← Κύπρος

Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Ελλήνων Ερμηνευτών-Εκτελεστών «Απόλλων» κ.α. ν. Ανδρέας Αχιλλέως κ.α., Αρ. Αγωγής :- 270 / 2015, 28/9/2015

Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Ελλήνων Ερμηνευτών-Εκτελεστών «Απόλλων» κ.α. ν. Ανδρέας Αχιλλέως κ.α., Αρ. Αγωγής :- 270 / 2015, 28/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A167 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 270 / 2015 Μεταξύ:- 1) Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Ελλήνων Ερμηνευτών-Εκτελεστών «Απόλλων» 2) Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Ελλήνων Ερμηνευτών-Εκτελεστών «Ερατώ» Ενάγοντες Και

  1. Ανδρέας Αχιλλέως
  2. Αντώνης Αχιλλέως
  3. Αστέρας Συλλογική Διαχείριση Δικαιωμάτων Λτδ Εναγόμενοι Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνίας 9/3/2015 Ημερομηνία :- Δευτέρα 28η Σεπτεμβρίου 2015 Για τους ενάγοντες - Αιτητές :- κος. Μάριος Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Φίλιππος Κυπριανίδης Για τους εναγομένους - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Αρτέμης Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Πέτρος Χατζηπαναγιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτούνται δια κλήσεως οι ενάγοντες προσωρινό διάταγμα με το οποίο «...να απαγορεύεται άμεσα στους εναγόμενους 1, 2 και 3 όπως και στους υπαλλήλους και αντιπροσώπους τους να παρουσιάζονται ως πρόσωπα δήθεν εξουσιοδοτημένα να εκπροσωπούν τις ενάγουσες στην Κύπρο και με το οποίο να απαγορεύεται επίσης άμεσα στα εν λόγω πρόσωπα να εισπράττουν οποιαδήποτε δικαιώματα από πελάτες των εναγουσών στην Κύπρο για την χρήση από τους εν λόγω πελάτες πνευματικών δικαιωμάτων που ανήκουν ή εκπροσωπούνται από τις ενάγουσες μέχρι πέρατος της εν τω τίτλω διαδικασίας ή νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου». [ 2 ] Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου η οποία εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων (στο εξής θα καλείται η ένορκη δήλωση Παπουή») και η οποία υιοθετεί με τη δική της ένορκη δήλωση την ένορκη δήλωση του Γρηγόρη Λαμπριανίδη ημερομηνίας 24/2/2015 (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Λαμπριανίδη») η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου της αγωγής. [ 3 ] Αξίζει να σημειωθεί πως ο Γρηγόρης Λαμπριανίδης υπέγραψε ένορκη δήλωση ως ο διευθυντής των εναγόντων 1 προς υποστήριξη μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με σχετική απόφαση ημερομηνίας 2/3/2015 καθότι όπως κρίθηκε δεν τηρείτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ενώ παράλληλα δεν ήταν δυνατό να κριθεί πως υπήρχαν τέτοιες ιδιαίτερες περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος επί μονομερούς βάσης. Διευκρινίζω απλά πως δεν εξετάστηκε η ουσία της αίτησης με την προαναφερόμενη απόφαση. [ 4 ] Οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 18 λόγους ένστασης τους οποίους το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στο σύνολο τους με ιδιαίτερη αναφορά σε οποιοδήποτε από αυτούς όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο. Η ένσταση των εναγομένων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 ως ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης
  4. [ 5 ] Αναφορικά με τον αριθμό των λόγων ένστασης οφείλω να διευκρινίσω το εξής ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο τους εξετάζει. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την ουσία του περιεχομένου του κάθε λόγου ένστασης και όχι τη ξεχωριστή αρίθμηση του. Παραδείγματος χάριν, αμφότεροι οι λόγοι ένστασης 3 και 4 ασχολούνται με το ίδιο θέμα παρά και τη ξεχωριστή αρίθμηση τους. Δηλαδή το ερώτημα κατά πόσο οι ενάγοντες όντως θα υποστούν ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. [ 6 ] Με τον ίδιο τρόπο η προσπάθεια του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση είναι η εξής. Ο καθορισμός της ουσίας του κάθε λόγου ένστασης είτε ξεχωριστά είτε σε συνάρτηση με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης ή λόγους ένστασης και η εξέταση των όσων θεμάτων προκύπτουν από τους λόγους ένστασης ιδωμένοι στο σύνολο τους παρά η ξεχωριστή εξέταση του κάθε λόγου ένστασης. [ 7 ] Επιπλέον, θεωρώ πως σε περίπτωση όπου προκύπτει αποδοχή από το Δικαστήριο γενικά των βασικών θέσεων των εναγομένων όπως αυτές προκύπτουν από αυτή την συνολική εξέταση των λόγων ένστασης τότε η ξεχωριστή εξέταση του κάθε λόγου ένστασης χάριν απλά και μόνο της εξέτασης του καθίσταται περιττή. [ 8 ] Συνοπτικά η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων προκύπτει εντός του πεδίου της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγόντων και της εναγομένης 3 η οποία έχει σχέση με την συλλογική διαχείριση συγγενικών δικαιωμάτων μουσικών και τραγουδιστών. [ 9 ] Σημειώνω απλά πως το Δικαστήριο θα επανέλθει στο θέμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης 3 πιο κάτω. [ 10 ] Σχετική επί του θέματος της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγόντων και της εναγομένης 3 είναι μία συμφωνία, ημερομηνίας 26/10/2007, βάσει της οποίας, σύμφωνα και με το παραδεκτό περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης Παπουή, οι ενάγοντες είχαν «...αναθέσει με συμφωνία ... στην εναγόμενη 3 την για λογαριασμό τους είσπραξη των συγγενικών δικαιωμάτων από επιχειρήσεις στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, από τις οποίες γινόταν χρήση οποιουδήποτε υλικού φορέα ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας». Αναφέρεται επίσης στην ίδια παράγραφο πως επισυνάπτεται αντίγραφο της συμφωνίας ως τεκμήριο
  5. [ 11 ] Συνεπώς, έχοντας υπόψη και την παραδοχή της αλήθειας του περιεχομένου της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης Παπουή, το αντίγραφο αυτό είναι παραδεκτό από τους εναγομένους ως αυτό της συμφωνίας ημερομηνίας 26/10/2007 η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως η επίδικη συμφωνία. [ 12 ] Βεβαίως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση Παπουή, παρά και το γεγονός πως η επίδικη συμφωνία είναι μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 3, εντούτοις η επίδικη διαφορά είναι μεταξύ τους και όλων των εναγομένων καθότι αυτή ".προέρχεται όχι μόνο από αντισυμβατική διαφορά αλλά και από το αστικό αδίκημα της οικειοποίησης ξένων χρημάτων." (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης Παπουή). Όπως συμπληρώνει δε η ενόρκως δηλούσα, στην ίδια παράγραφο, προφανώς διατηρώντας υπόψη και την ύπαρξη διαιτητικής ρήτρας εντός της επίδικης συμφωνίας, ".έχουμε[1] συμβουλή ότι είναι ορθότερο να επιδιωχθεί επίλυση της διαφοράς δικαστικά αντί με διαιτησία". [ 13 ] Υπάρχει και ισχυρισμός αναφορικά με την υπογραφή συμφωνίας κατά ή περί την 27/12/2013 αναγνώρισης οφειλής και ρύθμισης χρέους μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων (παράγραφος 7) με την οποία οι εναγόμενοι αναγνώρισαν πως κατά τη χρονική περίοδο 2007 μέχρι 31/12/2012 οι εναγόμενοι είχαν εισπράξει συγγενικά δικαιώματα τα οποία δεν είχαν αποδώσει στους εναγόμενους. Σε σχέση με τη συμφωνία αυτή, εξαιτίας της μη τήρησης χρονοδιαγράμματος εξόφλησης, έχει εγερθεί σχετική αγωγή τον Ιούλιο του 2014 στην Αθήνα. Οι εναγόμενοι παραδέχονται μόνο πως υπογράφηκε συμφωνία αναγνώρισης οφειλής και ότι όντως έχει καταχωρηθεί αγωγή ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου στην οποία όμως έχουν διορίσει δικηγόρο για να τους υπερασπιστεί καθώς ισχυρίζονται πως η συγκεκριμένη συμφωνία είναι άκυρη ή ακυρώσιμη εξαιτίας του ότι οι ίδιοι τελούσαν υπό απάτη ή πλάνη ή απειλή ή ψυχικό εξαναγκασμό. [ 14 ] Επιπλέον, αν και οι εναγόμενοι δέχονται πως οι ενάγοντες έχουν στείλει επιστολή ημερομηνίας 26/6/2014 δεν αποδέχονται πως αυτή παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση Παπουή με την επιστολή αυτή οι ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ζήτησαν απόδοση των όσων είχαν εισπραχθεί και δεν είχαν αποδοθεί μετά από την 31/12/
  6. Συνεπώς οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ως έγκυρο και αποτελεσματικό. [ 15 ] Βασικό παράπονο των εναγόντων είναι πως οι εναγόμενοι ".αγνόησαν πλήρως την επιστολή τερματισμού . και φαίνεται να συνεχίζουν να εισπράττουν από χρήστες των πνευματικών δικαιωμάτων τα τέλη χρήσης τα οποία παρακρατούν και δεν αποδίδουν." στους ενάγοντες, συμπέρασμα στο οποίο οι ενάγοντες έχουν καταλήξει ".από στοιχεία που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους και δείχνουν τον τρόπο δράσης των εναγομένων μετά το τερματισμό της συμφωνίας." (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης Παπουή). [ 16 ] Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως με την ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 1, παρά και το γεγονός πως, σύμφωνα με τη θέση των εναγομένων, η επιστολή τερματισμού δεν παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα και συνεπώς η επίδικη συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει, εντούτοις, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, μετά την 26/6/2014 οι εναγόμενοι δεν παρουσιάστηκαν ή παρουσιάζονται ως πρόσωπα εξουσιοδοτημένα που εκπροσωπούσαν ή εκπροσωπούν τους ενάγοντες στην Κύπρο και δεν εισέπραξαν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή στην Κύπρο για έργα που ανήκουν ή εκπροσωπούνται από τους ενάγοντες και η οποία αμοιβή αφορά την περίοδο μετά την 26/6/
  7. [ 17 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 είναι πως παρά και την μη αποδοχή του τερματισμού οι εναγόμενοι από μία ημερομηνία και μετά (δηλαδή, μετά από τις 26/6/2014) ενεργούσαν ωσάν όντως η επίδικη συμφωνία να είχε τερματιστεί. [ 18 ] Διατηρώντας υπόψη και αυτή τη θέση του εναγομένου 1 εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Εφόσον οι ίδιοι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως πλέον δεν παρουσιάζονται ως πρόσωπα εξουσιοδοτημένα τα οποία εκπροσωπούν τους ενάγοντες στην Κύπρο ή τα οποία εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή στην Κύπρο για έργα που ανήκουν ή εκπροσωπούνται από τους ενάγοντες τότε γιατί έχουν ένσταση ως πρός την έκδοση ενός διατάγματος βάσει του οποίου ουσιαστικά θα πράτουν αυτό το οποίο ήδη πράττουν; Ανεξάρτητα δηλαδή και από τη θέση πως η επιστολή τερματισμού δεν έχει οδηγήσει, σύμφωνα με τη θέση του εναγομένου 1, σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. [ 19 ] Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγείται με τη γραπτή αγόρευση του πως οι εναγόμενοι ".με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εμποδίζονται απλώς από του να εισπράττουν χρήματα για λογαριασμό των εναγόντων κάτι που βεβαίως δεν θα τους εμποδίζει να εισπράττουν για οποιοδήποτε άλλο που έχουν συμβατική σχέση". Βεβαίως το κατά πόσο οι ίδιοι οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με το ενδεχόμενο ύπαρξης άλλης συμβατικής σχέσης είναι θέμα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω. [ 20 ] Επιστρέφοντας όμως στο θέμα υπό εξέταση σε αυτό το μέρος της απόφασης εύλογα επίσης θα μπορούσε να τεθεί και το εξής ερώτημα. Εάν όντως οι εναγόμενοι δεν έχουν πράξει αυτό το οποίο ισχυρίζονται οι ενάγοντες τότε γιατί θα πρέπει να δεχτούν την έκδοση ενός διατάγματος βάσει του οποίου θα διατάσσονται να μην πράξουν κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει ισχυρίζονται πως δεν έχουν πράξει και το οποίο εξακολουθούν να μην πράττουν; [ 21 ] Καθότι οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής βάσει του οποίου πρώτο, θα απαγορεύεται στους εναγόμενους να παρουσιάζονται ως πρόσωπα δήθεν εξουσιοδοτημένα να εκπροσωπούν τους ενάγοντες στην Κύπρο και δεύτερο, με το οποίο να απαγορεύεται επίσης άμεσα να εισπράττουν οποιαδήποτε δικαιώματα από πελάτες των εναγόντων στην Κύπρο για την χρήση από τους εν λόγω πελάτες πνευματικών δικαιωμάτων που ανήκουν ή εκπροσωπούνται από τους ενάγοντες. [ 22 ] Σε σχέση με τα προαναφερόμενα ερωτήματα θεωρώ πως δεν είναι αρκετό να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η θέση των εναγομένων ως προς το ότι δεν έχουν πράξει και εξακολουθούν να μην πράττουν τα όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες έτσι ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος των εναγόντων με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος το οποίο αιτούνται. Θεωρώ επιπλέον πως θα πρέπει οι ενάγοντες να είχαν αποδείξει με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης τους ότι όντως οι εναγόμενοι έχουν πράξει τα όσα ισχυρίζονται έτσι ώστε να δικαιούνται να επικαλούνται τη βοήθεια του Δικαστηρίου προς έκδοση ενός διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους να πράττουν τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται. [ 23 ] Δηλαδή, δεν είναι αρκετό, ούτε καν και ως επιχείρημα, να προβάλλεται η θέση πως εφόσον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πράξει ή ότι δεν πράττουν τα όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες τότε δικαιολογείται και η έκδοση ενός διατάγματος έτσι ώστε να μην πράττουν τα όσα εν πάση περιπτώσει ισχυρίζονται πως δεν πράττουν. Δεν θα πρέπει δηλαδή να ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου επί ματαίω. Αντιθέτως θα πρέπει να συνυπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. [ 24 ] Έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι αυτές υπάρχουν θα πρέπει βεβαίως πρώτα να κριθεί πως οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία ότι όντως η επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3 ή γενικότερα οι πράξεις των εναγομένων σε σχέση με την είσπραξη συγγενικών δικαιωμάτων ήταν ή και εξακολουθούν να είναι τέτοιες έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Επομένως, απαιτείται προσεχτική εξέταση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη των κατ΄ ισχυρισμό ενεργειών των εναγομένων. [ 25 ] Αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από τους ενάγοντες προς υποστήριξη της αίτησης τους έχουν τεθεί ως λόγοι ένστασης, είτε έμμεσα είτε άμεσα σχετικοί με το θέμα αυτό, οι λόγοι ένστασης 2, 4, 5, 7 και
  8. Βεβαίως και άλλοι λόγοι ένστασης είναι δυνατό να θεωρηθούν πως άπτονται του γενικότερου θέματος της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο λόγος ένστασης
  9. Επικεντρώνεται όμως το Δικαστήριο στους συγκεκριμένους λόγους ένστασης ιδιαίτερα δε στον λόγο ένστασης 18 με τον οποίο η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης περιγράφεται ως αντικανονική και πως αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί. Το Δικαστήριο θα αρχίσει την εξέταση της μαρτυρίας με αναφορά σε αυτό τον λόγο ένστασης. [ 26 ] Υπενθυμίζω πως η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο του γραφείου των δικηγόρων των εναγόντων η οποία ισχυρίζεται πως είναι εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες έτσι ώστε να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται πως γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Δίχως όμως να δίδει οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν ορκίζεται κάποιος ο οποίος να έχει άμεση σχέση με τους ενάγοντες. Κάποιο άτομο δηλαδή όπως και στη περίπτωση της ένορκης δήλωσης Λαμπριανίδη. [ 27 ] Γενικά σύμφωνα με τις αρχές οι οποίες έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος αν και οι δικηγόροι θα πρέπει όμως να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο και αφ' ης στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. [ 28 ] Σχετική επί του θέματος είναι η Rybolovlev v. Rybolovleva

(2010)1 Α.Α.Δ. 82 στην οποία όμως λέχθηκε επίσης πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκρινε ορθό να προσθέσει ή να αναγνωρίσει και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. [ 29 ] Στην ίδια απόφαση αναφέρεται πως το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχθεί ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. [ 30 ] Θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση το δεδομένο πως οι ενάγοντες είναι οργανισμοί οι οποίοι έχουν ως βάση τους το εξωτερικό είναι επαρκές έτσι ώστε να δικαιολογείται το γεγονός πως αντί εκ μέρους των να ορκίζεται κάποιος αξιωματούχος τους ορκίζεται η συγκεκριμένη δικηγόρος. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το θέμα της ένορκης δήλωσης η θέση πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γι΄ αυτό το λόγο δεν γίνεται δεκτή. [ 31 ] Επιπρόσθετα με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση στις παραγράφους 9, 10 και 11 αναφέρει και άλλες θέσεις των δικηγόρων των εναγομένων σύμφωνα με τις οποίες όμως τίθενται θέματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν τεθεί υπό μορφή λόγων ένστασης. Όπως, η απουσία δυνατότητας αντεξέτασης του Λαμπριανίδη ή η μη παραδοχή ως προς το ότι όντως εντός του φακέλου της αγωγής υπάρχει η ένορκη δήλωση Λαμπριανίδη ή ως προς την ύπαρξη παράβασης των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με την μη επίδοση της ένορκης δήλωσης Λαμπριανίδη. [ 32 ] Βεβαίως το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση βάσει της μαρτυρίας η οποία την υποστηρίζει. Συνεπώς η υιοθέτηση εντός της ένορκης δήλωσης Παπουή της ένορκης δήλωσης Λαμπριανίδη δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ένορκη δήλωση Λαμπριανίδη εν πάση περιπτώσει αποτελεί μέρος του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής και θα ήταν όχι μόνο εφικτό αλλά απόλυτα θεμιτό για τους δικηγόρους των εναγομένων να προβούν σε έρευνα του φακέλου εάν επιθυμούσαν να επιβεβαιώσουν αυτό το γεγονός. Παρά και το γεγονός πως εν πάση περιπτώσει οι δικηγόροι των εναγόντων έχουν μεριμνήσει έτσι ώστε να επισυναφθεί και ως τεκμήριο η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση και στην ένορκη δήλωση Παπουή. [ 33 ] Η δε απουσία της δυνατότητας αντεξέτασης του Λαμπριανίδη δεν θα πρέπει καν να εγείρεται ως θέμα καθότι ο Λαμπριανίδης δεν είναι ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Το γεγονός πως με την ένορκη δήλωση Παπουή υιοθετείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Λαμπριανίδη δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία εφόσον σε μεγάλο βαθμό εν πάση περιπτώσει η δεύτερη ένορκη δήλωση αποτελεί αντίγραφο της πρώτης. Θα μπορούσαν εάν επιθυμούσαν οι δικηγόροι των εναγομένων να αιτηθούν την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Η δε φύση της σημαντικότερης μαρτυρίας και στις δύο ένορκες δηλώσεις είναι εξακοής. [ 34 ] Συνεπώς, όπως και να ιδωθούν αυτές οι θέσεις του εναγομένου 1 - οι οποίες και πάλι υπενθυμίζω πως θα έπρεπε να είχαν τεθεί υπό μορφή λόγων ένστασης και όχι ως ισχυρισμοί εντός της ένορκης δήλωσης του - διαπιστώνεται πως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την ποιότητα ή επάρκεια της μαρτυρίας την οποία οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει προς υποστήριξη της αίτησης τους. [ 35 ] Το ερώτημα σε σχέση με τη μαρτυρία το οποίο πραγματικά έχει σημασία αναφορικά με το κατά πόσο με την αίτηση ικανοποιούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι κατά πόσο όντως με αυτή τη μαρτυρία οι ενάγοντες έχουν αποδείξει πως οι εναγόμενοι ενεργούν με τον τρόπο τον οποίο οι ενάγοντες ισχυρίζονται έτσι ώστε να δικαιολογείται η παροχή της βοήθειας του Δικαστηρίου προς απαγόρευση αυτών των ενεργειών. [ 36 ] Μετά από προσεχτική μελέτη και προσπάθεια σχηματισμού όσο το δυνατό μίας πιο καθολικής εικόνας των γεγονότων όπως αυτά είναι δυνατό να διαπιστωθούν, δίχως παράλληλα το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της αγωγής, το Δικαστήριο οδηγείται στο εξής συμπέρασμα. Με τη μαρτυρία την οποία έχουν παρουσιάσει οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι όντως υπάρχει λόγος για την οποιαδήποτε παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας προώθησης της αγωγής τους εναντίον των εναγομένων. [ 37 ] Εξηγώ πιο κάτω τους λόγους βάσει των οποίων το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα. [ 38 ] Κατ΄ αρχάς δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αρχική εντύπωση η οποία δημιουργείται βάσει και της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε από τους ενάγοντες είναι παραπλανητική. Διευκρινίζω πως το θέμα το οποίο τίθεται δεν είναι αυτό είτε της ειλικρίνειας είτε της αξιοπιστίας της ενόρκως δηλούσας. Η διευκρίνιση δεν δίδεται επειδή η ενόρκως δηλούσα τυγχάνει να είναι δικηγόρος. Αυτό το δεδομένο δεν έχει καμία σημασία. Το ίδιο θα ίσχυε και στην περίπτωση του ενόρκως δηλούντος στην ένορκη δήλωση Λαμπριανίδη εάν το ίδιο άτομο είχε ορκιστεί προς υποστήριξη και της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 39 ] Το θέμα το οποίο τίθεται έχει σχέση περισσότερο με την πληρότητα της μαρτυρίας η οποία προσφέρθηκε από τους ενάγοντες. Έτσι ώστε να παρεχόταν η δυνατότητα στο Δικαστήριο να διαπιστώσει πως οι ενάγοντες με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης είχαν δώσει μία λογικά αναμενόμενη ολοκληρωμένη εικόνα της συμβατικής σχέσης μεταξύ τους και της εναγομένης 3 σε συνάρτηση παράλληλα όμως γενικότερα και με την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης
  1. [ 40 ] Η οποία όπως προκύπτει σύμφωνα και με τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης είναι παρόμοια με αυτή των εναγόντων. Παρόμοια σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε εύλογα να αναμενόταν από το Δικαστήριο πως με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης οι ενάγοντες θα κατέβαλαν προσπάθεια διάκρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης 3 για σκοπούς άλλους από αυτούς οι οποίοι θα μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας. [ 41 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο είναι δυνατό να διαπιστωθεί - και όντως εκ πρώτης όψεως διαπιστώνεται - σύμφωνα δηλαδή με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας, είναι πως η εναγόμενη 3 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγόντων στην Κύπρο δίχως να έχει οποιαδήποτε άλλη δική της επιχειρηματική δραστηριότητα ιδιαίτερα δε παρόμοια με αυτή των εναγόντων. Όμως αυτή η δημιουργηθείσα εικόνα δεν ανταποκρίνεται όντως στην πραγματικότητα. [ 42 ] Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, ιδωμένη επί αυτής της βάσης, δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε ένα επαρκώς ασφαλές έστω και εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα, για σκοπούς βεβαίως αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας και δίχως το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της αγωγής, πως όντως η εναγόμενη 3 σε σχέση με τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η ενόρκως δηλούσα, ενεργούσε όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατά παράβαση δηλαδή των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους. [ 43 ] Θα αναφερθώ σε κάποια λεπτομέρεια στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Παπουή προς διευκρίνιση του τρόπου κατάληξης σε αυτό το συμπέρασμα. [ 44 ] Αναφέρεται συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση Παπουή (παράγραφος 4) πως οι ενάγοντες είναι ".οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων των μουσικών και τραγουδιστών, αντίστοιχα.". [ 45 ] Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειωθεί και η έμφυτη αοριστία αυτού του ισχυρισμού με μία γενική αναφορά σε "μουσικούς" και "τραγουδιστές". Αν και σε αυτό το μέρος της απόφασης εξετάζεται κάτι διαφορετικό το οποίο όμως εν τέλει έχει και σχέση με αυτή την παρατηρούμενη γενικότητα ως πρός την περιγραφή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγόντων. Παραμένοντας στο ίδιο όμως αυτό σημείο, προτού το Δικαστήριο επανέλθει στο θέμα υπό εξέταση σε αυτό το μέρος της απόφασης, παρά και το γεγονός πως από το ίδιο το όνομα των εναγόντων και τη χρήση της λέξης "Ελλήνων" αλλά και την αναφορά στο τεκμήριο 1 στην αίτηση ως πρός το ότι οι ενάγοντες δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα είναι δυνατό να εξαχθεί κάποιο λογικό συμπέρασμα συγκεκριμενοποίησης, εντούτοις αυτό το οποίο δεν είναι επίτρεπτο είναι η συμπλήρωση μαρτυρίας με την αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης. [ 46 ] Υπενθυμίζω και πάλι πως η πιο πάνω γενική αναφορά εντός της ένορκης δήλωσης δεν διασαφηνίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από το ίδιο το κείμενο της ένορκης δήλωσης. Εντούτοις με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων αναφέρει πως για ".σκοπούς διασαφήνισης της ιδιότητας των Εναγόντων σημειώνουμε ότι τυγχάνουν οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων μουσικών και τραγουδιστών στην Ελλάδα". Βεβαίως η οποιαδήποτε διασαφήνιση σε σχέση με θέμα γεγονότων θα πρέπει σαφώς να προκύπτει από μαρτυρία και όχι από επιχειρηματολογία προς συμπλήρωση μαρτυρίας. [ 47 ] Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η απουσία διασαφήνισης εντός της ένορκης δήλωσης σε σχέση με αυτό το συγκεκριμένο στοιχείο. Στο οποίο θα μπορούσε και το Δικαστήριο να καταλήξει διατηρώντας υπόψη μία συνολική αντίληψη της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης. Έχει όμως σημασία αυτή η αναφορά, ως ένα παράδειγμα της γενικότητας η οποία παρατηρείται στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και ιδιαίτερα δε εντός του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης[2] κυρίως ως πρός την έλλειψη επαρκούς διασαφήνισης του ρόλου της εναγομένης 3 στο συγκεκριμένο τομέα αγοράς σε σχέση όχι μόνο με την επίδικη συμφωνία με τους ενάγοντες αλλά και ξεχωριστά ως παρόμοιος "οργανισμός" διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων. [ 48 ] Υπάρχει και άλλο παρόμοιο παράδειγμα συμπλήρωσης μαρτυρίας εντός της γραπτής αγόρευσης με αναφορά του ποσού των €276.598,63 ως το ποσό το οποίο οι εναγόμενοι όφειλαν προς τους εναγόμενους βάσει της συμφωνίας ημερομηνίας 27/12/
  2. Δεν κρίνω σκόπιμο όμως να αφοσιώσω περισσότερο χρόνο σε αυτή την απόφαση αναφορικά με αυτό το θέμα. [ 49 ] Επιστρέφοντας στην αναφορά στην παράγραφο 4 στην ένορκη δήλωση Παπουή (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 44 ] αυτής της απόφασης) στη συνέχεια, στην ίδια παράγραφο, η αναφορά ως πρός τους εναγόμενους, υπό την έννοια δηλαδή της οποιασδήποτε ιδιότητας αυτών, είναι κατ΄ αρχάς πως οι εναγόμενοι 1 και 2 ".παρουσιάζονται να είναι οι ιδρυτές και νόμιμοι εκπροσώποι της εναγομένης 3". Το οποίο βεβαίως δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε σημαντικό σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 πέραν από τη σχέση τους με την εναγόμενη
  3. Πως όμως αναφέρεται η οποιαδήποτε ιδιότητα της εναγομένης 3; Αναφέρει σχετικά στην παράγραφο 5 τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο [ 10 ] αυτής της απόφασης). [ 50 ] Εμφανώς δηλαδή δημιουργείται μία εικόνα ως προς το ότι ουσιαστικά η επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3 περιορίζεται στην αντιπροσώπευση των εναγόντων στην Κύπρο. Ότι δηλαδή ο ρόλος της εναγομένης 3 σε σχέση με την επιχειρηματική δραστηριότητα της, βάσει βεβαίως της επίδικης συμφωνίας, ήταν αποκλειστικά αυτός του εισπράκτορα συγγενικών δικαιωμάτων για λογαριασμό των εναγόντων. Βεβαίως με την υπόλοιπη μαρτυρία εντός της ένορκης δήλωσης δημιουργείται ένας επιπρόσθετος ρόλος για τους εναγόμενους 1 και 2 καθώς και αυτοί, δια μέσω της εναγομένης 3, εισέπρατταν συγγενικά δικαιώματα ή θέτοντας το πολύ απλά εισέπρατταν κατ΄ ισχυρισμό ξένα χρήματα τα οποία στη συνέχεια δεν απέδιδαν στους ενάγοντες και κατ΄ επέκταση διέπρατταν το ".αστικό αδίκημα της οικειοποίησης ξένων χρημάτων." (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης Παπουή). [ 51 ] Καταλήγοντας σε σχέση με τη δημιουργία αυτής της περιορισμένης εικόνας αναφορικά με το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης 3, με συνεργεία ουσιαστικά των εναγομένων 1 και 2, όπως η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται (παράγραφος 9) σε σχέση με την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 2) η οποία στάλθηκε προς την εναγόμενη 3, στο συμπέρασμα πως όλοι οι εναγόμενοι ".αγνόησαν πλήρως την επιστολή τερματισμού . και φαίνεται να συνεχίζουν να παρουσιάζονται ότι εκπροσωπούν τις ενάγουσες και συνεχίζουν να εισπράττουν από χρήστες των πνευματικών δικαιωμάτων τα τέλη χρήσης τα οποία παρά ταύτα παρακρατούν και δεν αποδίδουν στις ενάγουσες". [ 52 ] Ο λόγος για τον οποίο γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης είναι έτσι ώστε να αναδειχτεί ο τρόπος με τον οποίο οι ενάγοντες με τη μαρτυρία αυτή έχουν δημιουργήσει μία εικόνα σε σχέση με την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3 η οποία δεν ανταποκρίνεται πλήρως σε σχέση με τα όσα στοιχεία οι εναγόμενοι με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Η εικόνα η οποία δημιουργείται βάσει της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης είναι πως η οποιαδήποτε συμμετοχή της εναγομένης 3 στο συγκεκριμένο τομέα της αγοράς συλλογής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων ήταν ως εξουσιοδοτημένοι αντιπροσώποι των εναγόντων τους οποίους εκπροσωπούσαν στην Κύπρο με σκοπό την είσπραξη συγγενικών δικαιωμάτων. [ 53 ] Αναφέρεται επίσης στη σελίδα 2 της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης πως οι ενάγοντες ανέθεσαν με την επίδικη συμφωνία την είσπραξη πνευματικών συγγενικών δικαιωμάτων για λογαριασμό τους στην Κύπρο και ότι συνεπώς οι "εναγόμενοι" ".ενεργούσαν κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης των Εναγόντων η οποία τους είχε παραχωρηθεί δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο 1". Βεβαίως η οποιαδήποτε ανάθεση βάσει της επίδικης συμφωνίας έγινε στην εναγόμενη 3 και όχι στους εναγόμενους στο σύνολο τους. Η αναφορά όμως, εντός αυτής της απόφασης, στη γραπτή αγόρευση γίνεται απλά έτσι ώστε να τονιστεί και με αυτό τον τρόπο η εικόνα την οποία ουσιαστικά οι ενάγοντες επεδίωξαν να δημιουργήσουν αναφορικά με τον περιορισμένο ουσιαστικά ρόλο της εναγομένης 3 στο συγκεκριμένο τομέα της αγοράς. [ 54 ] Επισημαίνω επίσης τα όσα η ενόρκως δηλούσα αναφέρει σχετικά στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της, μετά και από παράθεση των έξι τεκμηρίων (τεκμήριο 3 έως και 8). Δηλαδή, τα ακόλουθα. Πως κανένα από τα ποσά τα οποία αναφέρονται εντός των τεκμηρίων ".δεν έχει αποδοθεί στις ενάγουσες και τούτο δείχνει ένα σύστημα δράσης των εναγομένων ότι δηλαδή εξακολουθούν να παριστάνουν εαυτούς ως αντιπροσώπους των εναγουσών και με ψευδείς παραστάσεις να εισπράττουν από πελάτες των εναγουσών συγγενικά δικαιώματα τα οποία ιδιοποιούνται". Επιπλέον, ισχυρίζεται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της, πως ".έχει περιέλθει στην αντίληψη των εναγουσών ότι η εναγόμενη 3 μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας Τεκμήριο 1 εξακολουθεί να παρουσιάζεται σε πελάτες ως εξουσιοδοτημένη να καταρτίζει συμβάσεις με χρήστες συγγενικών δικαιωμάτων." παρουσιάζοντας και τρεις τέτοιες συμβάσεις ως τεκμήρια (τεκμήριο 9) οι οποίες περιήλθαν στην κατοχή "μας"[3] (δηλαδή, είτε των δικηγόρων των εναγόντων είτε των ίδιων των εναγόντων) από τους πελάτες και όχι από τους εναγόμενους. [ 55 ] Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως πραγματικά τα όσα τεκμήρια οι ενάγοντες έχουν επισυνάψει στην ένορκη δήλωση Παπουή δεν καταδεικνύουν ευθέως και με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια πως όντως η εναγόμενη 3 ενεργούσε με τον τρόπο τον οποίο ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα. Ο λόγος είναι απλός. Η εναγόμενη 3 δεν ενεργούσε μόνο ως αντιπρόσωπος των εναγόντων. Όπως εύλογα εκ πρώτης όψεως εξάγεται ως συμπέρασμα βάσει της μαρτυρίας την οποία οι ενάγοντες επέλεξαν να παρουσιάσουν προς υποστήριξη της αίτησης τους. [ 56 ] Θα μπορούσαν κάλλιστα οι ενάγοντες να είχαν αναφερθεί στη γενικότερη επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3 έτσι ώστε να αναδείκνυαν με επαρκώς πειστικό τρόπο πως όντως είτε η εναγόμενη 3 είτε όλοι οι εναγόμενοι ενεργούσαν με τον τρόπο τον οποίο ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα. Έτσι ώστε και να δικαιολογείται η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας από το Δικαστήριο μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. [ 57 ] Βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι πως οι ενάγοντες, σύμφωνα και με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασαν, απέτυχαν όχι μόνο να προβούν σε αυτή την απαραίτητη διάκριση αλλά ούτε καν κατέβαλαν οποιαδήποτε προσπάθεια έτσι ώστε αυτή να αναδειχτεί δια μέσω της μαρτυρίας αυτής. [ 58 ] Τα όσα σχετικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην παράγραφο 38 (Ι) έως και (V) έχουν σχέση και με την προαναφερόμενη διαπίστωση του Δικαστηρίου. [ 59 ] Βεβαίως εάν μελετηθεί προσεχτικά η ίδια η επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 1 στην αίτηση) είναι δυνατό η μελέτη αυτή να οδηγήσει σε συμπεράσματα αναφορικά αν όχι με την πραγματική εμβέλεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης 3 τουλάχιστον σε σχέση με τη δυνατότητα ή την έκταση αυτής της εμβέλειας. Συμπεράσματα τα οποία όμως οι εναγόμενοι με την όση υπόλοιπη μαρτυρία έχουν παρουσιάσει έχουν επιλέξει όχι απλά να υποβαθμίσουν αλλά να αγνοήσουν πλήρως καθώς δεν αναδεικνύεται με τη μαρτυρία η πιθανότητα η εναγόμενη 3 να ενεργούσε εντός του πλαισίου της δικής της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε σχέση με τις περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται από την ενόρκως δηλούσα. [ 60 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως δεν είναι αρκετό το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν επισυνάψει την επίδικη συμφωνία στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Σημασία έχει περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι έχουν παρουσιάσει τη λειτουργία αυτής της συμφωνίας κατά την εφαρμογή της. Επιλέγοντας ουσιαστικά να μην αναφερθούν σε οποιαδήποτε άλλη συναφή επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3 στην Κύπρο. Καθότι με αυτό τον τρόπο έχουν παρακάμψει ουσιαστικά και το ενδεχόμενο αυτή η δραστηριότητα να μην έχει σχέση καθόλου με την επίδικη συμφωνία. [ 61 ] Οι εναγόμενοι όμως έχουν παρουσιάσει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία και η εναγόμενη 3 δραστηριοποιείται ενεργά στον ίδιο ακριβώς τομέα. [ 62 ] Τονίζω και πάλι πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής και ούτε και οδηγείται σε τελικά συμπεράσματα προδικάζοντας την επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Όμως η σημασία της μαρτυρίας η οποία όντως παρουσιάστηκε έγκειται στο εξής. Όπως διαπιστώνεται, σε σχέση αποκλειστικά με το αίτημα των εναγόντων, η μαρτυρία την οποία παρουσίασαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό οικειοποίηση ξένων χρημάτων πραγματικά δεν αντέχει στην έστω και ελάχιστη βάσανο της λογικής. Καθότι τα στοιχεία τα οποία οι ενάγοντες παρουσίασαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους σε σχέση είτε με την είσπραξη οποιωνδήποτε χρημάτων είτε σε σχέση με τη συνομολόγηση συμφωνιών εύλογα θα μπορούσαν να είχαν σχέση με την αυτόνομη επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3 ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε συμβατικές δεσμεύσεις ως αντιπρόσωπος των εναγόντων εξουσιοδοτημένη από αυτούς για να εισπράττει συγγενικά δικαιώματα εκ μέρους τους. [ 63 ] Θεωρώ πως σε αυτό το σημείο της απόφασης αξίζει να σημειωθεί και το εξής. Αναμφίβολα ο τομέας της αγοράς στον οποίο δραστηριοποιούνται τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγόμενη 3 είναι ένας εξειδικευμένος τομέας. Το Δικαστήριο δεν έχει και ούτε θα έπρεπε να αναμενόταν από τους ενάγοντες να έχει, την οποιαδήποτε δικαστική γνώση αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας αυτού του τομέα. Μία εντύπωση όντως είναι εφικτό να σχηματιστεί σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας τόσο των εναγόντων όσο και της εναγομένης
  4. Όμως όταν πλέον παρουσιάζεται στο Δικαστήριο μία διαφορά μεταξύ διαδίκων σε σχέση με τη συνεργασία τους σε αυτό το συγκεκριμένο τομέα της αγοράς το ελάχιστο το οποίο θα ανέμενε το Δικαστήριο υπό μορφή μαρτυρίας είναι μία σαφέστερη εικόνα ως πρός την επιχειρηματική δραστηριότητα των διαδίκων στο σύνολο της έτσι ώστε να καθίσταται εφικτό να προσδιοριστεί εάν όντως υπάρχει η οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό παράβαση αυτής της συνεργασίας. Οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να δημιουργήσουν μία πλήρη εικόνα αυτής της επιχειρηματικής δραστηριότητας έτσι ώστε τα στοιχεία τα οποία έχουν παρουσιάσει προς απόδειξη των ισχυρισμών τους να κρίνονται επαρκή έτσι ώστε να κριθεί ότι όντως η εναγόμενη 3 ή ακόμη και οι εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν ή εξακολουθούν να ενεργούν με τον τρόπο τον οποίο οι ενάγοντες καλούν το Δικαστήριο να εμποδίσει με την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. [ 64 ] Η δε θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων στη γραπτή αγόρευση του επί αυτού του θέματος ουσιαστικά είναι ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν αποδείξει, εκ των προτέρων και συγκεκριμένα με τη διατύπωση των αποδείξεων και συμβάσεων των, αυτό το οποίο κρίνεται από το Δικαστήριο πως οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν. Αναφέρει συγκεκριμένα πως στα τεκμήρια 3 έως 9 προς υποστήριξη της αίτησης ".εφόσον δεν αναφέρεται ρητά ότι οι εκδοθείσες αποδείξεις και/ή οι συνομολογηθείσες νέες συμβάσεις δεν αφορούν τους πελάτες των Εναγόντων ή ότι εξαιρούνται οι πελάτες των Εναγόντων τότε είναι προφανές ότι τεκμηριώνεται ότι οι Εναγόμενοι εισπράττουν και για αυτούς ή ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο". Η θέση αυτή δεν γίνεται δεκτή ως βάσιμη από το Δικαστήριο. Πραγματικά διατηρώντας υπόψη και την παρόμοια επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης 3, την οποία οι ενάγοντες απέφυγαν να αναδείξουν με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης, θα μπορούσε να θεωρηθεί και πρωτάκουστο να προβάλεται αυτή η θέση βάσει της οποίας ουσιαστικά καλείται το Δικαστήριο να επιφορτίζει την εναγόμενη 3 με την υποχρέωση να αποδείξει αυτό το οποίο οι ίδιοι οι ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν αποκλείσει με τη δική τους μαρτυρία. [ 65 ] Αναφορικά με τη γενικότερη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και την εφαρμογή της στα δεδομένα όπως αυτά είναι δυνατό να εξαχθούν βάσει της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί στο σύνολο της παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 66 ] Συνοπτικά, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) και σχετική νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή των προϋποθέσεων οι οποίες αναφέρονται εντός αυτού για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, πρώτο, ότι εγείρεται κάποιο σοβαρό θέμα προς εκδίκαση κατά τη δίκη, δεύτερο, ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και τρίτο, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τέλος, εάν αυτές οι 3 προϋποθέσεις ικανοποιούνται τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. [ 67 ] Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τη νομολογία μας η πρώτη προϋπόθεση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο από την ανάδειξη μίας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ενώ με τη δεύτερη προϋπόθεση η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα, κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης αστικής υπόθεσης. Συνεπώς αναμένεται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Θεωρώ πως οι ενάγοντες έχουν αναδείξει μία συζητήσιμη υπόθεση ενώ με τα ίδια στοιχεία διαπιστώνεται η ύπαρξη της πιθανότητας να δικαιούνται σε θεραπεία. [ 68 ] Όμως σε σχέση με την προϋπόθεση πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και οι ενάγοντες επιτύχουν τελικά στην αγωγή τους, το Δικαστήριο κρίνει πως αυτή δεν ικανοποιείται καθότι σύμφωνα και με τη μαρτυρία την οποία οι ενάγοντες παρουσίασαν προς υποστήριξη της αίτησης τους και την αποτυχία ουσιαστικά να αποδείξουν τα όσα ισχυρίζονται σε σχέση με τις ενέργειες των εναγομένων προ της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση, κρίνεται πως δεν θα είναι αδυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως οι ενάγοντες με τη μαρτυρία την οποία έχουν προσκομίσει προς υποστήριξη της αίτησης του δεν έχουν αναδείξει την αναγκαιότητα όπως δοθεί από το Δικαστήριο μία ενδιάμεση θεραπεία μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. [ 69 ] Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ των επιτυχόντων διαδίκων δηλαδή των εναγομένων 1, 2 και 3 και εις βάρος των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εμφανώς και από τη χρήση του πληθυντικού του ρήματος «έχω» αλλά και το υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Παπουή η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση, πέραν από υιοθέτηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης Λαμπριανίδη, σε μεγάλο βαθμό αποτελείται από λέξη προς λέξη αντιγραφή αυτού του περιεχομένου. Η ίδια η Στάλω Παπουή ούτε καν ισχυρίζεται ότι έχει λάβει οποιαδήποτε συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων και λογικά ούτε και θα αναμενόταν να είχε λάβει τέτοια συμβουλή εφόσον και η ίδια είναι μία από τους δικηγόρους των εναγόντων. [2] Υπενθυμίζω απλά πως βεβαίως μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης λογίζεται και το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται επί της ένορκης δήλωσης. [3] Ενδεχομένως στην κατοχή των δικηγόρων των εναγόντων ή των ίδιων των εναγόντων καθότι και στην ένορκη δήλωση Λαμπριανίδη υπάρχει πανομοιότυπη χρήση της λέξης «μας». Αποτελεί και αυτή η αναφορά μία ένδειξη της αοριστίας της ένορκης δήλωσης Παπουή ενόψει και της αντιγραφής σχεδόν εξ ολοκλήρου της ένορκης δήλωσης Λαμπριανίδη. Θα μπορούσε η αναφορά σε «μας» να είχε εξειδικευτεί έτσι ώστε αυτή να ήταν σαφής και όχι αόριστη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.