← Κύπρος

Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Ευαγόρας Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Αγωγής 239/2014, 7/7/2015

Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Ευαγόρας Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Αγωγής 239/2014, 7/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟY ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 239/2014 Ανδρέας Χαραλάμπους Ενάγοντα Και

  1. Ευαγόρας Χρυσάνθου
  2. Ανδρέας Παναγιώτου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.1.2015 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.7.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Πόγιαννου για Μαυρονικόλας & Σια ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση: κ. Ν. Φακοντής για Ι. Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την αίτηση του, η οποία στηρίζεται στις Δ.18 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €34.427,48 με τόκο 9% και/ή νόμιμο τόκο ετησίως πλέον τα έξοδα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:
  3. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπό τον αριθμό και τίτλο υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: α) Στις 29.10.2009 ο Εναγόμενος αρ. 1 υπόγραψε στη Λευκωσία γραμμάτιο συνήθους τύπου (στο εξής το "Γραμμάτιο") προς όφελος μου για το ποσό των €98.948,00 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος που έλαβε από εμένα και ο εναγόμενος αρ. 1 βάσει του εν λόγω γραμματίου είχε αναλάβει να ξοφλήσει το εν λόγω ποσό πλέον τόκο προς 9% ετησίως το αργότερος μέχρι την 25.02.
  4. β) Ο Εναγόμενος αρ. 2 υπέγραψε επίσης το εν λόγω γραμμάτιο ως εγγυητής του Εναγόμενου αρ. 1 για την εξόφληση του εν λόγω ποσού των €98.948,00 των τόκων και των εξόδων ασύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου. γ) Ήταν ρητός όρος του Γραμματίου ότι το εν λόγω ποσό των €98.948,00 θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως, και ότι σε περίπτωση αγωγής ο εναγόμενος αρ. 1 και/ή ο εναγόμενος αρ. 2 ευθύνονταν να πληρώσουν όλα τα δικαστικά, Δικηγορικά και άλλα έξοδα. δ) Ήταν περαιτέρω ρητός όρος του Γραμματίου ότι τυχόν καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής καθιστά άμεσα απαιτητό και πληρωτέο κάθε υπόλοιπο ληξιπρόθεσμο. Το γραμμάτιο ημερ. 29.10.2009 επισυνάπτεται και σημειώνεται ΤΕΚΜ.
  5. ε) Ο Εναγόμενος αρ. 1 ουδέποτε αμφισβήτησε την οφειλή του, και μάλιστα κατά διαστήματα κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι του οφειλόμενου ποσού των €98.948,
  6. Εντούτοις, σήμερα παραμένει οφειλόμενο ποσό το ποσό των €34.427,48, το οποίο είναι άμεσα απαιτητό. στ) Στις 08.01.2014 μέσω των Δικηγόρων μου απέστειλα επιστολή στον εναγόμενο αρ. 1 και η οποία κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο αρ. 2, με την οποία οι Εναγόμενοι καλούνταν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως ουδεμία απάντηση έλαβα από αυτούς και οι Εναγόμενοι, παρέλειψαν, αρνήθηκαν και αμέλησαν να μου καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό παρά τις επανειλημμένες μου οχλήσεις. Ως εκ τούτο το εν λόγω οφειλόμενο ποσό κατέστη άμεσα πληρωτέο και απαιτητό πλέον τόκους και έξοδα.
  7. Εξ όσων πολύ καλά γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου, οι Εναγόμενοι δεν έχουν Υπεράσπιση και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο καταχώρησαν εμφάνιση είναι για να αμφισβητήσουν μέσω των Δικηγόρων τους την απαίτηση μου, να προσκαλέσουν καθυστέρηση της υπόθεσης εκμεταλλευόμενοι και καταστρατηγούμενοι την Δικαστική Διαδικασία, και να αναλώσουν χρόνο σε βάρος των συμφερόντων μου και της δικαιοσύνης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει συνοπτική αποφαση χωρίς να λάβει χώρα η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action) και είναι φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από την διαταγή 18 είναι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη διαδικασία, η οποία παρακάμπτει τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Δικονομικούς Κανονισμούς αναφορικά με την εκδίκαση υποθέσεων. Η Δ.18 μπορεί να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, νοουμένου βέβαια, ότι είναι σε θέση να αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Η Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας διαλαμβάνει ως εξής: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Κανονισμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δωθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Όπως προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διαταγής, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης συνοπτικής απόφασης, τις οποίες ο ενάγων έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι τηρούνται (βλ. Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2002)1 ΑΑΔ 417) και αυτό προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι το ουσιαστικό ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να τεθεί, εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Σπύρος Σταυρινίδης ν Geskoslovenske Obchondi Banka A.S
(1972)1 AAΔ 130). Οι προϋποθέσεις αυτές, είναι οι ακόλουθες: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) Ο ενάγοντας να συνοδεύει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση δική του ή άλλου προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, να επαληθεύει την βάση της αγωγής και να δηλώνει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχει υπεράσπιση. Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι εφόσον ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συνυπάρχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από την Δ.18, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος για να εμποδίσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του, θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Κύπρος Κυπριανίδης ν. Συμεών Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Ιούλιος Θεοδωρίδης
(1983)1 ΑΑΔ 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Χ¨Νέστορως
(1989)1 (Ε) 2004). Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης και γενικά οι θεμελιακές αρχές που προκύπτουν μέσα από την νομολογία, έχουν τονιστεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση». Επίσης, τονίζεται στην ίδια υπόθεση, ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α ν. Γιάννη Π. Μακεδώνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 έγινε εκτενής αναφορά σε αποφάσεις που διέπουν αυτό το θέμα και αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999, 1st ed. P.174 para 14.9.99).» Είναι σαφές και συνάγεται από την νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων, για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Επίσης η νομολογία καθιστά σαφές πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, και ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον ρόλο του Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί περαιτέρω με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν και η προσέγγιση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του με την μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, και αφού προηγουμένως ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
  1. Ακόμα δηλαδή και στις περιπτώσεις που δεν περιλαμβάνεται ως λόγος ένστασης κάτι που να αφορά ή να σχετίζεται με την τήρηση των τριών προϋποθέσεων, που θέτει η Δ.18 Κ.1, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν όλες οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, εφόσον η τήρηση τους σχετίζεται με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ενώ από την άλλη, η μη ικανοποίηση τους στερεί το δικαστήριο από την ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν γραπτή ένσταση στην αίτηση στη αίτηση του ενάγοντα, με την οποία διατυπώνουν τους λόγους της ένστασης τους και οι οποίο αφορούν την μη τήρηση των προϋποθέσεων για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και την ύπαρξη καλής και γνήσιας υπεράσπισης στην απαίτηση του ενάγοντα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τον εναγόμενο αρ. 1 (εμφανώς εκ λάθους αναφέρεται σε εναγόμενο 1 αντί εναγόμενο 2) να προβεί στην ένορκη δήλωση του, με την οποία επικαλείται λόγους που άπτονται της ορθής κατάρτισης του γραμματίου και προβάλλουν την υπεράσπιση της απάτης έναντι της απαίτησης του ενάγοντα, ως εμπόδια στην έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση (δεν ζητήθηκε αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα) και οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω κρίνω κατ΄αρχήν ότι πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18 θ.
  2. Συγκεκριμένα, η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εναγόμενοι καταχώρησαν δια δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 12.9.
  3. Περαιτέρω ως προς την (γ) προϋπόθεση όπου υπάρχει και σχετικό λόγος ένστασης με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών, δηλαδή ο ενάγοντας, δεν είναι μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, θεωρώ είναι το κατάλληλο υπό τις περιστάσεις πρόσωπο να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα του και να δηλώσει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με δεδομένο, ότι ο ενάγοντας, είναι σε θέση να ορκιστεί, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι αν το έπραξε με τρόπο θετικό ως προς τα γεγονότα, και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και τις αξιώσεις του, ώστε να ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α). Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, συνοψίζεται η προσέγγιση της νομολογίας σε ό,τι αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωση την οποία συνδέει με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ο θ. 1 της Δ.48 φαίνεται ότι θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην σελ. 793 στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό παράγοντα διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγόντων στηρίζεται σε γραμμάτιο. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου διέπεται από τα άρθρα 78-81 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση σημασία έχουν τα άρθρα 78 και
  2. Το "γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι εκ του νόμου έγγραφο τυπικό. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου καθόσον αφορά το λεκτικό του κειμένου και την κατάρτιση (execution) του εγγράφου. Στην υπόθεση Loukis Papastratis v. Economou 1 C.L.R. 11, αποφασίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 78 θα πρέπει να ακολουθούνται και εφαρμόζονται με αυστηρότητα προτού το έγγραφο θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Βλ. επίσης Βαρνάβας Παύλου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση 7432/22.6.90 και Νίκος Λάρκου v. Ελένης Παναγή, Πολ. Έφεση 8558/26.5.
  3. To άρθρο 78 του Κεφ. 149 αναφέρει: "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Συμφώνα με την νομολογία ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη και δεν μπορεί το Δικαστήριο να υπεισέλθει στη δεδηλωμένη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή, (Βλ. Keziban Raif v. Enver Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Δυνατότητα αμφισβήτησης παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις όπου προβάλλεται ισχυρισμός ότι το έγγραφο δεν φέρει τη δική του υπογραφή ή ότι η έκδοση του ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, ή απάτης. Αυτές είναι οι μόνες δυνατές υπερασπίσεις δυνάμει του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Επιτρέπεται όμως και η προβολή της υπεράσπισης της εξόφλησης του χρέους, (Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1390), εφόσον η εξόφληση αποσβένει την οφειλή. Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από το διάδικο που επικαλείται γραμμάτιο συνήθους τύπου στο διάδικο που προβάλλει ως υπεράσπιση ένα ή και περισσότερους από τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 80 του νόμου γίνεται αφού πρώτα αποδειχθεί ότι το λεκτικό του κειμένου και η κατάρτιση του εγγράφου συνάδουν προς τα οριζόμενα από το άρθρο 78 του νόμου στοιχεία και προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι με την ένορκη δήλωση τους που υποστηρίζει την ένσταση τους (βλέπε παρ. 20 Γ, Δ και Ε , 22 , 23 και 25) αμφισβητούν τη νομική υπόσταση του επίδικου εγγράφου ως γραμματίου συνήθους τύπου επικαλούμενοι προς τούτο λόγους που άπτονται της σωστής κατάρτισης του εγγράφου. Το πρώτιστο καθήκον του ενάγοντα ήταν να βεβαιώσει με θετικό τρόπο το δικαστήριο ότι η κατάρτιση του επίδικου εγγράφου έγινε σύμφωνα και κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 78 του νόμου Κεφ.
  1. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση του παρέλειψε να εκπληρώσει αυτό το καθήκον. Το δικαστήριο έχει ενώπιόν του αυτή στην στιγμή δύο αντίθετες εκδοχές. Οι ένορκες δηλώσεις είναι η βάση που το δικαστήριο στηρίζεται. Για το κατά πόσο οι φερόμενοι ως μάρτυρες επί του εγγράφου ήταν πρόσωπα ικανά να συμβάλλονται όπως ρητά απαιτεί το άρθρο 78 του νόμου δεν υπάρχει μαρτυρία από την πλευρά του ενάγοντα και ούτε ότι το γραμμάτιο υπογράφτηκε στην παρουσία τους. Ενώ οι εναγόμενοι, με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, ισχυρίζονται ότι η υπογραφή τους τέθηκε χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε μάρτυρα και ότι όλο το περιεχόμενο του γραμματίου συμπληρώθηκε, όπως και οι υπογραφές των μαρτύρων, σε μεταγενέστερο χρόνο της υπογραφής του. Η παράλειψη του ενάγοντα να αποδείξει τη σωστή κατάρτιση του επίδικου εγγράφου αποτελεί από μόνη της λόγο για την αποτυχία της αίτησης του. Συνεπώς καταλήγω ότι ο ενάγοντας απότυχε να βεβαιώσει τη βάση της αγωγής του, ενώ, στο βαθμό που το επιχείρησε, για λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θεμελιώνεται το δικαίωμά του να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων. Με δεδομένο ότι η υποχρέωση του ενάγοντα για ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, είναι δικαιοδοτικής φύσεως και με δεδομένο ότι μόνο σε περίπτωση που ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις θεμελιώνουν το δικαίωμά του να ζητήσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν τίθεται υπό τις περιστάσεις θέμα μετατόπισης του βάρους στους εναγόμενους να αποκαλύψουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Η αποτυχία του ενάγοντα να ικανοποιήσει τη σχετική προϋπόθεση διαγράφει και την τύχη της αίτησης του η οποία θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Παρέχεται στους εναγόμενους 1 και 2 το δικαίωμα να καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους μέχρι τις 15/9/
  2. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.