιστρέφει στον Κλάδο Μεταβιβάσεων και ο υπεύθυνος τον παραπέμπει στον Κλάδο Αιτήσεων για διενέργεια επιτόπιας έρευνας εξ' ου και δεν χρειαζόταν να ανατρέξει στο Φορολογικό Μητρώο. Σ' όσον αφορά την πληρωμή τελών κατά τη μεταβίβαση σύμφωνα με τον Περί Κτηματολογίου και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμο ΚΕΦ. 219, υπολογίζονται στη βάση του τιμήματος πώλησης εκτός αν ο διευθυντής ασκώντας τη διακριτική του εξουσία ανατρέξει στην αγοραία αξία, δικαίωμα που του παρέχει ο Νόμος και όχι υποχρέωση. Συνεπώς βρίσκω ότι κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης δεν λήφθησαν άλλα μέτρα από το Κτηματολόγιο απ' εκείνα που περιέγραψε η Μ.Ε.
- Για εξακρίβωση του πραγματικού εμβαδού του ακινήτου από το Κτηματολόγιο απαιτείτο διαδικασία που περιλαμβάνει επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο αλλά και αντίκρυση του τίτλου με τα εν χρήσει σχέδια, διαδικασία που δεν θα μπορούσε να γίνει κατά τη μεταβίβαση αλλά μετά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ακολουθήθηκε η πρακτική που ακολουθούσε το Κτηματολόγιο στη βάση της νομοθεσίας και δεν εντοπίζεται οτιδήποτε το επιλήψιμο. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων μου η ύπαρξη της σημείωσης στον τίτλο, ότι δηλαδή αυτός δεν βασιζόταν στα εν χρήσει σχέδια, η ανάγνωση από μέρους της Μ.Ε.9 προς τον Ενάγοντα και τη Μ.Υ.1 της πιο πάνω σημείωσης, που περιέλαβε στη Δήλωση Μεταβίβασης προσθέτοντας ότι ως αποτέλεσμα μπορεί το εμβαδόν να αυξομειωθεί, αλλά παρά ταύτα ο Ενάγοντας προχώρησε στην υλοποίηση της μεταβίβασης, απαλλάσσει την Εναγόμενη 2 από οποιαδήποτε ευθύνη είτε στη βάση της αμέλειας είτε διαφορετικά. Οι Μ.Ε.9, 10 και 11 αντεξετάστηκαν εν εκτάσει σ' όσον αφορά την παράλειψη του Διευθυντή του Κτηματολογίου να υποβάλει ερωτήματα ή να διατάξει αυτοψία κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης. Το δικαίωμα αυτό του Διευθυντή προκύπτει από το άρθρο 13 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 που προβλέπει τα εξής: «13.-
(1)Οσάκις σκοπείται η διενέργεια δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ενώπιον του αρμοδίου ή οιουδήποτε ετέρου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος, ή οσάκις τοιαύτη δήλωσις γίνεται αποδεκτή παρ' οιουδήποτε ετέρου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος, ο Διευθυντής δύναται, προ της ενασκήσεως της διακριτικής εξουσίας ην περιβέβληται δυνάμει του άρθρου 14, να ζητήση παρά των διενεργούντων την τοιαύτην δήλωσιν προσώπων ή παρ' οιουδήποτε εξ αυτών όπως απαντήσωσι προφορικώς ή εγγράφως εις οιονδήποτε ερώτημα όπερ ούτος ευλόγως ήθελε κρίνει αναγκαίον να υποβάλη, περιλαμβανομένων και ερωτημάτων αφορώντων εις- (α) την ταυτότητα και εθνικότητα των συμβαλλομένων μερών (β) την συμβατικήν ικανότητα των μερών δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου και την ικανότητα των προσώπων άτινα εμφανίζονται ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος προς διενέργειαν της δηλώσεως (γ) την εξακολούθησιν ή μη της εξουσίας προσώπου τινός όπως προβή εις δήλωσιν μεταβιβάσεως ή υποθήκης διά λογαριασμόν ετέρου τινός προσώπου (δ) την ικανότητα οιουδήποτε των μερών της δηλώσεως όπως αντιλαμβάνηται την φύσιν της σκοπουμένης δικαιοπραξίας (ε) την ύπαρξιν, ταυτότητα, φύσιν, κατάστασιν, εμβαδόν ή ποσότητα του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις (στ) την κυριότητα ή κατοχήν του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις (ζ) οιονδήποτε συμφέρον σχετιζόμενον προς το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις και ανήκον εις εκάτερον των μερών της σκοπουμένης δηλώσεως ή εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον (η) την ύπαρξιν οιουδήποτε όρου, συμφώνου ή συμφωνίας μη αποκαλυπτομένης εν τη δηλώσει ή ετέρω προσαχθέντι εγγράφω (θ) το ποσόν οιασδήποτε αντιπαροχής και, εν τη περιπτώσει μεταβιβάσεως, την ημερομηνίαν καθ' ην αύτη συνεφωνήθη και (ι) εν τη περιπτώσει μεταβιβάσεως, την ύπαρξιν οιασδήποτε συμφωνίας προς επαναμεταβίβασιν της ακινήτου εις τον μεταβιβάζοντα ταύτην είτε επί τη πληρωμή οιουδήποτε ποσού είτε επί τω συμβάντι οιουδήποτε γεγονότος.
(2)...........................
(3)Οσάκις ο Διευθυντής έχει οιανδήποτε αμφιβολίαν αναφορικώς προς οιονδήποτε των εν παραγράφοις (ε), (στ) και (ζ) του εδαφίου
(1)διαλαμβανομένων ζητημάτων, ή αναφορικώς προς οιανδήποτε πληροφορίαν ή αποδεικτικόν στοιχείον παρασχεθέν αυτώ υπό των μερών σκοπουμένης τινός δηλώσεως περί τα ως άνω ζητήματα, πριν ή ούτος αποδεχθή την γενομένην δήλωσιν δύναται να διατάξη την διενέργειαν αυτοψίας παρά τινος λειτουργού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος δαπάναις του κυρίου. ............................» Από την ενώπιον μου μαρτυρία συνιστά κοινό έδαφος ότι ο Διευθυντής δεν διέταξε τη διενέργεια αυτοψίας και ούτε υπέβαλε οποιαδήποτε ερωτήματα κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης, γι' αυτό και ολοκληρώθηκε η διαδικασία αυθημερόν. Η υποβολή ερωτημάτων όπως και η διαταγή για αυτοψία είναι δικαιώματα που το πιο πάνω άρθρο παρέχει στο Διευθυντή κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, και όχι υποχρεώσεις του, όπως λανθασμένα θεωρεί ο Ενάγοντας. Εκτός από το δικαίωμα του Διευθυντή να διατάξει επιτόπια έρευνα, το άρθρο 14 του ιδίου Νόμου του δίνει και την εξουσία να αρνηθεί τη μεταβίβαση στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση αμφιβολιών ως προς το εμβαδόν του υπό μεταβίβαση ακινήτου. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 14: «14. Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή να επιτρέψη την παρά του αρμοδίου λειτουργού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος αποδοχήν οιασδήποτε δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ή, οσάκις τοιαύτη δήλωσις εγένετο εις Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον επαρχίας ετέρας ή της επαρχίας εν η κείται το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις ή εις παράρτημα τι, ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή να εγγράψη την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν εις οιανδήποτε των εφεξής περιστάσεων, ήτοι- (α) οσάκις εξ οιασδήποτε παρασχεθείσης πληροφορίας, προσαχθέντος αποδεικτικού στοιχείου ή βεβαιώσεως γενομένης κατ' απαίτησιν του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 13 ή εκ των πορισμάτων αυτοψίας διενεγηθείσης κατ' εντολήν του Διευθυντού δυνάμει του εδαφίου
(3)του προμνησθέντος άρθρου- (i) ο Διευθυντής έχη οιασδήποτε αμφιβολίας αναφορικώς προς ζήτημα τι εκ των αναφερομένων εν παραγράφοις (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου
(1)του προμνησθέντος άρθρου ............................» Συνεπώς δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό σ' όσον αφορά την παράλειψη του Διευθυντή υποβολής ερωτημάτων ως προς το εμβαδόν ή παράλειψη έκδοσης διαταγής για διενέργεια αυτοψίας κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης. Σημειώνεται ότι συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Μ.Ε.9 χειρίστηκε την αίτηση για μεταβίβαση σύμφωνα με την τακτική που ακολουθούσε το Κτηματολόγιο στην περίπτωση που περιπέσει στην αντίληψη της υπαλλήλου ότι ο τίτλος του υπό μεταβίβαση ακινήτου δεν έχει αντικριστεί με τα εν χρήσει σχέδια. Όπως εξηγείται στην υπόθεση X"Ιωάννου v. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844, ο συσχετισμός της επιτόπου κατάστασης του ακινήτου με το σχέδιο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον καθορισμό της ιδιοκτησίας που ενέχει ο τίτλος εγγραφής του. Επίσης το άρθρο 50 του ΚΕΦ. 224 προνοεί ότι στην περίπτωση που ένα ακίνητο δεν μπορεί να συσχετιστεί με τα εν χρήσει σχέδια η έκταση της εγγραφής είναι αυτή που δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς. Ο Ενάγοντας είχε στην κατοχή του τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου που πώλησε, αντίγραφο του οποίου έδωσε στο Μ.Υ.1, και ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο του, όπως και την ύπαρξη της σημείωσης ότι δεν έχει αντικριστεί με τα εν χρήσει σχέδια. Αν δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη σημασία της σημείωσης κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας σίγουρα είχε την ευκαιρία να ζητήσει διευκρινίσεις από τη Μ.Ε.9 όταν αυτή διάβασε τη σημείωση στον δικαιοπάροχο και δικαιοδόχο που και οι δύο ήταν μπροστά της, ότι το εμβαδόν μπορούσε να αυξομειωθεί και να μην προχωρούσε στη μεταβίβαση. Συνεπώς δεν μπορεί να καταλογιστεί ευθύνη στην Εναγόμενη 2 ότι δεν έπραξε σωστά ή ότι υπήρξε αμελής σε οποιοδήποτε στάδιο κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Ενάγοντας και ευρήματα μου δεν αποδείχθηκε επίσης η ύπαρξη σχέσης επιτρόπου και δικαιούχου μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 ή καταπιστεύματος, που επίσης συνιστούν βάση διεκδίκησης αποζημιώσεων. Ειδικά για την αξίωση του ποσού των €1.111.740 που, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης είναι η διαφορά που προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού των €51.260,00, που όπως υπολογίζει το Δικαστήριο είναι το ισάξιο σε ευρώ του ποσού των Λ.Κ.30.000, από την αγοραία αξία του όπως την υπολόγισε ο Μ.Ε.5, εκείνο που καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο είναι να διαμορφώσει μια νέα συμφωνία για τα μέρη, στην οποία να προβλέπεται αυξημένη τιμή πώλησης, γεγονός ανεπίτρεπτο (βλ. Σκουτέλλας v. Μιχαήλ
(2008)1 Α.Α.Δ. 269). Θεωρητικά και να είχε δίκαιο ο Ενάγων ως προς τον ισχυρισμό του για την ύπαρξη αμοιβαίου λάθους ως προς την έκταση, η θεραπεία που προβλέπεται στα άρθρα 21 και 22 του ΚΕΦ. 149 είναι η διακήρυξη της συμφωνίας ως άκυρης εξ' υπαρχής με τα αποτελέσματα που φέρει μια τέτοια συμφωνία. Εφόσον η συμφωνία κρίνεται ως καθόλα έγκυρη δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 65 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 70 τυγχάνουν εφαρμογής την παρούσα περίπτωση εφόσον εδώ πρόκειται περί μιας έγκυρης συμφωνίας που έχει ήδη εκτελεστεί. Ο Ενάγοντας προώθησε τις αξιώσεις του και στη βάση της παράνομης επέμβασης από μέρους των Εναγομένων 1 και 3. Το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προνοεί τα εξής: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Όπως αναφέρεται και στο Ηalsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ. 1194, επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με τη θέληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516 όπου στη σελ. 1527 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αdamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1C.L.R.122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή.» Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκής ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1 Α.Α.Δ. 654). Σε αγωγή παράνομης επέμβασης ο Ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης. Με την απόδειξη της επέμβασης το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653 και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 813). Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων μου δεν τίθεται θέμα παράνομης κατοχής από μέρους των Εναγομένων 1 και 3. Η μεν Εναγόμενη 1 έπαψε να έχει οποιαδήποτε σχέση με το ακίνητο και συνακόλουθα με την κατοχή του από τη στιγμή της μεταβίβασης του επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3, η δε Εναγόμενη 3 είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου από τον Ιανουάριο του 2011 που αυτό μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της. Λόγω της ιδιότητας της αυτής νομιμοποιείται στην κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η εξέταση του θέματος των αποζημιώσεων στις οποίες θα δικαιούτο ο Ενάγοντας σε περίπτωση που αποδεικνύοντο οι βάσεις των αξιώσεων του (βλ. Στυλιανού v. Σχολικής Εφορείας Αραδίππου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1312), κρίνεται περιττή. Παρά την κατάληξη μου αυτή κρίνω σκόπιμο όπως πολύ συνοπτικά εξετάσω το θέμα της αγοραίας αξίας του ακινήτου στην οποία δόθηκε έμφαση και από τις δύο πλευρές κατά την ακρόαση. Σχετική με το θέμα είναι η μαρτυρία των Μ.Ε.5, Μ.Ε.6 και Μ.Ε.7 από τη μια και των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 από την άλλη. Ο μεν Μ.Ε.5, εκτιμητής ακινήτων, υποστήριξε ότι το ακίνητο έχει δύο αξίες δηλαδή αυτή της γης και εκείνη της πέτρας, οι οποίες θα πρέπει να προστεθούν για να εξευρεθεί η αγοραία αξία του ακινήτου. Συγκεκριμένα ο ίδιος υπολόγισε την αγοραία αξία της γης του ακινήτου τον Ιούλιο του 2007 σε €99.440,00 έχοντας ως βάση ότι η έκταση του ακινήτου είναι 18080 τ.μ. σύμφωνα με τις μετρήσεις της Μ.Ε.
- Για την αξία της πέτρας κλήθηκε από πλευράς Ενάγοντα ο Μ.Ε.6, γεωλόγος, ο οποίος προέβη σε διάφορους υπολογισμούς ως προς την ποσότητα της πέτρας που μπορούσε να αφαιρεθεί και τι κέρδος θα απέφερε στον ιδιοκτήτη στην περίπτωση βέβαια που το ακίνητο εντάσσετο σε Λατομευτική Ζώνη ή είχε άδεια λατόμευσης. Έκαμε επίσης και ένα υπολογισμό ως προς την αξία της πέτρας που αφαιρέθηκε παράνομα. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 3 το Σεπτέμβρη του 2010 άρχισε την εξόρυξη πέτρας από το ακίνητο είναι παραδεκτό και από το Μ.Υ.5 ο οποίος όμως, όπως ανέφερε, σταμάτησε τις εργασίες κατόπιν των διαβημάτων του Ενάγοντα και όταν αντιλήφθηκε από το μέγεθος των βράχων ότι χρειαζόταν σχετική άδεια. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Μ.Ε.6 δεν είχε άμεση γνώση πώς ήταν προηγουμένως το ακίνητο γι' αυτό και ό,τι ανέφερε για την ποσότητα της πέτρας που αφαιρέθηκε είναι από δικούς του υπολογισμούς και απ' όσα αντιλήφθηκε κατά την επίσκεψη του στις 9.2.2011, κατόπιν εντολής κάποιου ονόματι Παλατέ, ότι σε ορισμένα σημεία του ακινήτου είχεν γίνει παράνομη λατόμευση. Σημειώνεται ότι την έκθεση του (Τεκμήριο 22), σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ετοίμασε μόλις μια εβδομάδα πριν δώσει μαρτυρία έχοντας ως βάση τα όσα είχε αντιληφθεί στις 9.2.2011 από την επιτόπια εξέταση και από τις σημειώσεις στο σημειωματάριο του, που δεν είχε μαζί του στο Δικαστήριο και από φωτογραφίες του δορυφόρου που πάλι δεν είχε μαζί του. Σίγουρα τα πιο πάνω δεδομένα που χρησιμοποίησε δημιουργούν επιφυλάξεις στο Δικαστήριο ως προς την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Επιπρόσθετα, ο Μ.Ε.6 πήρε ως βάση τις μετρήσεις της Έφης Ψαλτά (Μ.Ε.8) και συγκεκριμένα το Χάρτη 5 της Οριοθέτησης-Αποτύπωσης του τεμαχίου με αρ. 371, που είναι επισυνημμένος στο Τεκμήριο 22 όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, διαπίστωσε την αφαίρεση 20040 τ.μ. πέτρας από το τεμάχιο
- Όμως το Δικαστήριο έκρινε μη αποδεκτές τις μετρήσεις της Μ.Ε.8 για τους λόγους που ανέφερε ανωτέρω. Από την άλλη ο Μ.Υ.4, επίσης γεωλόγος που κλήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης, αμφισβήτησε τη μελέτη του Μ.Ε.6 χαρακτηρίζοντας την αυθαίρετη για το λόγο ότι βασίστηκε σε δεδομένα ανύπαρκτα, ότι δηλαδή έλαβε ως δεδομένο την ύπαρξη άδειας λατόμευσης κάτι που δεν ισχύει. Επίσης εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να προηγηθούν εξειδικευμένες εξετάσεις σ' όσον αφορά τη γη του ακινήτου που δεν έγιναν από το Μ.Ε.
- Τόσο η έκθεση του Μ.Ε.6 όσο και εκείνη του Μ.Υ.4 ετοιμάστηκαν στη βάση του ότι εξασφαλίστηκε άδεια λατόμευσης του ακινήτου, ενώ δεν έχει εκδοθεί τέτοια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 που επιβεβαιώνεται και από τα διάφορα τεκμήρια, το 2011 υπέβαλε προκαταρκτική αίτηση για λατόμευση η οποία απορρίφθηκε και το 2014 υπέβαλε Περιβαλλοντική Μελέτη (Τεκμήριο 33) όπως του είχε ζητηθεί, αλλά δεν έχει εξεταστεί μέχρι σήμερα. Συνεπώς κρίνω ορθό όπως μη προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις δύο εκθέσεις που δεν ενέχουν εξάλλου καμία σημασία ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία των δύο θα είχε τη σημασία της στην περίπτωση που θα είχε ήδη εξασφαλιστεί τέτοια άδεια λατόμευσης. Ο Μ.Ε.5 χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης έλαβε υπόψη τρεις συγκριτικές πωλήσεις για να καταλήξει στην αγοραία αξία του ακινήτου. Η μια είναι η επίδικη που, όπως ανέφερε, δίνει μικρή βαρύτητα, μια άλλη δεν έλαβε υπόψη στην εκτίμηση του γιατί θεώρησε πολύ χαμηλό το τίμημα πώλησης, ενώ εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι ήταν λάθος και τώρα τη λαμβάνει υπόψη, και παρέμεινε η τρίτη που αφορά σε κτήμα που θεώρησε ότι μειονεκτεί έναντι του επίδικου ακινήτου κατά 25%. Όπως εξήγησε κατά την αντεξέταση, τα δύο συγκριτικά και συγκεκριμένα τα τεμάχια 166 και 167 δεν είχαν ιδιαίτερη πέτρα. Από την άλλη ο Μ.Υ.3, επίσης εκτιμητής ακινήτων χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης και τέσσερις συγκριτικές πωλήσεις, η μια εκ των οποίων η επίδικη. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, του ζητήθηκε να προβεί σε νέα εκτίμηση στη βάση των τριών μόνο πωλήσεων, αφαιρώντας την επίδικη πώληση. Κατέληξε στο ποσό των €4.28 το τ.μ. και στο ποσό των €79.355,48 ως αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου έχοντας ως βάση την έκταση των 18541 τ.μ. που υπολόγισε κάποιος ονόματι Μιχάλης Οδυσσέα Μιχαήλ, προφανώς εννοούσε τον Μ.Ε.3, (βλ. Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 19). Ο Μ.Υ.3 διαφώνησε με την εκτίμηση και τους συλλογισμούς του Μ.Ε.5 που θεωρεί παραπλανητικούς εφόσον, ο Μ.Ε.5 υιοθετεί την επενδυτική αξία ως αγοραία αξία που δεν θεωρεί ότι είναι η σωστή. Όπως εξήγησε, η επενδυτική αξία έχει τη σημασία της για τον συγκεκριμένο επενδυτή που υπολογίζει ότι θα πάρει μια ειδική άδεια για εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου. Για να καταλήξει στην εκτίμηση του ο Μ.Υ.3 πήρε ως δεδομένο ότι το ακίνητο ενέπιπτε στη ζώνη Γγ1 που είναι κτηνοτροφική. Ο Μ.Υ.3 ήταν κατηγορηματικός ότι τα τρία συγκριτικά του είχαν σίγουρα τα ίδια νομικά και σχεδόν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά με το επίδικο. Ακόμη και ο Μ.Ε.5 παραδέχθηκε ότι δύο από τα συγκριτικά του έχουν στα σύνορα τους πέτρα. Από τις δύο εκτιμήσεις κρίνω πιο ορθό τον τρόπο εκτίμησης που υιοθετεί ο Μ.Υ.3 και απορρίπτω εκείνο του Μ.Ε.5 που υιοθετεί μεν την συγκριτική μέθοδο εκτίμησης αλλά παράλληλα και την επενδυτική μέθοδο για να καταλήξει στην αγοραία αξία του ακινήτου. Άνκαι συμφωνώ απόλυτα με τις τρεις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.3 και την αξία των €4,28 το τ.μ. που καταλήγει ως αγοραία αξία, εντούτοις κρίνω ότι είναι αδύνατος ο υπολογισμός της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου, εφόσον δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί η ακριβής έκταση του. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η αγοραία αξία του ακινήτου το
- Εν πάση περιπτώσει η πιο πάνω κατάληξη μου σ' όσον αφορά την αγοραία αξία του ακινήτου το 2007, δεν ενέχει καμία σημασία ενόψει της απόρριψης των θέσεων του Ενάγοντα περί άκυρης συμφωνίας και των άλλων βάσεων της Αγωγής του. Παραμένει τέλος να εξεταστεί η μαρτυρία των Μ.Ε.4 και Μ.Ε.3 που ήταν τυπική. Η Μ.Ε.4 αδελφή του Ενάγοντα ανέφερε απλά ότι ο Ενάγοντας είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής και συντηρητής κτιρίων ο δε Μ.Ε.3 ότι το κόστος αφαίρεσης της πέτρας το 2007 ήταν περίπου £2,61 το κυβικό μέτρο, έξοδα που επιβαρύνεται ο πωλητής. Ενόψει του περιεχομένου της μαρτυρίας τους δεν βλέπω να βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση του Ενάγοντα. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον όλων των Εναγομένων γι' αυτό και η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και σε βάρος του Ενάγοντα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο