Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Baljinder Brar κ.α., Αρ. Αγωγής :- 3246 / 2011, 22/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A158 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3246 / 2011 Μεταξύ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Και
- Baljinder Brar
- Gurtej Singh Brar
- Κτηματική Εταιρεία Βότσαλο Λιμιτεδ Αίτηση Παραμερισμού Απόφασης - Επίδοσης Ημερομηνίας 23/1/2015 Ημερομηνία :- Τρίτη 22η Σεπτεμβρίου 2015 Για την ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Γιασμίνα Λάζιτς για P. Kourides & Co. LLC Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Γιασμίνα Λάζιτς Για τους εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Έλλη Πόγιανου για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Έλλη Πόγιανου ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η αίτηση των εναγομένων περιλαμβάνει διαζευκτικά «και/ή» αλληλέγγυα πέραν του ενός αιτήματος για την έκδοση διαταγμάτων μεταξύ των οποίων διατάγματα για την ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγομένοι») στις 28/11/2012, για την αναστολή των οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, για την ακύρωση ή παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος προς τους εναγομένους και για την ακύρωση ή παραμερισμό της ίδιας της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος.
- Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης προσομοιάζει περισσότερο με γραπτή αγόρευση παρά με ένορκη δήλωση καθώς εμπεριέχει επιχειρηματολογία και αναφορές ακόμη και σε νομολογία ή νομοθεσία ως επίσης βεβαίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και σε Ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Εντούτοις περιέχει και μαρτυρία η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης.
- Η ενάγουσα με την καταχώρηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση έχει κυρίως επικεντρωθεί με τους λόγους ένστασης της στο αίτημα για παραμερισμό της απόφασης και κατά πόσο αυτό δικαιολογείται σύμφωνα με τη νομολογία μας παρά στο θέμα της επίδοσης.
- Μετά και από μελέτη τόσο της μαρτυρίας, του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής αλλά και της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων των διαδίκων αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως η όλη διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 επηρεάζεται άμεσα από την έκδοση του διατάγματος επίδοσης το οποίο εξασφαλίστηκε από την ενάγουσα με τη μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 18/1/
- Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε στις 16/2/
- Όπως αναφέρεται και πιο πάνω οι εναγόμενοι αιτούνται επίσης την έκδοση διαταγμάτων για την ακύρωση ή παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος προς τους εναγομένους και για την ακύρωση ή παραμερισμό της ίδιας της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος.
- Βεβαίως εάν όντως κριθεί από το Δικαστήριο πως το διάταγμα επίδοσης το οποίο οδήγησε στην έκδοση της απόφασης θα πρέπει να παραμεριστεί τότε αναπόφευκτα θα πρέπει να παραμεριστεί και η απόφαση η οποία εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της έκδοσης αυτού του διατάγματος επίδοσης και της ίδιας της επίδοσης η οποία ακολούθησε αυτή την έκδοση.
- Καθώς δηλαδή δεν είναι δυνατό επί ενός δικονομικού μέτρου κρινόμενου από το Δικαστήριο ως άκυρο το οποίο έχει προηγηθεί και το οποίο στη συνέχεια έχει παραμεριστεί να εδράζεται μία έγκυρη απόφαση. Εκθεμελιώνεται δηλαδή η όλη διαδικασία η οποία ακολούθησε την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος.
- Θεωρώ ότι αυτό είναι ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα ανεξάρτητο από την αναγκαιότητα ή δυνατότητα διαπίστωσης της τήρησης ή μη των οποιωνδήποτε προϋποθέσεων η οποία συνήθως απαιτείται σε περιπτώσεις μίας αίτησης παραμερισμού απόφασης. Προϋποθέσεις οι οποίες σύμφωνα με τη νομολογία μας θα πρέπει να υπάρχουν για τον παραμερισμό μίας απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων. Όπως δηλαδή η δικαιολόγηση παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης και η αποκάλυψη της ύπαρξης μίας εκ πρώτης όψεως καλόπιστης και συζητήσιμης υπεράσπισης σε σχέση με την ουσία της αγωγής.
- Σύμφωνα με την παράγραφο
(4)της Δ.48 θ. 8 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας οποιοδήποτε άτομο (εκτός από τον αιτητή) το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς δύναται να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό ή τροποποίηση του και το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να τροποποιήσει τέτοιο διάταγμα υπό τέτοιους όρους οι οποίοι θα δύναται να κριθούν ως δίκαιοι. (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά την Lion Insurance Agency Ltd. v. Τάγιας Κωνσταντίνου
(2002)1Α Α. Α. Δ. 265). 10. Ευθύς εξ αρχής όμως παρατηρείται πως οι εναγόμενοι δεν έχουν συμπεριλάβει τη Δ.48 θ. 8
(4)εντός της νομικής βάσης της αίτησης τους. Σύμφωνα με σχετική νομολογία ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου (βλ. σχετικά την Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 970). Συνεπώς η επίκληση της παραγράφου
(4)της Δ.48 θ. 8 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της αίτησης.
- Εντούτοις διατηρώντας υπόψη σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. σχετικά την
- Karl Heinz Wunderlich κ. ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α. Α. Δ. 366) και τις περιστάσεις της περίπτωσης υπό εξέταση ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν έθεσε το θέμα είτε ως λόγο ένστασης είτε με το να είχε αναφερθεί αυτό ως μέρος της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης δικηγόρου της, κρίνω ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι κατάλληλη για την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από την παρατυπία.
- Θεωρώ δηλαδή πως η συγκεκριμένη παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη σύμφωνα με τη Δ.
- Ενώ διατηρώντας υπόψη πως η ενάγουσα ουσιαστικά παραιτήθηκε με τρόπο εξυπακουόμενο από το δικαίωμα το οποίο της παρεχόταν εξαιτίας της παρατυπίας θεωρώ ότι αυτό αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Επιπλέον, δεν διαπιστώνω να προκύπτει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός για την ενάγουσα από την συγκεκριμένη παρατυπία. Η ενάγουσα παρά το ότι καταχώρησε ένσταση δεν έχει σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης της αίτησης από το Δικαστήριο εγείρει θέμα παρατυπίας. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από τη συγκεκριμένη παρατυπία και το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση ωσάν αυτή όντως να περιείχε στη νομική βάση της και αναφορά στη Δ.48 θ. 8
(4).
- Επιπλέον, επειδή ενδεχομένως να μπορούσε να θεωρηθεί πως στη νομική βάση της αίτησης θα έπρεπε επίσης να αναφερόταν και η Δ.16 θ. 9 προσθέτω απλά ότι με το ίδιο σκεπτικό το Δικαστήριο θα εξέδιδε σχετικό διάταγμα απαλλαγής και από αυτή την παρατυπία.
- Όμως θεωρώ πως η συγκεκριμένη δικονομική διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι η Δ.16 καλύπτει το στάδιο της καταχώρησης εμφάνισης και η Δ.16 θ. 9 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος στον οποίο επιδόθηκε κλητήριο ένταλμα ή ειδοποίηση αυτού, επιθυμεί όπως καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση και όχι την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση στην οποία ήδη έχει εκδοθεί απόφαση.
- Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα και με τη Δ.16 θ. 7 η δυνατότητα καταχώρησης εμφάνισης υπάρχει πριν από την έκδοση απόφασης και όχι μετά από αυτή.
- Θεωρώ ως αυτονόητη βασική αρχή, παρά και την αδυναμία εντοπισμού συγκεκριμένης αυθεντίας επί του θέματος, πως ένα άκυρο δικονομικό μέτρο δεν μπορεί να επιφέρει ένα έγκυρο αποτέλεσμα. Πόσο μάλλον μία αλυσίδα δικονομικών συνεπειών με ουσιαστική σημασία στο τέλος με την έκδοση μίας έγκυρης δικαστικής απόφασης. Θα εξηγήσω πιο κάτω πως αυτή η αρχή εφαρμόζεται στα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
- Κατ΄ αρχάς όμως θεωρώ πως το Δικαστήριο οφείλει να υπενθυμίσει πως σύμφωνα με το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες ενώ ένας κανονισμός έχει γενική ισχύ και είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του (δηλαδή, στο σύνολο του) και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
- Δηλαδή, ένας κανονισμός ισχύει και έχει αυτόματα εφαρμογή σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίχως να χρειάζεται η οποιαδήποτε νομοθετική πράξη ή έκδοση οποιουδήποτε εισαγωγικού μέτρου στο εσωτερικό δίκαιο ένος κράτους μέλους. Βάσει αυτής της αυτόματης εφαρμογής αποφεύγεται και η πιθανότητα της διαφορετικής ερμηνείας από ένα κράτος μέλος σε σχέση με τον κανονισμό (βλ. σχετικά την Υπόθεση 34/73 Variola SpA n Amministrazione delle Finanze [1973] ECR 981).
- Η Κυπριακή Δημοκρατία συμμορφούμενη προς όλες τις υποχρεώσεις ενός κράτους μέλους σύμφωνα και με τον περί της Πέµπτης Τροποποίησης του Συντάγµατος Νόµο του 2006 (Νόµος 127(Ι)/2006) ενσωμάτωσε και στο Σύνταγμα τη νομική ισχύ στη Δημοκρατία των Κανονισμών, Οδηγιών ή άλλων πράξεων ή δεσμευτικών μέτρων νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
- Δηλαδή, το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πηγή δικαίου που έχει αυξημένη ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία και περιλαμβάνει και τους κανόνες που προέρχονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λαμβάνουν την μορφή Κανονισμών, Οδηγιών ή Αποφάσεων.
- Οφείλουν ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας να εφαρμόζουν αυτό το δίκαιο ενώ και ο οποιοσδήποτε διάδικος ο οποίος αιτείται από ένα Δικαστήριο την παροχή μίας θεραπείας η οποία να επηρεάζεται αλλά και να βασίζεται άμεσα σε αυτό το δίκαιο οφείλει επίσης όχι μόνο να στηρίζει το αίτημα του σε αυτό το δίκαιο αλλά και στη συνέχεια να εφαρμόζει και τις οποιεσδήποτε σχετικές πρόνοιες του. Θέτοντας το πολύ απλά η θεμελίωση αιτημάτων τα οποία επηρεάζονται και καθορίζονται ως προς την εφαρμογή τους από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτελεί θέμα επιλογής από ένα διάδικο αλλά υποχρεωτική προϋπόθεση για την εγκυρότητα του οποιουδήποτε επιδιωκόμενου δικονομικού ή νομικού αποτελέσματος.
- Κατά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος επίδοσης, στις 16/2/2012, βρισκόταν σε εφαρμογή στην Κυπριακή Δημοκρατία ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου.
- Συνεπώς αυτός ο Κανονισμός θα έπρεπε να αποτελούσε τουλάχιστον μέρος της νομικής βάσης επί της οποίας η ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος για επίδοση σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Επιπλέον, βεβαίως, η ίδια διαδικασία επίδοσης στη συνέχεια θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει ρητά τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Κανονισμού.
- Εντούτοις όχι μόνο ο συγκεκριμένος Κανονισμός δεν αποτελούσε μέρος της νομικής βάσης της αίτησης του επίδικου διατάγματος επίδοσης αλλά με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης της ενάγουσας ο ενόρκως δηλών αναφέρει (τρίτη παράγραφος στη σελίδα 5[1]) πως το επίδικο διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν εκδόθηκε «...στα πλαίσια των Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αρ. 44/2001 και 1393/07, αλλά δόθηκε η σχετική άδεια από το Σεβαστό Δικαστήριο για επίδοση μέσω του ιδιωτικού ταχυδρομείου DHL Express.». Η ίδια αναφορά επαναλαμβάνεται και στη σελίδα 7 της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της ένστασης.
- Επιπλέον αυτό το οποίο είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο δεν ήταν η έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αλλά για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όμως διατηρώντας υπόψη πως η ενάγουσα γνώριζε τη διεύθυνση των εναγομένων το αίτημα δεν αφορούσε υποκατάστατη επίδοση αλλά αντιθέτως η ενάγουσα όφειλε να στηρίξει το αίτημα της στον Κανονισμό 1393/2007, το πεδίο εφαρμογής του οποίου σύμφωνα με το άρθρο 1 είναι σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν μια δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί ενώ δεν εφαρμόζεται όταν η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη.
- Διατηρώντας υπόψη πως η εφαρμογή του συγκεκριμένου Ευρωπαϊκού Κανονισμού σε περιπτώσεις όπως αυτή της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος είναι επιτακτική τότε όφειλε η ενάγουσα να είχε στηρίξει το αίτημα της σε αυτόν και να είχε ακολουθήσει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από αυτόν και όχι να είχε αιτηθεί την έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας με ιδιωτικό ταχυδρομείο.
- Σύμφωνα και με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑519/13, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υπέβαλε το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου με απόφαση του ημερομηνίας 13ης Σεπτεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27 Σεπτεμβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης Alpha Bank Cyprus Ltd κατά Dau Si Senh κ. ά. και η οποία πρόσφατα εκδόθηκε στις 16/9/2015, αναφέρονται σχετικά επί του συγκεκριμένου θέματος στην παράγραφο 68 της απόφασης τα ακόλουθα.
- Προβλέπονται δύο μόνον περιπτώσεις στις οποίες η επίδοση και η κοινοποίηση δικαστικής πράξεως μεταξύ των κρατών μελών αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1393/2007: αφενός, όταν είναι άγνωστος ο τόπος της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του αποδέκτη και, αφετέρου, όταν ο τελευταίος αυτός έχει διορίσει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο εντός του κράτους όπου διεξάγεται η ένδικη διαδικασία (βλ. απόφαση Alder, C‑325/11, EU:C:2012:824, σκέψη 24).
- Συνοπτικά στην υπόθεση Alder, C‑325/11 αναφέρονται τα ακόλουθα. Από τη συστηματική ερμηνεία του κανονισμού 1393/2007 προκύπτει ότι αυτός προβλέπει μόνο τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις (βλ. σχετικά την παράγραφο 29 αυτής της απόφασης) στις οποίες η επίδοση και η κοινοποίηση δικαστικής πράξεως μεταξύ των κρατών μελών αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του. Στις άλλες περιπτώσεις, εφόσον ο αποδέκτης δικαστικής πράξεως κατοικεί στην αλλοδαπή, η επίδοση ή η κοινοποίηση της πράξεως αυτής εμπίπτει οπωσδήποτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1393/2007 και πρέπει, συνεπώς, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, να πραγματοποιείται με τα μέσα που προβλέπει προς τούτο ο ίδιος ο κανονισμός έτσι ώστε η εφαρμογή του συγκεκριμένου κανονισμού να είναι ενιαία.
- Ως εκ τούτου το αίτημα των εναγομένων κρίνεται δικαιολογημένο και ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 16/2/2012 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με ιδιωτικό ταχυδρομείο.
- Ως λογικό επακόλουθο εκθεμελιώνονται όλες οι δικονομικές ή ουσιαστικές συνέπειες οι οποίες ακολούθησαν την έκδοση του διατάγματος επίδοσης.
- Συνεπώς, εκδίδεται επίσης διάταγμα παραμερισμού της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους 1 και 2 ως επίσης και διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/11/
- Διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης αποτελείται από 9 παραγράφους δίχως άλλη αρίθμηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο