← Κύπρος

Γιωργούλλα Γιούπρου ν. C. A. C. Papantoniou Limited, Αρ. Αγωγής :- 2792 / 2012, 25/9/2015

Γιωργούλλα Γιούπρου ν. C. A. C. Papantoniou Limited, Αρ. Αγωγής :- 2792 / 2012, 25/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2792 / 2012 Μεταξύ:- Γιωργούλλα Γιούπρου Ενάγουσα Και C. A. C. Papantoniou Limited Εναγόμενη Αίτηση Προσθήκης Διαδίκου και Τροποποίησης Ημερομηνίας 28/1/2015 Ημερομηνία :- Παρασκευή 25η Σεπτεμβρίου 2015 Για την ενάγουσα - Αιτήτρια :- κος. Νίκος Α. Τσιαπαλής Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ανθή Χριστοδούλου Για την εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 :- κος. Νεόφυτος Δημοσθένους για Γεώργιο Χ. Σιαηλή Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Νεόφυτος Δημοσθένους Για την εταιρεία C. A. C. Papantoniou Trading Ltd - Καθ΄ ης η Αίτηση 2 :- κος. Πέτρος Χατζηπαναγιώτου για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Πέτρος Χατζηπαναγιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα την προσθήκη αναγκαίου διαδίκου και την κατ΄ επέκταση αναγκαία προς το σκοπό αυτό τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της. [ 2 ] Η καθ΄ης η αίτηση 1 εναγόμενη η οποία ήδη είναι διάδικος δεν έχει ένσταση ως προς την αποδοχή της αίτησης. Ζητά όμως την επιδίκαση των εξόδων της αίτησης υπέρ της. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας δήλωσε πως, όπως ο ίδιος θεωρούσε, το θέμα των εξόδων θα έπρεπε να αποφασιζόταν από το Δικαστήριο. [ 3 ] Η καθ΄ης η αίτηση 2 εταιρεία η οποία δεν είναι διάδικος αλλά το νομικό πρόσωπο την προσθήκη του οποίου ως αναγκαίου διάδικου αιτείται η ενάγουσα, έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση με 5 συνολικά λόγους ένστασης. [ 4 ] Τόσο ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση 2 έχουν παρουσιάσει σχετική επιχειρηματολογία αντίστοιχα υπέρ και εναντίον της έγκρισης της αίτησης. [ 5 ] Τα γεγονότα υπό εξέταση όπως αυτά προκύπτουν τόσο από την αρχική όσο και την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας προς υποστήριξη της αίτησης συνοπτικά αναφέρονται πιο κάτω. Παρατηρώ απλά πως παρά και την μη αποδοχή από την καθ΄ης η αίτηση 2 των γεγονότων όπως αυτά αναφέρονται εντός των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης εντούτοις η ένσταση της βασίζεται επί νομικών σημείων παρά σε οποιαδήποτε σημαντική διαφορά αναφορικά με τα σχετικά γεγονότα ή τουλάχιστον οποιαδήποτε σημαντική διαφορά την οποία να θέτει υπόψη του Δικαστηρίου. Βεβαίως το Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε λάβει υπόψη του κατά την εξέταση αυτής της αίτησης την οποιαδήποτε διάσταση αναφορικά με τα γεγονότα στο βαθμό στον οποίο αυτή θα του υποδεικνυόταν και η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σημαντική αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. [ 6 ] Συνοπτικά τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση αυτής της αίτησης έχουν ως εξής. Η ενάγουσα ισχυρίζεται πως στις 5/1/2010 τραυματίστηκε από πτώση η οποία είχε συμβεί στο χώρο της φρουταρίας της υπεραγοράς της εναγομένης εξαιτίας αμέλειας της εναγομένης ως προς τη διατήρηση του χώρου καθαρού και ασφαλή για το κοινό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο καταχώρησε την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο στις 29/8/

  1. Στην πορεία, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης στην έκθεση υπεράσπισης της, η εναγόμενη ισχυρίστηκε πως αν και ιδιοκτήτρια του ακινήτου εντούτοις η διαχειρίστρια εταιρεία της υπεραγοράς και υπεύθυνη για τη λειτουργία της είναι άλλη εταιρεία, δηλαδή η καθ΄ης η αίτηση 2 ή η C. A. C. Papantoniou Trading Ltd. Μετά και από αίτημα για παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών αναφορικά με αυτό το θέμα καταχωρήθηκε και η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Β. ΘΕΜΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ [ 7 ] Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως θα πρέπει να εξεταστεί η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας, όπως αυτή αποτυπώνεται στη γραπτή αγόρευση του, ως προς το ότι η καθ΄ης η αίτηση 2 δεν έχει locus standi στη διαδικασία εξέτασης αυτής της αίτησης. Εισηγείται πως εκ λάθους ή παραδρομής επιδόθηκε η αίτηση στην καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς, εισηγείται, πως αποδοχή και νομιμοποίηση του δικαιώματος εμφάνισης και προβολής των θέσεων της καθ΄ ης η αίτηση 2 θα ισοδυναμούσε κατ΄ επέκταση με διαδικασία κατά την οποία πριν από την καταχώρηση αγωγής εναντίον οποιουδήποτε προσώπου θα έπρεπε αυτό να κληθεί έτσι ώστε να τοποθετηθεί κατά πόσο αποδέχεται την καταχώρηση της αγωγής εναντίον του ή όχι. [ 8 ] Βεβαίως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά ή παρόμοια όπως η σύνηθης περίπτωση καταχώρησης μίας αγωγής. Εξού και διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης η θέση αυτή δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αβάσιμη. Ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας επέλεξε να επιδώσει την αίτηση στην καθ' ης η αίτηση
  2. Δεν είναι το Δικαστήριο το οποίο διέταξε ή έδωσε οδηγίες αναφορικά με την επίδοση της αίτησης. Εφόσον έγινε αυτή η επιλογή - έστω και εκ λάθους ή παραδρομής - αναπόφευκτα θα πρέπει ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί και τις συνέπειες αυτής της επιλογής. [ 9 ] Μετά και από την επίδοση της αίτησης κατά την πρώτη ημερομηνία στην οποία αυτή είχε οριστεί για ακρόαση από τον Πρωτοκολλητή, εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση, ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας δεν είχε ένσταση ως προς το να δοθεί χρόνος. Ούτε και εγέρθηκε οποιαδήποτε ένσταση ως προς την εμφάνιση δικηγόρου εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση 2 ή της δυνατότητας συμμετοχής της στη διαδικασία και με την καταχώρηση μάλιστα και ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. [ 10 ] Βεβαίως, παρά και το γεγονός πως δεν έχει σημειωθεί οτιδήποτε σχετικό στο συγκεκριμένο πρακτικό του Δικαστηρίου όντως ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας είχε αναφέρει πως εκ λάθους έγινε επίδοση προς την καθ΄ης η αίτηση
  3. Όμως η αναφορά αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σημασία σε σχέση με την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το εξής. Εφόσον η καθ΄ης η αίτηση 2 έχει λάβει γνώση αναφορικά με την ύπαρξη και αντικείμενο της αίτησης και επιπλέον στη συνέχεια έλαβε μέρος στην όλη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης, δίχως καν να εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση ως προς τη συμμετοχή της ή ακόμη και τον τρόπο συμμετοχής της, πραγματικά δεν είναι πλέον δυνατό να γίνει δεκτή ως βάσιμη η θέση ως προς το ότι δεν έχει το δικαίωμα να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου την τοποθέτηση της αναφορικά με το αίτημα της ενάγουσας. [ 11 ] Άλλωστε υπάρχουν και περιπτώσεις στη νομολογία μας στις οποίες παρά και την καταχώρηση μονομερούς αίτησης και την μη επίδοση της εντούτοις σε περίπτωση εμφάνισης δικηγόρου στο Δικαστήριο εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση κατά την ημερομηνία στην οποία αυτή έχει οριστεί για ακρόαση τότε το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτή την εμφάνιση και παρέχεται και δικαίωμα στον καθ΄ ου η αίτηση να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο στη διαδικασία. [ 12 ] Η πρακτική αυτή ακολουθείται εντός του πλαισίου τήρησης του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει όπως ακουστεί και η άλλη πλευρά, αναφορικά με κάποιο θέμα που την αφορά (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά την Αίτηση Αρ. 73/2005 της Τράπεζας Κύπρου κ. ά. για Certiorari

(2005)1Β Α.Α.Δ. 1178). [ 13 ] Συνεπώς, διευκρινίζω πως το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη συγκεκριμένη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας, λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση 2 ως επίσης και την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της αναφορικά με την αποδοχή ή μη της αίτησης. Γ. ΣΤΑΔΙΟ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ [ 14 ] Άλλη βασική εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας είναι πως το θέμα της παραγραφής δεν θα πρέπει να εξεταστεί σε αυτή τη διαδικασία αλλά μετά και από έγκριση της αίτησης και ακολούθως, εφόσον πρώτα η καθ΄ης η αίτηση 2 καταστεί διάδικος, τότε το θέμα να εξεταστεί στη συνέχεια, μετά από καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υποβολή σχετικής αίτησης της με την οποία να επικαλείται την παραγραφή. Εναντίον της οποίας η ενάγουσα θα μπορούσε να καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εντός της οποίας θα μπορούσε να αναπτύξει τις θέσεις της ως προς το ότι η δική της περίπτωση εντάσσεται στις εξαιρέσεις εφαρμογής της παραγραφής. Δ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ [ 15 ] Η νομολογία η οποία έχει παρουσιαστεί από αμφότερους τους ευπαίδευτους δικηγόρους τυγχάνει να είναι αγγλική νομολογία. Προφανώς καθότι οι ίδιοι δεν εντόπισαν οποιαδήποτε δική μας νομολογία επί του θέματος. Ούτε και το Δικαστήριο έχει εντοπίσει οποιαδήποτε δική μας νομολογία η οποία να εξετάζει ευθέως το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 16 ] Η μοναδική αυθεντία επί του θέματος στη δική μας νομολογία, της οποίας όμως τα γεγονότα είχαν σχέση περισσότερο με έγερση διαδικασίας εναντίον διαδίκου με λανθασμένη ονομασία παρά με προσθήκη ξεχωριστού διαδίκου, είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ. ά.
(2001)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Εντούτοις εντός της συγκεκριμένης αυθεντίας υπάρχει εμπεριστατωμένη ανάλυση της αγγλικής νομολογίας σε σχέση με το θέμα της προσθήκης διαδίκου σε περιπτώσεις όπου τυγχάνει εφαρμογής η νομοθεσία σε σχέση με την παραγραφή ενός αγώγιμου δικαιώματος. Η ανάλυση αυτή κρίνεται ιδιαίτερα βοηθητική ως προς την ορθότερη αντίληψη της αγγλικής νομολογίας επί του θέματος έστω και εάν η ίδια η απόφαση δεν καθορίζει δεσμευτικό προηγούμενο αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 17 ] Ουσιαστικά ο ούτω καλούμενος κανόνας περί ανατροπής της προθεσμίας βασίζεται στο σκεπτικό πως ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την προσθήκη διαδίκου καθότι αυτό θα ανατρέψει την υπεράσπιση η οποία προσφέρεται από τη σχετική νομοθεσία σε σχέση με το θέμα της παραγραφής. Όπως αναφέρει σχετικά ο Scrutton L. J. στην Mabro v Eagle Star and British Dominions Insurance Co, Ltd [1932] All ER Rep 411,:- "In my experience the court has always refused to allow a party or a cause of action to be added where, if it were allowed, the defence of the Statute of Limitations would be defeated. The court has never treated it as just to deprive a defendant of a legal defence. If the facts show either that the particular plaintiff or the new cause of action sought to be added are barred, I am unable to understand how it is possible for the court to disregard the statute. It has been suggested that we might allow the joinder without prejudice to any defence against the claim, but I cannot see why, where the defence is clear and arises under the Statute of Limitations, the parties should be put to the expense of allowing an action to proceed which is barred in law." Σαφώς η συγκεκριμένη αναφορά αντιστρατεύεται την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ως προς την προσθήκη πρώτα της καθ΄ ης η αίτηση 2 ως διαδίκου έτσι ώστε στη συνέχεια να αποφασιστεί το θέμα της παραγραφής. [ 18 ] Βεβαίως όπως αναφέρεται στη σελίδα 1621 της Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ. ά. (βλ. πιο πάνω) ο κανόνας περί ανατροπής της προθεσµίας δεν έχει τύχει καθολικής αποδοχής από τους 'Αγγλους Δικαστές ενώ παρατίθεται (σε μετάφραση) και το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση μειοψηφίας του Λόρδου Denning M. R. στη σελίδα 463 της Lucy v. Henleys Telegraphic Works [1969] 3 All E.R. 456,:- «Η υπόθεση Mabro ήταν απόφαση δύο Λόρδων Δικαστών και δεν δεσµεύει αυτό το Δικαστήριο. Αποφασίστηκε πριν από 37 χρόνια. Η πρακτική έχει έκτοτε µεταβληθεί σε µεγάλο βαθµό. Δεν είναι σωστό να λέγεται ότι ο εναγόµενος έχει 'κεκτηµένο δικαίωµα' να επωφελείται από τον περί Παραγραφής Νόµο. Ο νόµος δεν παρέχει οποιαδήποτε δικαιώµατα στον εναγόµενο. Επιβάλλει µόνο προθεσµία στον ενάγοντα. Εφόσον καταχωρεί την αγωγή εντός της καθορισµένης προθεσµίας, ή εντός οποιασδήποτε επιτρεπόµενης παράτασης της, τότε έστω και αν η αγωγή είναι πληµµελής κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το Δικαστήριο µπορεί να επιτρέψει οποιεσδήποτε τροποποιήσεις οι οποίες επιτρέπονται από τους Διαδικαστικούς Κανονισµούς και απαιτούνται από την δικαιοσύνη της υπόθεσης · και εφόσον γίνει η τροποποίηση, το τροποποιηθέν κλητήριο οµιλεί από την ηµεροµηνία της αρχικής έκδοσης του και όχι από την ηµεροµηνία της τροποποίησης. Το ελάττωµα θεραπεύεται και η αγωγή καταχωρείται εµπρόθεσµα. Δεν παραγράφεται από το Νόµο. Αυτό φαίνεται από την τριλογία των υποθέσεων Pontin v. Wood [1962] 1 All E.R. 294, 297, Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd [1967] 2 Q.B. 703 και Chatsworth Investments Ltd v. Cussins (Contractors) Ltd [1969] 1 All E.R. 143.» [ 19 ] Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση 2 βασίστηκε κυρίως στα όσα αναφέρονται σχετικά στην Liff v. Peasley and another [1980] 1 All E. R.
  2. Στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 639 της απόφασης (το οποίο εμπεριέχεται και στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση 2) παρατίθεται η αναφορά του Brandon L.J. στην Liff v. Peasley επί του συγκεκριμένου θέματος, με συγκεκριμενοποίηση του κανόνα πρακτικής και των διαζευκτικών του βάσεων επί των οποίων στηρίζεται και η εφαρμογή του,:- "It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court has allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand. I shall refer to that established rule of practice as 'the rule of practice'. There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since such defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory." [ 20 ] Υπενθυμίζω πως η αγγλική νομολογία δεν είναι μεν δεσμευτική για τα Δικαστήρια της χώρας μας, είναι όμως βοηθητική. Παραδείγματος χάριν, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή μεταγενέστερου νομοθετήματος μας πανομοιότυπου με αγγλικό (βλ. σχετικά την Κολαρίδου ν. Κολαρίδη
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1408). Έχει επίσης λεχθεί σε σχέση με την εξέταση συγκεκριμένου νομικού θέματος πως η αγγλική προσέγγιση παρέχει χρήσιμο σημείο αναφοράς ως επίσης και ένα μέτρο σύγκρισης (σελίδα 270 της Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249). [ 21 ] Ουσιαστικά το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία δίχως όμως αυτή να το δεσμεύει. Σημασία επί του προκειμένου πέραν και από τη διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ. ά. (βλ. πιο πάνω), ως προς το ότι ο σχετικός κανόνας πρακτικής ο οποίος εφαρμόζεται στην αγγλική νομολογία δεν είναι άκαµπτος και δεν έχει τύχει γενικής αποδοχής, έχει και το δεδομένο πως δεν υπάρχει δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση. Ως προς το κατά πόσο δηλαδή ο κανόνας ανατροπής της προθεσμίας θα πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρότητα σε περιπτώσεις όπως αυτή υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ε. ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ ΕΞΕΤΑΣΗΣ [ 22 ] Το ερώτημα το οποίο τίθεται ουσιαστικά είναι κατά πόσο με το να εγκριθεί η προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση 2 τότε αυτή θα στερηθεί του δικαιώματος να εγείρει ως υπεράσπιση της την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της. Εάν η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο τότε η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική ενώ το αντίθετο θα ισχύει εάν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση 2 γινόταν δεκτή. Επιπλέον, στη δεύτερη περίπτωση θα έπρεπε κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο να εξέταζε εντός αυτής της απόφασης και το θέμα της παραγραφής. Διαφορετικά, στη πρώτη περίπτωση, το θέμα αυτό θα έπρεπε να αφεθεί προς εξέταση εάν και εφόσον αυτό τεθεί υπό οποιαδήποτε μορφή από την καθ΄ης η αίτηση 2 όταν πλέον αυτή θα έχει καταστεί διάδικος στην αγωγή. [ 23 ] Ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του θέματος υπό εξέταση είναι επίσης και η ανάλυση της σχετικής νομολογίας στην Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v Hugin (GB) Ltd and others [1982] 1 All ER 595, απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 27/11/1979, δηλαδή αμέσως μετά από την έκδοση της Liff v. Peasley (βλ. πιο πάνω). Μάλιστα ο Judge Hawser Q.C. αν και επιφύλαξε την απόφαση του στις 8/11/1979, με την έκδοση στις 14/11/1979 των αποφάσεων των Stephenson L.J. and Brandon L.J. στην Liff v. Peasley (βλ. πιο πάνω), κάλεσε τους δικηγόρους των διαδίκων για να αγορεύσουν εκ νέου εάν επιθυμούσαν και αφού πρώτα θα μελετούσαν τις συγκεκριμένες αποφάσεις. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω στο σύνολο της αυτή την ανάλυση. [ 24 ] Αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός πως ακόμη και βάσει της Liff v. Peasley ο Judge Hawser Q.C. έκρινε πως παρεχόταν η δυνατότητα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του έτσι ώστε να εγκριθεί η προσθήκη διαδίκου υπό τον όρο όμως πως η ημερομηνία κατά την οποία θα ίσχυε η τροποποίηση εναντίον των προτεινόμενων εναγομένων θα ήταν η ημερομηνία της τροποποίησης και όχι η ημερομηνία του κλητηρίου εντάλματος. Με αυτό τον τρόπο δεν θα στερούσε τους προτεινόμενους εναγόμενους το δικαίωμα να εγείρουν την υπεράσπιση της παραγραφής. [ 25 ] Ουσιαστικά η προσθήκη τους ως εναγόμενοι θα γινόταν ωσάν να είχαν εκδοθεί κλητήρια εντάλματα εναντίον τους κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης. Η προσθήκη δηλαδή έγινε δίχως να παραγνωρίζεται η 'relation back' θεωρία (η οποία επεξηγήθηκε από τον Brandon L.J. στην Liff v. Peasley) δηλαδή ότι οποιαδήποτε τροποποίηση εφαρμόζεται με προγενέστερη ημερομηνία δηλαδή την ημερομηνία έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Η θεωρία αυτή βασίζεται στον κανόνα πως ένας διάδικος δεν θα πρέπει να προστίθεται εάν το αποτέλεσμα θα ήταν να του στερηθεί η υπεράσπιση της παραγραφής. [ 26 ] Παραθέτω πιο κάτω το σκεπτικό βάσει του οποίου Judge Hawser Q.C. έθεσε χαρακτηριστικά το όλο θέμα στη σελίδα 605 της απόφασης του. "So far as Liff's case is concerned, I respectfully agree with the reasoning of Stephenson and Brandon LJJ as to the operative date and the relation back theory. I would be happy to follow it but I think I am constrained by the reasoning adopted and language used in at any rate most of the Court of Appeal cases and, in particular, in Lucy's case not to do so. It appears to me that, as the law stands at present, in the normal way, and subject to the question of whether the court can impose any special condition, the amendment does relate back to the date of the writ. My principal reason for taking this view is that the court seems to have put the rule as to amendments on the footing that one cannot allow an amendment which would deprive a defendant of a limitation defence. If the amendment took effect and operated from the date when it was made, then it would not deprive a defendant of his limitation defence. It is only because it has been regarded as operating from the date of the issue of the writ that it can have this effect. 6. Issue
(3)Counsel for the plaintiffs submitted that the court has a discretion to grant leave to amend on terms and that it can impose as a condition of granting leave a term that the proceedings against the new defendant shall or shall be deemed to have commenced as at the date of the amendment with the consequence that the period of limitation would only cease to run at that date and not at the date of the writ itself. He concedes that this would not be appropriate where it is clear that the new defendant will raise a limitation defence of a character which will undoubtedly provide a complete answer to the plaintiff's claim when, as Brandon LJ put it in Liff's case, the 'no useful purpose' theory or doctrine would apply. But counsel for the plaintiffs says that this is the only way in which justice can be done to both parties in a situation where the existence or the extent of the limitation of defence is genuinely in issue. The effect would be to preserve the new defendant's limitation defence, if indeed it is a good one, while giving the plaintiff the opportunity to establish that in fact the defence is not well founded, and that his action is not statute-barred. I am satisfied that this would be the proper solution of the problem before me and would alone do justice to both parties. The question is whether I have the power to adopt this solution. " [ 27 ] Στη συνέχεια βεβαίως ο Judge Hawser Q.C. έκρινε πως όντως είχε την εξουσία να επιλέξει τη συγκεκριμένη λύση. Θεωρώ πως ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαπίστωση του ως προς το ότι ο συγκεκριμένος κανόνας υπό εξέταση είναι κανόνας πρακτικής παρά νομικός κανόνας. [ 28 ] Εκτεταμένο, λόγω της σαφήνειας και σχετικότητας του, μέρος του σκεπτικού με το οποίο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα παρατίθεται πιο κάτω (σελίδες 607 έως 608),:- "In Mabro's case, to which I have already referred, Scrutton LJ added these words which follow the words which I have already quoted, which ended with the sentence: 'If the facts show either that the particular plaintiff or the new cause of action sought to be added are barred, I am unable to understand how it is possible for the Court to disregard the statute.' He then went on to say ([1932] 1 KB 485 at 487, [1932] All ER Rep 411 at 412): 'It has been suggested that we might allow the joinder without prejudice to any defence against the claim, but I cannot see why the parties should be put to the expense of allowing an action to proceed which is barred in law.' It is therefore suggested that Scrutton LJ did not exclude the possibility of a joinder in those circumstances, but said that there would be no purpose in allowing it, it would not be right to do so, where the statutory defence would succeed. In Mitchell v Harris Engineering Co Ltd [1967] 2 All ER 682 at 688, [1967] 2 QB 703 at 721, there are some observations by Russell LJ which in my respectful view assist on this matter. Having referred to Mabro, he said: 'But I take these cases to have been decided on grounds of settled practice, albeit attributable to the parties' position vis-à-vis the statute of limitation. So far as I am aware, no judge said that it would be outside the jurisdiction of the court to allow the amendment in question: and if it were thought to be a question of substantive law, this would surely have been the immediate and short answer to the application to amend.' The words he used are important for two reasons. First of all, because he characterises the rule as a rule of practice and not a rule of law and indicates that the court has jurisdiction, with the corollary that the exercise of it must depend on particular circumstances. Stephenson and Brandon LJJ also expressed the view that what was being dealt with was a rule of practice and not a rule of law. .... ... There is no doubt that the court is given a wide discretion under RSC Ord 15, r 6
(2)(b)(ii) regarding the addition of a party. ... ... That of course gives the court power to add these defendants, and it is of importance in my respectful view to observe the wide discretion given that the court may on such terms as it thinks just allow the addition of such parties. The Court of Appeal cases make it clear that it would not be right to exercise the discretion given by the rules to allow an amendment when it is plain that, as in those cases, the limitation defence will succeed. It seems to me that different considerations apply where, at the time when the amendment is challenged, there is a real issue whether the statutory defence would in fact succeed or whether it would only succeed as to part of the plaintiff's claim if the relevant date is that of the amendment. Unconditional leave to amend would of course unfairly prejudice the proposed defendant if I am right that on the present state of the law the doctrine of relation back applies. Equally, if the amendment is not allowed, the plaintiff may be unfairly prejudiced by the loss of the opportunity of establishing that his claim, or a substantial part of it, is not statute-barred. The only way to do justice to both parties in that situation, which, as I have found, is the one I am faced with, would be to allow the amendment on the terms that it is to operate against the proposed defendants as at the date when it was made and not as at the date of the writ. In my judgment, the court has the power to do that in the exercise of the discretion conferred on it by the rules. I can summarise my reasons for this conclusion as follows.
(1)In none of the Court of Appeal cases was this possibility considered. It did not arise because those were cases in which the effectiveness of the limitation defence was clear and beyond doubt.
(2)The authorities cited previously, commencing with Re Bowden, Andrew v Cooper support the view that such a discretion exists and that the imposition of such a condition or term is within the powers of the court.
(3)The court has a general discretion under the rules as to amendment and joinder to ensure that justice is done between the relevant parties to the litigation, and in circumstances such as the present that objective can only be achieved by granting leave subject to the appropriate condition.
(4)This course is neither wrong in principle nor does it offend against the underlying object of the Court of Appeal decisions, namely the protection of the proposed defendant and the preservation of any defence which may be open to him under the Limitation Acts. I have come to the conclusion that the discretion to grant leave subject to the appropriate condition does exist. " ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΞΕΤΑΣΗΣ [ 29 ] Υιοθετώντας το ίδιο σκεπτικό και δίχως να εξετάζεται από αυτό το Δικαστήριο εντός αυτής της απόφασης κατά πόσο όντως η υπεράσπιση της παραγραφής ευσταθεί αλλά παράλληλα κρίνοντας πως θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην ενάγουσα να εισηγηθεί προς το Δικαστήριο πως αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση της, θεωρώ πως η λύση η οποία επιλέγηκε στην περίπτωση της απόφασης Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v Hugin (GB) Ltd and others (βλ. σχετικά πιο πάνω) είναι πρόσφορη προς επιλογή και σε σχέση με την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 30 ] Καθότι, διατηρώντας υπόψη και τη σχετική νομοθεσία επί του θέματος, δεν είναι ξεκάθαρο σε αυτό το στάδιο και εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας, ιδιαίτερα δε δίχως να δοθεί πρώτα η ευκαιρία στους διάδικους να τοποθετηθούν σχετικά τόσο με μαρτυρία όσο και επιχειρηματολογία, πως η υπεράσπιση της παραγραφής θα γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Παράλληλα όμως δεν θα πρέπει και η καθ΄ης η αίτηση 2 να στερηθεί του δικαιώματος να εγείρει αυτή την υπεράσπιση. [ 31 ] Θεωρώ πως όντως ο ορθότερος και πιο δίκαιος τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση έτσι ώστε αφενός να μην στερείται του δικαιώματος η καθ΄ης η αίτηση 2 να θέσει ως υπεράσπιση το θέμα της παραγραφής και αφετέρου η ενάγουσα να προβάλει τις δικές της θέσεις ως προς το ότι η δική της περίπτωση εμπίπτει σε εξαιρέσεις από την εφαρμογή του σχετικού Νόμου αναφορικά με την παραγραφή είναι πως σε περίπτωση όπου κρίνεται ότι η καθ΄ης η αίτηση 2 είναι όντως αναγκαίος διάδικος η προσθήκη της θα γίνει υπό τον όρο ότι για σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η σχετική ημερομηνία προσθήκης της ως εναγόμενη θα θεωρείται ως αυτή της έκδοσης του σχετικού διατάγματος προσθήκης και τροποποίησης και όχι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. [ 32 ] Συνεπώς, ουσιαστικά γίνεται δεκτή η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ως προς το ότι το θέμα της παραγραφής δεν θα πρέπει να εξεταστεί σε αυτή τη διαδικασία αλλά αφού πρώτα η καθ΄ης η αίτηση 2 καταστεί διάδικος στην αγωγή. Ζ. ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘ΄ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ 2 ΩΣ ΔΙΑΔΙΚΟΣ [ 33 ] Επομένως το θέμα το οποίο απομένει προς εξέταση είναι κατά πόσο είναι δυνατό να κριθεί πως η καθ΄ης η αίτηση 2 είναι αναγκαίος διάδικος. Διατηρώντας υπόψη τα όσα στοιχεία έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία επί αυτού του θέματος. Η καθ΄ης η αίτηση 2 περιγράφεται ουσιαστικά ως θυγατρική εταιρεία της εναγομένης και ως το νομικό πρόσωπο το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ευθύνη για το χώρο όπου κατ΄ ισχυρισμό η ενάγουσα είχε υποστεί ζημιά εξαιτίας της αμέλειας οι λεπτομέρειες της οποίας παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης. Η. ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ [ 34 ] Αναφορικά με τους λόγους ένστασης διαπιστώνονται τα ακόλουθα. [ 34.1 ] Διευκρινίζω πως ασφαλώς δεν θα ήταν ορθό για το Δικαστήριο να εξετάσει καν τον πρώτο λόγο ένστασης εφόσον με μία τέτοια εξέταση ουσιαστικά θα προδικαζόταν το θέμα της παραγραφής. [ 34.2 ] Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης το Δικαστήριο ήδη έχει κρίνει πως τηρούνται οι προϋποθέσεις για προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση 2 ως συνεναγόμενης. [ 34.3 ] Αναφορικά δε με τον τρίτο λόγο ένστασης θεωρώ πως με τον όρο ο οποίος τίθεται στο διάταγμα προσθήκης της καθ΄ ης η αίτηση 2 το όλο θέμα επιλύεται με δίκαιο τρόπο τόσο για την ενάγουσα όσο και για την καθ΄ης η αίτηση 2 ενώ και πάλι σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας έχει παραγραφεί αυτό παραμένει ανοιχτό προς εξέταση μελλοντικά. [ 34.4 ] Σε σχέση με τον τέταρτο λόγο ένστασης δεν διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο πως η προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση 2 θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα της εφόσον με την υπεράσπιση της θα είναι σε θέση να προβάλει τόσο το θέμα της παραγραφής όσο και οποιοδήποτε άλλο σχετικό σημείο προς υποστήριξη της υπεράσπισης της. [ 34.5 ] Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα δε την αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου της ενάγουσας και του υπεύθυνου της ασφαλιστικής εταιρείας η οποία επισυνάπτεται υπό μορφή τεκμηρίων στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας, διαπιστώνω πως η καθυστέρηση δικαιολογείται βάσει και της πληροφόρησης η οποία είχε δοθεί προς τον δικηγόρο της ενάγουσας μέχρι και την ημερομηνία της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης και της παροχής σχετικών λεπτομερειών. Θ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ [ 35 ] Αναφορικά δε με την αιτούμενη τροποποίηση κρίνω πως αυτή δικαιολογείται πλήρως διατηρώντας υπόψη και το γεγονός πως αυτή προκύπτει αποκλειστικά εξαιτίας της προσθήκης διαδίκου ο οποίος έχει κριθεί από το Δικαστήριο ως αναγκαίος διάδικος. Ι. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ [ 36 ] Ως εκ τούτου η αίτηση της ενάγουσας εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση παράγραφος Α, Β, Γ
(1),
(2),
(3),
(4),
(5)και
(6)και Δ. [ 37 ] Τροποποιημένο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων ενώ τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης 1 να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης στη διεύθυνση επίδοσης της εναγομένης 1 του τροποποιημένου γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. [ 38 ] Αναφορικά με την εναγόμενη 2 να ακολουθηθούν τα όσα σχετικά προνοούνται από τη Δ.9 θ. 11 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Κ. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ [ 39 ] Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης θεωρώ πως το όλο θέμα θα πρέπει να κριθεί διαφορετικά σε σχέση με την εναγόμενη η οποία ως υφιστάμενη διάδικος δεν είχε ένσταση στην αίτηση και την καθ΄ης η αίτηση η οποία ως μη διάδικος καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης και συμμετείχε στην ακροαματική διαδικασία της αίτησης. [ 40 ] Ακολουθώντας πάγια νομολογία επί του θέματος σε σχέση με την έγκριση αίτησης τροποποίησης ανεξάρτητα και από το συνδυασμό επιπρόσθετου αιτήματος προσθήκης αναγκαίου διαδίκου τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την τροποποίηση θα μπορούσαν να επιδικαστούν υπέρ της εναγομένης 1 και εις βάρος της ενάγουσας. [ 41 ] Εντούτοις διατηρώντας υπόψη πως η αναγκαιότητα τόσο της προσθήκης διαδίκου όσο και της τροποποίησης έχει προκύψει από την εκ πρώτης όψεως λανθασμένη πληροφόρηση η οποία δόθηκε προς τον δικηγόρο της ενάγουσας αναφορικά με το νομικό πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να κριθεί ως υπεύθυνο για το χώρο στον οποίο η ενάγουσα είχε κατ΄ ισχυρισμό υποστεί τη ζημιά για την οποία ενάγει την εναγόμενη 1, θεωρώ πως θα ήταν πιο δίκαιο και ορθό όπως τα έξοδα αυτά να είναι έξοδα στην πορεία της αγωγής. [ 42 ] Τονίζω πως δεν αποφασίζεται με αυτό τον τρόπο πως όντως ο δικηγόρος της ενάγουσας είχε σκόπιμα παραπλανηθεί από οποιοδήποτε άτομο το οποίο ενεργούσε εκ μέρους της εναγομένης 1 αναφορικά με τον καθορισμό του νομικού προσώπου υπεύθυνου για τον επίδικο χώρο. Άλλωστε το θέμα αυτό μάλλον θα αποτελέσει και θέμα προς εξέταση εάν και εφόσον προβληθεί η υπεράσπιση της παραγραφής από την εναγόμενη 2. [ 43 ] Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης σε σχέση με την εναγόμενη 2 θεωρώ πως το θέμα το οποίο τέθηκε προς εξέταση από το Δικαστήριο ήταν τέτοιας φύσης, δίχως δηλαδή επί αυτού να υπάρχει δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ επιπλέον το θέμα της παραγραφής παραμένει ανοιχτό προς εξέταση, έτσι ώστε εν τέλει να μην κρίνεται ορθό όπως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στο θέμα των εξόδων με την έκδοση οποιασδήποτε διαταγής αναφορικά με τα έξοδα υπέρ είτε της ενάγουσας είτε της εναγομένης 2. [ 44 ] Ως εκ τούτου δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης σε σχέση με την ενάγουσα και την εναγόμενη 2. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.