Margaret Joan Pritchard κ.α. ν. Αρετής Παναούρα, Αριθμός Αίτησης: 63/2013, 5/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 63/2013 Επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, Τροποποιητικοί Νόμοι αρ. 3/60 μέχρι 123
(1)/2001 άρθρα 11 Α, 50, 58, 61, 80, 81 και 85 Μεταξύ: Margaret Joan Pritchard Εφεσείουσας/Αιτήτριας Και Peter Joan Pritchard Εφεσείοντα/Αιτητή Και Αρετής Παναούρα Εφεσίβλητης/καθ' ης αίτηση Και Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Ενδιαφερόμενου μέρους -------------------------------- Ημερομηνία: 5.8.2015 Εμφανίσεις: Για εφεσείοντες/αιτητές: κ. Καραμανής Για εφεσίβλητη/καθ' ης η αίτηση: κα Γαβριήλ (για ν' ακούσει απόφαση κ.Χριστοφή) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εφεσείοντες που είναι αντρόγυνο είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, με μερίδιο ½ έκαστος, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 47428, τεμάχιο 1258 που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας. Η εφεσίβλητη που είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του συνορεύοντος με το ακίνητο των εφεσειόντων ακινήτου, με αριθμό εγγραφής 47427, τεμάχιο 1257, με την αίτησή της ΑΧ2365/08 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ζήτησε την επίλυση συνοριακής διαφοράς που είχε με το ακίνητο των εφεσειόντων καθώς και με τα ακίνητα, τεμάχια 48 και
- Η επιτόπια εξέταση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς διεξάχθηκε στις 30.10.2012 και ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «ο Διευθυντής»), με τη σχετική ειδοποίησή του, ημερομηνίας 17.1.2013, την οποία απέστειλε σ' όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα πληροφόρησε για την απόφασή του, με την οποία έκρινε ότι συγκεκριμένη έκταση γης που αποτελούσε διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στο ακίνητο της εφεσίβλητης. Όλα τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση/έφεση (στο εξής «η έφεση»), με την οποία ζητούν: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου δια του οποίου 1) να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή εστερημένη οιουδήποτε αποτελέσματος η απόφαση του Ενδιαφερομένου Μέρους ημερομηνίας 17-01-2013 δια της οποίας η λωρίδα γης η οποία φαίνεται με κίτρινο χρώμα επί του τοπογραφικού σχεδίου το οποίο είναι επισυνημμένο στην απόφαση, αποτελεί μέρος του κτήματος της Εφεσίβλητης υπ' αριθμό εγγραφής 47427 τεμάχιο 1257, Φ/Σχ. 45/6133VOI εις Πέγεια, Πάφου. 2) να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η ανωτέρω απόφαση του Διευθυντή. 3) η λωρίδα γης, η οποία φαίνεται με κίτρινο χρώμα επί του τοπογραφικού σχεδίου το οποίο είναι επισυνημμένο στην απόφαση του Ενδιαφερομένου Μέρους ημερομηνίας 17-01-2013 αποτελεί μέρος του κτήματος με αριθμό εγγραφής 47428 τεμάχιο 1258, Φ/Σχ. 45/6133VOI εις Πέγεια, Πάφου. Β) Οποιανδήποτε άλλη ενδεδειγμένη και/ή έννομον θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει Δίκαιη. Γ) Τα Έξοδα της παρούσας έφεσης πλέον ΦΠΑ (Αριθμός Εγγραφής ΦΠΑ-001067154 S) πλέον έξοδα επίδοσης.» Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, η έφεση, η οποία στρεφόταν και κατά του Διευθυντή, στις 25.9.2014 αποσύρθηκε - πολύ ορθά κατά τη γνώμη μου - εναντίον του. Η έφεση, μεταξύ άλλων βασίζεται στα άρθρα 11 Α, 50, 58, 61, 80, 81 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους κανονισμούς 5, 6, 7 και 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 και τέλος, στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι έφεσης ακολουθούν αυτούσιοι: «
- Ανεπαρκής έρευνα πριν τη λήψη της απόφασης εφ όσον το Ενδιαφερόμενο Μέρος και/ή οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου μεταξύ άλλων αγνόησαν παντελώς και/ή παραγνώρισαν και/ή δεν έλαβαν υπόψη 1.
- την μαρτυρία και/ή πραγματικά γεγονότα τα σχετιζόμενα με την εν λόγω υπόθεση. 1.
- το ότι από τις αρχικές μετρήσεις το 1947 (με τον διαχωρισμό του αρχικού τεμαχίου σε 3 κομμάτια) στόχος ήταν το σύνορο να τοποθετηθεί έτσι ώστε να είναι περιμετρικό ολόκληρου του Βορειό Ανατολικού και ολόκληρου του Βορειό Δυτικού τοίχου μέχρι την Νότιο Δυτικήν γωνία του τότε και σήμερα υφιστάμενου σπιτιού μέσα στο τεμάχιο 1257 («Γειτνιάζοντας Σπιτιού») και να συνέχιζε περιμετρικά του Νοτιο Δυτικού τοίχου του σταύλου από όπου τραβήχθηκε ευθεία γραμμή μέχρι το Νοτιο Δυτικό Σύνορο έτσι ώστε το Νοτιο Δυτικό Σύνορο του τεμαχίου Μας να είναι 59 πόδια. Συνεπώς ο σταύλος να συμπεριλαμβάνεται στο τεμάχιο 1258 ο οποίος σταύλος ανήκε στους προκάτοχους των εφεσείοντων όπως διαφαίνεται και από το προηγούμενο πιστοποιητικόν εγγραφής του τεμαχίου 1258 με αριθμό 36933 το οποίο πιστοποιητικόν εκδόθηκε το 1973 με την μεταβίβαση του τεμαχίου 1258, (τότε τεμάχιο 23/2 και μετά τεμάχιο 868) στους εφεσείοντες.
- Παράλειψη ορθής αξιολόγησης των ουσιαστικών στοιχείων της υπόθεσης περιλαμβανομένης της επιτόπου υφιστάμενης κατάστασης εφ όσον μεταξύ άλλων το Ενδιαφερόμενο Μέρος και/ή οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου κατά την επιτόπια εξέταση 2.1 ενήργησαν με τρόπο αυθαίρετο, λανθασμένο και/ή ακανόνιστο 2.2 δεν ακολούθησαν ορθή και/ή κανονική διαδικασία και/ή πρακτική. 2.3 χρησιμοποίησαν ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης 2.4 δεν χρησιμοποίησαν τα ορθά μέσα και/ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και/ή λανθασμένη μέτρηση. 2.5 έκαμαν λανθασμένες μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις της και/ή αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση. 2.6 δεν χρησιμοποίησαν με ακρίβεια σταθερά σημεία αναφοράς για την καταμέτρηση επί του εδάφους και/ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα τοιαύτα. 2.7 δεν έλαβαν υπόψη τα διάφορα επί τόπου σημεία και τα μέχρι σήμερα ενδείξεις τοποθεσίας του σταύλου που προυπήρχε όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.
- Μη άσκηση ορθής και ακριβοδίκαιης κρίσης εφ όσον μεταξύ άλλων η απόφαση του Ενδιαφερομένου Μέρους 3.1 είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη ως μη βασιζόμενη επ' όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης και/ή στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή εσφαλμένα νομικά κριτήρια. 3.2 δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται εις τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη 3.3 ελήφθηκε καθ' υπέρβαση των εξουσιών που παρέχει ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμος 3.4 ελήφθηκε ενώ δεν ακολούθησε την ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική και δεν εξετάστηκε δίκαια και/ή δεν τηρήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης εφ όσον επαραγνωρίστικαν και/ή δεν ελήφθηκαν υπόψη οι θέσεις των εφεσείοντων, περαιτέρω δε, δεν έλαβε υπόψη την φύση και/ή θέση της υφιστάμενης οικίας εντός του τεμαχίου
- 3.5 συνιστά στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος ιδιοκτησίας των Εφεσειόντων συνεπώς είναι παράνομη και αντισυνταγματική.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η έφεση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση της εφεσείουσας, η οποία, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον εφεσείοντα σύζυγό της να προβεί σ' αυτή. Ό, τι αξίζει να σημειωθεί για την ώρα συναφώς με την εν λόγω ένορκη δήλωση είναι το εξής: Με αυτή, η εφεσείουσα προβαίνει στην προβολή διάφορων ισχυρισμών, οι οποίοι, στο σύνολό τους σχεδόν αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, όπως επίσης, εξ ακοής μαρτυρία αποτελεί και το περιεχόμενο της έκθεσης του τοπογράφου μηχανικού Γιάννου Ιακωβίδη, ημερομηνίας 10.4.2013 (επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωσή της) καθώς και της συμπληρωματικής έκθεσης του ίδιου, ημερομηνίας 29.1.2014, η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσείουσας, στην οποία προέβη για το σκοπό αυτό. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στην έφεση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση - έφεση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ασαφής.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου τηρώντας τις νόμιμες διαδικασίες, κατόπιν δέουσας έρευνας και εφαρμόζοντας τις σχετικές αρχές, ορθά εξέδωσε την απόφαση του ημερ. 17/1/
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι δεόντως αιτιολογημένη, καθ' όλα ορθή και νομικά ισχυρή, δίκαιη και επαρκής, βασιζόμενη στις απόψεις των εμπειρογνωμόνων του Κτηματολογίου και σε διαδικασίες επιβεβλημένες από τον Νόμο και τους Κανονισμούς.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί οι εγγραφές των ακινήτων και όχι σύμφωνα με την επιτόπου κατάσταση και οι καταμετρήσεις είναι απόλυτα ακριβείς και με βάση τα εγγεγραμμένα σύνορα. Έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι προηγούμενοι διαχωρισμοί με βάση τους οποίους έχει ετοιμαστεί το εν χρήσει σχέδιο. Η χωρομετρική εργασία όπως διεξήχθη και τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί είναι με τον ορθό τρόπο και είναι σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε δυο ένορκες δηλώσεις. Στην πρώτη, η οποία επισυνάπτεται στην ένσταση προέβηκε η εφεσίβλητη και στη δεύτερη, κατόπιν σχετικής άδειάς μου, ο χωρομέτρης στο Τμήμα Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, Νικόλας Παναγή, ο οποίος, σε συνεργασία με τον κτηματολόγο Μάριο Παπανικολάου, στις 30.10.2012 διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Κατά την ακρόαση της έφεσης, η οποία, σε εφαρμογή του κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, η εφεσίβλητη, μέσω της δικηγόρου της, κάνοντας χρήση της δυνατότητας αντεξέτασης που της παρέχει ο εν λόγω κανονισμός σε συνδυασμό με τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αντεξέτασε την εφεσείουσα επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής της, ημερομηνίας 11.4.2013. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. ΄Οταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφιση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Ομοίως και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1859 σύμφωνα με την οποία: «Όπως επισημάνθηκε και από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους, Πολ. Έφ. 111/08, ημερ. 20.5.2011). Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982, στην οποία προστίθεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ως επίσης και ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και ότι αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Παραπέμπω τέλος και στη Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2535 στην οποία απορρίφθηκε η έφεση επειδή κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες απότυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Προτού υπεισέλθω στους λόγους έφεσης - τους οποίους θα εξετάσω με σειρά, όπως έχουν αναπτυχθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εφεσειόντων στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης -, θα ήθελα να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους δε θεωρώ ικανή τη μαρτυρία της εφεσείουσας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης της - καθώς και του εφεσείοντα συζύγου της - , ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι εσφαλμένη στην ουσία της. Ειδικότερα: Η εφεσείουσα, με την πρώτη της ένορκη δήλωση, κατά βάση, εν μέρει επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης του τοπογράφου μηχανικού Γιάννου Ιακωβίδη, η οποία επισυνάπτεται απλώς στη δήλωσή της (βλ. το τεκμήριο 1), χωρίς καν να δηλώνει κατά πόσο υιοθετεί το περιεχόμενό της και κατά λοιπά προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς γεγονότων, αναφορικά με την προϋπάρχουσα επί τόπου κατάσταση των επίδικων ακινήτων, που στο σύνολό τους σχεδόν αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Φυσικά, εξ ακοής μαρτυρία αποτελεί και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γιάννου Ιακωβίδη και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της συμπληρωματικής έκθεσης του ιδίου, η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εφεσείουσας, ημερομηνίας 21.3.2014, με την οποία, αυτή δηλώνει απλώς ότι της έχει μεταφραστεί και εξηγηθεί η συγκεκριμένη έκθεση και όχι ότι υιοθετεί και το περιεχόμενό της. Ισχυρίζεται ο κ. Καραμανής στη γραπτή του αγόρευση, ότι η εφεσείουσα, με τις ένορκες δηλώσεις της, μεταξύ άλλων αναφέρεται και υιοθετεί τους τρεις λόγους έφεσης και αναφέρει γεγονότα στα οποία αυτοί στηρίζονται. Περεταίρω, σύμφωνα πάντοτε με τον κ. Καραμανή, «Ούτε σε σχέση με την μαρτυρία που έχει ως πηγή την έκθεση του Ιακωβίδης αλλά ούτε και οποιαδήποτε άτομα των στοιχείων των οποίων αναφέρεται η Αιτήτρια (Κυριάκος, Πελαγία, Παναγιώτα και Γιώργος) στις ένορκες δηλώσεις της ζητήθηκε η κλήτευση για αντεξέταση/ αμφισβήτηση των λεχθέντων.» Είναι σαφές, ότι, κατά το συνήγορο, η μαρτυρία όσων αναφέρει περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των δύο εκθέσεων του Γιάννου Ιακωβίδη, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, επειδή η εφεσίβλητη δε ζήτησε να αντεξετάσει κανένα από αυτούς, για αμφισβήτηση, όσων είπαν οι πρώτοι και όσων αναφέρει στις εκθέσεις του ο δεύτερος, που στο σύνολό τους, για να επαναλάβω αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, η οποία έχει προσαχθεί στη διαδικασία από την εφεσείουσα. Ωστόσο, η θέση αυτή παραβλέπει ένα στοιχείο το οποίο την υποθεμελιώνει πλήρως. Αυτό, αφορά στον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, όπως ισχύει από τις 22.11.2006, η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών. Ο Θεσμός 1 της Δ.39 διαλαμβάνει ότι κατόπιν αίτησης, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκη δήλωση, αλλά το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα για αντεξέταση. Η εφεσίβλητη, στο βαθμό που, εξ αντικειμένου είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το επί του προκειμένου δικαίωμά της, το άσκησε, αντεξετάζοντας την εφεσείουσα επί του περιεχομένου της ένορκής δήλωσής της, ημερομηνίας 11.4.2013 και στο πλαίσιό της προέκυψε ότι, αυτή, που δεν είναι χωρομέτρης, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει και τεκμηριώσει με θετικό τρόπο οτιδήποτε αναφέρεται στις δύο εκθέσεις του τοπογράφου μηχανικού Γιάννου Ιακωβίδη, οι οποίες, επισυνάπτονται απλώς στις δυο ένορκες δηλώσεις της και μέσω της προσάχθηκαν ως μαρτυρία για απόδειξη όσων αναφέρονται σ' αυτές. Το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα γεγονότα που αναφέρει συναφώς με την προϋπάρχουσα επί τόπου κατάσταση των επίδικων ακινήτων, με τα πρόσωπα που αναφέρει ο κ. Καραμανής στη γραπτή του αγόρευση, να έχουν κάνει την αρχική δήλωση ή δηλώσεις προς την ίδια (βλ. το άρθρο 23 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Απ' εκεί και πέρα, η εφεσείουσα, αφής στιγμής είναι και η μόνη που προέβη σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων έφεσης, δεν μπορεί να υποβάλλει ότι, επειδή η εφεσίβλητη δε ζήτησε να αντεξετάσει είτε τον Γιάννο Ιακωβίδη είτε οποιοδήποτε πρόσωπο επικαλείται τη μαρτυρία του, για σκοπούς τεκμηρίωσης της θέσης της ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι εσφαλμένη, η μαρτυρία όλων αυτών θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά, η εφεσίβλητη δεν είχε διαδικαστικά το δικαίωμα να ζητήσει να αντεξετάσει οποιοδήποτε από αυτά τα πρόσωπα για να αμφισβητήσει τα λεχθέντα τους (για να χρησιμοποιήσω τη φρασεολογία του κ. Καραμανή). Μόνο σε περίπτωση που όλοι αυτοί προέβαιναν προσωπικά σε ένορκη δήλωση και ανάφεραν όσα εξ ακοής και εξ ονόματός τους παραθέτει η εφεσείουσα στη δική της ένορκη δήλωση, θα μπορούσε η εφεσίβλητη διαδικαστικά να ζητήσει την αντεξέτασή τους. Συγκεφαλαιώνοντας, το γεγονός ότι η εφεσείουσα - για να επαναλάβω - δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει καθόλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, στο βαθμό που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία αυτή και ιδιαίτερα όσων αναφέρονται στις δύο εκθέσεις του Γιάννου Ιακωβίδη, τα οποία αυτός εκφράζει ως ειδικός, σε συνδυασμό και με τη φύση και σημασία της συγκεκριμένης μαρτυρίας, για τους σκοπούς και τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας - έχοντας υπόψη, ότι, καθώς ήδη έχει λεχθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. την Προκοπίου ανωτέρω) η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης -, σε εφαρμογή και του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια δεν αποδίδω καθόλου αξία στη μαρτυρία της εφεσείουσας, στην έκταση που πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία αυτή, με εξαίρεση, εκείνο μόνο το μέρος της που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Ειδικότερα: Ειδικά για τον τοπογράφο μηχανικό που ετοίμασε τις δύο εκθέσεις, δε δόθηκε καμιά εξήγηση ή δικαιολογία γιατί δεν προέβη ο ίδιος σε ένορκη δήλωση, για σκοπούς κατάθεσης των εκθέσεών του, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην εφεσίβλητη, αν επιθυμούσε να ζητήσει την αντεξέτασή του για σκοπούς αμφισβήτησης όσων αναφέρει σ' αυτές. Και τούτο, τη στιγμή που - για να επαναλάβω - , η εφεσείουσα που έχει και το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της εκκαλούμενης απόφασης, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει καθόλου το περιεχόμενο των εν λόγω εκθέσεων, σε αντίθεση με την εφεσίβλητη, η οποία, θα έλεγα, ως μη όφειλε, προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση της ότι η εν λόγω απόφαση είναι τύποις και ουσία ορθή, δεν αρκέστηκε στη δική της ένορκη δήλωση, αλλά ζήτησε και εξασφάλισε άδεια για καταχώρηση ένορκης δήλωσης και από το χωρομέτρη ο οποίος διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση για σκοπούς επίλυσης της επίδικης διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Στην ένορκη δήλωση του τελευταίου, θα αναφερθώ αργότερα. Κατά τα λοιπά, το μέρος της μαρτυρία της εφεσείουσας, με τους Κυριάκο, Πελαγία, Παναγιώτα και Γιώργο να είναι τα πρόσωπα που έχουν προβεί στην αρχική δήλωση ή δηλώσεις προς την ίδια, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, επειδή, τουλάχιστον για όσους από αυτούς ζουν, ισχύει ό, τι και για τον τοπογράφο μηχανικό. Συγκεκριμένα, δεν έχει δοθεί καμιά εξήγηση ή δικαιολογία γιατί δεν προέβησαν οι ίδιοι σε ένορκη δήλωση. Επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι, δεν είναι βέβαιο ότι η αρχική, κατά περίπτωση, δήλωση (ή δηλώσεις) μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η πρώτη θέση την οποία υποβάλλουν οι εφεσείοντες με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους, για σκοπούς ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης είναι ότι η εφεσείουσα, κατά παράβαση του άρθρου 58 του Νόμου, Κεφ. 224, δεν ειδοποιήθηκε για την ημερομηνία της επιτόπιας εξέτασης. Περιορίζομαι να πω το εξής: Όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τους λόγους έφεσης, περιλαμβανομένης και της αιτιολογίας τους, αδυνατώ να εντοπίσω κάποιο από αυτούς που να δίδει έρεισμα στους εφεσείοντες για την προβολή αυτής της θέσης. Σε συνέχεια της προηγούμενης θέσης, άνευ βλάβης - σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του κ. Καραμανή - αποτελεί θέση των εφεσειόντων ότι υπήρχε λάθος στο επίσημο κτηματολογικό σχέδιο το οποίο ο Διευθυντής, βάσει του άρθρου 61 του Κεφ. 224 θα έπρεπε να είχε διορθώσει προτού προχωρήσει με τη διαδικασία επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης της παραπάνω θέσης θεωρώ καθόλα σχετικά όσα ακολουθούν τα οποία περικλείονται στην έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γιάννου Ιακωβίδη. Όπως αναφέρεται σ' αυτή, - κάτω από τον τίτλο «Β. ΜΕΡΟΣ» - το σημερινό εν χρήσει επίσημο κτηματολογικό σχέδιο που εκδίδεται από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με το επίσης, επίσημο σχέδιο, της άδειας οικοδομής με αριθμό 0901, ημερομηνίας 20.7.2000 παρουσιάζει σημαντικότατη διαφορά και όσον αφορά τη συνοριακή γραμμή (στη γραμμή της συνοριακής διαφοράς), η οποία, σε καμιά περίπτωση δε δικαιολογείται από την κλίμακα 1:1250. Κάτω από τον τίτλο «Συμπεράσματα», με βάση τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι, πρώτο, ο κτηματολόγος που μέτρησε για το φάκελο διαχωρισμού Α2870/47 έκανε λάθος στη μεταφορά των μετρήσεων του σχεδιαγράμματος του (επισυνάπτεται) στο σχέδιο του (επίσης επισυνάπτεται), αφού, άλλο κτίριο μετρούσε και άλλο ήταν σχεδιασμένο στο επίσημο τοπογραφικό σχέδιο. Δεύτερο, το σύνορο μεταξύ των επίδικων τεμαχίων πρέπει να εφάπτεται της δυτικής πλευράς του κτιρίου που ανήκει στο τεμάχιο 1257 (δηλαδή στο επίδικο τεμάχιο της εφεσίβλητης) και όχι όπως παρουσιάζεται με το επίσημο σχέδιο που ετοίμασε το κτηματολόγιο (πρόκειται για το εν χρήσει σχέδιο αυτό το οποίο επίσης επισυνάπτεται). Τέλος, σύμφωνα με το καταληκτικό σχόλιο, «Η απόφαση της συνοριακής διαφοράς με αριθμό ΑΧ2365/08 είναι εσφαλμένη εφ όσων οι μετρήσεις που λήφθηκαν αρχικά (στη διαδικασία του διαχωρισμού του αρχικού τεμαχίου) βάση του υφιστάμενου σπιτιού για προσδιορισμό του συνόρου μεταφέρθηκαν στα σχέδια βάση του παλιού σπιτιού που ήταν στα σχέδια το οποίο είχε κατεδαφιστεί.» Περίπου τα ίδια καθώς και διάφορα άλλα που συνιστούν ευθεία αμφισβήτηση της ορθότητας του εν χρήσει σχεδίου, επί του οποίου βασίστηκε ο χωρομέτρης που διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς και ακολούθως, ο Διευθυντής, για σκοπούς έκδοσης της σχετικής - εκκαλούμενης απόφασής του, αναφέρονται και στη συμπληρωματική έκθεση του Γιάννου Ιακωβίδη. Επισημαίνεται ότι, αμφισβήτηση του εν χρήσει σχεδίου υπήρξε και εκ μέρους της εφεσείουσας κατά το στάδιο αντεξέτασής της από την ευπαίδευτη δικηγόρο της εφεσίβλητης. Επειδή η θέση των εφεσειόντων, δεν είναι απλώς, ότι το επίσημο κτηματικό σχέδιο (δηλαδή το εν χρήσει σχέδιο), καθ' ον χρόνο ο Διευθυντής προχωρούσε στη διαδικασία επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς, ήταν λανθασμένο, αλλά και ότι, δυνάμει του άρθρου 61 του Νόμου, Κεφ. 224, θα έπρεπε να το είχε διορθώσει προτού προχωρήσει με τη διαδικασία επίλυσης της συνοριακής διαφοράς, θεωρώ ορθό να επισημάνω τα εξής: Το άρθρο 61 του Νόμου, Κεφ. 224, δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της εφεσίβλητης, την οποία υπόβαλε δυνάμει του άρθρου 58 του συγκεκριμένου Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει για την εξουσία του Διευθυντή να επιλύει οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά. Αυτός δε, κατά την άσκηση της επί του προκειμένου εξουσίας του οφείλει να εφαρμόσει το εν χρήσει σχέδιο. Το άρθρο 61 του Νόμου, Κεφ. 224 καθώς έχει νομολογηθεί αποτελεί τη μόνη νομική οδό που παρέχεται για σκοπούς διόρθωσης κατ' ισχυρισμό λανθασμένου σχεδίου (βλ. την Είκοσι (ανωτέρω) και τη Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1534, σύμφωνα με την οποία, το άρθρο 58 του Κεφ. 224 αφορά απλώς διαφωνία ως προς τα σύνορα η οποία επιλύεται με βάση το σχέδιο, η ορθότητα του οποίου εκλαμβάνεται ως δεδομένη). Ούτε και μπορεί να γίνεται λόγος για σφάλματα στο εν χρήσει σχέδιο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Όπως επισημαίνεται στη Λοϊζου ν. Πολεμίτη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1349, όπου υπάρχει ισχυρισμός για λάθος στα βιβλία ή σχέδια του κτηματολογίου, το θέμα, κατά πρώτο θα πρέπει να παραπέμπεται στο Διευθυντή για την απόφασή του και μόνο αφού αυτός αποφασίσει μπορεί το θέμα να αχθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με έφεση. Δοθέντος ότι η εκκαλούμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο αίτησης, η οποία υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 58 του Νόμου, Κεφ. 224 και όχι του άρθρου 61 του ίδιου Νόμου, κάθε περαιτέρω συζήτηση γύρω από το άρθρο 61 τερματίζεται οριστικά εδώ. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω γιατί οι εφεσείοντες δε νομιμοποιούνται να προβάλλουν την παραπάνω θέση, ως λόγο ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, για λόγους που έχουν αναφερθεί για την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της εφεσείουσας, στο βαθμό που αυτή είναι εξ ακοής, βασικά, η θέση αυτή των εφεσειόντων, δεν είναι απλώς νόμω αβάσιμη, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να προβάλλεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αλλά και ουσία αβάσιμη, επειδή εδράζεται σε μαρτυρία την οποία δεν αποδέχομαι και η οποία, εν πάση περιπτώσει καταρρίπτεται από την αναντίλεκτη μαρτυρία του χωρομέτρη Νικόλα Παναγή, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση, για επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Η ορθότητα της εργασίας του μάρτυρα, ο οποίος διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση σε συνεργασία με τον κτηματολόγο Μάριο Παπανικολάου, καταφαίνεται από τα εξής, τα οποία αναφέρει ο μάρτυρας στη δήλωσή του και εν μέρει, ο Διευθυντής στην αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 22.5.2013: Αφού έλαβε υπόψη του προηγούμενες εργασίες και τους σχετικούς φακέλους, αποτύπωσε επί τόπου καταστάσεις με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο, πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων. Με βάση τις πιο πάνω εργασίες κατέληξε και υιοθέτησε σταθερά σημεία ή άλλα χαρακτηριστικά, στα οποία βασίστηκε για να καθορίσει τα εγγεγραμμένα σύνορα, για τα οποία τοποθέτησε προσωρινά ορόσημα. Η όλη χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε κατά την επιτόπια εξέταση έγινε με τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό που διαθέτει το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η χωρομετρική εργασία έγινε σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο Μ2307, με το χωρομετρικό βιβλίο 534 και σύμφωνα με το φάκελο διαχωρισμού με αριθμό Α2870/47. Η απόφασή του βασίστηκε πλήρως στις αποστάσεις που υπήρχαν καταγραμμένες στον τελευταίο φάκελο. Εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει και έπειτα από σχετική έρευνα που διεξήγαγε στον ίδιο φάκελο, ανεξάρτητα του αν προϋπήρχε διαφορετικό κτίριο παλαιότερα το οποίο κατεδαφίστηκε, οι σημερινές αποστάσεις, μετά την εκκαλούμενη απόφαση είναι οι ίδιες με τις αποστάσεις που αναγράφονται στον ίδιο, πάντοτε, φάκελο. Η χωρομετρική εργασία στην οποία προέβηκε ελέγχθηκε από τον κλάδο χαρτογραφίας και θεωρήθηκε απόλυτα ορθή. Στη συνέχεια ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει σχεδίου, στο οποίο φαίνονται τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων, το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επί τόπου καταστάσεις. Ετοιμάστηκε επίσης σχέδιο και σε μεγαλύτερη κλίμακα (1:500), στο οποίο φαίνονται με ψηφία «Α» μέχρι «Θ» τα προσωρινά ορόσημα που τοποθέτησε επί τόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των επίδικων ακινήτων και με κίτρινο χρώμα, το διαφιλονικούμενο μέρος. Τα όσα αναφέρονται στις δυο εκθέσεις του κ. Ιακωβίδη είναι ανακριβείς ισχυρισμοί που μόνο στόχο έχουν να παραπλανήσουν και μπερδέψουν το Δικαστήριο. Δεν μπορούν να τεκμηριωθούν και δεν είναι τίποτε άλλο παρά υποθέσεις. Ο ισχυρισμός του κ. Ιακωβίδη σχετικά με την ύπαρξη άλλου κτιρίου καθώς για την ύπαρξη λιθοδομής στη νότια πλευρά μεταξύ των επίδικων τεμαχίων είναι λεπτομέρειες και στοιχεία που δεν μπορεί να γνωρίζει παρά μόνο να υποθέτει. Απ' όσα γνωρίζει κα πιστεύει τα εγγεγραμμένα εμβαδά των επίδικων κτημάτων δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την απόφαση του Διευθυντή. Σε σχέση με αυτά, ενώ στον τίτλο ιδιοκτησίας, οι εφεσείοντες φαίνεται να κατέχουν 542 τετραγωνικά μέτρα, μετά την εκκαλούμενη απόφαση κατέχουν 549 τετραγωνικά μέτρα. Οι καταμετρήσεις που διενεργήθηκαν κατά την επιτόπια εξέταση είναι απόλυτα ακριβείς και βασίζονται στα εγγεγραμμένα σύνορα και όχι στην επί τόπου κατάσταση. Έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι προηγούμενοι διαχωρισμοί, με βάση τους οποίους ετοιμάστηκε το εν χρήσει σχέδιο. Η χωρομετρική εργασία όπως έχει διεξαχθεί και τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί είναι με τον ορθό τρόπο και σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο. Για να συνεχίσω, στο βαθμό και την έκταση που ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειόντων, με αναφορά και σε νομολογία (βλ. την Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 749), προκειμένου να με πείσει για το εσφαλμένο του εν χρήσει σχεδίου και κατ' επέκταση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία βασίζεται σ' αυτό, επικαλείται το γεγονός, ότι, επί του παλαιού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου των εφεσειόντων αναφέρεται και ο στάβλος ως τμήμα του, ο οποίος εφαπτόταν του σπιτιού, που επίσης αναφέρεται στον ίδιο τίτλο, παρατηρώ τα εξής, εν μέρει υπό μορφή επανάληψης: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. τις υποθέσεις Είκοσι και Χατζησωφρονίου κ.ά. (ανωτέρω)), το κτηματολόγιο, για επίλυση συνοριακής διαφοράς δυνάμει του άρθρου 58 οφείλει να εφαρμόσει το εν χρήσει επίσημο σχέδιο, ενώ, τα εν χρήσει σχέδια καθορίζουν τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων στα οποία αφορά η συνοριακή διαφορά (βλ. τη Χαρίτου, ανωτέρω επίσης). Ότι αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, έστω κι αν οι εφεσείοντες, - οι οποίοι, για λόγους που έχουν αναφερθεί θεωρούν εσφαλμένη την σχετική διαδικασία - προβάλλουν τη νομικά απαράδεκτη θέση ότι ο Διευθυντής προτού επιλύσει την επίδικη συνοριακή διαφορά θα έπρεπε σε εφαρμογή του άρθρου 61 του Νόμου, Κεφ. 224 να διορθώσει το κατ' ισχυρισμό τους λάθος που υπήρχε στο εν χρήσει σχέδιο, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, ούτε και έχει αποδειχθεί. Απ' εκεί και πέρα συμφωνώ με τον κ. Καραμανή, ότι ο τίτλος εγγραφής ακινήτου αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για την ιδιοκτησία του. Συναφώς με το θέμα παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Ιωάννου (ανωτέρω) στην οποία με παράπεμψε ο κ. Καραμανής, το οποίο υιοθετείται και στη μεταγενέστερη υπόθεση Στυλιανού ν. Λουκά
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1497: «Ο τίτλος εγγραφής ακινήτου αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για την ιδιοκτησία του. Η γη η οποία καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας προσδιορίζεται από το άρθρο 50 του Κεφ. 224: «H έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε Κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από το Διευθυντή: Νοείται ότι όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποία δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομίας.» Όπως εξηγείται στην Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844, ο συσχετισμός της επί του τόπου κατάστασης του τεμαχίου με το σχέδιο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον καθορισμό της ιδιοκτησίας που ενέχει ο τίτλος εγγραφής ακινήτου.» Από το παραπάνω απόσπασμα επιβεβαιώνεται η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή να εφαρμόσει το εν χρήσει σχέδιο, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και το γεγονός, ότι, όπως είναι η θέση των εφεσειόντων, επί του αρχικού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου τους, αναγράφεται και ο στάβλος, ως μέρος του, δεν καθιστά καθοιονδήποτε τρόπο εσφαλμένη την απόφαση, αφού, η έκταση γης που πραγματικά καλύπτεται από τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου των εφεσειόντων, σε εφαρμογή του άρθρου 50 του Νόμου, Κεφ. 224 είναι αυτή που προέκυψε κατά την εξέταση της αίτησης της επίδικης συνοριακής διαφοράς, με συσχετισμό της με το εν χρήσει κυβερνητικό σχέδιο. Ακολουθεί ότι όλοι οι παραπάνω λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι, επομένως απορρίπτονται. Ό, τι απομένει να εξεταστεί είναι το βάσιμο ή μη του τρίτου λόγου έφεσης, (υπό στοιχείο 3.2) σύμφωνα με τον οποίο, η επίδικη απόφαση «. δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται στους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη» Και αυτός ο λόγος έφεσης, παρότι, θα έλεγα πως έχει εγκαταλειφθεί, αφού δεν αναπτύχθηκε καθόλου από τον ευπαίδετυο δικηγόρο των εφεσειόντων στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, εντούτοις (όπως και συμβαίνει και με όλους τους άλλους λόγους έφεσης), είναι εντελώς αβάσιμος, αστήριχτος και ατεκμηρίωτος. Πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί τα οποία περιέχονται στην εκκαλούμενη απόφαση, απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της καταδεικνύει ότι αυτή περικλείει όλα τα αναγκαία στοιχεία που την καθιστούν απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη. Αυτά δε, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνονται τόσο από την - αναντίλεκτη - μαρτυρία του χωρομέτρη ο οποίος διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση στον ουσιώδη χρόνο, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης όσο και από τα διάφορα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης τα οποία έχουν τεθεί ενώπιόν μου, μέσω του ίδιου μάρτυρα. Συγκεφαλαιώνοντας, οι εφεσείοντες, που καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχουν το βάρος να αποδείξουν το εσφαλμένο της επίδικης απόφασης του Διευθυντή, τύποις και ουσία, «.εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν.», όπως τονίζεται στην υπόθεση Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 541, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί, απότυχαν να το αποσείσουν. Σε αντίθεση με αυτούς, η εφεσίβλητη, για τους ίδιους λόγους, - ως μη όφειλε - απόδειξε με θετικό τρόπο ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι απόλυτα ορθή, νόμιμη και δεόντως αιτιολογημένη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος των εφεσειόντων. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του κτηματολογίου, με την οποία επέλυσε συνοριακή διαφορά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο