Alpha Bank Cyprus Limited ν. Martin Miller κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2014 / 2008, 24/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A160 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2014 / 2008 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσα Και
- Martin Miller
- Gillian Guest
- Cybarco Limited Εναγόμενοι Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 16/10/2014 Ημερομηνία :- Πέμπτη 24η Σεπτεμβρίου 2015 Για την ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση :- κα. Φοινικούλα Στεφάνου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Άντρη Κακογιάννη - Αχιλλέως Για τους εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές :- κος. Δημήτρης Παπαδημήτρης για κο. Παναγιώτη Κλεοβούλου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μιλτιάδης Μιλτιάδους Για την εναγόμενη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση :- Καμία Εμφάνιση για Στέλιος Παναγίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτούνται οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης τους. Η εναγόμενη 3 δεν έχει καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση ενώ η ενάγουσα έχει καταχωρήσει σχετική ειδοποίηση με 13 συνολικά λόγους ένστασης. [ 2 ] Οι δικηγόροι των διαδίκων οι οποίοι συμμετείχαν στην ακροαματική διαδικασία της αίτησης περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης. [ 3 ] Η τροποποίηση την οποία αιτούνται οι εναγόμενοι είναι αρκετά εκτεταμένη με την προσθήκη 10 νέων παραγράφων. Συνοπτικά με το αίτημα τροποποίησης ζητείται η προσθήκη λεπτομερειών πρώτο, αντισυνταγματικότητας σχετικής νομοθεσίας και δεύτερο, μη εναρμόνισης της ίδιας νομοθεσίας με σχετικές Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Επίσης με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκουν οι εναγόμενοι όπως προβάλουν και ισχυρισμούς αναφορικά με την ύπαρξη καταχρηστικών όρων στην επίδικη συμφωνία και ακυρότητας αυτής τόσο ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων λεπτομερειών αντισυνταγματικότητας και μη εναρμόνισης αλλά και της ύπαρξης καταχρηστικών ρήτρων. Αναφορά υπάρχει επίσης σε ισχυρισμό ως προς το ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης αλλά εκ των προτέρων σύνταξης σε στερεότυπα έντυπα της ενάγουσας ως τράπεζα. Επιπλέον, επιδιώκουν όπως αναφερθούν σε αδικαιολόγητες και/ή παράνομες χρεώσεις και τόκους. Βεβαίως ήδη οι εναγόμενοι με την υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης τους ισχυρίζονται πως η ενάγουσα δεν δικαιούται να διεκδικεί τόκο πέραν του νόμιμου. [ 4 ] Αναφορικά με τους λόγους ένστασης διαπιστώνονται τα ακόλουθα. [ 5 ] Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης (α) και (β) η αίτηση «...είναι παράτυπη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου» ενώ η καταχώρηση της «...προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας...». Πραγματικά δεν έχει καν επεξηγηθεί με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο πως θα ήταν δυνατό οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης να κριθούν βάσιμοι. Θεμιτά βάσει των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας οι εναγόμενοι έχουν υποβάλει αίτημα προς το Δικαστήριο και το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης (α) και (β) απορρίπτονται. [ 6 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (γ) η αίτηση είναι αντικανονική καθότι η ένορκη δήλωση η οποία την συνοδεύει γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν είναι διάδικος ή εξουσιοδοτημένο από τους εναγομένους έτσι ώστε να προβεί σε αυτή. [ 7 ] Κατ΄ αρχάς η ιδιότητα του διαδίκου δεν είναι απαραίτητο στοιχείο μίας έγκυρης ένορκης δήλωσης σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υποβάλλεται ένα αίτημα προς το Δικαστήριο. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά ανάλογα και με τη φύση ενός αιτήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικά η μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγομένων έχει σχέση περισσότερο με την στοιχειοθέτηση της νομικής πτυχής της υπεράσπισης των εναγομένων και γενικότερα του χειρισμού της αγωγής εκ μέρους των εναγομένων από τον δικηγόρο τους παρά με την πραγματική πτυχή της αγωγής. Συνεπώς απουσιάζει η αναγκαιότητα ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης να ήταν ένας από τους δύο εναγόμενους έτσι ώστε υπό τις περιστάσεις να είναι δυνατό να κριθεί ως αντικανονική η ένορκη δήλωση. [ 8 ] Ως προς την εξουσιοδότηση της ενόρκως δηλούσας από τους εναγομένους, εφόσον δηλώνει η ενόρκως δηλούσα ως δικηγόρος πως συνεργάζεται με τον δικηγόρο των εναγομένων, ο οποίος βεβαίως και βάσει του διορισμού του εκπροσωπεί τους εναγομένους, ως επίσης πως είναι εξουσιοδοτημένη και από τον εναγόμενο αιτητή πραγματικά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως ο λόγος ένστασης (γ) ευσταθεί. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. [ 9 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (δ) προβάλλεται η θέση ότι υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δίχως να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ή να επεξηγείται επαρκώς πότε προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. [ 10 ] Κατ΄ αρχάς αναφορικά με αυτό τον λόγο ένστασης θεωρώ πως οφείλω να επισημάνω ότι αδικαιολόγητα προβάλλεται τόσο με την μαρτυρία όσο και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης ως χρονική αφετηρία της οποιασδήποτε καθυστέρησης η ημερομηνία της καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή η 28/8/
- Ως ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία οι εναγόμενοι γνώριζαν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εντός της έκθεσης απαίτησης. Ενώ στην πραγματικότητα, υπό τις περιστάσεις, η οποιαδήποτε καθυστέρηση είναι δυνατό να κριθεί όχι βάσει αυτής της ημερομηνίας αλλά λαμβάνοντας υπόψη, τουλάχιστον αρχικά, την ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφανίσεως, δηλαδή 17 μήνες αργότερα, στις 28/1/2010 ή έστω σε διαφορετική περίπτωση την οποιαδήποτε άγνωστη ουσιαστικά ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της δημοσίευσης της έκθεσης απαίτησης σε εβδομαδιαία εφημερίδα (έκδοσης μεταξύ 18 με 23 Δεκεμβρίου) σύμφωνα και με σχετικό διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. [ 11 ] Έχοντας όμως υπόψη και τις προαναφερόμενες ημερομηνίες όντως διαπιστώνεται πως υπάρχει καθυστέρηση περίπου 4 χρόνων και σχεδόν 9 μηνών από την ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης ή μία χρονική περίοδος κατά 3 μήνες περίπου λιγότερη από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης στις 21/4/
- Συνεπώς ευσταθεί η θέση της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γι΄ αυτό τον λόγο. [ 12 ] Σύμφωνα με τη νομολογία μας η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. σχετικά, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, 939, Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, 432 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). [ 13 ] Το ερώτημα είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη νομολογία είναι δυνατό να κριθεί ότι θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 14 ] Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της αίτησης ο δικηγόρος των εναγομένων επιδιώκει να θέσει με την αιτούμενη τροποποίηση ισχυρισμούς εντός της έκθεσης υπεράσπισης οι οποίοι προέκυψαν «... κατά την μελέτη της υπόθεσης για ακρόαση και της εμβριθούς μελέτης του τραπεζικού δικαίου ... και της ταυτόχρονης διαπίστωσης ότι η νομοθεσία στην οποία εβασίσθη η επίδικη σύμβαση δανείου, είναι αντισυνταγματική...». Προσθέτει επιπλέον πως ο δικηγόρος των εναγομένων με την αίτηση τροποποίησης «...εγείρει σοβαρά θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας του Νόμου και της εναρμόνισης με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, με τις Οδηγίες και Κανονισμούς...». Αποδέχεται μάλιστα η ενόρκως δηλούσα την ύπαρξη καθυστέρησης και προσθέτει πως έστω και εάν «...τα θέματα αυτά εγείρονται καθυστερημένα θα πρέπει να τεθούν στην Υπεράσπιση, για να μπορέσει το Δικαστήριο να απονείμει δικαιοσύνη». [ 15 ] Σαφώς δηλαδή ο δικηγόρος των εναγομένων - και κατ΄ επέκταση ουσιαστικά επηρεάζοντας και τη θέση των εναγομένων τους οποίους εκπροσωπεί - αποδέχεται ευθύνη για το γεγονός ότι η μελέτη στην οποία αναφέρεται δεν είχε επιτευχθεί πιο έγκαιρα έτσι ώστε να είχε καταλήξει νωρίτερα στο συμπέρασμα αναφορικά με την ύπαρξη, σύμφωνα με τη δική του νομική άποψη, της αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης. Σαφώς δηλαδή η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος η οποία είναι κοινά αναγνωρισμένο από τους εμπλεκόμενους διαδίκους ότι όντως υπάρχει έχει προκύψει ως αποτέλεσμα παράλειψης ουσιαστικά του δικηγόρου των εναγομένων να είχε μελετήσει νωρίτερα τη νομική πτυχή γενικότερα της αγωγής και ιδιαίτερα δε της υπεράσπισης των εναγομένων. [ 16 ] Επί αυτού του θέματος αναφέρει ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κωνσταντινίδης Δ. στη σελίδα 432 της Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents (βλ. πιο πάνω), τα ακόλουθα :- «Μένει το ερώτηµα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σηµασία του ποικίλλει ανάλογα µε τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισµό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθµό της χρησιµότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισµός και δε συµφωνούµε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγµατικής και σηµαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε µε αναφορά σε αβλεψία ή παραδροµή.» Ουσιαστικά ο δικηγόρος των εναγομένων δικαιολογεί την καθυστέρηση με αναφορά σε δική του παράλειψη ή τουλάχιστον η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται εκ μέρους του στο γεγονός αυτό. Καθότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως οτιδήποτε άλλο από παράλειψη να είχε προβεί σε ανάλογη μελέτη ο δικηγόρος των εναγομένων και προηγουμένως. Εφόσον δηλαδή η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση τουλάχιστον 7 φορές και σε άλλες ημερομηνίες πριν από την 17/10/2014. [ 17 ] Διατηρώντας υπόψη τη σχετική νομολογία επί του θέματος θεωρώ πως έαν είναι δυνατό να κριθεί πως όντως η αίτηση των εναγομένων είναι καλόπιστη και προς κάλυψη μίας πραγματικής και σημαντικής ανάγκης τότε αυτή δεν θα πρέπει να απορριφθεί απλά και μόνο διότι ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση αυτή δικαιολογήθηκε με αναφορά στην παράλειψη ουσιαστικά του δικηγόρου των εναγομένων να είχε μελετήσει νωρίτερα με σκοπό την προετοιμασία για την ακρόαση της αγωγής. [ 18 ] Όπως αναφέρεται πιο κάτω όντως διαπιστώνεται πως η αίτηση είναι καλόπιστη και προς κάλυψη μίας πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, τουλάχιστον σύμφωνα και με την άποψη του δικηγόρου ο οποίος εκπροσωπεί τους εναγομένους, δίχως βεβαίως το Δικαστήριο να εξετάζει σε αυτή την απόφαση την ορθότητα των θέσεων τις οποίες ο δικηγόρος των εναγομένων επιδιώκει να προσθέσει στην έκθεση υπεράσπισης. Συνεπώς, καθώς δίδεται η συγκεκριμένη εξήγηση αναφορικά με τη διαπιστωθείσα ύπαρξη καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης κρίνω ότι η ύπαρξη αυτή δεν θα πρέπει από μόνη της να αποτελέσει λόγο έτσι ώστε να μην γίνει δεκτό το αίτημα των εναγομένων. [ 19 ] Επιπλέον, με τον λόγο ένστασης (δ) προβάλλεται και η θέση πως δεν επεξηγείται επαρκώς πότε προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. Όντως δεν παρέχεται βάσει της ένορκης δήλωσης μία επακριβής επεξήγηση αναφορικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης. Όμως από μόνη της η παραδοχή της ενόρκως δηλούσας πως τα θέματα τα οποία ο δικηγόρος των εναγομένων επιδιώκει να θέσει με την τροποποίηση «...εγείρονται καθυστερημένα...» σε συνδυασμό με την αναφορά σε προετοιμασία για ακρόαση λογικά οδηγούν στο συμπέρασμα πως κατά την αμέσως προηγηθείσα περίοδο, μεταξύ της προηγούμενης ημερομηνίας κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση και της νέας ημερομηνίας ορισμού της (δηλαδή, μεταξύ της 29/5/2015 και 17/10/2015), προέκυψε από την «... την μελέτη της υπόθεσης για ακρόαση και της εμβριθούς μελέτης του τραπεζικού δικαίου ...» η διαπίστωση «... ότι η νομοθεσία στην οποία εβασίσθη η επίδικη σύμβαση δανείου, είναι αντισυνταγματική...» και τα υπόλοιπα σημεία επί των οποίων οι εναγόμενοι βασίζουν το αίτημα τους. Διατηρώντας υπόψη αυτό το λογικό συμπέρασμα θεωρώ πως η απουσία μίας επαρκούς επεξήγησης καθορισμού επακριβώς του χρονικού σημείου κατά το οποίο προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης δεν αποτελεί λόγο έτσι ώστε η αίτηση των εναγομένων να μην γίνει δεκτή. [ 20 ] Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (ε) απουσιάζει από την αίτηση το στοιχείο της καλοπιστίας. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί το αίτημα των εναγομένων σε συνάρτηση με την νομική άποψη του δικηγόρου των αιτητών, ανεξάρτητα βεβαίως και από την ορθότητα αυτής της άποψης, δεν διαπιστώνεται η αίτηση να μην είναι καλόπιστη. Ασφαλώς και δεν πρόκειται το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία να κρίνει κατά πόσο η έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων όπως αυτή θα διαμορφωθεί σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τους θα αποτελεί μία ισχυρή ή ακόμη και νομικά ορθότερη βάση επί της οποίας να βασίζεται η προβολή της υπεράσπισης των εναγομένων. Σε μία τέτοια περίπτωση το θέμα αυτό θα κριθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. [ 21 ] Ακόμη όμως και να αξιολογούσε το Δικαστήριο την επάρκεια της έκθεσης υπεράσπισης ως αυτή έχει και ως επιδιώκεται να διαμορφωθεί και πάλι δεν διαπιστώνεται πως η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί «...προσπάθεια διάσωσης μίας ελλιπούς Υπεράσπισης...». Όμως ακόμη και αυτός να ήταν ο σκοπός μίας αίτησης τροποποίησης, κάτι το οποίο δεν διαπιστώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Αυτό δεν θα αποτελούσε καλό λόγο έτσι ώστε αυτή να γίνει παρά να μην γίνει δεκτή; Δηλαδή, δεν θα προέκυπτε από μία τέτοια διαπίστωση η αναγκαιότητα τροποποίησης ενός δικογράφου; [ 22 ] Τονίζω βεβαίως και πάλι πως αυτό δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά ακόμη και να συνέβαινε θεωρώ πως όχι μόνο δεν θα επενεργούσε εναντίον αλλά απεναντίας υπέρ της αποδοχής ενός αιτήματος τροποποίησης. [ 23 ] Ως προς την επιχειρηματολογία αναφορικά με την καταχώρηση της αίτησης στις 16/10/2014, δηλαδή μία μόλις ημέρα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση και την εισήγηση αναφορικά με την υποβολή της αίτησης τροποποίησης ως μία «...προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης...» στην εκδίκαση της αγωγής υπενθυμίζω απλά πως ο λόγος αναβολής της ακρόασης στις 17/10/2014 ήταν η έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου και όχι εξαιτίας της υποβολής της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει η αίτηση είχε οριστεί από τον Πρωτοκολλητή κατά την ημερομηνία καταχώρησης της για ακρόαση στις 10/11/2014 ενώ το Δικαστήριο είχε αναβάλει την ακρόαση της αγωγής από τις 17/10/2014 για τις 16/12/2014 δίχως ο προγραμματισμός αυτός να είχε επηρεαστεί από το γεγονός της καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης. [ 24 ] Βεβαίως και έχει προκύψει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής εξαιτίας της καταχώρησης της αίτησης όμως διατηρώντας υπόψη τη δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων σε αυτή την αγωγή από την ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή άρχισε να ορίζεται για ακρόαση δεν διαπιστώνεται πως με την καταχώρηση αυτής της αίτησης επιδιώκεται η καθυστέρηση ή ότι καταβάλλεται μία προσπάθεια από τους εναγομένους έτσι ώστε να επιτευχθεί η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. [ 25 ] Η αγωγή για πρώτη φορά ορίστηκε για ακρόαση στις 30/5/2011 και έκτοτε η οποιαδήποτε αναβολή ακρόασης προκύπτει εξαιτίας έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου με εξαίρεση δύο φορές κατά τις οποίες ο δικηγόρος των εναγομένων είχε αιτηθεί αναβολή. Η πρώτη για την ακρόαση στις 12/11/2012 έτσι ώστε να χειριστεί συνεχιζόμενη ακρόαση αγωγής του 2006 και η δεύτερη στις 28/3/2014 κατά την οποία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής καθότι είχε αποβιώσει η μητέρα του εναγομένου 1 και ήταν αναγκασμένος να παραμείνει στην Αγγλία ενώ ο δικηγόρος των εναγομένων ήταν απασχολημένος σε συνεχιζόμενη ακρόαση. Αιτήματα στα οποία οι δικηγόροι της ενάγουσας δεν προέβαλαν οποιαδήποτε ένσταση. [ 26 ] Πραγματικά έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, δηλαδή ουσιαστικά τη συμπεριφορά μέχρι σήμερα των εναγομένων ως διαδίκων, αλλά και τη φύση και αντικείμενο της αίτησης τροποποίησης δεν διαπιστώνεται η καταχώρηση της να έχει ως στόχο την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. [ 27 ] Με τον λόγο ένστασης (στ) ουσιαστικά οι δικηγόροι της ενάγουσας προβάλλουν ως μία γενικότερη θέση ότι η αίτηση τροποποίησης δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι εάν αυτή εγκριθεί τότε οι εναγόμενοι θα αλλάξουν την ούτω καλούμενη «...ουσία και γραμμή...» της υπεράσπισης. [ 28 ] Βεβαίως εύλογα διερωτάται το Δικαστήριο, εάν μία οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης δεν επιφέρει ως ένα δεδομένο αποτέλεσμα κάποια αλλαγή τότε προς τι να αιτηθεί ένας διάδικος την τροποποίηση ενός δικογράφου; Βεβαίως υπάρχουν και περιπτώσεις όπου αυτό το οποίο επιδιώκεται δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη διόρθωση ενός τυπογραφικού ή άλλου λάθους. Όμως σε αρκετές περιπτώσεις μία αίτηση τροποποίησης έχει ως στόχο και την ουσιαστική αλλαγή ενός δικογράφου. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί λόγο για να μην γίνει δεκτή μία αίτηση τροποποίησης; [ 29 ] Δεν θα συμφωνήσω με τα όσα αναφέρονται στους συγκεκριμένους λόγους ένστασης (ε) (ως προς την προσπάθεια διάσωσης ελλιπούς υπεράσπισης) και (στ). Όντως εισάγουν νέα θέματα υπεράσπισης οι εναγόμενοι ως επίσης κατ΄ επέκταση και νέους ισχυρισμούς έστω και εάν αυτοί έχουν σχέση με νομικά θέματα. Όντως τροποποιείται η υπεράσπιση των εναγομένων. Δεν θεωρώ όμως πως αυτές οι διαπιστώσεις θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος των εναγομένων. Παράλληλα πως είναι δυνατό σε μία αίτηση τροποποίησης να κριθεί εάν οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι ή λανθασμένοι ή ανυποστήρικτοι; Καλούν δηλαδή οι δικηγόροι της ενάγουσας το Δικαστήριο, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, να κρίνει την ουσία της αγωγής επί ενός θεωρητικού επιπέδου, δηλαδή εάν και εφόσον πρώτα εγκριθεί το αίτημα και εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί; [ 30 ] Υπάρχει εισήγηση επίσης με τον λόγο ένστασης (ζ) πως με την αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή «...ισχυρισμών που άπτονται μαρτυρίας και δεν μπορούν να περιέχονται σε δικόγραφα ... καθότι τέτοιοι ισχυρισμοί θα πρέπει να αναφέρονται μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας». [ 31 ] Βεβαίως εύλογα και πάλι διερωτάται το Δικαστήριο ποιοι ισχυρισμοί σε οποιοδήποτε δικόγραφο δεν «άπτονται μαρτυρίας» ειδικά δε όταν αυτοί δεν γίνονται δεκτοί από ένα αντίδικο; Συνήθως ισχυρισμοί εντός δικογράφων σχετίζονται με μαρτυρία η οποία βεβαίως πρόκειται να παρουσιαστεί κατά την ακροαματική διαδικασία εάν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν γίνονται παραδεκτοί από τον αντίδικο. Όμως εάν η θέση των δικηγόρων της ενάγουσας είναι ότι έγκριση της αίτησης τροποποίησης θα κατέληγε σε εισαγωγή μαρτυρίας εντός της έκθεσης υπεράσπισης τότε αυτή η θέση δεν ευσταθεί. [ 32 ] Μάλιστα η προτεινόμενη τροποποίηση αποτελείται κυρίως από προβολή συγκεκριμένων νομικών θέσεων, όπως το θέμα της αντισυνταγματικότητας σχετικής νομοθεσίας ή της δυσαρμονίας της ίδιας νομοθεσίας με Ευρωπαϊκές οδηγίες ή κανονισμούς, σε συνάρτηση και με γεγονότα, δηλαδή με τις ενέργειες της ενάγουσας ως τράπεζα, παραδείγματος χάριν ως προς την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, παρά από μαρτυρία. Με συγκεκριμένες αναφορές σε διάφορα νομικά σημεία και τις κατ΄ ισχυρισμό επιπτώσεις αυτών των αναφορών σε σχέση όμως και πάλι ως αποτέλεσμα με τις ενέργειες της ενάγουσας ως τράπεζα, παραδείγματος χάριν με την επιβολή αδικαιολόγητων και παράνομων χρεώσεων στο λογαριασμό των εναγομένων. Ως επίσης και στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας και ιδιαίτερα δε σε σχέση με την εγκυρότητα αυτής της συμφωνίας εξαιτίας αυτού του περιεχομένου και κατ΄ επέκταση σε σχέση και πάλι με τις ενέργειες της ενάγουσας ως τράπεζα ως προς την κατάρτιση αυτής της συμφωνίας. [ 33 ] Ο λόγος ένστασης (η) προσομοιάζει με τον λόγο ένστασης (στ) με κάπως διαφορετική διατύπωση. Πραγματικά ούτε αντινομικές είναι δυνατό να κριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις έτσι ώστε να μην πρέπει να επιτραπούν αλλά ούτε και έχει οποιαδήποτε σημασία εάν όντως αυτές αποτελούν «...προϊόν δευτέρας σκέψεως...». [ 34 ] Ως προς την ύπαρξη αντινομικότητας στο αίτημα, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως πραγματικά δεν έχει επεξηγηθεί με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο πως προκύπτει όντως η ύπαρξη του στοιχείου της αντινομικότητας, υπό οποιανδήποτε έννοια, στο αίτημα των εναγομένων. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντίφασης μεταξύ των υφιστάμενων και των προτεινόμενων ισχυρισμών των εναγομένων. Υπό την έννοια βεβαίως να είναι δυνατό να θεωρηθεί πως το αποτέλεσμα έγκρισης της αίτησης θα οδηγούσε στην δημιουργία εντός του δικογράφου των εναγομένων οτιδήποτε του ασυμβίβαστου ή της οποιασδήποτε λογικής ανακολουθίας μεταξύ του περιεχομένου της έκθεσης υπεράσπισης ως έχει και αυτού το οποίο επιδιώκεται με την αίτηση τροποποίησης ή ουσιαστικά όπως αυτό θα διαμορφωθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. Βεβαίως στη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας αναφέρεται στην αίτηση ως «αντινομική» συνδέοντας αυτή την περιγραφή με τη θέση της πως αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης. Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η αναφορά σε ύπαρξη αντινομικότητας στην αίτηση των εναγομένων το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως η θέση αυτή ευσταθεί. [ 35 ] Λογικά θα αναμενόταν κάποιος βαθμός «δεύτερης σκέψης» από ένα δικηγόρο ο οποίος επιθυμεί - σύμφωνα πάντοτε με τη δική του άποψη - να ενισχύσει από νομικής πτυχής, με τη προβολή ανάλογων ισχυρισμών, την έκθεση υπεράσπισης των διαδίκων τους οποίους εκπροσωπεί. Ως προς το γεγονός εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων ακόμη και αυτό, ιδιαίτερα σε ένα στάδιο κατά το οποίο δεν έχει αρχίσει καν η ακροαματική διαδικασία της αγωγής, δεν θεωρώ ότι αποτελεί λόγο έτσι ώστε να μην γίνει δεκτή η αίτηση των εναγομένων. Ούτε και είναι δυνατό να κριθεί πως οδηγεί σε «...κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου...», διατηρώντας υπόψη την οποιαδήποτε περιγραφή ως προς την ύπαρξη κατάχρησης σε μία δικαστική διαδικασία σύμφωνα και με τη νομολογία μας. [ 36 ] Ως προς τον λόγο ένστασης (θ) δεν συμφωνώ με τη θέση πως ο δικηγόρος των εναγομένων δεν έχει αποκαλύψει επαρκείς λόγους και στοιχεία έτσι ώστε να καταδεικνύεται είτε το ουσιώδες είτε η χρησιμότητα ή αναγκαιότητα σε σχέση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες. [ 37 ] Ασφαλώς και δεν αξιολογεί το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση κατά πόσο τα όσα επιδιώκεται να προστεθούν στην έκθεση υπεράσπισης ευσταθούν από νομικής άποψης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο μετά και από την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Ο ίδιος ο δικηγόρος των εναγομένων θεωρεί πως, από νομικής άποψης, τα όσα επιδιώκει να προσθέσει στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων είναι απαραίτητα έτσι ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πραγματικά δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε να μην πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους εναγομένους να προβάλουν τις θέσεις τις οποίες ο δικηγόρος τους θεωρεί αναγκαίο όπως συμπεριληφθούν στο δικόγραφο τους. [ 38 ] Επανειλημμένα σε σχετική νομολογία αναφορικά με το θέμα της τροποποίησης τονίζεται η σημασία της αποφυγής της πολλαπλότητας και η εκδίκαση όσο το δυνατό όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων εφόσον αυτό είναι εφικτό σε μία διαδικασία ως αποτέλεσμα και της κατάλληλης υπό τις περιστάσεις τροποποίησης. Όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 707 της Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 η «...θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών...» ενώ εξαίρεση «...αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». [ 39 ] Διαπιστώνω πως οι λόγοι ένστασης (ι), (κ) και (λ) ουσιαστικά επαναλαμβάνουν άλλους λόγους οι οποίοι ήδη έχουν εξεταστεί δίχως όμως να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. [ 40 ] Αναφορικά δηλαδή, πρώτο, με την αίτηση να έχει ως σκοπό την καθυστέρηση, εκτροχιασμό, δυσχέρεια και επιβράδυνση της διαδικασίας της αγωγής και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία. Δεν έχει αναδειχτεί είτε βάσει της μαρτυρίας είτε της επιχειρηματολογίας εναντίον της αποδοχής της αίτησης με οποιοδήποτε τρόπο τέτοια πρόθεση ή προσπάθεια από τους εναγομένους. [ 41 ] Αναφορικά, δεύτερο, με την εισήγηση ως προς την έλλειψη παρουσίασης από τους εναγομένους εύλογης αιτίας η οποία να δικαιολογεί την έκδοση του αιτήματος διατάγματος σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας θεωρώ αντιθέτως, διατηρώντας υπόψη το γεγονός πως δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακροαματική διαδικασία, πως δικαιολογείται ακόμη περισσότερο σε αυτό το στάδιο η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. [ 42 ] Επιπλέον κανένα στοιχείο δεν έχει αναδειχτεί βάσει του οποίου να είναι δυνατό να θεωρηθεί πως η αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα ή ότι δεν αποσκοπεί στην πλήρη απονομή της δικαιοσύνης ή ότι έχει σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. [ 43 ] Τέλος, διατηρώντας υπόψη πως ο δικηγόρος των εναγομένων επιδιώκει να θέσει ως μέρος της διαδικασίας και τα όσα νομικά σημεία επιθυμεί να συμπεριλάβει στην έκθεση υπεράσπισης σε σχέση με τις ενέργειες της ενάγουσας ως τράπεζα, η αιτούμενη τροποποίηση δικαιολογείται πλήρως υπό τις περιστάσεις, ιδιαίτερα δε τονίζω και πάλι προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ θεωρώ πως δεν θα ήταν είτε ορθό είτε δίκαιο να μην δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να θέσουν ως μέρος της διαδικασίας τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος τους εισηγείται πως θα πρέπει να εξεταστούν απο το Δικαστήριο ως αναπόσπαστο μέρος της υπεράσπισης τους. [ 44 ] Με τον τελευταίο λόγο ένστασης (μ) καλείται το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα πως αποδοχή της αίτησης τροποποίησης θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην ενάγουσα που δεν θα είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. Όμως πραγματικά δεν προκύπτει έχοντας ως βάση είτε τη μαρτυρία είτε την επιχειρηματολογία η οποία έχει προταθεί εναντίον της αποδοχής της αίτησης οποιοδήποτε στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί πως θα προκύψει οποιαδήποτε βλάβη στην ενάγουσα η οποία δεν θα ήταν δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα. [ 45 ] Ως προς την έγκριση της αίτησης, παρά και την απόρριψη των λόγων ένστασης στο σύνολο τους, προβλημάτισε το Δικαστήριο το εξής σημείο. Βασικός κανόνας ως προς το περιεχόμενο ενός δικογράφου είναι αυτό να περιέχει περιληπτικά μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ένας διάδικος βασίζεται προς υποστήριξη είτε της αξίωσης είτε της υπεράσπισης του και όχι τη μαρτυρία με την οποία αυτά τα γεγονότα θα αποδειχτούν. Βεβαίως ως απότοκο της εφαρμογής αυτού του κανόνα ένα δικόγραφο θα πρέπει να παραθέτει ουσιώδη γεγονότα και όχι το νόμο. Οι εναγόμενοι όμως με την αίτηση τους ουσιαστικά επιθυμούν όπως παραθέσουν νομικά σημεία εντός του δικογράφου τους έστω και εάν αυτά βεβαίως συνδέονται και με γεγονότα κυρίως δηλαδή ενέργειες της ενάγουσας ως τράπεζα. [ 46 ] Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη σχετική νομολογία επί του θέματος κρίνω πως το συγκεκριμένο σημείο δεν θα πρέπει να λειτουργήσει εναντίον της αποδοχής της αίτησης των εναγομένων. Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα με αυτή τη νομολογία θέµα αντισυνταγµατικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτοµέρειες της εισήγησης, όπως, παραδείγματος χάριν, ποιο άρθρο ή άρθρα ή µέρους άρθρου του νόµου αντίκειται στο Σύνταγµα και βεβαίως και σε ποιο άρθρο του Συντάγματος ενώ ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης (βλ. σχετικά Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1Γ Α. Α. Δ. 1566, 1576, Investylia Ltd. v. Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ.
(2004)1Γ Α. Α. Δ. 1872, 1875 και Investylia Ltd. v. Δέσπως Ευλαβή
(2008)1Α Α. Α. Δ. 655, 659 έως 660). Επίσης σε σχέση με εισήγηση για παράβαση Ευρωπαϊκής οδηγίας υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποία αυτό, ως κάτι ανάλογο µε θέµα αντισυνταγµατικότητας, κρίνεται ως επιθυµητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που επιθυµεί ένας διάδικος να εγείρει το θέµα σε κατοπινό στάδιο, τούτο πρέπει κανονικά να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτοµέρειες γιατί παραβιάζει τη συγκεκριμένη οδηγία (βλ. σχετικά Investylia Ltd. v. Σωτήρη Ταμπούρη
(2006)1Β Α. Α. Δ. 1325, 1330). [ 47 ] Συνεπώς, έχοντας εξετάσει τους λόγους ένστασης στο σύνολο τους και έχοντας καταλήξει πως κανένας από αυτούς δεν ευσταθεί ενώ επιπλέον μη διαπιστώνοντας πως προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο της αίτησης το οποίο να οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως δεν δικαιολογείται η αποδοχή της, το αίτημα των εναγομένων κρίνεται δικαιολογημένο και η αίτηση εγκρίνεται με την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση παράγραφος Α (α) και με την παροχή άδειας ως η αίτηση παράγραφος Β. Οι εναγόμενοι θα πρέπει να καταχωρήσουν την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης τους εντός 21 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης ενώ η ενάγουσα θα πρέπει να καταχωρήσει την απάντηση στην υπεράσπιση εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης στη διεύθυνση επίδοσης των δικηγόρων της. [ 48 ] Παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης, διατηρώντας υπόψη σχετική νομολογία επί του θέματος, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όσα έξοδα θα προκύψουν από την έγκριση της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. [ 49 ] Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 5/11/ 2015 έτσι ώστε κατά την ημερομηνία αυτή να δοθεί ημερομηνία ακρόασης της αγωγής. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως η ημερομηνία κοινοποιηθεί και στους δικηγόρους της εναγομένης 3 αν και το Δικαστήριο θα μεριμνήσει όπως δοθεί αντίγραφο αυτής της απόφασης και σε αυτούς. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο