Κυριακούς Χαραλάμπους ν. Konikklijke Luchtvaart Maatschappij N.V. εμπορευόμενη με την επωνυμία KLM Royal Dutch Airlines, Αρ. Αγωγής: 205/12, 28/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 205/12 Μεταξύ: Κυριακούς Χαραλάμπους, από το Στρουμπί Ενάγουσας και Konikklijke Luchtvaart Maatschappij N.V. εμπορευόμενη με την επωνυμία KLM Royal Dutch Airlines, από την Ολλανδία Εναγόμενων Ημερομηνία: 28.9.15 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη εταιρεία / Αιτήτρια: κ. Ανδρέας Παπαχαραλάμπους για κκ Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση: κα Ειρήνη Πουλλά για κα Ευαγγελία Πουλλά ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας / Αιτήτριας στις 8.1.15 με την οποία η Αιτήτρια εξαιτείται όπως το Δικαστήριο εκδικάσει και αποφασίσει προδικαστικά επί των δύο προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει με την Υπεράσπισή της. Με την αγωγή της η Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση αξιώνει, μεταξύ άλλων, ειδικές και γενικές αποζημιώσεις οι οποίες προέκυψαν συνεπεία της ισχυριζόμενης υπό αυτής αμέλειας της Αιτήτριας η οποία είχε ως αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να ξεκινήσει ως ήταν η προγραμματισμένη της πτήση από τον διεθνή αερολιμένα John F. Kennedy (JFK) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, από τώρα και στο εξής «το JFK», κατά την καθορισμένη μεν ημερομηνία, ήτοι στις 25.1.10, πλην όμως με τρεις ώρες καθυστέρηση με αποτέλεσμα φθάνοντας στο αεροδρόμιο Schiphol του Άμστερνταμ, που ήταν ενδιάμεσος σταθμός, ως εκ της πιο πάνω καθυστέρησης να χάσει την προγραμματισμένη συνδετική αεροπορική πτήση προς τον διεθνή αερολιμένα Πάφου, να παραμείνει για 24 ώρες στο αεροδρόμιο Schiphol του Άμστερνταμ μέχρι την επόμενη διαθέσιμη πτήση προς την Κύπρο και να φθάσει στην Κύπρο με άλλη αεροπορική πτήση η οποία προσγειωνόταν όχι στο αεροδρόμιο Πάφου, ως ήταν η τελευταία προγραμματισμένη πτήση, αλλά στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ισχυρίζεται, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια κατά ή περί την 1.3.10 της προσέφερε το ποσό των Ευρώ 80,00 σεντ για πληρωμή και πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεών της, πράγμα που η Καθ' ης η αίτηση απέρριψε θεωρώντας το απαράδεκτο. Η αγωγή εγείρεται εναντίον της Αιτήτριας ως το πρόσωπο που συνεβλήθη με την Καθ' ης η αίτηση για την παροχή υπηρεσιών για την αεροπορική μεταφορά της Καθ' ης η αίτηση από τον διεθνή αερολιμένα Πάφου προς το JFK μετ' επιστροφής προς τον διεθνή αερολιμένα Πάφου μέσω του αεροδρομίου Schiphol του Άμστερνταμ. Με την Υπεράσπισή της η Αιτήτρια, μεταξύ άλλων, παραδέχεται τα ακόλουθα: η προγραμματισμένη ημερομηνία αναχώρησης της Καθ' ης η αίτηση από το JFK ήταν η 25.1.10 η Καθ' ης η αίτηση αναχώρησε από το JFK στις 25.1.10 ως ήταν η προγραμματισμένη πτήση το αεροπλάνο αναχώρησε από το JFK με προορισμό το αεροδρόμιο Schiphol του Άμστερνταμ με καθυστέρηση 3 ωρών συνεπεία της πιο πάνω καθυστέρησης η Καθ' ης η αίτηση έχασε την συνδετική πτήση από Άμστερνταμ προς Πάφο η Καθ' ης η αίτηση παρέμεινε στο αεροδρόμιο Schiphol του Άμστερνταμ για περίπου 24 ώρες η Αιτήτρια πρόσφερε στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των Ευρώ 80,00 σεντ για πληρωμή και πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών της. Αποτελούν, επίσης, θέσεις της Αιτήτριας τα ακόλουθα: ως εκ του σημείου 2 κατωτέρω προκύπτει η προγραμματισμένη πτήση επιστροφής στην Κύπρο από το Άμστερνταμ θα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο Λάρνακας και όχι στο αεροδρόμιο Πάφου ως η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται. Το ίδιο προκύπτει και από την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης με την οποία γίνεται άρνηση των ισχυρισμών που εκτίθενται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης πλην των ισχυρισμών εκείνων οι οποίοι είναι παραδεκτοί. Αντίθετη θέση υποστηρίζεται, ωστόσο, μέσα από την παράγραφο 2 της Υπεράσπισης με την οποία γίνεται παραδοχή της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης και μέσα από την παράγραφο 6 της Υπεράσπισης με την οποία γίνεται παραδοχή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Με τις πιο πάνω παραγράφους 2 και 6 της Υπεράσπισης γίνεται παραδεκτό ότι το τελευταίο προγραμματισμένο ταξίδι ήταν από Άμστερνταμ προς Πάφο η ώρα αναχώρησης της προγραμματισμένης πτήσης από το Άμστερνταμ προς την Λάρνακα ήταν η 14:00 ώρα τοπική της 26.1.10 και η ώρα άφιξης της προγραμματισμένης πτήσης από το Άμστερνταμ στο αεροδρόμιο Λάρνακας η 19:00 ώρα τοπική της ίδιας ημέρας η Καθ' ης η αίτηση έφθασε στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ στις 26.1.10 σύμφωνα με την προγραμματισμένη της πτήση πλην όμως με καθυστέρηση 2 ½ ωρών η Καθ' ης η αίτηση ταξίδεψε για την Λάρνακα στις 27.1.10 η Αιτήτρια αρνείται ότι η Καθ' ης η αίτηση θεώρησε απαράδεκτη την προσφορά και την απέρριψε. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση ή εκπρόσωπός της εξαργύρωσε και/ή κατέθεσε την προαναφερόμενη επιταγή αποδεχόμενη με αυτόν τον τρόπο την προσφορά της Αιτήτριας για πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών της. Με την Απάντησή της η Καθ' ης η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας οι οποίοι δεν συνάδουν και είναι αντίθετοι με αυτούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης. Από την Απάντηση επισημαίνονται τα ακόλουθα: σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται με την Υπεράσπιση αναφορικά με την επιταγή των Ευρώ 80,00 σεντ η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ναι μεν της έγινε η προσφορά του πιο πάνω ποσού πλην όμως αρνείται ότι αποδέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση των απαιτήσεών της με την εξαργύρωση και/ή κατάθεση της εν λόγω επιταγής Απορρίπτει την προδικαστική ένσταση περί κωλύματος και ισχυρίζεται ότι η υπόθεση επ' ουδενί έχει συμβιβασθεί η Καθ' ης η αίτηση απορρίπτει, επίσης, και την δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε εντός 2 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε η μεταφορά της δυνάμει του άρθρου 35 της Σύμβασης του Μόντρεαλ από την παράγραφο 8 της Απάντησης προκύπτει ότι η Καθ' ης η αίτηση διά της σιωπής παραδέχεται τους ακόλουθους ισχυρισμούς της Αιτήτριας: (α) ότι η ώρα αναχώρησης της προγραμματισμένης πτήσης από το Άμστερνταμ προς την Λάρνακα ήταν η 14:00 ώρα τοπική της 26.1.10 και η ώρα άφιξης της προγραμματισμένης πτήσης από το Άμστερνταμ στο αεροδρόμιο Λάρνακας η 19:00 ώρα τοπική της ίδιας ημέρας και (β) ότι η Καθ' ης η αίτηση έφθασε στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ στις 26.1.10 σύμφωνα με την προγραμματισμένη της πτήση πλην όμως με καθυστέρηση 2 ½ ωρών με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση Άμστερνταμ - Λάρνακα που αναχωρούσε στις 14:00 ώρα τοπική και έφθανε στις 19:00 ώρα τοπική της ίδιας ημέρας. Ο ισχυρισμός στην παράγραφο 8 της Απάντησης ότι η Καθ' ης η αίτηση καλεί την Αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της άπτεται των ισχυρισμών εκείνων που αντιβαίνουν τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση που εκτίθενται στις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης και όχι τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Σημειώνεται ότι και στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση δήλωσε ότι η 26.1.10 ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να φθάσει στον προορισμό της, προδήλως, εννοώντας την Κύπρο. Η πιο πάνω δήλωση θεωρώ ότι δεσμεύει την Καθ' ης η αίτηση η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι ταξίδεψε για την Λάρνακα στις 27.1.10. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται με τις παραγράφους 1.1 και 1.8 της Υπεράσπισης καθώς και της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται με την παράγραφο 1.2 της Υπεράσπισης. Με την πρώτη προδικαστική ένσταση εγείρεται το ζήτημα ότι η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση έχει συμβιβασθεί και/ή πλήρως ικανοποιηθεί με την αποδοχή από ή εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση του ποσού των Ευρώ 80,00 σεντ. Με την δεύτερη προδικαστική ένσταση εγείρεται ζήτημα παραγραφής στην βάση του ότι αυτή δεν ηγέρθη εντός 2 ετών από τις ημερομηνίες που προνοεί το άρθρο 35 της Σύμβασης του Μόντρεαλ η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 3(ΙΙΙ)/2002. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, θθ 1-2, Δ.48, θθ. 1-13, την εν γένει διακριτική ευχέρεια, πρακτική και Νομολογία. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της κυρίας Εύης Ευθυμίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με 8 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Παπακυριάκου Χαραλάμπους, συζύγου της Καθ' ης η αίτηση, ο οποίος έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης όντας συνταξιδιώτης της Καθ' ης η αίτηση. Σημειώνεται ότι παρόμοια αγωγή ήγειρε και ο ίδιος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η οποία φέρει αριθμό 206/12 και με την οποία αξιώνει παρόμοιες θεραπείες ως η Καθ' ης η αίτηση. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ' ης η αίτηση έφθασε στον τελικό προορισμό, ήτοι την Λάρνακα, στις 27.1.10. Ομοίως και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας με την δική της αγόρευση. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω δηλώσεις των συνηγόρων είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους. Με τον έβδομο λόγο ένστασης εγείρονται δύο ζητήματα που αφορούν στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Με τον λόγο αυτό προωθείται η θέση ότι η εν λόγω ένορκος δήλωση είναι παράτυπη γιατί (α) είναι προγενέστερης ημερομηνίας από την ημερομηνία της υπό κρίση αίτησης και (β) γιατί έγινε από δικηγόρο. Αναφορικά με το πρώτο σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό δεν προωθήθηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι εγκαταλείφθηκε. Αναφέρονται όμως τα ακόλουθα. Διαφωτιστική είναι η υπόθεση S.A. Constantinou Ltd και Άλλοι v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 754 όπου στη σελίδα 758 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «(β) Η εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης. Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση του Σωτήρη Χαραλάμπους εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας της 1/6/2007, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού έλαβε χώρα πριν από την καταχώριση της ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας στις 4/6/2007. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες η αποδοχή της πιο πάνω ένορκης δήλωσης συνιστά παραβίαση της Διαταγής 39, θεσμός 3 και της Διαταγής 48, θεσμός 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στη Stavros Hotels Apartments Ltd. κ.ά. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389 , μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μια νέας ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι αρκούντως ικανοποιητικός, αφού αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής που ήδη εκκρεμεί και έχει επισυναφθεί στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί, η οποία αναφέρεται "ως πρόθεση ένστασης στη συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος της 8/5/2007". Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.». Στην υπό εξέταση περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι o ίδιος με αυτόν που αναφέρεται στον τίτλο της εκκρεμούσας αγωγής. Έχει, επίσης, επισυναφθεί στην υπό κρίση αίτηση και καταπιάνεται με τα ίδια ακριβώς θέματα όπως και η υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το γεγονός ότι η ένορκος δήλωση υπεγράφη μια ημέρα πριν την ημερομηνία καταχώρησης που φέρει η υπό κρίση αίτηση δεν καθιστά την ένορκο δήλωση παράτυπη. Επί του δεύτερου ζητήματος υπάρχει πλούσια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ως ενδεικτικά της στάσης της Νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10 αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεπίμπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης - αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκό του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτού του λόγου έφεσης προβάλλεται από τον εφεσείοντα το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, είχε καταρτισθεί από το δικηγόρο κ. Νεόφυτο Χ"Λοϊζου. Ο κ. Χ"Λοϊζου εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια, χωρίς όμως ο ίδιος να χειρίζεται την υπόθεσή της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αν και σύμφωνα με τις καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές, τυγχάνει ανεπιθύμητο, πλην όμως όχι ανεπίτρεπτο να ορκίζεται ως προς γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, στην περίπτωση κατά την οποία ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί ο ίδιος. Αυτή η αρχή, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, εκπηγάζει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, προβαίνοντας σε διαφοροποίηση μεταξύ ενδιάμεσης και πρωτογενούς διαδικασίας και αρνούμενο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής: "Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ΄ όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοϊζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal - v - Κυπρ. Δημοκρατία Προσφ. 1045/05 ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd - v - Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd - v - Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)." Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει». Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14.7.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου». Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης ...». Τέλος, στην Αίτηση 90/10 ημερομηνίας 25.8.10 o αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδεύετο από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίσθηκε ο ίδιος ο αιτητής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανάφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: (α) ..................................................................................................................... (β) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον αιτητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock-Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 C.L.R. 53, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, In re an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο. Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, στη σελ. 1041, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Όπως ήδη ανάφερα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής ...». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προέρχεται ουσιαστικά από τους δικηγόρους της Αιτήτριας αφού η κυρία Ευθυμίου που την ορκίσθηκε είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Η Αιτήτρια είναι αλλοδαπή εταιρεία, η οποία, όμως, διατηρεί γραφείο αντιπροσώπων στην Λευκωσία. Αυτό καθίσταται έκδηλο μέσα από την επιστολή που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αναφέρεται, επίσης, και στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση. Η εν λόγω δε δήλωση δεν αντικρούεται με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας. Επίσης, δεν διαφαίνεται να συντρέχουν οποιεσδήποτε εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν επέτρεπαν σε εξουσιοδοτημένο από το εν λόγω γραφείο πρόσωπο να υπογράψει την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω και της Νομολογίας που αναφέρθηκε απαιτείτο εξήγηση για το ότι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν την υπέγραψε εκπρόσωπος της Αιτήτριας, αλλά δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Στην ένορκο δήλωση της κυρίας Ευθυμίου καμία τέτοια εξήγηση ή δικαιολογία δεν δίνεται. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Ευθυμίου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πάσχει και ότι αυτή σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Το συμπέρασμά μου αυτό είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης και καθιστά την υπό κρίση αίτηση έκθετη σε απόρριψη. Θεωρώ, όμως, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι και επί της ουσίας έκθετη σε απόρριψη. Προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Οι θεσμοί 1 και 2 της Διάταξης 27 προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «1. Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό 2. Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο». Στην υπόθεση Anastasia C. Hambou v. Andreas Thoma
(1987)1 CLR 370 λέχθηκε ότι ο σκοπός της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο καθορισμός προδικαστικά ενός νομικού σημείου θα κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Toulla G. Malachtou v. Christodoulos K. Armefti and Another
(1984)2 CLR 548 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 550-551: «In the case of Overseas Shipping & Forwarding Co. of Lebanon v. Kappa Shipping Co. Ltd. and others
(1977)1 C.L.R. 248 it was held by a Judge of this Court (on the issue of jurisdiction) that "it is true that such an order.................. should be made only in aspect of matters on which no further light would be thrown at the trial (Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B, 391 applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243) nor should such an order be made where these are facts in dispute". This Court after repeatedly drawing the attention on the procedure to be followed in respect of points of law raised under Order 27, rule 1 (vide: The heirs of the late Theodora Panayi v: The Administrator of Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167 at p. I70 and Maroulla Athanassi Michaelides v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 C.L.R. 392) laid down in the case of Michael PapaMichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305 that only pure points of law should be dealt with under the provisions of Order 27, rule 1 whilst cases of mixed law and fact or fact alone should be tried under Order
- This is the relevant extract from page 309 of the report: "We must say that we find the procedure followed in this case rather unorthodox. If it was a preliminary point of law then the provisions of Order 27 should have been followed............... If it was a question of mixed law and fact, or a question of fact alone, the trial Judge should have followed the procedure laid down in Order 33 regarding the hearing of the action................". Our Order 27, rule I is similar to Order 25, rule 2 of the Rules of the Supreme Court in England as they were in force before
- (Now the corresponding rule in England is rule 11 of Order 18 read together with rules 3 and 4
(2)of Order 33). In the Annual Practice 1953 Vol. 1 at p. 418 we read the following in respect of the English Order 25, rules 2 and 3 under the heading Scope of Rules. "The Court is not justified under the above Rules, even with the consent of the parties, in deciding abstract questions of law raised by the pleadings. Its function is 'to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts"'. (Stephenson, Blake & Co. v. Grant Legros & Co. 86 L.J. Ch. 439—Glasgow Navigations Co. v. Iron Ore Co. [1910] A.C. 293). In the case of Stephenson, Blake & Co., v. Grant Legros & Co. (supra) upon appeal on a dismissal of an application for the determination of six points of law under Order XXV, rules 2 and 3, the Court of Appeal refused to decide the questions of the law as to copyright and designs raised as points of law, leaving the action to go to trial in the ordinary way; Warrington L.J. stated inter alia the following: "....The function of the Court is not to decide abstract questions of law, but to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts...." (vide p. 444 of the report). The establishment with certainty of the state of facts from which there emerges the necessity of a preliminary decision of a point of law under Order 27, rule 1, is invariably a "sine qua non" element in all Cyprus authorities and in the vast majority of English cases to which we have looked for guidance. .......................................................................................................................... Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute. The Court called upon to decide a preliminary point of law should first know the undisputed facts giving, rise to the legal issues he is invited to resolve. If the facts are not settled the best course is to proceed under Order 33 i.e. the hearing of the whole action. A decision under Order 27, rule 1 when the facts are not settled will inevitably lead to declarations in abstracto or to use the wording in the case of Georgallides (supra) to decide academic questions something impermissible and quite outside the task entrusted to the Courts». Στην Bauer Spezial Tienfbau Gmbh και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου με αριθμό 193/92, κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 των Θεσμών Ναυτοδικείου, αν και διαφορετικά διατυπωμένος από την Δ.27, θ. 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται στις ίδιες περιπτώσεις που εφαρμόζεται και η Διάταξη 27, δηλαδή, μόνο εκεί όπου εγείρεται καθαρό νομικό σημείο που μπορεί να διεκπεραιώσει ολόκληρη την αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 δεν είχε εφαρμογή στην πιο πάνω περίπτωση, αφού η απόφαση για τα προκαταρκτικά θέματα συνεπαγόταν κρίση μαρτυρίας και αφορούσε νομικά θέματα που ήταν περίπλοκα και αμφισβητούμενα. Ενδεικτικό για το εύρος του πιο πάνω Κανονισμού και κατ' επέκταση, της Διάταξης 27 που μας ενδιαφέρει είναι το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση που ακολουθεί: «Όμως ενώ υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία, δεν θεωρώ ότι η παρούσα θα ήταν πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα 89. Η νομολογία δείχνει μάλλον ότι, ο Κανόνας 89, παρά τη διατύπωσή του, ερμηνεύεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται η Δ.25 θ.2 και η Δ.27 θ.1, δηλαδή σαν εφαρμοζόμενος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται καθαρά και αποκλειστικά νομικά σημεία και όχι θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. Και αν ακόμα δηλαδή το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει προδικαστικά θέματα γεγονότων όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανόνα 89, η δικαιοδοσία αυτή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικασθούν προδικαστικά δεν είναι απλά αλλά είναι περίπλοκα και εξαρτώνται από την προσαγωγή και αξιολόγηση εκτεταμένης μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον όταν είναι ανάμεικτα με περίπλοκα και αβέβαια νομικά θέματα. Μάλιστα ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Overseas Shipping & Forwarding Co of Lebanon v. Kappa Shipping Co Ltd and Others
(1977)1 C.L.R. 248, ο Δικαστής Α. Λοΐζου (όπως ήταν τότε) αν και αναγνώρισε τη διαφορά διατύπωσης μεταξύ του Κανόνα 89 και της Δ.25 θ.2 και Δ.27 θ.1, είπε τα εξής στη σελίδα 252: "It is true that such an order should not be made in respect of matters which, on account of their nature, factual or legal, have to be decided at the trial and should be made only in respect of matters "on which no further light would be thrown at the trial". (See Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. p. 391, applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243). "Nor should such an order be made where there are facts in dispute". Παρατηρώντας ότι στην υπόθεση ενώπιόν του δεν υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα παρά μόνο θέμα δικαιοδοσίας επί των γεγονότων όπως διατυπώνονταν στα δικόγραφα, και περαιτέρω ότι η νομική θέση πάνω στο θέμα της δικαιοδοσίας ήταν καθαρά διατυπωμένη και χωρίς αβεβαιότητες ή ασάφειες, ο Δικαστής Λοΐζου θεώρησε την περίπτωση πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα
- Η προσέγγιση του στο θέμα φαίνεται και από την αναφορά την οποία έκαμε στη σχετική νομολογία σε σχέση και με τη Δ.25 θ.
- Την ίδια προσέγγιση υιοθέτησε ο ίδιος Δικαστής και στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Compania Espanola de Laminaction S.A., A.N. 31/88, ημερ. 14.10.1989, όπου αποφάσισε, όπως το έθεσε στις σελίδες 3 - 4: "... ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα πραγματικά γεγονότα που δεν μπορεί και δεν είναι ορθό να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε μια αίτηση της φύσης όπως είναι η παρούσα με βάση τις ενόρκους δηλώσεις και/ή τη φωτοτυπία του πιστοποιητικού εγγραφής του πλοίου, αλλά είναι θέμα προσαγωγής και ακροάσεως αποδεκτής, κατά τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 μαρτυρίας, σε ακροαματική διαδικασία." Επιπλέον υπάρχει και διαφωνία ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν την υπόθεση..." Και συνέχισε στις σελίδες 4 - 5: "Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα - και στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν τέτοιες διαφορές σχετικά με τη φορτωτική και τη συμφωνία μεταφοράς του φορτίου, όπως και εδώ - οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι οι ένορκοι δηλώσεις." Βασιζόμενος στα πιο πάνω και αναφερόμενος και στην υπόθεση Overseas Shipping (ανωτέρω) όπως και στην αντίστοιχη ερμηνεία της Δ.27 θ.1 στη νομολογία, κατάληξε στο συμπέρασμα, όπως το έθεσε στη σελίδα 5, ότι: "Στις υποθέσεις αυτές έχει καθιερωθεί ότι για να εξαρτηθεί η τύχη μιας διαδικασίας σε προκαταρκτικό στάδιο πρέπει τα πραγματικά γεγονότα να μην αμφισβητούνται και το μόνο που να παραμένει στο Δικαστήριο για απόφαση να είναι το νομικό ή τα νομικά σημεία. Στην υπό εξέταση υπόθεση μιας και το επίδικο θέμα της αίτησης μας δεν είναι καθαρά νομικό αλλά μειχτό πραγματικό και νομικό, ο θεσμός 89 δεν έχει εφαρμογή." Η απλή παράθεση των θέσεων των δύο πλευρών στην αίτηση ενώπιον μου δείχνει πόσο ανάρμοστη θα ήταν η εφαρμογή του Κανόνα 89 στην προκείμενη περίπτωση. Τόσο η πρώτη όσο και η τρίτη προδικαστική ένσταση συναρτώνται με περίπλοκα γεγονότα τα οποία είναι υπό καίρια αμφισβήτηση και για τα οποία αναμένεται λογικά ότι θα δοθεί αρκετή μαρτυρία και θα υπάρξει σοβαρή επιχειρηματολογία αξιοπιστίας και ερμηνείας τους. Επιπλέον, τα εγειρόμενα θέματα φαίνονται να έχουν και ευάριθμες νομικές προεκτάσεις ασαφούς και αβέβαιας έκβασης. Μάλιστα παρατηρώ ότι αν και τα εγειρόμενα θέματα αναφέρονται σαν προδικαστικές ενστάσεις, είναι φανερό από τα δικόγραφα ότι στην πραγματικότητα αποτελούν την ουσία της υπόθεσης και της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, αφού τα γεγονότα και νομικά σημεία τα οποία αφορούν τις προδικαστικές ενστάσεις είναι τα θέματα στα οποία επικεντρώνονται τα δικόγραφα. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση, αν και φαίνεται να αναφέρεται μάλλον σε νομικά σημεία, εντούτοις δεν είναι ανεξάρτητη από γεγονότα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε η σχέση των μερών, και μάλιστα σημειώνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων στην Αναφορά (παρ. 1) τυγχάνουν άρνησης εκ μέρους των Εναγομένων στην Απάντηση τους (παρ. 4). Κυρίως όμως, όπως διαφαίνεται από την εκτεταμένη νομολογία στην οποία αναφέρθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, η νομική πλευρά του εγειρόμενου θέματος, όπως και των νομικών θεμάτων τα οποία εγείρονται σε σχέση με τις άλλες ενστάσεις, δεν είναι καθόλου καθαρή αλλά μάλλον περίπλοκη και ασαφής. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι τα εγειρόμενα στις προδικαστικές ενστάσεις θέματα δεν είναι αρμόζοντα για προδικαστική εκδίκαση. Η προδικαστική εκδίκαση τους θα ισοδυναμούσε με την ουσιαστική εκδίκαση της αγωγής χωρίς να επιτυγχάνει τα οφέλη της εξοικονόμησης χρόνου και εξόδων τα οποία επιδιώκονται με την προδικαστική εκδίκαση θεμάτων ορθώς νοούμενη». Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 το Επαρχιακό Δικαστήριο με την συγκατάθεση και των εναγόντων όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του στην βάση της Δ.27 επιβεβλημένη, επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του ό,τι προκύπτει από την Νομολογία είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για την διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τέλος, στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 956: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Κρίνω σκόπιμο ευθύς εξ' αρχής να σημειώσω ότι δεν θα υπεισέλθω στην εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων επί της ουσίας. Ό,τι θα αποφασίσω είναι αν κατά πόσο θα επιτρέψω προδικαστική εκδίκαση στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού κάτι τέτοιο υπαγορεύεται πρωτίστως από το γεγονός ότι εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση. Προσέτι δε από τους λόγους ένστασης καθώς και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Αν η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θεωρούσε ότι τα ζητήματα του κωλύματος και της παραγραφής που εγείρονται με τις προδικαστικές ενστάσεις της Υπεράσπισης αποτελούσαν καθαρά νομικά σημεία δεν θα καταχωρούσε ένσταση και οι διάδικοι θα ζητούσαν να αγορεύσουν επί νομικών σημείων. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην σελίδα 2051 στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χρίστος Χ΄΄Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 2046 και πιο κάτω παρατίθενται: «Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Αντίθετα το Δικαστήριο προχώρησε αμέσως στην εξέταση της ουσίας, υποθέτουμε με τη συναίνεση των μερών, συναίνεση όμως που δεν είναι φανερή από το τηρηθέν πρακτικό. Εν όψει όλων όσων λέχθηκαν προηγουμένως, η παρούσα έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ακυρώνεται με έξοδα εναντίον του εφεσίβλητου». Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση κρίνω ότι δεν υπάρχει πλήρες υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων ώστε το ζήτημα να αναδύεται ως αμιγώς νομικό. Κατ' αρχή, θα πρέπει να αναφέρω ότι τα όσα περί μη εξαργύρωσης της επιταγής αναφέρονται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση δεν αντανακλούν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Κρίνω δε ότι από την παράγραφο 15 της Απάντησης συνάγεται ότι η εν λόγω επιταγή εξαργυρώθηκε και ότι η Αιτήτρια έλαβε το ποσό των Ευρώ 80,00 σεντ. Άλλη έννοια δεν θα μπορούσαν λογικά να έχουν οι ισχυρισμοί της που εκτίθενται στην πιο πάνω παράγραφο σύμφωνα με τους οποίους η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι με την εξαργύρωση και/ή κατάθεση της εν λόγω επιταγής αποδέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση των απαιτήσεών της. Είναι, λοιπόν, παραδεκτό ότι η Αιτήτρια έκανε προσφορά προς την Καθ' ης η αίτηση ύψους Ευρώ 80,00 σεντ προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων της. Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι η Καθ' ης η αίτηση έλαβε το πιο πάνω ποσό με την εξαργύρωση επιταγής από ή εκ μέρους της. Δεν είναι, όμως, παραδεκτό γεγονός ότι με την εξαργύρωση και/ή κατάθεση της εν λόγω επιταγής η Καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση των απαιτήσεών της. Στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας παραθέτει απόσπασμα από το σύγγραμμα Foskett, The Law and Practice of Compromise, 7η έκδοση, παράγραφοι 3.37 - 3.38 στο οποίο γίνεται αναφορά σε Αγγλικές αποφάσεις. Το απαύγασμα της Αγγλικής Νομολογίας όπως προκύπτει από την πιο πάνω περικοπή είναι ότι η παρουσίαση για πληρωμή μιας επιταγής η οποία προσφέρεται προς πλήρη και τελεία διευθέτηση μιας διαφοράς χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων (without demur or qualification) εκλαμβάνεται ως αντικειμενική εκδήλωση πρόθεσης αποδοχής της γινομένης προσφοράς. Με αποτέλεσμα ο ενάγων να εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι η πληρωμή δεν είναι προς πλήρη και τελεία διευθέτηση της διαφοράς. Αναφέρεται, επίσης, στην πιο πάνω περικοπή ότι εξαργυρώνοντας την επιταγή ο ενάγων δεν θα βρεθεί στην πιο πάνω θέση αν κατά την αποδοχή της επιφυλάξει τα δικαιώματά του για περαιτέρω αποζημίωση ή καταστήσει σαφές ότι οι όροι της προσφοράς δεν είναι αποδεκτοί, δηλαδή, αν καταστήσει σαφές ότι δεν αποδέχεται ότι η αποδοχή της επιταγής είναι προς πλήρη και τελεία διευθέτηση της διαφοράς. Ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι με την εξαργύρωση της επιταγής η τελευταία δεν αποδέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση των απαιτήσεών της είναι εναρμονισμένος με την πιο πάνω Νομολογία η οποία καθορίζει πότε η εξαργύρωση μιας επιταγής δεν συνιστά αποδοχή πλήρους εξόφλησης των απαιτήσεων του ενάγοντα. Δεν μου διαφεύγει ότι η επιστολή που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και την οποία η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται προς επίρρωση του εν γένει ισχυρισμού της ότι ουδέποτε αποδέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση των απαιτήσεών της με την αποδοχή του ποσού των Ευρώ 80,00 σεντ ένεκα της επιφύλαξης των δικαιωμάτων της που γίνεται σε αυτή είναι προγενέστερη της προσφοράς των Ευρώ 80,00 σεντ που της έγινε από την Αιτήτρια. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, η ακόλουθη επισήμανση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευσή της. Ότι τόσο στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και στις έγγραφές της προτάσεις η Καθ' ης η αίτηση δεν αναφέρει ότι η εξαργύρωση της επιταγής έγινε προς μερική εξόφληση των απαιτήσεών της και, κατ' επέκταση, ότι αποδεχόμενη την επιταγή η Καθ' ης η αίτηση επιφύλαξε τα δικαιώματά της. Κοντολογίς, η θέση της πλευράς της Αιτήτριας είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει το ζήτημα ως αμιγώς νομικό, αφενός, γιατί θα πρέπει να κρίνει από το στάδιο αυτό ότι η επιστολή δεν έχει νομικό αποτέλεσμα, αφετέρου, γιατί η Καθ' ης η αίτηση για τον λόγο ότι δεν αναφέρει στις έγγραφές της προτάσεις ότι επιφύλαξε τα δικαιώματά της εξαργυρώνοντας την επιταγή δεν έχει να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία που υπέδειξε είναι ικανή για να αντικρούσει την υπό της Αιτήτριας επικαλούμενη υπεράσπιση του κωλύματος. Για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγούνται κρίνω ότι η πιο πάνω θέση δεν είναι ορθή. Σημειώνεται ότι με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας δήλωσε ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την Αιτήτρια. Δεν κρίνω ορθό στο στάδιο αυτό να αποφασίσω αν η εν λόγω επιστολή έχει τις συνέπειες που έθιξε η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας με την αγόρευσή της. Τουναντίον, θεωρώ ότι αυτή αποτελεί μαρτυρικό υλικό το νομικό αποτέλεσμα του οποίου θα πρέπει να κριθεί κατά την δίκη. Και όχι από το στάδιο αυτό και για τον λόγο που η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε να αποκλεισθεί ως μη έχουσα οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Αν το παρόν Δικαστήριο έπραττε το δεύτερο θεωρώ ότι θα ενεργούσε ως το Δικαστήριο που θα εκδίκαζε την διαφορά, πράγμα ανεπίτρεπτο. Επίσης, το ότι η Καθ' ης η αίτηση στις έγγραφές της προτάσεις δεν εξειδικεύει πού στηρίζει την πιο πάνω θέση της ή δεν δικογραφεί ότι αποδεχόμενη την επιταγή επιφύλαξε τα δικαιώματά της δεν μεταβάλει το ζήτημα σε αμιγώς νομικό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση ότι με την εξαργύρωση της επιταγής δεν αποδέχθηκε την πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών της και θα πρέπει να αναμένει το στάδιο της δίκης και να ακούσει την μαρτυρία επί της οποίας η Καθ' ης η αίτηση θα στηρίξει την πιο πάνω θέση της. Η οποία μπορεί να περιορίζεται στην επιστολή του υιού της η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και η οποία, ως ενωρίτερα αναφέρθηκε, θα πρέπει να κριθεί ως προς το νομικό της αποτέλεσμα, ή να επεκτείνεται σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Επομένως, στην βάση του δικογραφημένου ισχυρισμού της, από την μια, ότι με την εξαργύρωση της επιταγής η Καθ' ης η αίτηση δεν αποδέχθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση των απαιτήσεών της και του δικογραφημένου ισχυρισμού της Αιτήτριας, από την άλλη, ότι η εξαργύρωση της επιταγής ισοδυναμεί με πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών της καθότι η Καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε την επιταγή προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών της το ζήτημα μόνο στην βάση μαρτυρίας μπορεί να αποφασισθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η πρώτη προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Αναφορικά με την δεύτερη προδικαστική ένσταση αναφέρονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 35 της Σύμβασης για την Ενοποίηση Ορισμένων Κανόνων για τις Διεθνείς Αεροπορικές Μεταφορές η οποία υπεγράφη στο Μόντρεαλ στις 28.5.99 και η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 3(ΙΙΙ)/2002 προνοεί τα ακόλουθα: Article 35 — Limitation of Actions
- The right to damages shall be extinguished if an action is not brought within a period of two years, reckoned from the date of arrival at the destination, or from the date on which the aircraft ought to have arrived, or from the date on which the carriage stopped.
- The method of calculating that period shall be determined by the law of the court seised of the case. Στην Ελληνική μετάφραση το άρθρο 35 έχει ως ακολούθως: Άρθρο 35 — Προθεσμία προσφυγής
- Το δικαίωμα αποζημίωσης παύει εφόσον δεν ασκηθεί δικαστική αγωγή εντός περιόδου δύο ετών από την ημερομηνία άφιξης στον προορισμό, ή από την ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να φθάσει το αεροσκάφος, ή από την ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε η μεταφορά.
- Η μέθοδος υπολογισμού της περιόδου αυτής καθορίζεται από το δίκαιο του δικαστηρίου στο οποίο έχει υποβληθεί η υπόθεση. Σύμφωνα με την πλευρά της Αιτήτριας η ημερομηνία από την οποία αρχίζει να μετρά ο χρόνος παραγραφής είναι η 26.1.10, ημερομηνία κατά την οποία το αεροσκάφος όφειλε να φθάσει στον προορισμό, ήτοι στο Άμστερνταμ, και κατά την οποία εν τέλει αυτό έφθασε και η μεταφορά σταμάτησε. Με άλλα λόγια, η πλευρά της Αιτήτριας θεωρεί ότι ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει να μετρά από την ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε η μεταφορά. Η μεταφορά σταμάτησε, σύμφωνα με την Αιτήτρια, στο Άμστερνταμ, προδήλως, γιατί ένεκα της καθυστέρησης στην πτήση από το JFK προς το Άμστερνταμ η Καθ' ης η αίτηση έχασε την προγραμματισμένη πτήση από το Άμστερνταμ προς την Κύπρο, η οποία εν τέλει πραγματοποιήθηκε, και έφθασε στην Κύπρο με άλλη πτήση. Διαζευκτικά αν το Δικαστήριο κρίνει ότι προορισμός ήταν η Λάρνακα και όχι το Άμστερνταμ και πάλι η ορθή ημερομηνία είναι η 26.1.10, αφού αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία το αεροσκάφος όφειλε να φθάσει στην Λάρνακα. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι η 26.1.10 είναι η ημερομηνία κατά την οποία το αεροσκάφος όφειλε να φθάσει και έφθασε στο Άμστερνταμ και η ημερομηνία κατά την οποία το αεροσκάφος όφειλε να φθάσει στην Κύπρο. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται και η δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευσή της σύμφωνα με την οποία η 26.1.10 ήταν η ημερομηνία άφιξης στον προορισμό, προδήλως, στην Κύπρο. Υπό το φως των πιο πάνω υπάρχει το υπόβαθρο των γεγονότων για να αποφασισθεί προδικαστικά το ζήτημα της παραγραφής. Όπως, όμως, το έθεσε η πλευρά της Αιτήτριας. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Αυτό που με προβληματίζει και ένεκα τούτου κλίνω στο ότι το εγερθέν ζήτημα της παραγραφής δεν προσφέρεται για προδικαστική επίλυση είναι ότι μέσω αυτού τίθεται προς απόφανση πρωτίστως η ερμηνεία του άρθρου 35 της Σύμβασης με αποτέλεσμα το Δικαστήριο πρώτα να πρέπει να ερμηνεύσει τις τρεις περιπτώσεις του άρθρου 35 ώστε να αποφανθεί ποια από αυτές τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση και, ακολούθως, να αποφασίσει το ζήτημα της παραγραφής επί της ουσίας με αποτέλεσμα τα νομικά σημεία επί των οποίων θα αποφασισθεί το ζήτημα της παραγραφής να μην είναι απλά και ξεκάθαρα. Σε αυτό συνηγορεί και το ότι οι θέσεις που διατυπώθηκαν εκατέρωθεν των πλευρών δεν συγκλίνουν. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η πλευρά της Αιτήτριας στην ουσία υποστηρίζει ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να μετρά από την ημερομηνία που σταμάτησε η μεταφορά. Η θέση της ότι ο προορισμός ήταν το Άμστερνταμ αυτό καταδεικνύει. Ότι αυτή είναι και η θέση της Καθ' ης η αίτηση αναφέρεται ρητά στην παράγραφο 3.2 της Απάντησης. Μόνο που κατά την Καθ' ης η αίτηση η ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε η μεταφορά είναι η ημερομηνία κατά την οποία αυτή έφθασε στην Κύπρο, ήτοι η 27.1.10, ενώ κατά την Αιτήτρια η ημερομηνία αυτή είναι η 26.1.10 κατά την οποία η Καθ' ης η αίτηση έφθασε στο Άμστερνταμ. Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι μεταξύ των διαδίκων τίθεται ζήτημα ερμηνείας του υπό συζήτηση όρου με τους διαδίκους να διαφωνούν ως προς το πεδίο εφαρμογής του. Αναφύεται, επίσης, το ερώτημα αν δεν τυγχάνει εφαρμογής η τρίτη περίπτωση του άρθρου 35, αλλά κάποια από τις άλλες δύο. Πάντως και η ίδια η πλευρά της Αιτήτριας είναι συγκεχυμένη αφ' ης στιγμής στην βάση της διαζευκτικής της θέσης δεν αποκλείει εφαρμογή να έχει η δεύτερη περίπτωση του άρθρου
- Σύμφωνα με την εν λόγω θέση της ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει να μετρά από την ημερομηνία κατά την οποία το αεροσκάφος όφειλε να φθάσει στην Κύπρο. Σε σχέση δε με την θέση αυτή της Αιτήτριας αναφύεται το εξής ερώτημα. Με δεδομένο ότι η Καθ' ης η αίτηση άνευ υπαιτιότητάς της έχασε την προγραμματισμένη πτήση από Άμστερνταμ προς Λάρνακα, αναγκάσθηκε να φθάσει στον προορισμό της με άλλη πτήση ενώ το αεροσκάφος της προγραμματισμένης πτήσης από Άμστερνταμ προς Λάρνακα πραγματοποιήθηκε χωρίς την Καθ' ης η αίτηση να ταξιδεύει με αυτή μπορεί η ημερομηνία «κατά την οποία όφειλε να φθάσει το αεροσκάφος» να ερμηνευθεί ότι είναι η ημερομηνία κατά την οποία αυτό όφειλε να φθάσει στην Κύπρο; Τέλος, αναφύεται το ερώτημα αν η «ημερομηνία άφιξης στον προορισμό» της πρώτης περίπτωσης του άρθρου 35 είναι η ημερομηνία άφιξης στον προορισμό του επιβάτη ή του αεροσκάφους. Τίθεται, επομένως, ζήτημα ερμηνείας του όρου «προορισμός» και αν κατά πόσο αυτός θεωρείται ο τελικός προορισμός στον οποίο φθάνει ο επιβάτης ή ο προορισμός της προγραμματισμένης πτήσης με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια αν στην υπό εξέταση περίπτωση η ημερομηνία άφιξης στον προορισμό είναι η 26.1.10 που το αεροσκάφος της προγραμματισμένης πτήσης έφθασε στην Κύπρο χωρίς την Καθ' ης η αίτηση ή η 27.1.10 που το αεροσκάφος της μη προγραμματισμένης πτήσης έφθασε στην Κύπρο με την Καθ' ης η αίτηση. Επί της ασάφειας αυτής φαίνεται να οικοδομεί η πλευρά της Αιτήτριας η οποία στην ουσία υποστηρίζει ότι η ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε η μεταφορά είναι και η ημερομηνία κατά την οποία η Καθ' ης η αίτηση έφθασε στον τελικό προορισμό, ήτοι στην Κύπρο. Με αποτέλεσμα την θέση της επί του ζητήματος της παραγραφής να στηρίζει τόσο στην τρίτη όσο και στην πρώτη περίπτωση του άρθρου
- Τα πιο πάνω ζητήματα συνιστούν νομικά ζητήματα τα οποία πρέπει πρώτα να επιλυθούν για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει το ζήτημα της παραγραφής. Το στάδιο της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου δεν προσφέρεται για επίλυση νομικών ζητημάτων τα οποία είναι περίπλοκα ή ασαφή. Στην υπό εξέταση περίπτωση εγείρονται νομικά ζητήματα τα οποία είναι ασαφή και όχι απλά και ξεκάθαρα. Φρονώ δε πως το κατάλληλο στάδιο για να αποφασισθούν είναι το στάδιο της δίκης. Υπενθυμίζεται ότι στην υπόθεση Bauer Spezial Tienfbau Gmbh και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου με αριθμό 193/92, που πιο πάνω μνημονεύεται, διατυπώθηκε η αρχή ότι ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά, αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, που, επίσης, πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι διαταγή για προδικαστική εκδίκαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ούτε η δεύτερη προδικαστική ένσταση πετυχαίνει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου - Διάταξη 27 Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο