← Κύπρος

Χάρης Παυλή ν. Richard Crook κ.α., Αρ. Αγωγής: 2195/11, 10/8/2015

Χάρης Παυλή ν. Richard Crook κ.α., Αρ. Αγωγής: 2195/11, 10/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2195/11 Μεταξύ: Χάρης Παυλή, από την Πάφο Ενάγοντα και

  1. Richard Crook, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. Alicia Crook, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενων Ημερομηνία: 10.8.15 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 / Αιτητή: κ. Χρ. Παπαλλάς για κκ Μάντης & Αθηνοδώρου ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Α. Κλεάνθους για κκ Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους του Εναγόμενου 1 / Αιτητή στις 22.1.15 με την οποία ζητούνται η έκδοση αριθμού διαταγμάτων μεταξύ των οποίων και διατάγματος: «με το οποίο να διατάσσεται η άρση της παρατυπίας ως προς την εκπρόθεσμη καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του αιτητή, ημερομηνίας 19/11/2014, και κατ' επέκταση να θεωρείται ως μη εκπρόθεσμη .». H υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.2, θ.6

(4), Δ.64, θθ.1(1-3) και 2, Δ.48, θθ. 1-4, 6, 7, 9-12 και Δ.57, θθ.1-4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την Νομολογία, την διακριτική ευχέρεια και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της κυρίας Πηνελόπης Αθηνοδώρου-Μάντη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, καθότι όπως η κυρία Μάντη εξηγεί στην ένορκό της δήλωση ο Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εκ μέρους και για λογαριασμό του. Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από τον φάκελο ο Ενάγων / Καθ' ου η αίτηση την 1.7.13 εξασφάλισε απόφαση υπέρ του και εναντίον του Αιτητή στην βάση μονομερούς αιτήσεως η οποία στηριζόταν στην παράλειψη από μέρους του τελευταίου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Με αιτιολογημένη απόφασή του ημερομηνίας 15.7.14 το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση ημερομηνίας 1.7.13 στην βάση σχετικής αίτησης που υποβλήθηκε εκ μέρους του Αιτητή στις 2.5.14 και διέταξε τον Αιτητή να καταχωρήσει Υπεράσπιση μέχρι 10.9.
  1. Ο Αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω οδηγίες του Δικαστηρίου, πράγμα που ώθησε τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση στις 18.11.14 να καταχωρήσουν εκ μέρους του αίτηση με την οποία να ζητείται εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση η έκδοση εναντίον του Αιτητή απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης με έρεισμα την Δ.26, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Την επόμενη ημέρα, 19.11.14, οι δικηγόροι του Αιτητή καταχώρησαν εκ μέρους του τελευταίου Υπεράσπιση. Στις 8.12.14, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ημερομηνίας 18.11.14 ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για επίδοση, οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση δήλωσαν ότι ενίσταντο στο εκπρόθεσμο της Υπεράσπισης, πράγμα που ώθησε τον Αιτητή να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, στην οποία ο Καθ' ου η αίτηση, επίσης, ενέστη καταχωρώντας Ειδοποίηση Ένστασης. Η αίτηση ημερομηνίας 18.11.14 ορίζονταν κάθε φορά για οδηγίες και εξακολουθεί να παραμένει για οδηγίες στις 16.9.
  2. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η κυρία Μάντη αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: δεν υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα στην μη καταχώρηση της Υπεράσπισης εντός του χρόνου που έταξε το Δικαστήριο ή πρόθεση καθυστέρησης της διαδικασίας. Προτού ο Αιτητής εγκρίνει την Υπεράσπισή του στην τελική της μορφή έπρεπε να προηγηθεί επεξήγηση και μετάφραση της σε αυτόν κατά κύριο λόγο με τηλεφωνική επικοινωνία καθώς και διασαφήνιση στοιχείων η οποία προέκυψε στην πορεία. Η πιο πάνω διαδικασία αποδείχθηκε χρονοβόρα ήταν από λάθος και αβλεψία που πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης δεν είχε εξασφαλισθεί άδεια του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρησης της. Γι' αυτό και ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση ζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο η σημειωθείσα παρατυπία να αίρεται ως εάν της καταχώρησης της Υπεράσπισης είχε εξασφαλισθεί διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης της έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα οδηγήσει στην πρόκληση ζημίας στον Καθ' ου η αίτηση και δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του. Τουναντίον, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού θα δώσει στον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί και παρουσιάσει στο Δικαστήριο την Υπεράσπισή του η οποία είναι βάσιμη. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με 9 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 48, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Με την ένορκό του δήλωση ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της κυρίας Μάντη οι οποίοι εκτίθενται στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και αιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα. Σε αυτήν αναφέρει, επίσης, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η υπό κρίση αίτηση δεν είναι καλόπιστη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Οι αναφορές της κυρίας Μάντη στην ένορκό της δήλωση είναι γενικές και αόριστες. Όπως δε και να' χει οι δικηγόροι των Αιτητών είχαν αρκετό χρόνο να καταχωρήσουν Υπεράσπιση και να ενημερώσουν κατάλληλα τον Αιτητή, αφενός, γιατί είχαν αναλάβει την υπόθεση από τον Μάιο του 2014, αφετέρου, γιατί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.7.14 τους είχε δοθεί προς την πιο πάνω κατεύθυνση χρόνος 2 ολόκληρων μηνών η παρελκυστική διάθεση του Αιτητή φαίνεται και από το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε όχι σύντομα μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, αλλά 2 μήνες αργότερα ο Αιτητής δεν κατέδειξε ικανοποιητικό λόγο για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του. Τα αιτήματα δεν δικαιολογούνται επαρκώς και η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα εξυπηρετήσει με οποιοδήποτε τρόπο την δικαιοσύνη. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 ΑΑΔ 323 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας):- "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης." .......................................................................................................................... Στην Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. (Βλέπε Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων
(1995)3 Α.Α.Δ. 334. Δημοκρατία ν. Lion Insurance Agency Ltd.
(1995)3 Α.Α.Δ. 338. F. Kassab Gold Solar France Ltd. v. Yiacoumis Bros (Construction) Co. Ltd.
(1990)1 Α.Α.Δ. 510. Λοΐζου ν. Χαραλάμπους και Άλλων - (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996)». Στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ακόμα κι' αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθουμε στην παρούσα περίπτωση, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ΄ όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει ...». (Βλ., επίσης, Βάσω Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1Β ΑΑΔ 1157). Στην υπόθεση Χλόη Χριστοδούλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195 λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν πραγματεύονται ευθέως τις συνέπειες που συνεπάγονται παρεκκλίσεις από τις πρόνοιες τους. Το θέμα ρυθμίζεται έμμεσα με τις διατάξεις του Κ.11 που καθιστά εφαρμοστέους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας σε όλα τα θέματα για τα οποία δεν γίνεται ειδική πρόνοια στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφεαυτής άκυρη τη διαδικασία, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τη φύση της παρατυπίας ή αντικανονικότητας. Εξαιρούνται των διατάξεων της Δ.64 δικονομικά μέτρα τα οποία είναι εξ υπαρχής άκυρα [βλ. μεταξύ άλλων, Ν. P. Lanitis Ltd. ν. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490 και Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945]. Η διαπίστωση ότι δικονομικό μέτρο είναι αντικανονικό και όχι άκυρο, δε συνεπάγεται και τη θεραπεία της παρατυπίας. Επιβάλλεται η προσαρμογή της διαδικασίας στα θέσμια προς διεξαγωγή της δίκης μέσα στο καθιερωμένο πλαίσιο [βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη υπόθεση, η αίτηση η οποία υποβλήθηκε ήταν παράτυπη. Η παρατυπία ήταν ουσιώδης ενόψει της απουσίας έκθεσης των γεγονότων στο κείμενο της αίτησης. Δεν κρίνεται απαραίτητο να προσδιορίσουμε τις συνέπειες της υποβολής αίτησης σε τύπο άλλο από τον καθοριζόμενο. Περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι εν πάση περιπτώσει και παράτυπη να ήταν η αίτηση, η παρατυπία έπρεπε να θεραπευθεί πριν προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Επομένως η έφεση επιτυγχάνει». Προδήλως, επειδή σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε (α) η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει και (β) η Δ.64 δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις, αλλά τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο ο Αιτητής προέβη στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Κρίνεται απαραίτητη, επομένως, η εξέταση του αν η εκπρόθεσμη καταχώρηση της Υπεράσπισης συνιστά απλή παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί ή θεμελιώδη παρατυπία η οποία καθιστά την καταχωρηθείσα Υπεράσπιση εξ' υπαρχής άκυρη ώστε να μην παρέχεται η δυνατότητα θεραπείας της. Κρίνω πως ισχύει το πρώτο. Με αποτέλεσμα η σημειωθείσα παρατυπία να ανάγεται σε μια απλή παρατυπία σύμφωνα και με τον θεσμό 1
(1)της Διάταξης 64 δυνάμενη να θεραπευθεί με βάση τις εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο δυνάμει του θεσμού 1
(2)της ίδιας Διάταξης. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Civil Litigation των O' Hare and Hill, 8η έκδοση, σελίδες 2-3 αναφέρονται τα εξής σημαντικά: «Failure to comply with any requirement of the rules is treated as an irregularity only and does not nullify any step, document, judgment or order . However, the courts have never insisted upon compliance with the rules merely for the sake of it. Therefore if the irregularity causes no prejudice to the other side, the court might simply ignore it and allow the proceedings to continue . In addition to the question of prejudice, the court can also have regard to other factors including the gravity of the irregularity and the conduct of the parties and their advisers .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των κανονισμών αντιμετωπίζεται ως απλή παρατυπία και δεν ακυρώνει οποιοδήποτε διάβημα, απόφαση ή διάταγμα ... Τα Δικαστήρια ουδέποτε επέμειναν στην συμμόρφωση με τους θεσμούς μόνο και μόνο για χάρη της συμμόρφωσης. Κατά συνέπεια, αν η παρατυπία δεν προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά, το δικαστήριο μπορεί απλά να την αγνοήσει και να επιτρέψει την συνέχιση της διαδικασίας ... Επιπρόσθετα του θέματος του δυσμενούς επηρεασμού το δικαστήριο δύναται, να λάβει υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως το μέγεθος της παρατυπίας και την συμπεριφορά των διαδίκων και των συμβούλων τους». Αναφορικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη και ασκούν επιρροή στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου καθοδηγητική στην Κύπρο είναι η υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 366. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, στην οποία ερμηνεύθηκε η νέα Αγγλική Διάταξη 2, η οποία αντιστοιχεί με την δική μας νέα Διάταξη 64, ότι ένας από τους κύριους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (Βλ. Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513). Ωστόσο, τονίσθηκε ότι η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Ένας άλλος είναι η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (Βλ. Leal ν. Dunlop Bio-Process International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874) καθώς και το μέγεθος της παρατυπίας. Στην Κυπριακή υπόθεση που πιο πάνω μνημονεύεται γίνεται, επίσης, αναφορά στο Αγγλικό Supreme Court Practice 1999 στην σελίδα 10 του οποίου αναφέρεται ότι από το σύνολο της Νομολογίας προκύπτει πως η Αγγλική Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στον βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής αντί να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του εντός του χρόνου που όρισε το Δικαστήριο καταχώρησε αυτήν δύο μήνες αργότερα. Η κυρία Μάντη στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έδωσε εξήγηση γι' αυτό καθώς και για την μη συμμόρφωση του Αιτητή με το χρονικό περιθώριο που όρισε το Δικαστήριο. Ο Καθ' ου η αίτηση με την ένορκό του δήλωση αρκέσθηκε σε μια γενικόλογη άρνηση των ισχυρισμών της κυρίας Μάντη. Δεν προέβη σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα με σκοπό να αμφισβητήσει τα όσα η κυρία Μάντη υποστήριξε ενόρκως. Με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της κυρίας Μάντη να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Δέχομαι, λοιπόν, τους εν λόγω ισχυρισμούς και τις υπό της κυρίας Μάντη δοθείσες εξηγήσεις. Περιλαμβανομένου του ότι στην πορεία προέκυψαν σημεία που έχρηζαν διευκρίνισης έστω και αν η κυρία Μάντη στην ένορκό της δήλωση δεν εξειδικεύει ποια και πόσα ήταν τα σημεία αυτά. Μόνο που κρίνω ότι οι εξηγήσεις της δεν είναι ικανοποιητικές. Και εξηγώ. Αναγνωρίζω και δέχομαι ότι οι δικηγόροι του Αιτητή όφειλαν να αποκρυσταλλώσουν τις θέσεις και την εκδοχή του Αιτητή αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και να συλλέξουν τα απαραίτητα στοιχεία για την σύνταξη της Υπεράσπισης. Αναγνωρίζω και δέχομαι ότι το περιεχόμενο της Υπεράσπισης έπρεπε να τύχει της έγκρισης του Αιτητή προτού αυτή καταχωρηθεί καθώς και ότι η Υπεράσπιση έπρεπε να μεταφραστεί ώστε ο Αιτητής να γνωρίζει επ' ακριβώς τι θα καταχωρείτο εκ μέρους του. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ την θέση της κυρίας Μάντη ότι για να τελεσφορήσουν τα πιο πάνω απαιτείτο χρόνος τεσσάρων και πλέον μηνών ή ότι τα πιο πάνω δεν μπορούσαν να λάβουν χώρα εντός του χρόνου των δύο μηνών που όρισε το Δικαστήριο αν επιδεικνυόταν η δέουσα σπουδή και επιμέλεια. Πέραν δε των όσων η κυρία Μάντη ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να γίνουν δεν υποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη δυσκολία, εγγενής ή άλλη, ικανή να δικαιολογήσει την έλευση του χρόνου που σπαταλήθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ως λογικό και εύλογο το συμπέρασμα ότι στο έργο που είχαν να επιτελέσουν, ήτοι στην διασαφήνιση της υπεράσπισης του Αιτητή, την σύνταξη της Υπεράσπισης και της μετάφρασης της στον Αιτητή, οι δικηγόροι του Αιτητή δεν ενήργησαν με την δέουσα σπουδή. Δεν παραβλέπω ότι η πάροδος δύο μηνών από την λήξη της προθεσμίας δεν είναι μικρή. Από την άλλη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση εδυνήθη να τροχοδρομήσει την διαδικασία έκδοσης απόφασης εναντίον του Αιτητή λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης από μέρους του όχι σύντομα μετά την λήξη του χρόνου που όρισε το Δικαστήριο για καταχώρηση Υπεράσπισης, αλλά 2 και πλέον μήνες αργότερα, πράγμα που κατά την κρίση μου μετριάζει ουσιωδώς το μέγεθος της σημειωθείσας παρατυπίας. Λαμβάνεται, επίσης, πολύ σοβαρά υπόψη ο δυσμενής επηρεασμός που θα επέλθει στον Αιτητή σε περίπτωση που η παρατυπία δεν αρθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση η καταχωρηθείσα Υπεράσπιση δεν θα μπορεί να ληφθεί υπόψη ως εκπρόθεσμη και ο Αιτητής θα εμποδισθεί από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Συνέπεια δραστικότατη, αν όχι, καταστροφική για τον Αιτητή. Όπως και το ότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα επέλθει στην πλευρά του Καθ' ου η αίτηση από την άρση της παρατυπίας. Συναφώς κάτι τέτοιο δεν υποστηρίχθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση στην ένορκό του δήλωση. Υπό το φως των πιο πάνω κι έστω και αν οι εξηγήσεις που δόθηκαν από την κυρία Μάντη για την μη εμπρόθεσμη καταχώρηση της Υπεράσπισης δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αρθεί η παρατυπία. Δεν μου διαφεύγει ότι όπως αναφέρεται και στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση οι δικηγόροι του Αιτητή είχαν αναλάβει δικηγόροι του από τον Μάιο του 2014. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 1.7.13 καταχωρήθηκε στις 2.5.14. Η κυρία Μάντη δεν ισχυρίζεται, όμως, ότι οι δικηγόροι του Αιτητή δεν γνώριζαν την υπεράσπισή του. Υπολείπονταν, όπως ανέφερε, κάποια σημεία που στην πορεία κρίθηκαν ότι έχρηζαν διευκρίνισης. Πράγμα που δεν ξενίζει αφού τις περισσότερες φορές η υπόθεση μεταξύ του πελάτη και του δικηγόρου του αποκρυσταλλώνεται στο στάδιο σύνταξης του δικογράφου του. Αυτό, όμως, από μόνο του και δη ότι οι υπό της κυρίας Μάντη δοθείσες εξηγήσεις δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές δεν αναδύει απαραίτητα και δίχως άλλο πρόθεση από μέρους του Αιτητή κωλυσιεργίας στην διαδικασία ή κακοπιστίας ως ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ώστε η υπό κρίση αίτηση να μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική ως επίσης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται. Συναφώς ο Καθ' ου η αίτηση καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε επί του προκειμένου με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του αυτός υπό το φως όλων των πιο πάνω να παραμένει ατεκμηρίωτος. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε 2 μήνες μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Στην υπόθεση Αντώνης Καλιά και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επάρχου Λευκωσίας και Άλλου
(1996)3 ΑΑΔ 149 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την νέα Διάταξη 64 παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Παραμένει, όμως, ότι η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του (Βλ., επίσης, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών και Άλλοι ν. Lion Insurance Agency Limited
(1995)3 ΑΑΔ 338). Αναφορικά με τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της καταχώρησης της Υπεράσπισης και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης τα ακόλουθα. Η αίτηση του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 18.11.14 ήταν ορισμένη στις 8.12.14. Μέχρι τότε οι δικηγόροι του Αιτητή δεν γνώριζαν την θέση του Καθ' ου η αίτηση ως προς το εκπρόθεσμο της Υπεράσπισης. Την πληροφορήθηκαν την ημέρα εκείνη κατά την οποία η δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση δήλωσε την ένστασή της ως ενωρίτερα αναφέρθηκε. Την ίδια ημέρα η δικηγόρος που εμφανίσθηκε για τον Αιτητή ζήτησε χρόνο για να εξετάσει πώς θα προχωρούσε και σε ποιο διαδικαστικό διάβημα θα προέβαινε προς αντιμετώπιση του ζητήματος που είχε προκύψει. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση στις 22.1.15 και την ημέρα εκείνη στις 16.2.15 καθότι οι δικηγόροι του Αιτητή χρειάζονταν και άλλο χρόνο για να αποφασίσουν πώς θα προχωρούσαν. Οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση ούτε στις 8.12.14, αλλά ούτε και στις 22.1.15 ενέστησαν στο αίτημα των δικηγόρων του Αιτητή για χρόνο. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εν τέλει στις 22.1.15 και πριν την ημέρα που η αίτηση ημερομηνίας 18.11.14 είχε ορισθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι ο διαρρεύσαν χρόνος αποτελεί σημείο που θα μπορούσε δικαίως να επενεργήσει αρνητικά για τον Αιτητή. Ο χρόνος που ο Αιτητής είχε στην διάθεσή του για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και κατά τον οποίο η υπό κρίση αίτηση εν τέλει καταχωρήθηκε του είχε παραχωρηθεί από το ίδιο το Δικαστήριο κατόπιν έγκρισης των παρακλήσεών του προς την πιο πάνω κατεύθυνση και τις δύο φορές και χωρίς οποτεδήποτε η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση να ενστεί. Υπό το φως των πιο πάνω δεν νομιμοποιείται η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση να παραπονείται για το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση ή να οικοδομεί πάνω σε αυτό. Αφού ουδέποτε ενέστη στον χρόνο που και τις δύο φορές ζήτησε η πλευρά του Αιτητή και ο χρόνος αυτός παραχωρήθηκε στον Αιτητή και με δική της συναίνεση. Υπό το φως όλων πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους (α), (γ) - (ζ) και (θ) δεν ευσταθούν. Οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους (β) και (η) δεν προωθήθηκαν με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ώστε δικαίως να μπορεί να λεχθεί ότι αυτοί εγκαταλείφθηκαν. Η εξέτασή τους καθίσταται, επομένως, περιττή. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (η) σημειώνεται επιπρόσθετα ότι η καταχώρηση της αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης ημερομηνίας 18.11.14 δεν αποτελεί κώλυμα στην παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Επίσης, ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο (ζ) είναι εκ προοιμίου έκθετος σε απόρριψη αφ' ης στιγμής αυτός δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Συναφώς στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς υποστήριξή του. Η παράγραφος 2 του θεσμού
(1)της Διάταξης 64 δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την διαδικασία όπως κρίνει πρέπον. Η εξουσία αυτή που δίδεται στο Δικαστήριο είναι πανομοιότυπη με την εξουσία που δίδεται στα Αγγλικά Δικαστήρια από την Διάταξη 2, θεσμό 1
(1)(may make such order . dealing with the proceedings generally as it thinks fit). Στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι οι πιο πάνω λέξεις είναι έκδηλα τόσο ευρείες που δίνουν την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει ακόμα και διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Υπό το φως των δεδομένων περιστάσεων και λαμβανομένων ειδικότερα υπόψη της φύσης και του μεγέθους της παρατυπίας, της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού στον Καθ' ου η αίτηση από την διόρθωση της και των δυσμενών, αν όχι, καταστροφικών επιπτώσεων που η παρατυπία θα είχε στην υπόθεση του Αιτητή αν αυτή δεν διορθωθεί κρίνω πως η παρατυπία θα πρέπει θεραπευθεί με την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από αυτήν ώστε η καταχωρηθείσα Υπεράσπιση να θεωρείται ως εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία ώστε η Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 19.11.14 να θεωρείται ως εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα. Η εξέταση των αιτουμένων διαταγμάτων υπό παραγράφους (Β) και (Γ) της αίτησης κρίνεται περιττή. Αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα υπό παράγραφο (Α) αυτό είναι έκθετο σε απόρριψη αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο επιλαμβανόταν της αίτησης ημερομηνίας 18.11.14 για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης κάθε φορά που αυτή ήταν ορισμένη και, μάλιστα, με την συναίνεση των δικηγόρων του Αιτητή. Αυτή δε είναι ορισμένη για οδηγίες στις 16.9.15. Αναφορικά με τα έξοδα κρίνω πως το ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις θα ήταν όπως και παρά το αποτέλεσμα η πλευρά του Αιτητή επωμισθεί τα έξοδα της αίτησης κατά το ήμισυ. Και αυτό γιατί η αναγκαιότητα της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και τα ως εξ' αυτής προκληθέντα έξοδα προέκυψαν από παραλείψεις του Αιτητή, ήτοι (α) την παράλειψή του να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του εντός της προθεσμίας που έταξε το Δικαστήριο με την απόφασή του ημερομηνίας 15.7.14 και (β) την παράλειψή του προτού καταχωρήσει την Υπεράσπισή του να αιτηθεί και εξασφαλίσει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της. Συνακόλουθα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση / Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1 / Αιτητή κατά το ήμισυ όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παρατυπία - Θεραπεία Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.