Ντίνος Αριστοτέλους, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ηλέκτρας Αριστοτέλη ν. Ανδρέα Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 210 / 2009, 29/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A170 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 210 / 2009 Μεταξύ:- Ντίνος Αριστοτέλους, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ηλέκτρας Αριστοτέλη, το γένος Αλεξάνδρου Κυριάκου Ενάγοντας Και
- Ανδρέα Γεωργίου
- Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Εναγόμενοι Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 12/3/2015 Ημερομηνία :- Τρίτη 29η Σεπτεμβρίου 2015 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή :- κος. Γεώργιος Κ. Κωνσταντίνου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Νίκος Χατζηκλεοβούλου Για τον εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Χρίστος Παπαλλάς για P. Mantis-Athinodorou L. L. C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρίστος Παπαλλάς Για την εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Χάρις Αγαπίου για Chrysses Demetriades & Co. L. L. C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρίστος Παπαλλάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται ο ενάγων διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης η οποία αρχικά παρατέθηκε επί ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος κατά την καταχώρηση της αγωγής στις 27/1/
- Έκτοτε ο ενάγων δεν αιτήθηκε οποιαδήποτε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του μέχρι και τις 12/3/2015 με την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 2 ] Η χρονική πτυχή ενός αιτήματος τροποποίησης ασφαλώς έχει τη δική του σημασία. Ιδιαίτερα δε όταν αυτό καθίσταται και μέρος της ουσίας συγκεκριμένων λόγων ένστασης. Συνεπώς θεωρώ πως θα ήταν χρήσιμο όπως παραθέσει το Δικαστήριο ένα συνοπτικό ιστορικό της πορείας της αγωγής από την ημερομηνία καταχώρησης της μέχρι και σήμερα. Σημειώνεται απλά πως το αίτημα για προσωρινό διάταγμα, το οποίο εν τέλει εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 4/6/2009, δεν αποτελεί μέρος αυτού του ιστορικού. [ 3 ] Η έκθεση υπεράσπισης του εναγομένου 1 καταχωρήθηκε στις 7/9/2009 και της εναγομένης 2 στις 18/9/
- Παρά και το γεγονός αυτό εντός του φακέλου της αγωγής, με μεταγενέστερη σειρά καταχώρησης από την αρχική ημερομηνία ορισμού της αγωγής για οδηγίες, υπάρχουν καταχωρημένα επιπρόσθετα δικόγραφα του ενάγοντα. Υπενθυμίζω σχετικά πως η αγωγή αρχικά ορίστηκε για οδηγίες στις 26/10/2009[1] ενώ στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 13/4/2010, ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση αναβλήθηκε, μετά από αίτημα του ενάγοντα, για τις 29/9/2010[2]. [ 4 ] Τα δικόγραφα αυτά, δηλαδή, στην κάθε περίπτωση, απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2, φέρουν ημερομηνία 29/1/
- Σημειωτέον βεβαίως πως αμφότεροι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν ένσταση στην καταχώρηση αυτών των δικογράφων. [ 5 ] Στη συνέχεια, σε 8 περιπτώσεις συνολικά, η ακρόαση της αγωγής αναβαλλόταν λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου με δύο μόνο εξαιρέσεις. Η μία εκ των οποίων καταγράφεται σε μη αποστενογραφημένο πρακτικό. Με τα έξοδα όμως να μην είναι εις βάρος του ενάγοντα. Συνεπώς, λογικά, ο ίδιος δεν θα πρέπει να αιτήθηκε την αναβολή. Ενώ η άλλη αφορούσε αίτημα της εναγομένης
- [ 6 ] Στις 18/3/2015, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν επίσης ορισμένη για ακρόαση, είχε επίσης οριστεί από τον Πρωτοκολλητή για ακρόαση για πρώτη φορά η αίτηση τροποποίησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Κατά την ημερομηνία αυτή όλοι οι διάδικοι συμφώνησαν σε αναβολή της ακρόασης της αγωγής έτσι ώστε να τοποθετηθούν σχετικά με την αίτηση τροποποίησης. Θα μπορούσε συνεπώς να θεωρηθεί πως, έστω και εκ συμφώνου, η αναβολή αυτή έμμεσα οφειλόταν σε αίτημα του ενάγοντα. Δηλαδή, αυτό το οποίο παρατίθεται εντός της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και το οποίο κατ΄ επέκταση οδήγησε και στην αναβολή της ακρόασης. [ 7 ] Ορίστηκε η αγωγή για οδηγίες στις 30/4/2015 κατά την οποία ημερομηνία ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγομένης 2 δήλωσε πως δεν είχε ένσταση στην αίτηση τροποποίησης ζητώντας παράλληλα όμως τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν από την τροποποίηση. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα συμφώνησε ως προς το θέμα των εξόδων. [ 8 ] Ενώ ο εναγόμενος 1 ήδη είχε καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στις 29/4/2015 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 15/6/2015 και στη συνέχεια στις 22/6/2015 και πάλι για ακρόαση, δηλαδή για διευκρινίσεις σε σχέση με τις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων αντάλλαξαν μεταξύ τους και κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 15/6/
- [ 9 ] Είναι εντός αυτού του χρονικού πλαισίου που εντάσσεται το αίτημα του ενάγοντα. Αξιοσημείωτο βεβαίως είναι και το γεγονός πως η μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης ήταν κατά την προαναφερόμενη πρώτη ημερομηνία ορισμού της (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 3 ] αυτής της απόφασης), δηλαδή στις 13/4/2010, καθότι ο δικηγόρος του κατά την ίδια ημερομηνία θα ήταν απασχολημένος σε συνεχιζόμενη ακρόαση αγωγής του 2005 με μάρτυρες από το εξωτερικό. [ 10 ] Θεωρώ ως δεδομένο πως από την καταχώρηση της αγωγής με εξαίρεση τη συγκεκριμένη περίπτωση και μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης ο ενάγων ουδέποτε προκάλεσε με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην εκδίκαση της, υποβάλλοντας δηλαδή αίτημα αναβολής της ακρόασης. [ 11 ] Θεωρώ επίσης, βάσει των προαναφερόμενων δεδομένων, πως διαχρονικά δεν διαπιστώνεται η οποιαδήποτε προσπάθεια από τον ενάγοντα να επιδιώξει με οποιοδήποτε τρόπο την καθυστέρηση έναρξης της ακρόασης της αγωγής. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τον εναγόμενο 1, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το ίδιο δεδομένο σε σχέση και με τον ενάγοντα ως ο αιτητής στην αίτηση υπό εξέταση. [ 12 ] Ο εναγόμενος 1 έχει συμπεριλάβει 11 λόγους ένστασης στην ειδοποίηση του για πρόθεση ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Ορισμένοι από αυτούς είναι δυνατό να ομαδοποιηθούν και να εξεταστούν μαζί εφόσον η ουσία τους είναι παρόμοια παρά και την ξεχωριστή αρίθμηση τους. [ 13 ] Παραδείγματος χάριν, οι λόγοι ένστασης 1 και
- Σύμφωνα με αυτούς τους λόγους ένστασης η αίτηση «...είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου...» (λόγος ένστασης 1) και η καταχώρηση της «...προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας». Πραγματικά αμφότεροι αυτοί οι λόγοι ένστασης εύλογα προκαλούν απορία ως προς το αντικείμενο τους ενώ όπως διαπιστώνεται καθόλου δεν έχουν υποστηριχθεί από οποιαδήποτε πειστική επιχειρηματολογία. Ο ενάγων θεμιτά και εντός του πλαισίου το οποίο προβλέπεται τόσο από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας όσο και από τη νομολογία μας έχει καταχωρήσει μία αίτηση τροποποίησης η οποία εξετάζεται με αυτή την απόφαση. Αμφότεροι οι λόγοι ένστασης 1 και 2 κρίνονται εντελώς αβάσιμοι και απορρίπτονται από το Δικαστήριο. [ 14 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 3, ως προς το ότι δηλαδή οι «...αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά προσθήκης προκλητικών και/ή ερεθιστικών και/ή περιττών ισχυρισμών, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να πλήξουν τον χαρακτήρα και το κύρος του καθ΄ ου η αίτηση...» δεν διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο ότι είναι δυνατό να θεωρηθεί πως αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός της αίτησης. [ 15 ] Εν πάση περιπτώσει, με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, θα μπορούσε να θεωρηθεί, εφόσον ο ενάγων ισχυρίζεται την ύπαρξη δόλου και απάτης εκ μέρους του εναγομένου 1, πως ήδη με αυτό τον τρόπο πλήττεται και ο χαρακτήρας και το κύρος του καθ΄ ου η αίτηση. Επιπλέον, το κατά πόσο πλήττεται - κατ΄ ισχυρισμό βεβαίως - ο χαρακτήρας ή το κύρος ενός διαδίκου σε υπόθεση αυτής της φύσης δεν αποτελεί κριτήριο, αναγνωρισμένο από τη νομολογία, αναφορικά με την έγκριση ή μη μίας αίτησης τροποποίησης. [ 16 ] Αναφορικά δε με τη θέση ως προς το ότι το αίτημα του ενάγοντα δεν αφορά διόρθωση αλλά προσθήκη ισχυρισμών διερωτώμαι πως είναι δυνατό να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των δύο αυτών εννοιών. Γενικά μία τροποποίηση συνήθως προαπαιτεί είτε αφαίρεση είτε προσθήκη κάποιων ισχυρισμών σε σχέση με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς εντός ενός δικογράφου. Επίσης γενικά, μία αίτηση τροποποίησης αποσκοπεί στη διόρθωση κάποιας αρχικής ή προηγούμενης παράλειψης σε σχέση με το περιεχόμενο ενός δικογράφου. [ 17 ] Πραγματικά αυτά τα ενδεχόμενα ή δεδομένα από μόνα τους δεν είναι δυνατό να κριθεί πως αποτελούν το οποιοδήποτε εμπόδιο ως προς την έγκριση ενός αιτήματος τροποποίησης. Διαφορετικά είναι τα κριτήρια ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να εγκριθεί ή όχι μία αίτηση τροποποίησης. Κριτήρια όπως αυτά έχουν καθοριστεί από τη νομολογία, και στα οποία βεβαίως ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 1 παραπέμπει σχετικά με τη γραπτή αγόρευση του δίχως όμως παράλληλα να επιδιώκει με την επιχειρηματολογία του την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων. [ 18 ] Επιπλέον, είναι εμφανές πως ο στόχος της αιτούμενης τροποποίησης δεν είναι άλλος από προσθήκη ως αγώγιμου δικαιώματος στη βάση της αγωγής και αυτό της ψυχικής πίεσης. Επιπρόσθετα δηλαδή και από την αναφορά σε ύπαρξη δόλου και απάτης του εναγομένου
- [ 19 ] Υπενθυμίζω σχετικά τα όσα αναφέρονται σχετικά στο άρθρα 16 και 20 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149 όπως αυτό τροποποιήθηκε) σε σχέση με το θέμα της ψυχικής πίεσης ως επίσης τα όσα αναφέρονται στον ίδιο Νόμο σε σχέση με το θέμα της απάτης στα άρθρα 17 και
- [ 20 ] Σχετική επίσης είναι και η πρόνοια της Δ.19 θ. 5 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με την οποία σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένας διάδικος στο δικόγραφο του βασίζεται σε ψυχική πίεση πλήρεις λεπτομέρειες αυτής θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο του. [ 21 ] Επομένως, αυτός διαπιστώνεται να είναι και ο σκοπός του αιτήματος του ενάγοντα ενώ είναι εντελώς αδιάφορο σε σχέση με την εξέταση αυτής της αίτησης κατά πόσο ο εναγόμενος 1 θίγεται από ισχυρισμούς οι οποίοι, κατά τον ίδιο βεβαίως, πλήττουν το χαρακτήρα ή και το κύρος του. Επομένως, ο λόγος ένστασης 3 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. [ 22 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 4 η αίτηση «...είναι αντικανονική και/ή αντίκειται στους ... Θεσμούς καθότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ... γίνεται από Δικηγόρο του Ενάγοντα - Αιτητή». [ 23 ] Κατ΄ αρχάς αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως δεν είναι ο δικηγόρος του ενάγοντα ο οποίος έχει υπογράψει τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Σύμφωνα και με το διοριστήριο του δικηγόρου του ενάγοντα αυτός είναι ο Γιώργος Κ. Κωνσταντίνου ενώ ο ενόρκως δηλών είναι ο Μάριος Κωνσταντίνου ο οποίος είναι δικηγόρος στο γραφείο του Γιώργου Κωνσταντίνου. Ο δικηγόρος αυτός σε καμία περίπτωση δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του ενάγοντα. [ 24 ] Ο ίδιος ισχυρίζεται πως είναι εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα για να προβεί στην ένορκη δήλωση δίχως όμως παράλληλα να παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος ο ενάγων δεν έχει προβεί σε αυτή την ένορκη δήλωση. [ 25 ] Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης προέκυψε ως αποτέλεσμα προετοιμασίας για ακρόαση της αγωγής και όπως διαπιστώθηκε η έκθεση απαίτησης δεν συμπεριλάμβανε τις παραγράφους των οποίων ζητείται η προσθήκη και οι οποίες είναι διευκρινιστικές και προσδιορίζουν καλύτερα τα επίδικα θέματα. [ 26 ] Όπως ισχυρίζεται (παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσης) οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι ήδη δικογραφημένοι αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της αποβιωσάσης και αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί ως κύριο επίδικο θέμα είναι κατά πόσο «...οι συνθήκες κάτως από τις οποίες έγινε η παραχώρηση ήτο τέτοιες ούτως ώστε η αποβιωσάσα να ήτο σε θέση να δώσει συγκατάθεση με ελεύθερη βούληση και/ή συναίνεση...». [ 27 ] Θεωρώ περιττό να αναφερθώ στη σημασία του στοιχείου της συναίνεσης όπως αυτό παρατίθεται στο άρθρο 20 του περί Συμβάσεων Νόμου. [ 28 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο προκύπτει με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης είναι πως το θέμα το οποίο τίθεται είναι κυρίως νομικό παρά πραγματικό. Εξού ενδεχομένως και η επιλογή η ένορκη δήλωση να είχε ετοιμαστεί και υπογραφεί από δικηγόρο του ενάγοντα παρά από τον ίδιο ως διάδικο. Καθώς ουσιαστικά τα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα στα οποία αναφέρεται ο ενόρκως δηλών κυρίως έχουν σχέση με δικονομικό θέμα το οποίο προκύπτει ως προς τη βάση της αγωγής του ενάγοντα. [ 29 ] Ανεξάρτητα όμως και από την επιλογή του δικηγόρου του ενάγοντα η ένορκη δήλωση να είχε υπογραφεί από δικηγόρο ο οποίος εργάζεται στο γραφείο του παρά από τον ίδιο τον ενάγοντα, σύμφωνα με τη νομολογία μας, όντως αν και μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος οι δικηγόροι θα πρέπει όμως να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο και αφ' ης στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. [ 30 ] Σχετική επί του θέματος είναι η Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 στην οποία όμως λέχθηκε επίσης πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκρινε ορθό να προσθέσει ή να αναγνωρίσει και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. [ 31 ] Στην ίδια απόφαση αναφέρεται πως το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχθεί ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. [ 32 ] Παρά όμως και την ύπαρξη αυτής της αναφοράς διατηρώντας υπόψη τόσο το γεγονός πως ο ενόρκως δηλών δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την αγωγή εκ μέρους του ενάγοντα όσο και την ίδια τη φύση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, ή ουσιαστικά τη φύση και του ίδιου του αιτήματος του ενάγοντα, σε συνδυασμό και με την αναφορά ως προς το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκρινε ορθό όπως προσθέσει αρχή όπως αυτή η οποία αναφέρεται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 30 ] αυτής της απόφασης) θεωρώ πως και ο λόγος ένστασης 4 δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται βεβαίως. [ 33 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 5 δεν ".υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποιήσεων της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης". [ 34 ] Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ".θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών." ενώ εξαίρεση "...αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής" (σελίδα 707 της Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α Α. Α. Δ. 704). [ 35 ] Πραγματικά διατηρώντας υπόψη το στόχο της αιτούμενης τροποποίησης, δηλαδή την προσθήκη αναφοράς και στη ψυχική πίεση ως μέρος του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα, θεωρώ πως η αίτηση εντάσσεται στα όσα προνοούνται σχετικά από την προαναφερόμενη αρχή. Προσπάθεια του ενάγοντα διαπιστώνεται να είναι ο επακριβής προσδιορισμός της διαφοράς του με τους εναγόμενους. Παράλληλα δεν διαπιστώνεται είτε να προκαλείται με οποιοδήποτε τρόπο βλάβη στον εναγόμενο 1 από την αιτούμενη τροποποίηση είτε να υπάρχει οποιαδήποτε εμφανής κακή πίστη του ενάγοντα σε σχέση με την υποβολή του αιτήματος του. Συνεπώς ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος και ως αποτέλεσμα και αυτός απορρίπτεται. [ 36 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 6 τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής ενώ παράλληλα υπάρχει αναφορά σε ορισμένα χρονικά δεδομένα σε σχέση με την καταχώρηση, επίδοση της αγωγής και καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση αλλά και σε «πολυάριθμες εμφανίσεις» ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ πως δεν χρειάζεται επανάληψη των όσων χρονικών δεδομένων το Δικαστήριο έχει παραθέσει πιο πάνω και τα οποία βεβαίως διατηρεί υπόψη του κατά την εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. [ 37 ] Όντως, ως αποτέλεσμα της καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης, έχει προκύψει καθυστέρηση. Καθυστέρηση όμως όχι τόσο ως προς την εκδίκαση της αγωγής αλλά, διατηρώντας υπόψη και το πρόγραμμα του Δικαστηρίου, ως προς την πιθανότητα έναρξης της εκδίκασης της αγωγής. Επιπλέον, ασφαλώς θα προκύψει και επιπρόσθετη καθυστέρηση σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. Όμως θεωρώ πως αυτό το δεδομένο από μόνο του δεν θα πρέπει να αποτελέσει λόγο έτσι ώστε να μην εγκριθεί η αίτηση του ενάγοντα. [ 38 ] Όπως αναφέρεται σε σχετική νομολογία αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. σχετικά Saba & Co (T.M.P.) v. T. M. P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). [ 39 ] Με τον ίδιο τρόπο βεβαίως θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη όχι μόνο η καθυστέρηση αλλά και η καθυστέρηση η οποία θα προκύψει από την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης με μοναδική διαφορά ότι η έκταση αυτής είναι δυνατό να καθοριστεί από το Δικαστήριο. [ 40 ] Στην Saba & Co (T.M.P.) v. T. M. P. Agents αναφέρεται επίσης πως η σημασία της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. [ 41 ] Πραγματικά όπως και να ιδωθεί ο παράγοντας της καθυστέρησης στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση θεωρώ πως αυτός δεν θα πρέπει να αποτελέσει λόγο έτσι ώστε η αίτηση να μην εγκριθεί. [ 42 ] Κατ΄ αρχάς, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, δεν είναι δυνατό ο ενάγων να θεωρηθεί ως ο υπαίτιος στην πρόκληση καθυστέρησης αναφορικά με την εκδίκαση της αγωγής. [ 43 ] Ενώ η καθυστέρηση η οποία προκαλείται από την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη ως ένας παράγοντας επί του οποίου το αίτημα του ενάγοντα να απορριφθεί εφόσον δηλαδή πρώτα το αίτημα αυτό είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο. [ 44 ] Διατηρώντας υπόψη πως εν τέλει, δηλαδή μετά και από εξέταση όλων των λόγων ένστασης, το αίτημα αυτό κρίνεται δικαιολογημένο, θεωρώ πως η συγκεκριμένη καθυστέρηση δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη ως βάση επί της οποίας η αίτηση να απορριφθεί. Επιπλέον βεβαίως δεν είναι δυνατό να μην ληφθεί υπόψη το βασικό στοιχείο ως προς το ότι το αίτημα τροποποίησης έχει υποβληθεί προτού αρχίσει η ακρόαση της αγωγής. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης 6 απορρίπτεται ως αβάσιμος. [ 45 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 7 ο εναγόμενος 1 εισηγείται πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις «...δεν αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από τα όσα ήδη ισχυρίζεται ο Ενάγοντας - Αιτητής στην Έκθεση Απαίτησης του, και/ή δεν διαφοροποιούνται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από τους ήδη υπάρχοντες ισχυρισμούς, και κατ΄ επέκταση δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις αφού θα προκαλέσουν καθυστέρηση χωρίς ουσιαστικό λόγο». [ 46 ] Αναμφίβολα δεν διαφοροποιούνται ιδιαίτερα οι προβαλλόμενοι βασικοί ισχυρισμοί επί των οποίων ο ενάγων στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του. Αυτό το οποίο όμως διαφοροποιείται βάσει των ίδιων ισχυρισμών είναι πως ο ενάγων επιδιώκει να προσθέσει μία επιπρόσθετη βάση στο αγώγιμο δικαίωμα του. Δηλαδή, αυτή της ύπαρξης ψυχικής πίεσης. Υπενθυμίζω σχετικά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 18 ] αυτής της απόφασης). Συνεπώς, πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμος ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης ιδιαίτερα δε σε σχέση και με τη θέση πως θα προκληθεί καθυστέρηση δίχως ουσιαστικό λόγο. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. [ 47 ] Αναφορικά με τη θέση η οποία διατυπώνεται στον λόγο ένστασης 8 ως προς το ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις «...είναι αντινομικές και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως του Ενάγοντα -Αιτητή, πράγμα που προκαλεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου...» παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 48 ] Διατηρώντας υπόψη το στόχο της αιτούμενης τροποποίησης θεωρώ πως δεν είναι δυνατό καν να κριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ως «προϊόν δευτέρας σκέψεως» του ενάγοντα. Θα μπορούσε ενδεχομένως ο συγκεκριμένος στόχος να θεωρηθεί ως προϊον δεύτερης ή πιο ώριμης σκέψης του δικηγόρου του ενάγοντα εξαιτίας και περισσότερης μελέτης της αγωγής του ενάγοντα κατά την προετοιμασία για ακρόαση της αγωγής. Όμως αυτό από μόνο του ως αποτέλεσμα μελέτης δηλαδή ενός οποιουδήποτε δικηγόρου προ της έναρξης της ακρόασης μίας αγωγής, δεν είναι δυνατό να κριθεί από μόνο του ως λόγος βάσει του οποίου ένα αίτημα τροποποίησης να μην γίνει δεκτό από το Δικαστήριο. [ 49 ] Ως προς την ύπαρξη αντινομικότητας στο αίτημα του ενάγοντα αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως πραγματικά ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 1 δεν έχει επεξηγήσει με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο πως προκύπτει όντως η ύπαρξη του στοιχείου της αντινομικότητας, υπό οποιανδήποτε έννοια, στο αίτημα του ενάγοντα. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντίφασης μεταξύ των υφισταμένων και των προτεινόμενων ισχυρισμών του ενάγοντα σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα του. [ 50 ] Υπό την έννοια βεβαίως να είναι δυνατό να θεωρηθεί πως το αποτέλεσμα έγκρισης της αίτησης θα οδηγούσε στην δημιουργία εντός του δικογράφου του ενάγοντα οτιδήποτε του ασυμβίβαστου ή της οποιασδήποτε λογικής ανακολουθίας μεταξύ του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης ως έχει και αυτού το οποίο επιδιώκεται με την αίτηση τροποποίησης. Ούτε και παρατηρείται να έχει προταθεί οποιαδήποτε σχετική επιχειρηματολογία επί αυτού του θέματος. [ 51 ] Εάν βεβαίως η χρήση της λέξης «αντινομικές» εντός του λόγου ένστασης γίνεται με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο αυτό δεν έχει επεξηγηθεί επαρκώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 1 με τη γραπτή αγόρευση του. [ 52 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 9 ως προς το ότι ο ενάγων «...δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης...» και ότι η αίτηση «... δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στην διόρθωση και την ορθή δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης...» πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω κατά την εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης θεωρώ ότι ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Περιορίζεται το Δικαστήριο στο να αναφέρει απλά πως σε σχέση με το αίτημα του ενάγοντα ισχύει ακριβώς το αντίθετο με το κάθε στοιχείο το οποίο αναφέρεται εντός του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, ο οποίος βεβαίως και απορρίπτεται ως αβάσιμος. Αυτό το οποίο όντως διαπιστώνεται είναι πως ο ενάγων έχει παρουσιάσει εύλογη αιτία η οποία δικαιολογεί πλήρως την έγκριση της αίτησης τροποποίησης ενώ βάσει των δεδομένων της περίπτωσης υπό εξέταση δεν αναδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο πως η αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα ή ότι ο σκοπός της δεν είναι η διόρθωση και ορθή διατύπωση του δικογράφου της, σύμφωνα βεβαίως και με την άποψη του δικηγόρου του ενάγοντα. [ 53 ] Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 10 θεωρώ πως δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τον λόγο ένστασης 6. Διατηρώντας υπόψη τα ίδια στοιχεία τα οποία λήφθηκαν υπόψη κατά την εξέταση του λόγου ένστασης 6 θεωρώ ως δικαιολογημένη την καθυστέρηση η οποία θα προκληθεί από την έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης 10 απορρίπτεται ως αβάσιμος. [ 54 ] Επίσης αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος ένστασης 11 σύμφωνα με τον οποίο οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν μαρτυρία «... και δεν θα επιτραπούν». [ 55 ] Βεβαίως το αν θα επιτραπούν ή όχι αποτελεί θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και όχι συμπέρασμα εντός ενός λόγου ένστασης. [ 56 ] Επιπλέον, δεν θα συμφωνήσω με τη θέση ότι τα όσα ο ενάγων επιδιώκει να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης του αποτελούν μαρτυρία. Αντιθέτως αποτελούν ισχυρισμούς τους οποίους λογικά αναμένεται όπως κατά την ακροαματική διαδικασία ο ενάγων θα προσπαθήσει να αποδείξει με σχετική μαρτυρία. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης 11 απορρίπτεται ως αβάσιμος. [ 57 ] Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση του ενάγοντα κρίνεται δικαιολογημένη και εγκρίνεται με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση παραγράφοι Α, Β, Γ και Δ. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων τροποποίησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τόσο του εναγομένου 1 όσο και της εναγομένης 2 να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης στη διεύθυνση επίδοσης του εναγομένου 1 και της εναγομένης 2 ενώ τροποποιημένη απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης τόσο του εναγομένου 1 όσο και της εναγομένης 2 θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου 1 και της εναγομένης 2 στη διεύθυνση επίδοσης του ενάγοντα. [ 58 ] Διατηρώντας υπόψη πάγια νομολογία επί του θέματος, ως επίσης και τα όσα σχετικά δηλώθηκαν στις 30/4/2015 αναφορικά με το θέμα των εξόδων μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης 2, παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την έγκριση της επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 και της εναγομένης 2 και εις βάρος του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. [ 59 ] Ορίζεται η αγωγή στις 10/11/2015 και ώρα 09:00 για οδηγίες έτσι ώστε να δοθεί ημερομηνία ακρόασης της αγωγής μετά και απο τη συμπλήρωση των δικογράφων. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μετά και από αίτημα του ενάγοντα ημερομηνίας 22/9/2009, σύντομα δηλαδή μετά και από την καταχώρηση των εκθέσεων υπεράσπισης. [2] Με αλλαγή όμως αυτής της ημερομηνίας στις 13/4/2010 για τις 21/10/2010. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο