← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 159/2006, 22/9/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 159/2006, 22/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A159 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 159/2006 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από την Λευκωσία Εναγόντων - και - ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ, από την Πάφο ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από την Πάφο ΧΑΜΠΟΥΛΑ ΜΑΡΙΟΥ, άλλως ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΖΑΜΠΑ, άλλως ΧΑΜΠΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, άλλως ΧΑΜΠΟΥΛΛΑ ΜΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, από την Πάφο ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ, από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση των εναγόντων ημερ. 12.7.2013 για έκδοση διατάγματος πώλησης ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 3 επί της οποίας υπάρχει επιβάρυνση με δικαστική απόφαση (ΜΕΜΟ). Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Κακογιάννη για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Καλαβάς για CONSTANTINOS KALAVAS L.L.C. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 14.10.2008 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 για το ποσό των €74.580,15 με τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €71.039,99 από 15.11.2005 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα. Η εν λόγω δικαστική απόφαση διαλάμβανε επίσης και διατάγματα εκποίησης της Υποθήκης με αριθμό Υ 3551/02 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου εναντίον του εναγόμενου 1 και της υποθήκης με αριθμό Υ 3693/01 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας εναντίον της εναγόμενης 3 και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων σε δημόσιο πλειστηριασμό, το δε προϊόν εκ της πωλήσεως τους να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της ως άνω απαιτήσεως των εναγόντων όπως και των εξόδων της αγωγής και οιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί αναλόγως στον εναγόμενο 1 και στην εναγόμενη

  1. Η υποθήκη με αριθμό Υ3693/01, αφορούσε το 1/2 μερίδιο του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 1856, τεμάχιο 222 που βρίσκεται στο Κάτω Πύργο Λευκωσίας. Απόφαση για το ίδιο πιο πάνω ποσό αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1,2 και 3 εκδόθηκε και εναντίον του εναγόμενου 4 στις 9.12.2008 Οι ενάγοντες, μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 14.10.2008 στις 20.11.2008 κατάθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας αντίγραφο της πιο πάνω δικαστικής απόφασης και επιβάρυναν (ΜΕΜΟ) την πιο πάνω ακίνητη περιουσία της εναγόμενης 3, με αριθμό ΕΒ 2554/
  2. Οι ενάγοντες προχώρησαν με την παρούσα αίτηση και αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η πώληση της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης 3 - καθ΄ης η αίτηση και διάταγμα όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή ή και έναντι της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των εναγόντων όπως και των δικαστικών εξόδων της παρούσας αίτησης. Η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται στην Δ.42 Θ. 1 - 4 και στην Δ.48 Θ 1- 6 και 7, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 14, 22, 23, 24 και 25 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Η αίτηση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, που είναι υπάλληλος τους, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκο του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην εκδοθείσα απόφαση εναντίον της εναγόμενης 3 - καθ΄ης η αίτηση, σε λεπτομέρειες αυτής και ότι η εναγόμενη 3 δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της. Αναφέρει επίσης, ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει η περιουσία την πώληση της οποίας ζητούν οι ενάγοντες, δεν αποτελεί την κατοικία της εναγόμενης 3 - καθ΄ ης η αίτηση και ότι η καθ΄ ης η αίτηση διαθέτει άλλη κατοικία για την ίδια και την οικογένεια της, ότι τα τέκνα της είναι ενήλικα και διαμένει μόνο με τον σύζυγο της και ότι η εναγόμενη 3 - η καθ΄ης η αίτηση διαθέτει άλλη πηγή εισοδημάτων ικανή για την συντήρηση της οικογενείας της και για την κάλυψη των αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της. Στην αίτηση και την ένορκη δήλωση των εναγόντων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια, η απόφαση ημερ. 14.10.2008 (Τεκμήριο Α), απόδειξη και έντυπο κατάθεσης ΜΕΜΟ (Τεκμήριο Β) Έκθεση Εκτίμησης του ακινήτου που ζητείται η εκποίηση (Τεκμήριο Γ) και Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (Τεκμήριο Δ). Σύμφωνα με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ημερ. 13.6.2014 (που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου) την 7.11.2011 εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον όλων των εναγομένων το οποίο αποσύρθηκε μετά από υποσχέσεις των εναγομένων περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους αλλά και γιατί διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κινητή περιουσία. Η εναγόμενη 3 - καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε στις 3.4.2014 ένσταση στη αίτηση και προβάλλει συνοπτικά τους ακόλουθους ως λόγους ένστασης: (α) Η αίτηση δεν είναι νομότυπη, είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στους νόμους και στα χρηστά ήθη. Η αιτήτρια χρησιμοποίει την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά. (β) Η έκθεση εκτίμησης των αιτητών (Τεκμήριο Γ) είναι πολύ υποτιμημένη, το ακίνητο έχει πολύ μεγαλύτερη αξία, σε σχέση με το ποσό που έχει εκτιμηθεί. (γ) Η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει, ο αριθμός των μελών της οικογένειας της καθ' ης η αίτηση και την οικία που η καθ' ης αίτηση διαμένει. (δ) Η ενάγουσα δεν καταδεικνύει ειδικό λόγο για τον οποίο να γίνει παράκληση της προϋπόθεσης που θέτει το άρθρο 22, του Κεφ.
  4. Δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησία της εναγόμενης 3, το οποίο είναι προϋπόθεση για την εκποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ακόμα και σε περίπτωση που έχουν προβεί προηγουμένως σε ένταλμα πώλησης κινητής περιουσίας, δεν έχει επισυναφθεί επί της ενόρκου δηλώσεως αντίγραφο της. (ε) Η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, καθότι ελλείπει το στοιχείο της καλής πίστης και είναι καθόλα ενοχλητική και καταπιεστική. (στ) Η καταχώρηση της αίτησης αναφορικά με το ΜΕΜΟ Μ.2355/08, συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος της ενάγουσας για εκποίηση του, εφόσον η αξία του ακινήτου υπερβαίνει κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό. (ζ) Η ενάγουσα δεν αναφέρει στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, λόγους για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται, απαιτείται και θα είναι επωφελής η χορήγηση της αιτούμενης άδειας για εκποίηση της περιουσίας σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης όπου η αξία των ακίνητων είναι υποτιμημένη. (η) Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η εναγόμενη 3 θα ζημιωθεί και θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά, καθότι η αξία του ακινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη και λόγω της οικονομικής κρίσης έχει εκτιμηθεί χαμηλά. Στην έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο Γ) αναφέρεται ότι το κτήμα έχει θετικές προοπτικές υπεραξίας εάν και εφόσον παρέλθει η οικονομική κρίση και ότι το ακίνητο έχει εκτιμηθεί λαμβάνοντας υπόψη την στασιμότητα που υπάρχει αυτή την περίοδο στην κτηματική αγορά. (θ) Το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ι) Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί. (κ) Η αιτήτρια δεν προχώρησε πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, στη λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της εναγόμενης 3 - καθ΄ης η αίτηση η οποία αναφέρει ότι έχει αναγνώσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και προβάλλει απαντητικούς ισχυρισμούς, όπως ότι, η εκτίμηση των αιτητών σε σχέση με την αξία του ακινήτου είναι πολύ υποτιμημένη και ότι το ακίνητο αξίζει πολύ περισσότερα και για αυτό θα υποστεί ζημιά σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, υποστηρίζει επίσης, πως λόγω των πιο πάνω η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και του δικαιώματος της ενάγουσας. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  5. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, ενώ στο δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο, κάλεσε τους συνηγόρους των διαδίκων να αγορεύσουν περαιτέρω αναφορικά με τον λόγο ένστασης (κ) και τα όσα υποστηρίχθηκαν από τον συνήγορο της καθ΄ης η αίτηση εναγόμενης 3 περί εφαρμογής του Νόμου Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 197

(1)/2003. Σχετική αναφορά στις θέσεις και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων γίνεται στην συνέχεια και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Η αίτηση των εναγόντων έχει ως νομική της βάση τα άρθρα 14, 22, 23, 24 και 25 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: 14.-
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:- (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αυτού (ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού. .........
  1. Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία.
  2. Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μονο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένεια του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του. Η τελευταία αυτή επιφύλαξη δεν εφαρμόζεται σε σχέση με οφειλές που δημιουργήθηκαν πριν από την 2α Μαϊου, 1919 ή σε σχέση με οφειλές που πρέπει να καταβληθούν από παρόν ή πρώην μέλος, οποιασδήποτε συνεργατικής εταιρείας, που είναι δεόντως εγγεγραμμένη ως τέτοια, δυνάμει των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, 1914, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.
  3. Κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπι αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους κάθε τέτοιο ένταλμα υπογράφεται από το δικαστή ή από ένα από τους δικαστές που διατάσσουν την έκδοση του.
  4. Τηρουμένων των διατάξεων του επόμενου άρθρου, όταν ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας παραμένει ανεκτέλεστο για ένα έτος από την έκδοση του, λόγω μόνο της μη πληρωμής των εξόδων που απαιτούνται για τη διεξαγωγή της πώλησης, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός δύναται να οπισθογράψει επί του εντάλματος ότι αυτό δεν έχει εκτελεστεί λόγω της μη πληρωμής των εξόδων, οπότε το ένταλμα επιστρέφεται στο Δικαστήριο που το έκδωσε και παύει να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ και αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο, πριν από την παρέλευση ενός έτους από την ημερομηνία της έκδοσης του εντάλματος, να διατάξει όπως αυτό παραμείνει σε ισχύ για τόσο περαιτέρω χρονικό διάστημα όπως το Δικαστήριο θα κρίνει σκόπιμο. Η Διαταγή 42 Θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα:
  5. Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and set out the property sought to be sold, giving the registration enumber, the locality, the kind of property, and its extent; it shall also set out the items making up the amount sought to be recovered, and shall have attached thereto the receipts or other evidence in support of any items for disbursements. There shall also be attached to the application an office copy of the judgment or order sought to be executed and the Land Registry Office certificates showing that the property sought to be sold stands registered in the debtor's name.
  6. The application shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expenses incidental to the execution thereof; the affidavit shall set forth in detail the number of the debtor's family, the house accommodation left, and (where necessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant's belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects.
  7. A copy of the application and the affidavit in support thereof shall be served upon the debtor.
  8. The writ of sale shall describe clearly the property to be sold and the property to be exempted, and embody any special directions given in regard to the sale. The order directing the issue of the writ shall be drawn up before the writ is issued. Οι συνήγοροι των αιτητών με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και στα σχετικά άρθρα που υποστηρίζουν την αίτηση τους, εισηγούνται ότι, η αίτηση πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και για αυτό είναι ορθό και δίκαιο όπως το δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα Αναφορικά με τους λόγους ένστασης υπό στοιχεία (α), (ε) και (στ), ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση αντιτάσσει έναντι της εκτίμησης που κατάθεσαν οι ενάγοντες ως Τεκμήριο Γ , τον λόγο της εναγόμενης 3 περί μεγαλύτερης αξίας του ακινήτου που ζητείται η εκποίηση, γεγονός το οποίο εισηγείται, αποτελεί προσπάθεια καταπίεσης της εναγόμενης 3 και εκβιασμό για εξόφληση του ποσού της δικαστικής απόφασης και εν τέλει υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας πράγμα που το δικαστήριο θα πρέπει να εμποδίσει, αναφέροντας νομολογία επί τους θέματος της κατάχρησης. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης υπό στοιχεία (β) και (η) και με βάση την πιο πάνω θέση σε σχέση με την εκτίμηση των αιτητών, εισηγείται ότι, η καθ΄ης η αίτηση θα υποστεί οικονομική ζημιά. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι, η εκτίμηση των αιτητών (Τεκμήριο Γ) δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή και για τον λόγο ότι, η ένορκη δήλωση των αιτητών και τα τεκμήρια της δεν παρέχουν κανένα στοιχειό από το οποίο θα μπορούσε το δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσον ο συντάκτης ή οι συντάκτες της κατέχουν τα προσόντα ή είναι ειδικοί στην εκπόνηση μελετών αναφορικά με την αξία ακινήτων. Προς υποστήριξη του λόγου ένστασης υπό στοιχείο (γ) που αφορά τις προϋποθέσεις της Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρει ο συνήγορος της εναγόμενης 3 - καθ΄ης η αίτηση, ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένταση δεν απαριθμούνται ακριβώς τα μέλη της οικογένειας της καθ' ης η αίτηση ή εάν υφίσταται άλλη οικία επαρκής για τη διαμονή της καθ΄ ης η αίτηση και της οικογένειας της, περαιτέρω δεν αναφέρεται, κατά πόσο είναι αναγκαίο να αφεθεί τμήμα γης για συντήρηση της εναγόμενης 3 και της οικογένειας της. Υποστηρίζει επίσης, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου για να διαπιστώσει ότι υφίσταται κινητή περιουσία δυνάμενη να κατασχεθεί κατά τρόπο που να πληρούνται οι πρόνοιες άρθρου 22 του Κεφ.
  9. Επίσης, εισηγείται πως, δεν υπάρχει συμμόρφωση με το άρθρο 23, αφού το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία αναφορικά με το που διαμένει η καθ΄ ης αίτηση και η οικογένεια της. Με αναφορά στο άρθρο
(10)του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003, εισηγείται ότι, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι οι αιτητές δεν έλαβαν κανέναν μέτρο εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη. Σε σχέση με το άρθρο 98 του Περί Πολιτικής δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 που επικαλούνται οι συνήγοροι των αιτητών στην αγόρευσης τους, αναφέρει ότι, στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής. Η εισήγηση ότι θα πρέπει να μην ληφθεί υπόψη η έκθεση εκτίμησης, καθότι δεν έχουν παρατεθεί ενώπιων του δικαστηρίου στοιχεία για να μπορέσει το δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσον ο συντάκτης ή οι συντάκτες της κατέχουν τα προσόντα ή είναι ειδικοί στην εκπόνηση μελετών αναφορικά με την αξία ακινήτων, απορρίπτεται με το ακόλουθο σκεπτικό. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, αναφορά κάνει και επικαλείται την έκθεση εκτίμησης η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο Γ, η έκθεση εκτίμησης αποτελεί μαρτυρία και στοιχείο της αίτησης, η οποία δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί, αφού ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης ενώ στην έκθεση εκτίμησης γίνεται αναφορά της ιδιότητα του συντάκτης της κάτι που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Η εναγόμενη 3 - καθ΄ ης η αίτηση ασκεί κριτική στην εκτίμηση που διενεργήθηκε και τον προσδιορισμό σε αυτή της αξίας του ακινήτου, την οποία παρουσίασαν οι ενάγοντες - αιτητές. Δεν αντιτάσσει όμως σε αυτή την κριτική της κάποια άλλη εμπεριστατωμένη εκτίμηση και επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση με διαφορετικές αξίες ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών της. Συνεπώς, τα όσα αναφέρει περί μεγαλύτερης αξίας του ακινήτου και κατ΄επέκταση ζημίας που θα προκληθεί στην ίδια δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση ή στοιχεία εναντίον της έκθεσης εκτίμησης που έχουν καταθέσει οι αιτητές. Η καθ΄ ης η αίτηση θα έπρεπε να τεκμηριώσει την θέση της με ανάλογη έκθεση εκτίμησης που να φαίνεται η διαφορά αξίας που ισχυρίζεται ότι υπάρχει. Επομένως, τα όσα αφορούν την κατά την δική της εκτίμηση αξία του ακινήτου, παραμένουν αόριστοι ισχυρισμοί και ως τέτοιοι απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία (β), (στ) (ζ) και (η) απορρίπτονται. Η εισήγηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, εκβιαστική και καταπιεστική, η οποία συνδέεται με την αξία του ακινήτου που η εναγόμενη επικαλείται ότι είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που έχει εκτιμηθεί, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης στην αίτηση, συμπαρασύρεται με βάση το ίδιο σκεπτικό που καταγράφεται πιο πάνω, αφού η εναγόμενη δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τέτοιο ισχυρισμό. Το άρθρο 22 του Κεφ. 6 καταγράφεται πιο πάνω. Η εισήγηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου απορρίπτεται. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13.6.2014 στην οποία αναφέρει ότι το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας που καταχωρήθηκε εναντίον των εναγόμενων αποσύρθηκε μετά από διαβεβαιώσεις τους ότι θα προβούν σε εξόφληση του χρέους και γιατί διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει κινητή περιουσία. Σε ότι αφορά την καταχώρηση του εντάλματος κατάσχεσης κινητών και την απόσυρση του πρόκειται για στοιχεία που επιβεβαιώνονται από το περιερχόμενο του φάκελου της υπόθεσης. Το πιο πάνω άρθρο αναφέρει επίσης, «ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι, «το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας αποσύρθηκε μετά από υποσχέσεις των εναγομένων περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους αλλά και γιατί διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κινητή περιουσία» και αυτά δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν έχει αντεξεταστεί και ούτε η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση εναγόμενη 3 - καθ΄ης η αίτηση απάντησε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (αφού λάμβανε σχετική άδεια προς τούτο από το Δικαστήριο) στην πιο πάνω θέση. Το περιεχόμενο της Δ.42 αναφέρεται πιο πάνω, η εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες την Δ.42 θ.2 για συγκεκριμένου λόγους ήτοι ότι δεν απαριθμούνται ακριβώς τα μέλη της οικογένειας της καθ' ης η αίτηση ή εάν υφίσταται άλλη οικία επαρκής για τη διαμονή της καθ΄ ης η αίτηση και της οικογένειας της περαιτέρω δεν αναφέρεται κατά πόσο είναι αναγκαίο να αφεθεί τμήμα γης για συντήρηση της εναγόμενης 3 και της οικογένειας της δεν γίνεται δεκτή. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, αναφέρει ότι, η περιγραφόμενη περιουσία της οποίας ζητείται η πώληση δεν αποτελεί την κατοικία της εναγόμενης και ότι η καθ΄ης η αίτηση διαθέτει άλλη κατοικία για την ίδια και την οικογένεια της, ότι τα τέκνα της είναι ενήλικα και ότι διαμένει μόνο με την σύζυγο της. Όλα τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί, η ενόρκως δηλούσα εναγόμενη 3 με την ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της δεν απορρίπτει τίποτε από τα πιο πάνω αλλά ούτε και τον ισχυρισμό ότι διαθέτει άλλη πηγή εισοδημάτων ικανή για τη συντήρηση της οικογένειας της και την κάλυψη των αναγκαίων της ιδίας και της οικογένειας της. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με το άρθρο 23 του Κεφ. 6 και τούτο γιατί η εναγόμενη 3 δεν αρνείται ότι η περιγραφόμενη περιουσία της οποία ζητείται η πώληση δεν αποτελεί την κατοικία της και ότι η ίδια διαθέτει άλλη κατοικία για την ίδια και την οικογένεια της. Σε ότι αφορά την εισήγηση περί εφαρμογής του άρθρου 10 του Περί Προστασίας, Ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003, καθότι οι αιτητές δεν έλαβαν κανένα μέτρο εκτέλεσης εναντίον του πρωτοτοφειλέτη και συνεπώς εμποδίζονται από το να επιδιώκουν πώληση ακινήτου που ανήκει σε εγγυητή παραπέμπω στο άρθρο 10 του Νόμου το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: 10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και των συνεγγυητών για την είσπραξη οφειλής αίτημα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του σχετική με το αίτημα μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την οφειλή που αποτελεί αντικείμενο σύμβασης εγγύησης αν ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει- (ί) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίί) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (α1) Σε περίπτωση που πιστωτής, στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής ή στα πλαίσια διαδικασίας μέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης, δεν αποδείξει ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες στον ίδιο διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, εάν αποδείξει- (
  1. i)ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (iϊί) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δύνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (β) όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής, και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοσή της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, και εκ συμφώνου δέχονται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προυπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (
  2. i)ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη, η οποία δεν έχει εκποιηθεί δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ο πιστωτής δεν δύναται να αιτηθεί την εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του εγγυητή, η οποία έχει υποθηκευτεί προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη είτε μέσω δικαστικής διαδικασίας, είτε με καταχώριση αίτησης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας του εγγυητή προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. Η συνήγορος των αιτητών με παραπομπή και στην υπόθεση Γεώργιου Μ. Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου ECLI:CY:AD:2015:A120, Πολιτική Έφεση 76/2010 ημερ. 19.2.2015, εισηγείται ότι, στην υπό κρίση περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος 197
(1)/2003 καθότι η εγγύηση της εναγόμενης δόθηκε το 1997 και ο Νόμος εφαρμόζεται σε σχέση με συβάσεις εγγυήσεις που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου (άρθρο 13
(1)) δηλαδή μετά την 31.12.2003. Ο Νόμος 197
(1)/2003 τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.2003 με τη Δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Το άρθρο 13 του Νόμου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του είχε ως εξής: 13.
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτού.» Στις 7.5.2015, ο Νόμος 58
(1)/2015, τροποποίησε μεταξύ άλλων και το άρθρο 13 του πιο πάνω Νόμου με την αντικατάσταση του εδαφίου
(1)αυτού με το ακόλουθο νέο εδάφιο: «
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτού καθώς και σε σχέση με συμβάσεις εγγυήσεις που συνήφθησαν πριν την εν λόγω ημερομηνία.» Συνεπώς η εισήγηση περί μη εφαρμογής του Νόμου γιατί η σύμβαση εγγύησης της εναγόμενης 3 υπογράφηκε στις 11/04/1997, δεν ευσταθεί, αφού με την πιο πάνω τροποποίηση καλύπτονται ουσιαστικά όλες οι εγγυήσεις που συνήφθηκαν και πριν και μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου 197(Ι)/2003. Η απόφαση στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος των αιτητών επικυρώθηκε από το Εφετείο με απόφαση του ημερομηνίας 19.2.2015 σε σχέση με την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου περί μη εφαρμογής του Νόμου σε εγγύηση που δόθηκε την 8.8.2000 πριν δηλαδή την 31.12.2003 ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου. Τόσο η πρωτόδικη απόφαση όσο και απόφαση στην έφεση εκδόθηκαν πριν την τροποποίηση που επέφερε ο Νόμος 58
(1)/2015 στον Νόμο 197(Ι)/
  1. Εισηγούνται επίσης, οι συνήγοροι των αιτητών, ότι έλλειψη αναφοράς του Νόμου και των άρθρων 9 και 10 αυτού στην Νομική Βάση της αίτησης εμποδίζει την επίκληση τους στο στάδιο των αγορεύσεων και κατ΄ επέκταση η σχετική εισήγηση του συνηγόρου της εναγόμενης 3 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Έχω παραθέσει πιο πάνω τα άρθρα 10 και 13 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Νόμου, ως αυτό είχε πριν από την τροποποίηση του , η κρινόμενη περίπτωση δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες του Νόμου 197(Ι)/
  2. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.7.2013, η ένσταση στις 3.4.2014 ενώ η ακρόαση της αίτησης άρχισε στις 12.6.2015 με την κατάθεση γραπτής αγόρευσης εκ μέρους των αιτητών και συνεχίστηκε με την κατάθεση της γραπτής αγόρευση του συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση 3 στις 15.6.2015 όπου στην συνέχεια καταχωρήθηκαν και συμπληρωματικές αγορεύσεις στις 11.9.2015 για τον λόγο που εξηγείται πιο πάνω. Βέβαια, θα μπορούσε μετά την πιο πάνω τροποποίηση του Νόμου, η εναγόμενη 3 να ζητήσει τροποποίηση της ένστασης της και να περιλάβει τα σχετικά άρθρα του Νόμου σε αυτή, όμως το ζήτημα πιστεύω δεν αφορά την ίδια την ένσταση αλλά με βάση το λεκτικό του πιο πάνω Νόμου αφορά την ίδια την αίτηση, που σύμφωνα με τον Νόμο και το λεκτικό του, θέτει όρους και προϋποθέσεις για την καταχώρηση αίτησης για εκποίηση περιουσίας εγγυητή, έτσι που θα μπορούσε να λεχθεί ότι καλύπτεται και από τον πρώτο λόγο της ένστασης της καθ΄ης η αίτηση 3 , ότι δηλαδή η αίτηση των αιτητών δεν είναι νομότυπη, είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στους νόμους και στα χρηστά ήθη. Τούτο που θέλω να καταλήξω είναι ότι το άρθρο 10 του Νόμου ναι μεν δίδει δικαιώματα και εξασφαλίσεις στους εγγυητές οι οποίοι μπορούν να τα ασκήσουν υποβάλλοντας σχετικό αίτημα με αίτηση (βλέπε άρθρο 9 του Νόμου 197(Ι)/2003), όμως το άρθρο 10 (δ) του Νόμου θεωρώ ότι είναι απαγορευτικό σε σχέση με τον ίδιο τον πιστωτή αφού αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη, η οποία δεν έχει εκποιηθεί δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ο πιστωτής δεν δύναται να αιτηθεί την εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του εγγυητή, η οποία έχει υποθηκευτεί προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη είτε μέσω δικαστικής διαδικασίας, είτε με καταχώριση αίτησης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας του εγγυητή προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου». Συνεπώς, τούτο το οποίο θεωρώ ότι, επιβάλει ο πιο πάνω Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 10 (δ) είναι ότι θα πρέπει ο πιστωτής που καταχωρεί αίτηση για εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του εγγυητή, η οποία έχει υποθηκευτεί προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη και υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει πρώτα προχωρήσει στην εκποίηση της υποθήκης του πρωτοφειλέτη και μετά να του δίδεται το δικαίωμα να στραφεί εναντίον του εγγυητή για την εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του (σε περίπτωση που παραμένει υπόλοιπο) διαφορετικά υπάρχει πραγματικό εμπόδιο προώθησης αίτησης για εκποίηση ακίνητης περιουσίας εγγυητή. Τα πιο πάνω, προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 10
(1)(δ) αφού η αμέσως προηγούμενη αναφορά του μέρος του άρθρου που καταγράφω πιο πάνω, καλύπτει την περίπτωση που το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ΄ όσον αφορά τον εγγυητή και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακίνητου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δε έχει ικανοποιηθεί και μετά έπεται η αναφορά «Νοείται ότι ............» που καταγράφω πιο πάνω. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, η δικαστική απόφαση διαλάμβανε επίσης και διατάγματα εκποίησης της Υποθήκης με αριθμό Υ 3551/02 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου εναντίον του εναγόμενου 1 (πρωτοφειλέτη) και της υποθήκης με αριθμό Υ 3693/01 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας εναντίον της εναγόμενης 3 (εγγυητή) και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων σε δημόσιο πλειστηριασμό, το δε προϊόν εκ της πωλήσεως τους να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της ως άνω απαιτήσεως των εναγόντων όπως και των εξόδων της αγωγής και οιονδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί αναλόγως στον εναγόμενο 1 και στην εναγόμενη 3. Συνεπώς κρίνω ότι η περίπτωση μας εμπίπτει στην πιο πάνω απαγόρευση του Νόμου και οι ενάγοντες - αιτητές εμποδίζονται από το να ζητούν την εκποίηση που ζητούν με την αίτηση τους. Συνεπακόλουθα και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τη έξοδα της αίτησης κρίνω ορθό όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για αυτά αφού η τροποποίηση του Νόμου 197(Ι)/2003 με τον Νόμο 58(Ι)/2005 έγινε μετά την καταχώρηση της αίτησης. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.