Πολύκαρπου Φιλίππου κ.α. ν. John Arthur Truswell κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 204/2015, 25/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 204/2015 Μεταξύ:
- Πολύκαρπου Φιλίππου, από την Πάφο
- Ελένης Φιλίππου, από την Πάφο Αιτητών -και- John Arthur Truswell, από την Αγγλία
- Fiona Ann Truswell, από την Αγγλία Καθ' ων η Αίτηση - - - - - - - - - - - - Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 02.09.2015 Ημερομηνία: 25.09.2015 Για τους Αιτητές: κα Χαραλάμπους για Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα γενική αίτηση, οι Αιτητές - προτιθέμενοι Ενάγοντες (στο εξής οι «Αιτητές») εξαιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η σφράγιση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Πολύκαρπου Φιλίππου. Σύμφωνα με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10, οι προτιθέμενοι Εναγόμενοι (στο εξής «Καθ' ων η Αίτηση») αποτάθηκαν περί το 2004 στους Αιτητές, οι οποίοι είναι δικηγόροι στη δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία «Πολύκαρπος Φιλίππου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.», προκειμένου να τους παρέχουν οι τελευταίοι τις υπηρεσίες τους σε σχέση μόνο με τις διαδικασίες που απαιτούνταν για αγορά από τους πρώτους μίας συγκεκριμένης έπαυλης από την εταιρεία Aristo Developers Ltd (στο εξής θα καλείται η «εταιρεία»). Για την αγορά της έπαυλης οι Καθ' ων η Αίτηση συνήψαν συμφωνία δανείου με την τράπεζα Alpha Bank (στο εξής η «Τράπεζα»). Περαιτέρω, συνήψαν συμπληρωματική συμφωνία με την εταιρεία στην οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβανόταν πρόνοια ότι το ετήσιο τέλος για τα έξοδα της εγγυητικής επιστολής που θα παρέδιδε η εταιρεία στην τράπεζα για τη διασφάλιση του δανείου θα τα επιβαρύνονταν οι Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση μετά την καταβολή των τελών της εγγυητικής επιστολής για τις περιόδους 28.07.04 - 27.08.05 και 28.08.05 - 27.08.06, άρχισαν να υποβάλλουν ερωτήματα προς τους Αιτητές σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των εξόδων της εγγυητικής επιστολής. Στη συνέχεια και περί τις 9.4.15, οι Καθ' ων η Αίτηση ανακάλεσαν τα πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία καθιστούσαν ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους τούς Αιτητές. Έλαβε χώρα ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ των μερών και την 1.6.15, οι Καθ' ων η Αίτηση πληροφόρησαν τους Αιτητές ότι τους αποδέσμευαν από δικηγόρους τους. Το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9.4.15 με το οποίο ανακλήθηκαν τα πληρεξούσια έγγραφα κοινοποιήθηκε και στη δικηγορική εταιρεία Maxwell Alves η οποία εδρεύει στο Λονδίνο. Με την προτιθέμενη αγωγή αξιώνεται αριθμός διαταγμάτων, τα οποία συνοψίζονται στο ότι οι Αιτητές δεν υπήρξαν αμελείς και δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την υπογραφή των συμφωνιών με την εταιρεία και την Τράπεζα. Κατά την ημερομηνία ορισμού της επίδικης αίτησης το Δικαστήριο έθεσε το ερώτημα κατά πόσο από τα περιστατικά που επικαλούνται οι Αιτητές αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών ζήτησε όπως της δοθεί χρόνος για να αγορεύσει επί του ζητήματος. Η Δ.2 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ή για το οποίο απαιτείται όπως δοθεί ειδοποίηση εκτός δικαιοδοσίας, θα σφραγίζεται χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Η Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται από το Δικαστήριο η επίδοση εκτός Κύπρου του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του. Το ζήτημα της σφράγισης του κλητηρίου και της επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας είναι αλληλένδετα μεταξύ τους και κατά πόσο δικαιολογούνται κρίνεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις με κύρια αναφορά στην ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει επομένως οι Αιτητές να προσκομίσουν μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Στην υπόθεση Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 995, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι λανθασμένα χορηγήθηκε άδεια για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας αφού έλειπε το αναγκαίο έρεισμα για την προϋπόθεση της εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 1002-1003: «Όπως υποδείχθηκε στην Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R 58, στη σελ.67, όπου σημειώθηκε ότι οι αρχές εφαρμογής της πανομοιότυπης Αγγλικής πρόνοιας στην Ο.11 r.4 ήταν παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση του Καν.24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου (βλ. Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελ.572 κ.ε.), εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Υιοθετήθηκε εκεί το εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrikvormals Sandozv. Badische Anilin und Soda Fabriks
(1904)90 L.T. 733 στη σελ. 735: ΄This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction . called upon to try the action or express a premature opinion on its merits .΄". Η κα. Χαραλάμπους στην αγόρευση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η προτιθέμενη αγωγή εντάσσεται στην κατηγορία των προληπτικών αγωγών. Επικαλέστηκε κυρίως αγγλική νομολογία από την οποία προκύπτει ότι τα Δικαστήρια στις κατάλληλες περιπτώσεις μπορούν να χορηγούν δηλώσεις ή διατάγματα αρνητικής υφής (π.χ. ότι οι Ενάγοντες δεν υπήρξαν αμελείς). Επίσης επεσήμανε ότι, στη βάση της εν λόγω νομολογίας, καθιερώνεται η αρχή ότι οι αρνητικές αναγνωριστικές δηλώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και μία θετική αναγνωριστική δήλωση. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών ανέφερε πως δεν εντόπισε σχετική επί του θέματος κυπριακή νομολογία. Ξεκινώντας από το τελευταίο αυτό σημείο, παρατηρώ ότι τα Δικαστήρια μας έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα καταχώρησης προληπτικής αγωγής (quia timet action). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co κ.α
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 215 αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τους Halsbury΄s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παραγ. 832 όπου ένας ενάγοντας αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα το οποίο έχει παραβιασθεί και ότι επαπειλείται περαιτέρω παραβίαση σε σημαντικό βαθμό, δικαιούται σε απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει την επαπειλούμενη παραβίαση με βάση τις συνηθισμένες αρχές χορήγησης απαγορευτικών διαταγμάτων. Εδώ οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται (βλ. παραγ. 32 και 33 της έκθεσης απαίτησης) ότι: (α) Οι εναγόμενοι απειλούν και έχουν πρόθεση να συνεχίσουν τις πιο πάνω παράνομες ενέργειες τους, οι οποίες περιλαμβάνουν και εισαγωγές των επιδίκων προϊόντων εκτός αν εμποδιστούν με διάταγμα του Δικαστηρίου. (β) Κάλεσαν τους εφεσείοντες και τους εναγομένους 4-6 να σταματήσουν την προώθηση, εμπορία και εισαγωγή των επιδίκων προφίλ, αλλά οι δικηγόροι των τελευταίων απάντησαν ότι θα συνέχιζαν να εμπορεύονται τα επίδικα προφίλ. Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί σε συνδυασμό με τις επιδιωκόμενες θεραπείες είναι ικανοί να εντάξουν την αγωγή εντός της κατηγορίας της προληπτικής αγωγής (quia timet action).» Τίθεται κατά συνέπεια το ζήτημα κατά πόσο η προτιθέμενη αγωγή μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της προληπτικής αγωγής. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, αλλά και στην προτιθέμενη αγωγή (Τεκμήριο 10) δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παραβίασης ή επαπειλούμενης παραβίασης δικαιώματος των Αιτητών. Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 40, 41 και 43 της προτιθέμενης αγωγής (Τεκμήριο 10) επί των οποίων επιχειρούν οι Αιτητές να θεμελιώσουν το αγώγιμο δικαίωμα τους: «
- Οι Εναγόμενοι με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερ. 01.06.15, σε συνέχεια μηνύματός τους ημερ. 09.04.15 με το οποίο ανακάλεσαν οποιαδήποτε πληρεξούσια υπέγραψαν προς εξουσιοδότηση των Εναγόντων, ειδοποιούσαν τους Ενάγοντες ότι τους αποδέσμευαν από δικηγόρους τους.
- Οι Εναγόμενοι, ουδέποτε μέχρι την 01.06.15 εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή δυσαρέσκεια σχετικά με τις υπηρεσίες που προσέφεραν σε αυτούς οι Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι συνεργάστηκαν και/ή ζήτησαν τις υπηρεσίες των Εναγόντων για περίοδο πέραν των 10 ετών, κατά την οποία οι Ενάγοντες ενεργούσαν πάντοτε με καλή πίστη και επιμέλεια, προσφέροντας υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στους Εναγόμενους.
- Οι Εναγόμενοι με τη συμπεριφορά που επέδειξαν κατά το πρόσφατο παρελθόν υπονοούν ότι οι Ενάγοντες υπήρξαν αμελείς και για τον λόγο αυτό, οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιούν: .........» Εξετάζοντας αντικειμενικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της προτιθέμενης αγωγής και ειδικότερα τις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους, καθίσταται φανερό ότι δεν επαπειλείται η παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος των Αιτητών. Όπως ρητά αναφέρεται τόσο στην παράγραφο 43 της προτιθέμενης αγωγής, όσο και στην παράγραφο 32 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης, οι Καθ' ων η Αίτηση υπονοούν ότι οι Αιτητές υπήρξαν αμελείς. Την υπόνοια αυτή οι Αιτητές τη βασίζουν στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 1.6.15 (Τεκμήριο 9), με το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση τους αποδέσμευσαν από δικηγόρους τους. Στο εν λόγω μήνυμα όμως (Τεκμήριο 9), ουδεμία αναφορά γίνεται περί αμέλειας των Αιτητών ή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επιφυλάσσονται να κινηθούν νομικά εναντίον τους. Ακόμα όμως και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θεωρώ και πάλι ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Δεν θα μπορούσε, κατά την κρίση μου, το ενδεχόμενο καταχώρησης αγωγής από τους Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών να δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα για τους Αιτητές. Το ζήτημα επομένως δεν είναι κατά πόσο το Δικαστήριο κέκτηται ή όχι εξουσίας χορήγησης αρνητικών αναγνωριστικών δηλώσεων (negative declarations), ζήτημα με το οποίο πραγματεύεται η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε η κα. Χαραλάμπους. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο η μαρτυρία που έχει τεθεί από τους Αιτητές θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα. Άλλωστε όπως προκύπτει και από τη νομολογία που έχει παραθέσει η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών, μία αρνητική αναγνωριστική δήλωση θα μπορούσε να χορηγηθεί εκεί όπου με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης θα εξυπηρετείτο κάποιος «χρήσιμος σκοπός» (useful purpose). Στην υπόθεση Messier Dowty Ltd & Anor v. Sabena SA & Ors
(2000)EWCA Civ 48, στην οποία στάθηκε ιδιαίτερα η κα Χαραλάμπους, το Αγγλικό Εφετείο επεσήμανε τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «There are also the judgments of Lord Denning MR in this court and Lord Wilberforce in the House of Lords in Camillla Cotton Oil company v. Granadex S.A.
(1975)1 Lloyds Rep. 470 and
(1976)2 Lloyds Rep. 10 Lord Denning at p.474-5 said: "It has been said that a declaration as to non-liability ought very rarely to be made, see Dyson v. Attorney General
(1911)1 KB 410 and Guaranty Trust Company of New York v. Hannay & Company
(1915)2 KB 536. And Re Clay,
(1919)1 Ch. 61, is sometimes cited for the proposition that i cannot be made. but it is nothing of the kind. In modern times, I think that a declaration of non-liability can be made whenever it will serve a useful purpose. I would not limit it in any way."
- In the House of Lords at p.14, Lord Wilberforce stated the position in his own words but the effect was very much the same. He said: "The declaration claimed is of a negative character and as Lord Sterndale himself has said: "... a declaration that a person is not liable in an existing or possible action is one that will hardly ever be made." "Hardly ever" is not the same as "never" but the words warn us that we must apply some careful scrutiny. So I inquire whether to grant such a negative declaration would be useful. The liability which the English Court is asked to negative is any possible liability of the respondents on the basis of agency."
- Lord Wilberforce and Lord Denning differed in the circumstances of that case as to whether the declaration would serve a useful purpose. However, if it would, that it would then be appropriate to grant a declaration was agreed. The approach is pragmatic. It is not a matter of jurisdiction. It is a matter of discretion. The deployment of negative declarations should be scrutinised and their use rejected where it would serve no useful purpose. However where a negative declaration would help to ensure that the aims of justice are achieved the courts should not be reluctant to grant such declarations.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαβλέπω ποιο χρήσιμο σκοπό (useful purpose) θα εξυπηρετούσε η προτιθέμενη αγωγή και κατ' επέκταση οι αρνητικές αναγνωριστικές δηλώσεις. Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι επαπειλείται η παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος των Αιτητών. Περαιτέρω, υπό το φως του μαρτυρικού υλικού που έχει προσκομιστεί, δεν μπορεί να συναχθεί ισχυρή ή έστω εύλογη πιθανολόγηση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα κινηθούν εναντίον των Αιτητών ισχυριζόμενοι ότι οι τελευταίοι υπήρξαν αμελείς. Για τους λόγους που προσπάθησαν να εξηγήσω πιο πάνω και στη βάση των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται η προϋπόθεση της εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή όσον αφορά τα έξοδα. (Υπ.) ........................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application/Interim Αναφορά: Αίτηση για σφράγιση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο