Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Tania Gregoriou Constructions Limited κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1664/ 2008, 16/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1664/ 2008 Μεταξύ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα Και
- Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Tania Gregoriou Constructions Limited
- Ανδρέας Γρηγορίου
- Tatiana Ioudina
- M. Petinos Holdings Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τετάρτη 16η Σεπτεμβρίου 2015 Για την ενάγουσα :- κα. Αρίστη Κορακίδου Μακρίδου για Aristi Korakidou-Makridou LLC Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Χριστοφόρου Για τους εναγόμενους 2 και 3 :- κος. Αντώνιος Χουβαρτάς Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Αντώνιος Χουβαρτάς ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρείας η υπό εκκαθάριση εναγόμενη 1 εταιρεία υπέγραψε συμφωνία ενοικιαγοράς μαζί με χρηματοδοτικό οργανισμό του οποίου όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις ανέλαβε η ενάγουσα. Οι εναγόμενοι 2 και 3 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») είναι οι μόνοι εναπομείναντες εκ των τεσσάρων αρχικών εναγόμενων εναντίον των οποίων δεν έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας. [ 2 ] Ασφαλώς, όπως και σε κάθε αγωγή, τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα δικόγραφα τα οποία κατ΄ επέκταση περιορίζουν και το εύρος των σχετικών θεμάτων τόσο κατά την εκδίκαση όσο και υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Θεωρώ αχρείαστη την έστω και περιληπτική επανάληψη του περιεχομένου των δικογράφων εντός αυτής της απόφασης. Διευκρινίζω απλά ότι το Δικαστήριο διατηρεί σταθερά υπόψη του αυτά τα επίδικα θέματα. [ 3 ] Επίσης, το Δικαστήριο έχει μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Η επανάληψη της εντός αυτής της απόφασης, έστω και περιληπτικά, δεν κρίνεται αναγκαία. Απλά υπενθυμίζω πως προς απόδειξη της αξίωσης κατέθεσαν ως μάρτυρες δύο υπαλλήλοι της ενάγουσας, δηλαδή ως Μ. Ε. 1 η Μαρία Ονουφρίου και ως Μ. Ε. 2 η Κατερίνα Ζαβρού. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσαν ως μάρτυρες ο ίδιος ο εναγόμενος 2 ως Μ. Υ. 1, ενώ ως Μ. Υ. 2 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Δημητρίου. [ 4 ] Ως αποτέλεσμα αυτής της μελέτης σε συνάρτηση και με τα όσα έγγραφα κατατέθησαν ως τεκμήρια αλλά παράλληλα βεβαίως και της ιδιαίτερης σημασίας της ζωντανής εντύπωσης την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας καθορίζεται και η αξιολόγηση της μαρτυρίας. [ 5 ] Εν τέλει βάσει αυτής της αξιολόγησης αμφότερες οι μάρτυρες της ενάγουσας κρίνονται αξιόπιστες ενώ ο εναγόμενος 2, ως Μ. Υ. 1, κρίνεται αναξιόπιστος καθώς η ανεξέλεγκτα αόριστη μαρτυρία του δεν εμπνέει το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη έτσι ώστε να βασιστεί επί αυτής για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο εξετάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. [ 6 ] Ενώ σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 2, ανεξάρτητα και από τη θετική αξιολόγηση αυτής σε σχέση με την ειλικρίνεια με την οποία διαπιστώνεται αυτός να κατέθετε ως μάρτυρας, αυτό το οποίο εν τέλει διαπιστώνεται είναι πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην ίδια τη φύση της μαρτυρίας του έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Η αναφορά στη φύση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα έχει σχέση τόσο με την έλλειψη άμεσα σχετικής ειδικότητας βάσει της υπάρχουσας επαγγελματικής πείρας του μάρτυρα όσο και του γεγονότος πως αυτή επί το πλείστον πρόκειτο για εξακοής μαρτυρία με κύρια πηγή αυτής τα όσα ο εναγόμενος 2 είχε αναφέρει στο συγκεκριμένο μάρτυρα. [ 7 ] Θα αναφερθώ αρχικά στην ατομική αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα ενώ στη συνέχεια θα εξεταστεί η διάσταση η οποία υπάρχει μεταξύ της εκδοχής της ενάγουσας σε σχέση με αυτή των εναγομένων. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο η εκδοχή των εναγομένων έχει προβληθεί με σαφήνεια είτε από τον εναγόμενο 2 είτε και επεξηγηματικά από τον Μ. Υ.
- Στο βαθμό επίσης στον οποίο ο ίδιος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα όσα του είχε αναφέρει ο εναγόμενος 2 αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Διατηρείται δηλαδή σταθερά υπόψη του Δικαστηρίου η ενδεχόμενη σημασία της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε από κάθε μάρτυρα σε συνάρτηση και με τη δυνατότητα, εκεί όπου αυτή υπάρχει, του συσχετισμού της με τα επίδικα θέματα της αγωγής. [ 8 ] Σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Ε. 1 διαπιστώνεται πως παρά και την έντονη αμφισβήτηση της ειλικρίνειας της κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας αυτή όχι μόνο απαντούσε ευθέως και με σταθερότητα αλλά επιπλέον οι ισχυρισμοί της υποστηρίζονταν και από τα έγγραφα τα οποία η ίδια παρουσίασε ως τεκμήρια. Καμία υπεκφυγή ή αντίφαση ή υπερβολή δεν εντοπίζεται στην μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από αυτή τη μάρτυρα έτσι ώστε να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος αυτή να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως μία αξιόπιστη μάρτυρας. [ 9 ] Η Μ. Ε. 2 επίσης κατέθεσε με μετρημένο τρόπο σταθερά περιορίζοντας τόσο τη φύση όσο και την έκταση της μαρτυρίας της εντός της εμβέλειας της δικής της γνώσης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως υπάλληλος της ενάγουσας. Η μάρτυρας αυτή επίσης γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη. [ 10 ] Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Μ. Υ. 1 θα μπορούσε να ήταν εξίσου εκτεταμένη και ανάλογη με την έκταση της απεριόριστης διάθεσης του ιδίου ως προς τον καταλογισμό ευθυνών σε τρίτα άτομα παρά στον ίδιο του τον εαυτό αναφορικά με την κατάληξη σε δεινή οικονομική κατάσταση τόσο του ιδίου όσο και των οποιωνδήποτε επιχειρήσεων των οποίων ο ίδιος υπήρξε διευθυντής. Σύμφωνα με τον ίδιο η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς αποτελούσε κι αυτή ένα παράδειγμα εκμετάλλευσης του ιδίου ή ουσιαστικά της επιχειρηματικής του δραστηριότητας από άλλα άτομα και ιδιαίτερα δε ενός συγκεκριμένου τραπεζικού υπαλλλήλου. [ 11 ] Ο εναγόμενος 2 ως μάρτυρας κατ΄ επανάληψη προσπαθούσε να αγνοήσει ή ουσιαστικά να παραβεί τον εκ των προτέρων καθορισμό των επίδικων θεμάτων. Να υπερβεί δηλαδή τα όρια τα οποία ουσιαστικά ο ίδιος έθεσε σύμφωνα και με το δικόγραφο το οποίο ο δικηγόρος των εναγομένων συνέταξε και καταχώρησε εκ μέρους τους και το οποίο βεβαίως θα πρέπει να βασίστηκε στις οδηγίες οι οποίες είχαν δοθεί από τον ίδιο τον εναγόμενο
- Βεβαίως, όπως εύλογα αναμένεται σε κάθε περίπτωση, βάσει και των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, δεν μπορεί ένας διάδικος να παρουσιάζει μία εκδοχή στον δικηγόρο του και μία άλλη στο Δικαστήριο. [ 12 ] Παρά και τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις αναφορικά τόσο με τον τρόπο όσο και το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης του εναγομένου 2, ενόψει και της, όχι μόνο παραδεκτής αλλά και κατ΄ επανάληψη προβολής από τον ίδιο, περιορισμένης μόρφωσης του, το Δικαστήριο επέδειξε ιδιαίτερη κατανόηση σε σχέση με τον μάρτυρα αυτό κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. Μάλιστα και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ζήτησε στην τελική αγόρευση του όπως ληφθεί υπόψη το επίπεδο μόρφωσης του εναγομένου
- [ 13 ] Η επίδειξη κατανόησης από το Δικαστήριο αναφορικά με αυτό το θέμα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του εφαρμόστηκε επίσης και κατά τη μελέτη της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από αυτή. Τονίζεται δηλαδή πως για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του εναγομένου 2 το Δικαστήριο έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη αυτό το δεδομένο. [ 14 ] Όμως το γεγονός από μόνο του ότι ένας μάρτυρας είναι αμόρφωτος δεν τον καθιστά αξιόπιστο. Όπως βεβαίως γενικά δεν ισχύει και το αντίθετο. Στην περίπτωση του εναγομένου 2 η έλλειψη μόρφωσης του θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αποτελούσε ένα βασικό παράγοντα ο οποίος τον δυσκόλευε στο να προβάλει με περισσότερη πειστικότητα τη δική του εκδοχή. [ 15 ] Η πραγματικότητα όμως είναι πως έστω και διατηρώντας υπόψη αυτό το δεδομένο θα μπορούσε κάλλιστα ο εναγόμενος 2 να είχε υποστηρίξει την εκδοχή των εναγομένων με απλότητα και εντός του πεδίου της δυνατότητας του δικού του τρόπου έκφρασης. Κάτι όμως το οποίο παρέλειψε να κάνει καθώς συνεχώς ενέπλεκε τρίτα πρόσωπα και κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα και περιπτώσεις δίχως οποιαδήποτε άμεση σύνδεση με τα επίδικα θέματα. [ 16 ] Πραγματικά με όση, ακόμη και περισσή, κατανόηση να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του, διατηρώντας υπόψη δηλαδή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εναγομένου 2 ως μάρτυρας, αυτό το οποίο εν τέλει διαπιστώνεται είναι ότι δεν είναι δυνατό να κριθεί αξιόπιστος. Καθώς κατέθετε με μία τάση για ακατάσχετη πολυλογία και με αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό η μαρτυρία του όχι μόνο συνεχώς και ανεξέλεγκτα να ξεφεύγει από τα επίδικα θέματα αλλά παράλληλα να διακρίνεται και από στοιχεία αρνητικά ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Στοιχεία όπως αυτά της υπερβολής, της αχρείαστης λεπτομέρειας και ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις και της ασυναρτησίας. [ 17 ] Στοιχεία τα οποία αν και δεν καθιστούσαν αδύνατο το έργο του Δικαστηρίου, είτε στην παρακολούθηση του οποιουδήποτε ειρμού της σκέψης του είτε στην ορθή αντίληψη των ισχυρισμών του εναγομένου 2, εντούτοις παράλληλα δεν παρείχαν μία σταθερή βάση επί της οποίας να ήταν δυνατό να κριθεί αξιόπιστος ως μάρτυρας. Αντιθέτως ακόμη και στο βαθμό στον οποίο οι ισχυρισμοί του θα ήταν εφικτό να ενταχθούν, με ένα πολύ γενικευμένο τρόπο, εντός του πλαισίου του περιεχομένου του δικογράφου των εναγομένων αυτοί δεν είναι δυνατό να κριθούν ως αξιόπιστοι. [ 18 ] Αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Μ. Υ. 2 παρά και το γεγονός πως ο μάρτυρας αυτός δεν κρίνεται ανειλικρινής εντούτοις παραμένει άξιον απορίας ως προς το γιατί ακριβώς προσφέρθηκε η δική του μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης ή πως αυτή θα μπορούσε, εάν το Δικαστήριο βασιζόταν επί αυτής, να βοηθήσει στην επίλυση της επίδικης διαφοράς. Υπό την έννοια δηλαδή ακόμη και της χρησιμότητας ή ουσιαστικά αξίας της οποιασδήποτε προβαλλόμενης ειδικότητας ή εμπειρίας του. Ή ακόμη και βαθμού γνώσης των επίδικων γεγονότων. Γνώση η οποία βεβαίως ούτε καν κατ΄ ισχυρισμό δεν προβλήθηκε. Υπό την έννοια της προσωπικής γνώσης των γεγονότων. Ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε τίποτε περισσότερο αναφορικά με τα επίδικα θέματα πέραν από αυτά τα οποία ο εναγόμενος 2 του είχε αναφέρει. [ 19 ] Αναφορικά με την οποιαδήποτε ειδικότητα ή πείρα του μάρτυρα αυτού παρατηρούνται τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς ο μάρτυρας αυτός είχε προηγουμένως περιγραφεί από τον εναγόμενο 2 ως λογιστής ενώ ακόμη και ο ίδιος προέβαλε τον εαυτό του ως λογιστή και τραπεζικό υπάλληλο. Όμως, παρά και τον ισχυρισμό του ότι είχε αφυπηρετήσει εθελοντικά από την «τράπεζα» 9 μήνες πριν την κατάθεση του, όπως σαφώς αποκαλύφθηκε στη συνέχεια της προφορικής κατάθεσης του, κατά τη διάρκεια της καριέρας του από το 1985 μέχρι και την ημερομηνία της κατάθεσης του όχι μόνο δεν εργάστηκε ως λογιστής αλλά ούτε και ως τραπεζικός υπάλληλος. [ 20 ] Άγνωστο και εάν ακόμη εργάστηκε ως λογιστής πριν από το
- Άγνωστο μάλιστα, διατηρώντας υπόψη και την ηλικία του (62 χρονών όπως ανέφερε) με τι ασχολήθηκε επαγγελματικά πριν από το
- Επιπλέον δεν είχε καμία απολύτως επαγγελματική εμπειρία σε σχέση με την πρακτική εφαρμογή μίας συμφωνίας ενοικιαγοράς. Δηλαδή δεν είχε - ως αποτέλεσμα της επαγγελματικής του ιδιότητας - οποιαδήποτε εμπειρία του βασικότερου επίδικου θέματος υπό εξέταση. [ 21 ] Ο ίδιος είχε εργαστεί στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία της Γιόλους από το 1985 ενώ κατά τα τελευταία 5 έως 6 χρόνια ήταν διευθυντής της. Ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε παρόμοια επαγγελματική δραστηριότητα του ίδιου οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από αυτό τον μάρτυρα θα μπορούσαν να είχαν δοθεί από ένα οποιοδήποτε άτομο με ανάλογη ευφϋιά και το οποίο διέθετε την ίδια μόρφωση (όπως αόριστα ανέφερε ο ίδιος ήταν απόφοιτος Ανώτατης Εμπορικής Σχολής) και ικανότητα τόσο να ασκήσει την κοινή λογική του όσο και να βασιστεί σε μία γενικότερη ανθρώπινη εμπειρία από τα όσα να είχε ακούσει και λάβει υπόψη του σε σχέση με την εφαρμογή μίας συμφωνίας ενοικιαγοράς. Επιπλέον, τονίζεται και πάλι πως η γνώση του αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα βασιζόταν αποκλειστικά στα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος 2 τον είχε ενημερώσει κατά καιρούς σε κοινωνικές τους συναντήσεις. [ 22 ] Βεβαίως η ατομική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ο οποίος έδωσε μαρτυρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αποτελεί αποτέλεσμα απλώς της ζωντανής εντύπωσης την οποία ο κάθε μάρτυρας προκάλεσε στο Δικαστήριο, όσο σημαντική και να είναι αυτή, αλλά επιπρόσθετα και της δυνατότητας σύνδεσης μεταξύ της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες στο σύνολο της και συνάρτησης της με τις ανάλογες εκδοχές των διαδίκων. Εκδοχές οι οποίες επίσης αξιολογούνται στο σύνολο της η καθεμία ως ένα αναπόσπαστο μέρος ουσιαστικά της όλης αξιολόγησης της μαρτυρίας. [ 23 ] Καθώς η επίλυση της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων την οποία το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιτελέσει, σχέση έχει κυρίως με την επιλογή αποδοχής είτε της εκδοχής της ενάγουσας ως προς τη γνησιότητα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς είτε της εκδοχής των εναγομένων ως προς την εικονικότητα αυτής. [ 24 ] Βεβαίως οφείλω να παρατηρήσω πως ο τρόπος προβολής της εκδοχής των εναγομένων με το δικόγραφο τους είναι αόριστος σε αντίθεση με τη σαφέστατη προβολή της εκδοχής της ενάγουσας στα δικόγραφα της. Επιπλέον όχι μόνο διαπιστώνεται ασάφεια στο δικόγραφο των εναγομένων αλλά ακόμη και η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών περί εικονικότητας της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ήταν επίσης αόριστη. [ 25 ] Το Δικαστήριο διατηρεί βεβαίως υπόψη του τη νομολογία η οποία υπάρχει σε περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι μία συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική και τη σημαντικότητα και συνέπειες μίας τέτοιας κατάληξης (βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση της ολομέλειεας στην Πολιτική Έφεση 347/2008 Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. v Ανδρέας Μιχαήλ
(2012)1Α Α. Α. Δ. 41). [ 26 ] Όμως στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση το Δικαστήριο εν τέλει δεν καταλήγει επί της πραγματικής πτυχής της αγωγής σε διαπίστωση ύπαρξης εικονικότητας σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή της προαναφερόμενης νομολογίας. [ 27 ] Συνεπώς, σχετική νομολογία στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση είναι αυθεντίες όπως, παραδείγματος χάριν, αυτή στην οποία η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας παρέπεμψε σχετικά το Δικαστήριο στην τελική αγόρευση της. Δηλαδή, την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 48/2008, ημερομηνίας 25/1/2011, 1. Ιωάννου κ. ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 91 εντός της οποίας αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής Δ., στη σελίδα 97, τα ακόλουθα, (η υπογράμμιση είναι δική μου):- «Το παράπονο των εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, απορρίπτοντας τη δική τους εκδοχή ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν εικονική, διαπίστωσε το αντίθετο ότι δηλαδή επρόκειτο για μια καθόλα έγκυρη σύμβαση ενοικιαγοράς, γεγονός που οδήγησε και στην απόρριψη της ανταπαίτησής τους με την οποία ζητούσαν διατάγματα ακύρωσης της σύμβασης και των συμφωνιών εγγύησης. Οι εφεσείοντες εισηγούνται ότι υπήρξε ασάφεια και αοριστία στον προσδιορισμό των αντικειμένων της ενοικιαγοράς και ότι λανθασμένα το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσίβλητοι δεν ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν για την κατάσταση κλπ. των εν λόγω αντικειμένων τα οποία ήταν μεταχειρισμένα. Σε υποθέσεις όπου εγείρονται παρόμοιας φύσεως θέματα ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει τη νομιμότητα της γραπτής σύμβασης ενοικιαγοράς επί της οποίας στηρίζει τις απαιτήσεις του. Για το σκοπό αυτό οφείλει να αποδείξει τις περιστάσεις υπογραφής της σύμβασης, ότι η σύμβαση αναφέρεται σε υπαρκτά αντικείμενα τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παρέλαβε και ότι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Ωστόσο, ο οργανισμός δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρες για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήταν πράγματι υπαρκτά, όπως τους προμηθευτές κλπ των αντικειμένων για να αντικρούσουν ισχυρισμό του ενοικιαγοραστή περί εικονικότητας της σύμβασης. Όταν εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός από τον μισθωτή αυτός έχει και το βάρος να τον αποδείξει. » [ 28 ] Επομένως εξίσου σημαντικό θεωρείται όπως παραθέσει το Δικαστήριο και τους λόγους οι οποίοι το οδήγησαν στο συμπέρασμα του επί αυτού του βασικότερου θέματος της εικονικότητας ή μή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς όπως αυτό τέθηκε υπό κρίση κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. [ 29 ] Κατ΄ αρχάς διαπιστώνεται μία έμφυτη αοριστία στο δικόγραφο των εναγομένων αναφορικά με την ύπαρξη των αντικειμένων της ενοικιαγοράς. Ανεξάρτητα και από το δικονομικό δεδομένο πως δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες αναφορικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, εντούτοις το γεγονός αυτής της αοριστίας δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της βασιμότητας της εκδοχής των εναγομένων. [ 30 ] Συγκεκριμένα αναφέρεται (παράγραφος 2 της έκθεσης υπεράσπισης) πως «πολλά αντικείμενα» δεν «υπάρχουν» δίχως οποιοδήποτε καθορισμό των αντικειμένων τα οποία όντως «υπάρχουν» και αυτά τα οποία δεν υπάρχουν. Επίσης η χρήση του ενεστώτα χρόνου για το ρήμα «υπάρχω» καθιστά αόριστη και τη χρονική πτυχή της εκδοχής των εναγομένων. Παρόμοια ασάφεια εντοπίζεται και στην παράγραφο 11 στην οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως «...όσα αντικείμενα υπάρχουν είναι δικά τους και πάντα ήταν ιδιοκτησία των Εναγομένων, ευρίσκοντο και ευρίσκονται αδιαλείπτως στην κατοχή τους οπότε οι ενάγοντες δεν δικαιούνται εις οιονδήποτε διάταγμα για τα εν λόγω αντικείμενα». Εύλογα και πάλι προκύπτει το ερώτημα ως προς το ποια ήταν αυτά τα αντικείμενα τα οποία όντως υπήρχαν. [ 31 ] Η αοριστία αναφορικά με την ύπαρξη των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ή τουλάχιστον σε σχέση με ποια αντικείμενα η ύπαρξη αυτή ήταν παραδεκτή δεν περιορίστηκε απλώς στο περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης. Παρόμοια αοριστία ήταν εμφανώς ευδιάκριτη και στη μαρτυρία του εναγομένου
- [ 32 ] Πέραν όμως και από την ύπαρξη αυτής της αοριστίας και στη μαρτυρία του εναγομένου 2 παρατηρείται επίσης πως ο ίδιος υπερέβηκε ακόμη και τα όσα αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης. Καθώς η δική του προσπάθεια ήταν να αποδείξει πως όλα τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς δεν υπήρχαν. [ 33 ] Όταν ερωτήθηκε κατά την κύρια εξέταση του ποια από τα αντικείμενα τα οποία αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης (με εξαίρεση τα αυτοκίνητα) υπήρχαν απάντησε ευθέως με τη λέξη «τίποτε». Ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να πείσει σχετικά το Δικαστήριο αναφορικά με τα αυτοκίνητα αν και ακολούθως ανέφερε ότι υπήρχε μόνο το fork-lift ή τελεσκοπικό ή, όπως ακολούθως συμφώνησε, ανυψωτικό μηχάνημα. [ 34 ] Διευκρίνισε ο ευπαίδευτος συνήγορος του πως η ερώτηση αφορούσε τα υπόλοιπα αντικείμενα και ο εναγόμενος 2 απάντησε πως ήδη απάντησε. Κάνοντας χρήση δηλαδή της λέξης «τίποτε». Ισχυρίστηκε ότι αυτά τα αντικείμενα τα έβαλε κάποιος Πάμπος Χατζηζηνοβίου, δηλαδή ο τραπεζικός υπάλληλος τον οποίο ο ίδιος θεωρούσε υπαίτιο της οικονομικής του καταστροφής (στο εξής θα καλείται ο «Χατζηζηνοβίου»). Σε σχέση με τα αυτοκίνητα δόθηκε πραγματικά αόριστη μαρτυρία ιδιαίτερα δε ως προς τη χρονική πτυχή της καταστροφής των περισσότερων από αυτά. [ 35 ] Βεβαίως εάν εξεταστεί με προσοχή η μαρτυρία του εναγομένου 2 αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως εξαιτίας και του τρόπου με τον οποίο κατέθετε συνεχώς προέβαλε ισχυρισμούς άσχετους με τα επίδικα θέματα. Παράλληλα όμως προέβαλε τη θέση ότι αυτοί ήταν σχετικοί καθότι με αυτούς φαινόταν ο τρόπος με τον οποίο ο Χατζηζηνοβίου τον είχε ξεγελάσει προς δικό του όφελος εξασφαλίζοντας μάλιστα και ποσό £20.000,00 προμήθεια ως αποτέλεσμα της σύναψης της συμφωνίας ενοικιαγοράς. [ 36 ] Όφειλε όμως ο εναγόμενος 2 εάν όντως όλα αυτά είχαν συμβεί όπως τα περιέγραφε να είχε δώσει σχετικές οδηγίες στον δικηγόρο του έτσι ώστε αυτοί οι ισχυρισμοί να είχαν συμπεριληφθεί εντός της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων ενώ παράλληλα θα μπορούσε ο δικηγόρος του να είχε επιδιώξει δικονομικά και την προσθήκη του Χατζηζηνοβίου είτε ως τριτοδιαδίκου είτε ως εναγομένου εξ ανταπαιτήσεως. Εν τέλει αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο εναγόμενος κατέθετε εκτός δικογράφων προβάλλοντας μία εκδοχή την οποία προσπαθούσε να εντάξει, στο βαθμό στον οποίο θα μπορούσε καν να θεωρηθεί εφικτό, στο όλο πλαίσιο των ισχυρισμών εντός της έκθεσης υπεράσπισης. Οι οποίοι ισχυρισμοί εν πάση περιπτώσει κρίνονται αόριστοι ιδιαίτερα δε ως προς το θέμα της ύπαρξης ή μη των αντικειμένων της ενοικιαγοράς. [ 37 ] Επιμελώς προσπαθούσε ο εναγόμενος 2 να πείσει σε σχέση με τις εργασίες τις οποίες αναλάμβανε η εναγόμενη 1, δηλαδή εργολαβίες, πως έδινε υπεργολαβία τα καλούπια μόνο. Μάλλον έτσι ώστε να πείσει το Δικαστήριο όχι πως αυτά τα συγκεκριμένα αντικείμενα (δηλαδή, καλούπια) δεν υπήρχαν, αλλά στο βαθμό στον οποίο είναι εφικτό να γίνει αντιληπτή η θέση του, πως εφόσον η εναγόμενη 1 δεν έκανε καλούπια τότε δεν χρειαζόταν να έχει τον αριθμό σκαλωσιών ο οποίος αναφέρεται επί του τεκμηρίου 4 (στο σύνολο τους 40.000) ή ακόμη και ο αριθμός των βιδών (δηλαδή, 30.000). Αντικείμενα τα οποία βεβαίως αποτελούν ένα μεγάλο αντίστοιχο μέρος της αξίας των επίδικων αντικειμένων ενοικιαγοράς. [ 38 ] Διατηρώντας υπόψη όμως το είδος εργασιών τις οποίες ασκούσε η εναγόμενη 1, ο εναγόμενος 2 δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο πως δεν θα μπορούσε να είχε στην κατοχή της όλα τα αντικείμενα τα οποία αναφέρονται στο τεκμήριο
- Σε σχέση δε με τον αριθμό τους όπως αυτός καταγράφεται επί του τεκμηρίου 4, τον οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος 2, θεωρούσε υπερβολικό, ουσιαστικά το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη σχετική μαρτυρία επί της οποίας να είναι σε θέση να κρίνει επί μίας ανεξάρτητης πραγματικής βάσης εάν αυτός όντως είναι υπερβολικός. [ 39 ] Πραγματικά, ποιο ακριβώς θα ανέμενε ο εναγόμενος 2 το Δικαστήριο να αντιληφθεί ως το νόημα της λέξης «σκαλωσιά» όπως η λέξη αυτή χρησιμοποιείται επί του τεκμηρίου 1 ή της ίδιας λέξης όπως αυτή χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη φράση «πλαίσιο μεταλλικό» επί του τεκμηρίου 4; Είναι μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου; Δηλαδή, είναι κομμάτι μίας κατασκευής όπως λογικά και μία βίδα; Ο ίδιος ο εναγόμενος 2 έδωσε μία ανεπαρκώς γενική περιγραφή συμπληρώνοντας ότι αυτά τα είχαν οι εργολάβοι (μάλλον εννοώντας οι υπεργολάβοι) και πως δεν ήταν υποχρέωση δική του όπως ήταν η περίφραξη του εργοταξίου. [ 40 ] Απέρριψε εντελώς την οποιαδήποτε ανάληψη εργασιών καλουπιών από την εναγόμενη
- Εντούτοις αναφέρθηκε σε εργολαβίες με λεπτομέρειες και ποσών τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πληρώθηκαν απευθείας στον Χατζηζηνοβίου, παραδείγματος χάριν, αναφέροντας ακόμη και έργο μισού εκατομμυρίου στην Μεσόγη. Ποσό το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατατέθηκε από συγκεκριμένο άτομο, δηλαδή τον Νεόφυτο Τούλουπο, τον οποίο δήλωσε πως θα παρουσίαζε ως μάρτυρα στο Δικαστήριο αλλά εν τέλει δεν παρουσίασε. Όπως και κάποιο Αρτέμη ο οποίος επίσης κατέθεσε προσωπικά στον Χατζηζηνοβίου «όλα τα λεφτά» σε σχέση με την ανέγερση δύο πολυκατοικιών. [ 41 ] Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος 2 δεν αρνήθηκε ότι η εναγόμενη 1 ως εργοληπτική εταιρεία είχε πολλές εργασίες όχι μόνο στην επαρχία της Πάφου αλλά και σε άλλες επαρχίες όπως Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό αλλά και στην Αγία Νάπα. [ 42 ] Πέραν όμως και από της προσπάθειας να αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα επί του τεκμηρίου 4 δεν υπήρχαν επιπλέον διαπιστώνεται ιδιαίτερη υπεκφυγή του ιδίου ως μάρτυρας όταν αντεξεταζόταν για τα 6 αυτοκίνητα τα οποία αναφέρονται επί των τεκμηρίων 2 και
- [ 43 ] Βεβαίως ακόμη και στην κύρια εξέταση του η μαρτυρία του αναφορικά με τα αυτοκίνητα κρίνεται αόριστη δίχως μάλιστα καν να επιδιώκεται από τις ερωτήσεις οι οποίες έγιναν προς αυτόν να δοθεί μία σαφή εικόνα προς το Δικαστήριο αναφορικά με αυτό το θέμα. Ενώ κατά την αντεξέταση του δικαιολόγησε την αδυναμία του να θυμηθεί λεπτομέρειες αναφορικά με τα αυτοκίνητα εξαιτίας και του όγκου εργασιών τις οποίες είχε. [ 44 ] Παραδείγματος χάριν, ανέφερε, όταν ερωτήθηκε εάν το αυτοκίνητο με το οποίο ο ίδιος διακινείτο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του ή στο όνομα της εταιρείας, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν πάνω στην εταιρεία ή στο όνομα του διότι ήταν πολλές οι δουλειές του. Ούτε τον αριθμό του μπορούσε να θυμηθεί διότι «ήταν πολλά τα βούριστρα» του. Ερωτήθηκε τότε αν μπορούσε να θυμηθεί τι αυτοκίνητα είχε εγγεγραμμένα στο όνομα της η εταιρεία το
- Δεν θυμόταν αν και μπορούσε να θυμηθεί το «τηλεσκοπικό» και το Prado προσθέτοντας σχόλιο ουσιαστικά κατά πόσο αν είχε και αλλό κανένα αυτοκίνητο η εταιρεία. Απάντησε ότι δεν θυμόταν τα νούμερα των αυτοκινήτων αν και δεν ήταν αυτό το οποίο είχε ερωτηθεί. Απάντησε όμως ότι είχε 3 με 4 επιστάτες και πρέπει να είχαν αυτοκίνητα. [ 45 ] Όμως εξακολουθούσε να μην είναι σαφής σε σχέση με το κατά πόσο όντως υπήρχαν αυτοκίνητα το
- Παρά και την αντεξέταση την οποία υπέστη επί αυτού του θέματος απέφευγε να απαντήσει ευθέως. Σε ένα σημείο υπήρξε και παρέμβαση του Δικαστηρίου έτσι ώστε να απαντήσει το αρχικό ερώτημα. Αν μπορούσε να θυμηθεί τι αυτοκίνητα είχε η εναγόμενη 1 το
- Εν τέλει όμως ο εναγόμενος 2 δεν έδωσε σαφή απάντηση επί του συγκεκριμένου θέματος. [ 46 ] Στο βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έδωσε οποιεσδήποτε απαντήσεις ουσιαστικά με αυτές δεν δεχόταν καν τη θέση ότι όντως ανήκαν στην εταιρεία τα οχήματα, αναφορικά με τα οποία η ενάγουσα παρουσίασε μαρτυρία ότι ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της εναγομένης
- Ανέφερε μάλιστα ότι οι επιστάτες είχαν δικά τους αυτοκίνητα ενώ κάποτε χρησιμοποιούσαν και το δικό του αυτοκίνητο. [ 47 ] Αντεξετάστηκε εκτεταμένα επί αυτού του θέματος και απέρριψε τη θέση ότι η εναγόμενη 1 είχε τα αυτοκίνητα αναφορικά με τα οποία ήδη η ενάγουσα είχε παρουσιάσει μαρτυρία σε σχέση με την εγγραφή τους στο όνομα της εναγομένης
- Ισχυρίστηκε ότι μόνο το Prado υπήρχε και το τηλεσκοπικό ενώ τα υπόλοιπα τα «έκαμε» ο Χατζηζηνοβίου. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου έρχονται σε αντίθεση με μαρτυρία από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (τεκμήριο 5). [ 48 ] Εν πάση περιπτώσει, η εναγόμενη 1 ως ο έμπορος της οποίας ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής σύμφωνα με το τεκμήριο 1 δήλωνε ότι οι λεπτομέρειες των αγαθών που αναφέρονται στη συμφωνία είναι αληθείς ενώ και ως μισθωτής η εναγόμενη 1 δήλωνε ότι παρέλαβε τα αγαθά τα οποία αναφέρονται στη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος 2 όμως όταν ερωτήθηκε τι μηχανήματα είχε η εναγόμενη 1 το 2005 για σκοπούς των εργασιών της απάντησε ότι είχε το «τηλεσκοπικό» και το Prado. Δονητή σκυροδέματος όμως δεν είχε, ενώ επειδή το 2003, 2004 η εταιρεία «πήγαινε καλά οικονομικά» δεν σύμφερε στον ίδιο να έχει δικά του μηχανήματα αλλά να τα ενοικιάζει. Ο ίδιος δεν είχε πολλούς υπαλλήλους αλλά επιστάτες και τα έδινε όλα υπεργολαβία σε άτομα τα οποία είχαν τα δικά τους μηχανήματα. [ 49 ] Εμφανώς η προσπάθεια του εναγομένου 2 ήταν να αποσυνδέσει την εναγόμενη 1 παρά και την ιδιότητα της ως εργοληπτική εταιρεία από την κατοχή ή ιδιοκτησία των οποιωνδήποτε αντικειμένων ενοικιαγοράς τα οποία αναφέρονται επί του τεκμηρίου 1 έτσι ώστε να υποστηρίξει την εκδοχή των εναγομένων σε σχέση με την εικονικότητα της επίδικης συμφωνίας. Εμπλέκοντας βεβαίως παράλληλα και τον Χατζηζηνοβίου και κατ΄ επέκταση περιπλέκοντας όλο και περισσότερο τα γεγονότα. [ 50 ] Ουσιαστικά όσο πιο προσεχτικά και αναλυτικά εξετάζεται η μαρτυρία του εναγομένου 2 τόσο περισσότερο εντοπίζεται μία σαφέστατη προσπάθεια του ιδίου να περιπλέξει όσο το δυνατό το περισσότερο τα οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία αναφερόταν έτσι ώστε να δημιουργήσει μία εικόνα πλήρης σύγχυσης από την οποία να μην είναι δυνατό να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα του Δικαστηρίου τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργούσαν εναντίον της αόριστα προβαλλόμενης υπεράσπισης των εναγομένων. Παράλληλα όμως με τον ίδιο τρόπο ουσιαστικά δεν παρεχόταν η δυνατότητα επί της ίδιας αυτής βάσης να δημιουργηθεί και η οποιαδήποτε θετική κατάληξη για τους εναγομένους, υπό την έννοια δηλαδή της αποδοχής της εκδοχής των ως αξιόπιστης. [ 51 ] Πραγματικά απέτυχε ο εναγόμενος 2 να πείσει το Δικαστήριο ως προς τη γνησιότητα αυτής της εκδοχής στο βαθμό στον οποίο βεβαίως αυτή προβαλλόταν με οποιαδήποτε σαφήνεια. [ 52 ] Επιπλέον, το Δικαστήριο ασφαλώς και δεν μπορεί να αγνοήσει και προηγούμενη εμφανώς αντιφατική δήλωση του εναγομένου 2 στην παράγραφο 3 (Γ) της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 24/7/2008 όπου ρητά αναφέρει πως για τα χρήματα που έλαβε η εναγόμενη 1, δηλαδή ποσό £120.000,00 δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς η ενάγουσα εξασφαλίστηκε με «κινητή περιουσία» άνω των £100.000,00 (€171.000,00). [ 53 ] Έστω και εάν κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του προσπάθησε να εξηγήσει ότι εννοούσε ακίνητη και όχι κινητή περιουσία. Στην παράγραφο 3 (Δ) της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρεται όντως σε «...άλλη ακίνητη περιουσία...» αλλά αυτό έγινε σε σχέση με άλλη από αυτή της οποίας ζητείτο η δέσμευση με την έκδοση προσωρινού διατάγματος «...στα πλαίσια της ευρύτερης συνεργασίας...» του με την ενάγουσα. Ούτε και είναι δυνατό να εννοούσε ο εναγόμενος 2 ως ακίνητη περιουσία για εξασφάλιση αυτή στη συμφωνία εκχώρησης αγοραπωλητηρίου εγγράφου εφόσον το ακίνητο στη συμφωνία εκχώρησης (τεκμήριο 12) αποτελούσε το ίδιο το αντικείμενο της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρει την αξία του συγκεκριμένου ακινήτου ως άνω των €200.000,
- [ 54 ] Βεβαίως η οποιαδήποτε ασάφεια η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προκύπτει σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου 2 ως προς το ότι εννοούσε ακίνητη αντί κινητή περιουσία εξανεμίζεται πλήρως με τον καθοριστικό για την αξιοπιστία του ισχυρισμό στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης όπου αναφέρει πως «...οι αιτητές είναι ήδη εξασφαλισμένοι για το οιονδήποτε χεος (sic) των εναγομένων 1, επαναλαμβανω (sic) δε πάντα τα ανωτέρω και συγκεκριμένα η κινητη (sic) περιουσία που ειναι (sic) δεσμευμένη οπως (sic) φαίνεται και στα 3 τιμολογια (sic) που επισυνάπτουν οι αιτητες (sic) ειναι (sic) πέραν των €180.000,00σεντ (sic) οποτε (sic) και καλύπτουν οιανδηποτε (sic) απαιτηση (sic) των αιτητών». Βεβαίως τα τρία τιμολόγια τα οποία είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι τα πρωτότυπα των τεκμηρίων 2, 3 και
- [ 55 ] Πραγματικά ακόμη και να υπήρχε το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να αποδεχόταν ως αξιόπιστους τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του εναγομένου 2, καθότι δηλαδή κάποιοι από αυτούς θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί ως εύλογα ανταποκρινόμενοι σε μία πιθανή πραγματικότητα, εντούτοις ακόμη και αυτοί αναπόφευκτα θα πρέπει να συνδεθούν με όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του και κατ΄ επέκταση να ενταχθούν σε ένα λογικό σύνολο έτσι ώστε να δημιουργούν μία πειστική συνολική εκδοχή. Όμως διατηρώντας υπόψη τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 στο σύνολο τους αυτό καθίσταται αδύνατο βάσει οποιασδήποτε λογικής ανάλυσης και συνολικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε προς υποστήριξη της υπεράσπισης των εναγομένων. [ 56 ] Αναφέρω απλά ως παράδειγμα ισχυρισμών του εναγομένου 2 οι οποίοι δεν μπορούν παρά να ενταχθούν στο σύνολο των υπολοίπων ισχυρισμών του, διάφορους ισχυρισμούς διάσπαρτους στην μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της μαρτυρίας του Μ. Υ. 2, αναφορικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του επί διαφόρων εγγράφων. Ισχυρισμοί οι οποίοι βεβαίως δεν έχουν οποιαδήποτε βάση εντός του δικογράφου των εναγομένων. Εάν όντως ο εναγόμενος 2 είχε πρόθεση να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς αναφορικά με πλαστογραφία της υπογραφής του όφειλε να είχε δώσει συγκεκριμένες οδηγίες στον δικηγόρο του έτσι ώστε να είχε διαμορφωθεί ανάλογα και το δικόγραφο των εναγομένων. Η απουσία τέτοιων καταγραμμένων ισχυρισμών αναπόφευκτα υπονομεύει τη γνησιότητα της εκδοχής την οποία μόνο στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας προσπάθησε πλέον να προβάλει. [ 57 ] Έχοντας ολοκληρώσει το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει πιο κάτω συγκεκριμένο θέμα το οποίο προκύπτει εξαιτίας της εφαρμογής σχετικής νομοθεσίας αναφορικά με την ενάγουσα. [ 58 ] Υπενθυμίζω σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 28 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο του 2013 Ν. 17(Ι)/2013(στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») πως οποιαδήποτε αγωγή και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του σχετικού Νόμου, αλλά μπορεί να συνεχίζεται από του αποκτώντος προσώπου. Επιπλέον, νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρέμουσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο. [ 59 ] Παρατηρώ επί αυτού του θέματος πως η ενάγουσα έχει καταχωρήσει σχετική ειδοποίηση εντός του φακέλου της αγωγής στις 9/10/
- Βεβαίως η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας δήλωσε πως σχετική ειδοποίηση είχε ήδη καταχωρηθεί στις 28/5/2013 όμως εντός του φακέλου εντοπίζεται μόνο το σχετικό διοριστήριο από την ενάγουσα άνευ ημερομηνίας το οποίο όμως σύμφωνα με τη σειρά του στον φάκελο της αγωγής θα πρέπει να καταχωρήθηκε μεταξύ τις 26/4/2013 και τις 4/6/2013 κατά την οποία ημερομηνία μάλιστα υπάρχει σχετική δήλωση στο πρακτικό του Δικαστηρίου ως προς την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης. Σχετική αναφορά υπάρχει επίσης και στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 4/11/
- Αναφορά δηλαδή ως προς την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στις 28/5/
- Παρά και την μη ανεύρεση εντός του φακέλου της αγωγής της σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 28/5/2013 θεωρώ, λαμβάνοντας υπόψη στο σύνολο τους τα προαναφερόμενα δεδομένα ως σχετικές ενδείξεις, πως δεν αποκλείεται ακόμη και το ενδεχόμενο απώλειας της από τον φάκελο της αγωγής ή ακόμη και λανθασμένης καταχώρησης της σε άλλο φάκελο. Εν πάση περιπτώσει, διατηρώντας υπόψη τα ίδια δεδομένα, θεωρώ πως δεν προκύπτει οποιοδήποτε διαδικαστικό κώλυμα στην προώθηση της αγωγής από την ενάγουσα κατά την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. [ 60 ] Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα βασικά ευρήματα σε σχέση με την έκβαση εκδίκασης αυτής της αγωγής. [ 60.1 ] Η ενάγουσα βάσει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο του 2013 Ν. 17(Ι)/2013και του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013) απέκτησε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα Ι του Διατάγματος. [ 60.2 ] Η εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πριν από τις 5/4/2012 ήταν γνωστή με το όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd (τεκμήριο 22) ενώ η εταιρεία γνωστή με το όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd πριν από τις 4/12/2006 ήταν γνωστή με το όνομα Λαική Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ (τεκμήριο 21) ενώ προηγουμένως μέχρι και της 28/3/2005 η εταιρεία γνωστή με το όνομα Λαική Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ ήταν γνωστή με το όνομα Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (τεκμήριο 20). [ 60.3 ] Σύμφωνα με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστήριου Λευκωσίας το οποίο εκδόθηκε στην Αίτηση 627/2007 στις 25/1/2008 (τεκμήριο 15) βάσει σχεδίου αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. με την εταιρεία Marfin Popular Bank Public Co Ltd, μεταξύ άλλων, η εταιρεία Marfin Popular Bank Public Co Ltd απέκτησε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία και όλα τα δικαιώματα συμβολαίων, συμπεριλαμβανομένων συμβολαίων ενοικιαγοράς στα οποία η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ήταν συμβαλλόμενο μέρος. [ 60.4 ] Η ενάγουσα ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της εταιρείας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και κατ΄ επέκταση της εταιρείας Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. (στο εξής θα καλείται η «Λαϊκή») και η οποία κατά τον ουσιώδη γι΄ αυτή την αγωγή χρόνο λειτουργούσε ως χρηματοδοτικός οργανισμός. [ 60.5 ] Η εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητα του εμπόρου δια μέσω του διευθυντή της δηλαδή του εναγομένου 2 υπέγραψε με την Λαϊκή συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 1) βάσει της οποίας συμφώνησε να πωλήσει στην Λαϊκή για το συνολικό ποσό των £120.000,00 τα αγαθά τα οποία αναφέρονται επί των τιμολογίων με αριθμούς 477, 478 και 479 (τεκμήρια 2, 3 και 4) και τα οποία στο εξής θα καλούνται τα «εμπορεύματα». [ 60.6 ] Η εναγόμενη 1 εισέπραξε από την Λαϊκή το ποσό των £120.000,
- [ 60.7 ] Η εναγόμενη 1 δια μέσω του διευθυντή της δηλαδή του εναγομένου 2 υπέγραψε επίσης την ίδια συμφωνία υπό την ιδιότητα του μισθωτή δηλώνοντας ότι παρέλαβε τα εμπορεύματα σε καλή κατάσταση και πως ύστερα από προσωπική προσεκτική εξέταση βρήκε τα εμπορεύματα από όλες τις απόψεις κατάλληλα και απόλυτα ικανοποιητικά για την ίδια. [ 60.8 ] Η εναγόμενη 1 μετά και από υπολογισμό δικαιωμάτων ενοικιαγοράς ανέλαβε υποχρέωση όπως πληρώσει σε 60 μηνιαίες δόσεις των £2.707,74 από τις 25/9/2005 το σύνολο της τιμής για την ενοικιαγορά των εμπορευμάτων των £120.000,
- [ 60.9 ] Οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία ως εγγυητές για την εκτέλεση και τήρηση από την εναγόμενη 1 όλων των όρων και υποχρεώσεων της επίδικης συμφωνίας. [ 60.10 ] Εξαιτίας της παράλειψης της εναγομένης 1 να πληρώσει τις δόσεις από τις 25/11/2007 εώς 1/7/2008 η Marfin Popular Bank Public Co Ltd τερμάτισε την επίδικη συμφωνία με συστημένη επιστολή ημερομηνίας 1/7/2008 αντίγραφο της οποίας στάλθηκε επίσης στους εναγόμενους 2 και 3 (τεκμήριο 30). [ 60.11 ] Το υπόλοιπο του λογαριασμού το οποίο εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι €133.789.50 (τεκμήριο 35) στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ποσό καθυστερημένων δόσεων από το οποίο αφαιρέθηκε ποσό €4.629,00 από αποζημίωση για ένα από τα αυτοκίνητα τα οποία αποτελούσαν αντικείμενα της επίδικης ενοικιαγοράς ως επίσης και υπόλοιπο από το οποίο αφαιρέθηκαν τα δικαιώματα ενοικιαγοράς ύψους €13.113,
- [ 61 ] Σημειώνεται απλά πως υπάρχει μία μικρή διαφορά ύψους €184,53 μεταξύ των ποσών επί του τεκμηρίου 35 και της μαρτυρίας η οποία δόθηκε από την Μ. Ε.
- Η απόφαση του Δικαστηρίου βασίζεται στο χαμηλότερο ποσό μεταξύ των δύο, δηλαδή αυτό επί του τεκμηρίου
- [ 62 ] Διατηρώντας υπόψη το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 περιγράφεται στην επίδικη συμφωνία τόσο ως έμπορος όσο και ως μισθωτής απλά υπενθυμίζω πως από νομικής άποψης αυτό το γεγονός δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη νομιμότητα ή εγκυρότητα της συμφωνίας. Όπως αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικολάτος Δ. (όπως ήταν τότε) στη σελίδα 863 της
- Αντωνίου κ. ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 856,:- «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε σε σχετική νοµολογία σύµφωνα µε την οποία το γεγονός της µη διαµεσολάβησης εµπόρου σε σύµβαση ενοικιαγοράς δεν καθιστά την πράξη εικονική. Σύµφωνα µε τη νοµολογία µια σύµβαση ενοικιαγοράς δεν πρέπει απαραίτητα να είναι τριµερής, περιλαµβάνουσα έµπορο, χρηµατοδότη και µισθωτή. Η ύπαρξη εµπόρου υποδηλώνει απλά το σύνηθες, πλην όµως δεν αποκλείεται τα αντικείµενα να ανήκουν αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή, όπως στην προκείµενη περίπτωση. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εµποδίζει ένα ιδιοκτήτη αντικειµένου να το πωλήσει σε χρηµατοδοτικό οργανισµό, να εισπράξει ολόκληρο το τίµηµα και στη συνέχεια να το επιστρέψει µε δόσεις (Δέστε: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηµατοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432).» [ 63 ] Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την πραγματική πτυχή της αγωγής σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή της κρίνεται πως η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν μία έγκυρη συμφωνία ενοικιαγοράς την οποία είχαν παραβεί τόσο η εναγόμενη 1 όσο και οι εναγόμενοι 2 και 3 οι οποίοι είχαν εγγυηθεί την τήρηση από την εναγόμενη 1 των όρων και υποχρεώσεων της βάσει αυτής της συμφωνίας και πως δικαιωματικά η ενάγουσα τερμάτισε αυτή τη συμφωνία ενώ τα όσα ποσά διεκδικεί με την αγωγή της δικαιολογούνται πλήρως σύμφωνα και με τη μαρτυρία την οποία έχει παρουσιάσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. [ 64 ] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει την αξίωση της εναντίον αμφότερων των εναγομένων 2 και
- [ 65 ] Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγομένων 2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά μεταξύ τους και αλληλέγγυα και ξεχωριστά με τους εναγομένους 1 και 4 για το ποσό των €26.615,13 πλέον τόκο 11.50% επί της ίδιας μηνιαίας δόσης των €4.626,44 από την 25ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως αρχής γενομένης από την 25/1/2008 μέχρι 25/6/2008 μέχρι πλήρης εξόφλησης και για το ποσό των €107.174,37 πλέον τόκο 8% το χρόνο από τις 15/7/2008 έως και 14/10/2008 και 5.50% το χρόνο από τις 15/10/2008 μέχρι πλήρης εξόφλησης. [ 66 ] Λαμβάνοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος αμφότερων των εναγομένων 2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [ 67 ] Τέλος, αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε σε σχέση με την έκδοση δύο διαταγμάτων παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 2 (σχετικό είναι και το τεκμήριο 16), δίχως το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες αναφορικά ακόμη και με δικονομικά μέτρα τα οποία λήφθηκαν σε σχέση με ένα εξ αυτών (αίτηση ημερομηνίας 8/8/2011) και την έκδοση σχετικού διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 26/9/2011, το οποίο όμως ουδέποτε εφαρμόστηκε, παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 68 ] Θεωρώ πως η έκδοση της απόφασης στις Πολιτικές Εφέσεις 342/2009 και 349/2009, Γεωργιάδης ν. Sigma Radio Television Ltd. ημερομηνίας 6/3/2015, η οποία σημειωτέον εκδόθηκε μετά και από την επιφύλαξη αυτής της απόφασης, όντως έχει δώσει μία διαφορετική ερμηνεία στην εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας όπως αυτή ίσχυε κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της αγωγής. [ 69 ] Όμως παρά και τη διαπίστωση αυτή θεωρώ πως η αναστολή της διαδικασίας με σκοπό την υποβολή σχετικής αίτησης τροποποίησης μετά και από την επιφύλαξη αυτής της απόφασης δεν προσφερόταν πρακτικά έτσι ώστε να παρεχόταν η δυνατότητα εφαρμογής της ερμηνείας η οποία πλέον είχε δοθεί στο άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Καθότι πλεόν δεν εκκρεμούσε η οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν και από την έκδοση αυτής της απόφασης. [ 70 ] Βεβαίως κατά την εκδίκαση της αγωγής ούτε το Δικαστήριο αλλά ούτε και οι ίδιοι οι δικηγόροι των διαδίκων θα μπορούσαν να είχαν υπόψη τους νομολογία η οποία δεν εκδόθηκε παρά μόνο μετά από την επιφύλαξη της απόφασης έτσι ώστε να θίξουν οποιοδήποτε σχετικό θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου. [ 71 ] Θεωρώ πως το όλο θέμα το οποίο προκύπτει θα πρέπει να αφεθεί να αντιμετωπιστεί ανάλογα από τους δικηγόρους των διαδίκων δίχως να προδικάζεται, εντός του πλαισίου βεβαίως της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε σχετικό δικονομικό διάβημα ανάλογα και με τα όσα θα ακολουθήσουν την έκδοση αυτής της απόφασης. [ 72 ] Υπό την έννοια δηλαδή και σε σχέση είτε με τη λήψη μέτρων εκτέλεσης είτε ενδεχομένως ως προς οποιαδήποτε μέτρα σχετικά με την καταχώρηση έφεσης εναντίον αυτής της απόφασης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο