D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD ν. HADJIEFSTATHIOU TOURISM BROS LTD, Αρ. Αίτησης: 185/2015, 23/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A194 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 185/2015 Αναφορικά με τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 και Αναφορικά με την Διαιτησία μεταξύ: D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD Απαιτητών και HADJIEFSTATHIOU TOURISM BROS LTD Καθ' ών η Απαίτηση ---------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 31/07/2015 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31/07/
- Ημερομηνία: 23/10/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Ζ. Νικολαϊδης για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Γεωργιάδης για κ.κ. Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή Αίτηση και αιτούνται από το Δικαστήριο να αποφασίσει τα ακόλουθα νομικής φύσεως ερωτήματα: Α. Κατά πόσο η δεύτερη μελέτη επιμέτρησης της εκτελεσθείσας εργασίας στο Έργο, η οποία ετοιμάστηκε από τον Επιμετρητή Ποσοτήτων των Απαιτητών, κ. Μαρίνο Παναγιωτίδη, πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον Διαιτητή κατά την έκδοση της απόφασης στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας. Β. Κατά πόσο έχει διεξαχθεί δίκαια δίκη και/ή διαιτητική διαδικασία σύμφωνα και/ή σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης στην παρούσα διαιτησία και/ή νόμιμη διαδικασία. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, οι αιτητές καταχώρισαν και μονομερή αίτηση ημερ. 31/07/2015 με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου ως ακολούθως:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον κ. Άντη Σφήκα, διοριζόμενο Διαιτητή στην ως άνω αναφερόμενη Διαιτησία μεταξύ των μερών, από το να εκδώσει ενδιάμεση και/ή τελική απόφαση στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, Ανώτερος Ε.Δ. Πάφου, ο οποίος επιλήφθηκε της Αίτησης ικανοποιήθηκε εκ πρώτης όψεως ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου με βάση τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν και εξέδωσε προσωρινό διάταγμα ως το Α της Αίτησης με την διαφοροποίηση ότι θα ισχύει μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. O διαιτητής δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία ενώ οι καθ' ών η αίτηση το έπραξαν και καταχώρισαν ένσταση, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους το αιτούμενο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή να παύσει να ισχύει. Η μονομερής αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε το υπό κρίση προσωρινό διάταγμα στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Άρθρο 27
(1)και
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στην Δ.48, Θ. 1 - 7, 9, Δ.49, Δ.55 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Σπύρου Χατζηευσταθίου, ο οποίος εκθέτει τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα και σε αυτή επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Συνοπτικά σε αυτή, ο ενόρκως δηλών αναφέρει, ότι οι διάδικοι συνήψαν Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 03/06/2000 για την ανέγερση τουριστικού χωριού (Α΄ Φάση) στη Χλώρακα, Πάφος και Συμβόλαιο Ανάθεσης Εργασίας ημερομηνίας 13/10/2001 το οποίο αφορούσε την ανέγερση της Β΄ Φάσης του Έργου και αποτελούσε συνέχεια του ως άνω Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 03/06/
- Αντίγραφα τω εν λόγω εγγράφων επισυνάπτονται ως τεκμήριο
- Προέκυψαν διαφορές μεταξύ των μερών και εγέρθηκε η Αγ. Αρ. 1795/03 Ε.Δ. Πάφου και στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής παραπέμφθηκαν σε διαιτησία από το Δικαστήριο για επίλυση τους α) ο Τελικός Λογαριασμός, β) το Τελικό Διατακτικό και γ) Φιλοδώρημα. Κατά τις 08/08/2007 υπογράφηκε μεταξύ των μερών συμφωνία διαιτησίας η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο
- Οι διάδικοι συμφώνησαν στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας το διορισμό πραγματογνωμόνων για την ετοιμασία μελέτης επιμετρήσεων προς επίλυση των επίδικων θεμάτων και προς τούτο κατά τις 08/08/2007 υπέγραψαν Έγγραφο διορισμού (τεκμήριο 3) όπως διορίσουν δύο Επιμετρητές Ποσοτήτων, ένα διοριζόμενο από τον εργολάβο και ένα διοριζόμενο από τον Εργοδότη προς το σκοπό ετοιμασίας δύο ξεχωριστών μελετών (καταμέτρησης εκτελεσθείσας εργασίας). Οι Απαιτητές - Καθ' ών η Αίτηση διόρισαν τον κ. Μαρίνο Παναγιωτίδη και οι Καθ' ών η Απαίτηση - Αιτητές διόρισαν τον κ. Δημήτρη Χατζηπάκκο. Στη συνέχει ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι ο επιμετρητής ποσοτήτων των Αιτητών στην παρούσα αίτηση, προέβη σε επί τόπου μελέτη και αξιολόγηση της εκτελεσθείσας εργασίας στο Έργο και ακολούθως σε ετοιμασία πλήρους εμπεριστατωμένης, λεπτομερούς και σαφής μελέτης, συμφώνως και σε πλήρη συμμόρφωση με τους όρους εντολής και υποβλήθηκε στον διαιτητή εντός της δοθείσας προθεσμίας. Αντιθέτως, ο κ. Παναγιωτίδης επιμετρητής των καθ' ών η αίτηση, ουδέποτε προέβηκε σύμφωνα με τις οδηγίες σε επιμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας επί τόπου αλλά τα ευρήματα του βασίζονται σε μετρήσεις εργολάβου ή αρχιτέκτονα ή επί των σχεδίων, στα οποία έγιναν πολλές αλλαγές. Μετά την υποβολή της εν λόγω ελλιπούς μελέτης, κατά τις 15/05/2008 προχώρησε χωρίς κανένα σχόλιο από πλευράς του διαιτητή, σε αυθαίρετη υποβολή δεύτερης μελέτης. Οι αιτητές έφεραν ένσταση στην υποβολή της δεύτερης μελέτης καθότι αυτό δεν προνοείται από το έγγραφο διορισμού και συνιστά αυθαίρετη και καταχρηστική παρέκκλιση από τους όρους εντολής του διαιτητή. Από συμβουλή που λαμβάνει από τους δικηγόρους του, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το κατά πόσο η δεύτερη μελέτη θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ή όχι από τον διαιτητή συνιστά νομικό θέμα και ως τέτοιο θα έπρεπε να παραπεμφθεί από τον διαιτητή με την υποβολή σχετικού ερωτήματος στο Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.4, εφόσον ο διαιτητής ως μη δικηγόρος, σύμφωνα με τη Δ.49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν έχει εξουσία να αποφασίζει επί νομικών θεμάτων όπως αυτό. Πιο κάτω αναφέρει ότι στις 03/07/2015 οι αιτητές υπόβαλαν γραπτή αγόρευση προς τον διαιτητή και η οποία περιλαμβάνει ειδική αναφορά στο ως άνω αναφερόμενο νομικό σημείο καθώς και στην έλλειψη εξουσίας από μέρους του να αποφασίζει επί νομικών θεμάτων καθότι δεν έχει το αναγκαίο ακαδημαϊκο υπόβαθρο. Περαιτέρω, τον κάλεσαν όπως γνωστοποιήσει εντός τριών ημερών από τις 03/07/2015 την πρόθεση του επί του ως άνω αναφερόμενου ζητήματος, το οποίο σχετίζεται άμεσα με τη λήψη και αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Ο διαιτητής δεν ανταποκρίθηκε μέχρι σήμερα στο ως άνω αίτημα και δεν γνωστοποίησε την πρόθεση του ως προς την αξιολόγηση της δεύτερης μελέτης επιμέτρησης των καθ' ών η αίτηση. Παρά το γεγονός ότι ο διαιτητής ανέφερε ότι θα προχωρήσει σε έκδοση της απόφασης του στη διαιτητική διαδικασία μέχρι τη Δευτέρα 03/08/2015, εντούτοις δεν τοποθετήθηκε ως προς το ως άνω αναφερόμενο νομικό θέμα (βλ. τεκμήριο 6). Εν όψει των πιο πάνω, είναι η θέση του ότι η εξέταση του εν λόγω νομικού θέματος είναι επιτακτική από το Δικαστήριο ώστε να καταστεί δυνατός ο καθορισμός της έκτασης της μαρτυρίας και συνεπώς η αξιολόγηση αυτής από το Διαιτητή. Είναι η θέση του ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι επείγουσας φύσεως καθότι είναι εμφανές από το τεκμήριο 6 ότι ο διαιτητής μέχρις τις 03/08/2015 θα εκδώσει την απόφαση του ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αιτητές θα βρεθούν σε δυσμενέστατη θέση και τα δικαιώματα τους θα τύχουν άμεσου και δυσμενούς επηρεασμού καθότι θα αφεθεί ο διαιτητής να αποφανθεί επί αμιγώς νομικού ζητήματος, γεγονός το οποίο δεν εμπίπτει στις δυνατότητες του λόγω έλλειψης ακαδημαϊκού υποβάθρου. Αν ο διαιτητής λανθασμένα αποφασίσει να στηριχθεί επί της δεύτερης μελέτης επιμέτρησης η οποία υποβλήθηκε εκπρόθεσμα τότε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών καθότι ο διαιτητής αδυνατεί να αξιολογήσει και να αποφασίσει κατά πόσο δύναται να στηριχθεί επί μαρτυρίας η οποία προσάχθηκε παρά την ρητή ένσταση των αιτητών και ο αρμόδιος να το πράξει είναι το Δικαστήριο. Το νομικό ερώτημα κατά πόσο ο διαιτητής θα πρέπει να λάβει υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης του τη δεύτερη επιμέτρηση ποσοτήτων είναι άμεσα συνδεδεμένο με την μαρτυρία την οποία θα κληθεί να αξιολογήσει και την διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας σύμφωνα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του την δεύτερη εκτίμηση, τότε η ενώπιον του διαιτητή μαρτυρία κλείνει με την έκθεση επιμέτρησης των αιτητών και την αρχική τρισέλιδη επιμέτρηση των καθ' ών η αίτηση. Είναι η θέση του ότι οι αιτητές έχουν πολύ καλή υπόθεση και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και υφίσταται πρόδηλος κίνδυνος άμεσου και δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των αιτητών καθότι θα αφεθεί ο διαιτητής να εξετάσει εκπρόθεσμη και αυθαίρετη υποβληθείσα μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του ως προϊόν δεύτερης σκέψης εκ μέρους των καθ' ών η αίτηση με σκοπό να καλύψουν και να ενισχύσουν εκ των υστέρων την εξ' αρχής ελλιπή υποβληθείσα έκθεση του πραγματογνώμονα. Πληρούνται αναφέρει οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να αποφασίσει επί του εγειρόμενου νομικού ζητήματος. Ο διαιτητής παρά το έγγραφο αίτημα των αιτητών για παραπομπή του νομικού ζητήματος στο Δικαστήριο παρέλειψε και αρνήθηκε όχι μόνο να γνωστοποιήσει την πρόθεση του αλλά και να προβεί στο ενδεδειγμένο δικονομικό διάβημα στο Δικαστήριο. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία παρουσιαστήκαν μονομερώς από τους αιτητές, εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους η οποία καταχωρήθηκε στις 10/08/2015 προβάλλουν 10 λόγους για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί ως ακολούθως: Η επωνυμία των αιτητών είναι λανθασμένη. Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής διότι δεν συμπεριλαμβάνεται το άρθρο 9 του Κεφ.6 Λανθασμένα οι αιτητές συμπεριέλαβαν στη νομική βάση της αίτησης τη Δ.49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπήρξε υπό τις περιστάσεις μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας γενική και/ή ενδιάμεσης αίτησης. Οι αιτητές παρουσίασαν στο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή απέκρυψαν σχετικά γεγονότα. Οι αιτητές κωλύονται λόγω παραδοχών και/ή υποσχέσεων και/ή συμπεριφοράς και/ή εγγράφων να προωθούν την παρούσα γενική και/ή ενδιάμεση αίτηση. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή έγινε για αλλότριο σκοπό και/ή με έλλειψη καλής πίστης. Δεν υπάρχει καλή βάση της γενικής αίτησης ούτε σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε περίπτωση που ακυρωθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στους αιτητές ενώ αντίθετα η συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά στους καθ' ών η αίτηση. Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, οι αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους. Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Τσουκαλά λογιστή των καθ' ών η αίτηση και ο οποίος εκθέτει τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών, συνοπτικά, αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του κ. Χ΄΄ Ευσταθίου στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης του ομολογίας είναι παραπλανητικοί. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι προέκυψαν διαφορές σε σχέση με το Συμβόλαιο Εργολαβίας ημερομηνίας 03/06/2000 και οι καθ' ών η αίτηση παρέπεμψαν τις απαιτήσεις του σε διαιτησία ενώ οι αιτητές καταχώρισαν την Αγ. Αρ. 1795/
- Καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν αιτήσεις αναστολής των διαδικασιών και τελικά η αίτηση των αιτητών για αναστολή της διαιτητικής διαδικασίας απορρίφθηκε ενώ η αίτηση των καθ' ών η αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας πέτυχε λόγω ρήτρας διαιτησίας στο συμβόλαιο. Ασκήθηκε έφεση από τους αιτητές και για τις δύο αποφάσεις. Προτού εκδικαστούν αποσύρθηκαν από το Εφετείο αφού τα μέρη είχαν καταλήξει ότι οι μεταξύ τους διαφορές θα εκδικαστούν σε μια διαιτητική διαδικασία. Σε αυτή τη βάση έγινε η συμφωνία διαιτησίας ημερομηνίας 08/08/2007 και η δικαιοδοσία του διαιτητή πηγάζει αποκλειστικά από αυτή. Ουδέποτε εκδόθηκε διάταγμα παραπομπής των διαφορών των μερών σε διαιτησία στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής. Συνεπεία των πιο πάνω, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι δεν εφαρμόζεται και δεν είναι σχετική η Δ.49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πέραν των πιο, φαίνεται ο ενόρκως δηλών να συμφωνεί ότι ταυτόχρονα με την πιο πάνω συμφωνία διαιτησίας υπογράφτηκε και συμφωνία διορισμού 2 επιμετρητών. Αναφέρει επίσης, ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι ο διαιτητής θα ενεργούσε και ως εμπειρογνώμονας και θα αποφάσιζε για όλα τα θέματα επί των οποίων δεν θα κατέληγαν σε συμφωνία οι επιμετρητές. Περαιτέρω, θα αποφάσιζε και για όλα τα εναπομείναντα ζητήματα. Πιο κάτω στην ένορκη δήλωση ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως τεκμήριο Β δέσμη από 20 επιστολές που ανταλλάχθηκαν στα πλαίσια της διαιτησίας για να καταδείξει ότι οι ισχυρισμοί του κ. Χ΄΄ Ευσταθίου που αναφέρονται στις παραγράφου 6 - 8 της ένορκης του δήλωσης δεν είναι ορθοί. Επεξηγώντας τη θέση αυτή, παραδέχεται ότι πράγματι είχε προκύψει διαφωνία μεταξύ των μερών αναφορικά με την ισχυριζόμενη δεύτερη υποβολή έκθεσης από τον επιμετρητή των καθ' ων η αίτηση και παραπέμπει στις επιστολές ημερομηνίας 31/03/2008, 10/04/2008, 27/05/2008, 28/05/2008 και 02/06/
- Το ζήτημα αυτό το οποίο εγείρεται με την παρούσα αίτηση είχε προκύψει τουλάχιστον από το
- Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο διοικητικός σύμβουλος των καθ' ών η αίτηση κ. Διονύσιος Σταυρινός και ο δικηγόρος του Άγις Γεωργιάδης παρέστησαν σε συνάντηση της διαιτητικής διαδικασίας στις 23/07/2009 με παρόντες το διαιτητή, τον διοικητικό σύμβουλο των αιτητών κ. Σπύρο Χ΄΄ Ευσταθίου και τον τότε δικηγόρο του κ. Κωνσταντίνο Μέσσιο, όπου συμφωνήθηκε ότι η διαφωνία που είχε προκύψει αναφορικά με τις υποβολές των επιμετρήσεων θα λυνόταν με την απαρίθμηση από τον διαιτητή των διαφορών μεταξύ των εν λόγω υποβολών και την καταβολή προσπάθειας από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να περιορίσουν τα επίδικα θέματα. Μεταξύ άλλων, θα γίνονταν συναντήσεις στο έργο, με παρόντες τους επιμετρητές, με σκοπό να περιοριστούν οι διαφορές. Μετά την συνάντηση, ο τότε δικηγόρος των αιτητών έστειλε την επιστολή ημερ. 27/07/2009, επιβεβαιώνοντας ότι συμφωνούσε με τη διαδικασία που θα ακολουθείτο. Μετά τα παραπάνω γεγονότα, η διαφωνία θεωρήθηκε από όλα τα μέρη ως λήξασα, όπως φαίνεται και από την επιστολή των αιτητών ημερομηνίας 11/05/
- Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι αιτητές σκόπιμα απέκρυψαν τα παραπάνω γεγονότα για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής ενήργησε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και έστειλε στα μέρη την επιστολή ημερομηνίας 02/03/2011 και οι αιτητές συνέχιζαν να συμμετέχουν και να επιδοκιμάζουν τη διαδικασία, χωρίς ένσταση, όπως προκύπτει και από το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 11/03/
- Με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 14/03/2011 οι αιτητές επανέφεραν το ζήτημα της ισχυριζόμενης δεύτερης υποβολής έκθεσης από τον επιμετρητή των καθ' ών η αίτηση, αναφέρθηκαν σε επιφύλαξη για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Δικαστήριο και επέσυραν την προσοχή του διαιτητή στη συμφωνία να μην προσαχθεί προφορική μαρτυρία. Οι καθ' ών η αίτηση απάντησαν στις 15/03/2011 και ακολούθησε επιστολή του διαιτητή ημερ. 08/04/2011 και τα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 21/04/2011 και 09/05/
- Με την επιστολή ημερομηνίας 27/05/2011 οι αιτητές επανέφεραν το ζήτημα της παραπομπής νομικού ερωτήματος στο Δικαστήριο αναφορικά με διαφορετικά ζητήματα και ακολούθησε η απάντηση των καθ' ών η αίτηση με την επιστολή τους ημερομηνίας 30/05/
- Τελικά τα μέρη συμφώνησαν να μην γίνει παραπομπή οποιουδήποτε νομικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, αλλά όλα τα επίδικα ζητήματα να αποφασιστούν από τον διαιτητή, όπως επιβεβαιώθηκε γραπτώς από τον τότε δικηγόρο των αιτητών στις 17/06/
- Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι αιτητές σκόπιμα απέκρυψαν και αυτά τα γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Επίσης, αναφέρει ότι με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29/06/2011 οι αιτητές απαίτησαν από τον διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση της απόφασης του και δεν ήγειραν οποιαδήποτε ένσταση για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι η συμφωνία των μερών να μην παραπεμφθούν νομικά ερωτήματα στο Δικαστήριο ήταν καθοριστική της μετέπειτα διαιτητικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, βασιζόμενοι στη συμφωνία, οι καθ' ών η αίτηση αποδέχτηκαν να γίνουν ενδελεχείς μετρήσεις στο έργο από το διαιτητή. Ο διαιτητής επίσης βασίστηκε στη συμφωνία και προέβη σε μετρήσεις στο έργο και δεν βασίστηκε αποκλειστικά στις εκθέσεις των επιμετρητών. Η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα και πολυέξοδη. Ο λόγος που συμφωνήθηκε αυτή η διαδικασία ήταν ότι παρά τις προσπάθειες του διαιτητή, δεν κατέστη δυνατό οι επιμετρητές να ετοιμάσουν κοινή έκθεση ή έστω εκθέσεις που να είναι μεταξύ τους συγκρίσιμες. Επίσης, βασιζόμενοι στη συμφωνία, οι καθ' ών η αίτηση δεν έλαβαν οποιοδήποτε διάβημα αναφορικά με τις προηγούμενες υποβολές των επιμετρητών αλλά αποδέχτηκαν να αφήσουν το διαιτητή να προβεί σε δικές του μετρήσεις όπου δεν μπορούσε να καταλήξει σε απόφαση από τα έγγραφα και τις εκθέσεις που είχαν μέχρι τότε υποβληθεί. Και αυτά τα γεγονότα, αναφέρεται αποκρύφτηκαν από το Δικαστήριο. Πιο κάτω αναφέρεται ότι με επιστολή ημερομηνίας 10/06/2012, ο διαιτητής ενημέρωσε τα μέρη ότι θα τους καλούσε για κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Οι αιτητές δήλωσαν την ετοιμότητα να συνεργαστούν με τον διαιτητή για έκδοση της απόφασης, όπως φαίνεται και από την επιστολή ημερο. 25/06/
- Η τελευταία συνάντηση της διαιτησίας έγινε στις 20/03/
- Στην εν λόγω συνάντηση, οι δικηγόροι των μερών δήλωσαν ότι ουδεμία ένσταση είχαν για την διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι τότε, συμφώνησαν ότι θα περιορίζονταν στην υποβολή αγορεύσεων προς τον διαιτητή για συγκεκριμένα ζητήματα που παρέμεναν προς εξέταση και ότι εξουσιοδοτούσαν τον διαιτητή να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης με τα μέχρι τότε ενώπιον του στοιχεία. Και αυτά τα γεγονότα τα απέκρυψαν οι αιτητές όπως αναφέρεται. Στις 14/04/2015, ο διαιτητής ζήτησε με επιστολή του (τεκμήριο Γ) να υποβληθούν αγορεύσεις επί συγκεκριμένων ζητημάτων και στη συνέχεια θα επιφύλασσε την απόφαση του και ουδεμία ένσταση προβλήθηκε αναφορικά με τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί. Στις 16/05/2015 ο διαιτητής ενημέρωσε τους καθ' ών η αίτηση με επιστολή, τεκμήριο Δ, ότι είχε λάβει επιστολή ημερ. 14/05/2015, τεκμήριο Ε, από τον νέο δικηγόρο των αιτητών που αντικατέστησε τον κ. Μέσσιο και στην οποία αναφέρεται ρητά ότι ο νέος δικηγόρος των αιτητών έλαβε τον πλήρη φάκελο της διαιτησίας από τον προηγούμενο δικηγόρο. Από την επιστολή αυτή του νέου δικηγόρου είναι εμφανές, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλούντας, ότι οι αιτητές προσπαθούν απεγνωσμένα και με σαθρά και στερούμενα ειρμού επιχειρήματα να εμποδίσουν την έκδοση διαιτητικής απόφασης. Μεταξύ άλλων, ζήτησαν από τον διαιτητή να προβληματιστεί κατά πόσο θα έπρεπε να παραπέμψει νομικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, που όμως δεν διευκρινίζονταν στην επιστολή. Οι καθ' ών η αίτηση απάντησαν στην εν λόγω επιστολή με την επιστολή τους ημερομηνίας 20/05/2015 (τεκμήριο ΣΤ). Στην εν λόγω επιστολή οι αιτητές απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 11/06/2015, τεκμήριο Ζ για λήψη μέτρων και ο διαιτητής απέστειλε επιστολή την ίδια ημέρα. Την επομένη μέρα οι αιτητές έστειλαν νέα επιστολή προς τον διαιτητή, τεκμήριο Θ και απαίτησαν να αποφανθεί εντός της ημέρας επί του αιτήματος τους για παράταση του χρόνου υποβολής της αγόρευσης τους και δεν ήγειραν ζήτημα παραπομπής νομικού ερωτήματος. Οι καθ' ών τοποθετήθηκαν επί τους θέματος αυτού με επιστολή τους ίδιας ημερομηνίας, τεκμήριο Ι και ο διαιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 14/06/2015 παραχώρησε παράταση χρόνου στους αιτητές και καθόρισε ως νέα ημερομηνία έκδοσης της απόφασης τις 03/08/
- Πιο κάτω συνεχίζεται η εξιστόρηση του τι ακολούθησε και ότι οι αιτητές υπέβαλαν στο διαιτητή την αγόρευση τους επαναφέροντας το θέμα του νομικού ερωτήματος. Επίσης, αναφέρεται και σε άλλη αλληλογραφία που έλαβε χώρα. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο στοιχεία και παρουσίασαν λανθασμένα στοιχεία. Ουσιαστικά αναφέρουν ότι το όλο θέμα εγέρθηκε από το 2008 και κατά το 2011 συμφωνήθηκε όπως μην γίνει παραπομπή οποιουδήποτε νομικού ερωτήματος στο Δικαστήριο και ο διαιτητής να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα της διαφοράς. Βάση της πιο πάνω συμφωνίας οι καθ' ών η αίτηση αναδιαμόρφωσαν τις θέσεις του και τη διαδικασία διαιτησίας και θα ήταν άδικο να επιτραπεί στους αιτητές να αποστούν από την εν λόγω συμφωνία. Ουδεμία αδικία θα προκληθεί στους αιτητές σε οποιαδήποτε περίπτωση αφού ο διαιτητής ακολούθησε με ευλάβεια τη διαδικασία όπως συμφωνήθηκε από τα μέρη. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι τα ερωτήματα που τίθενται με τη γενική αίτηση δεν είναι αμιγώς νομικά ούτε αφορούν το δίκαιο της απόδειξης και εν πάση περιπτώσει δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακύρωση του διατάγματος ουδεμία ζημιά θα επιφέρει στους αιτητές και οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της αίτησης περί τούτου είναι γενικοί και αόριστοι. Αντίθετα, η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά στους καθ' ών η αίτηση. Οι απαιτήσεις των καθ' ών η αίτηση που υπάχθηκαν σε διαιτησία είναι για £439,081.20 πλέον τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α.. Εκκρεμούν από το
- Λόγω διαφόρων διαδικαστικών επιπλοκών, η υπόθεση τους εκκρεμεί εδώ και 12 χρόνια. Τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία των μερών για να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να εκδοθεί απόφαση. Θα προκαλούσε σοβαρή αδικία σε βάρος των καθ' ών η αίτηση να επιτραπεί στους αιτητές να αποστούν από τις συμφωνίες και δηλώσεις τους και ουσιαστικά να επανανοίξουν την υπόθεση ενώ επιφυλάχθηκε τελική διαιτητική απόφαση. Επίσης, θα προκαλούσε σοβαρή καθυστέρηση στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης και επομένως σοβαρή ζημιά στους καθ' ών η αίτηση. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων οι οποίες ετοιμάστηκαν και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες τις πλευρές. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή του περιεχομένου τους και ομολογώ ότι είναι ικανότατες και από τις δύο πλευρές, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ σε θέσεις των μερών κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και όπου κρίνεται σκόπιμο. Αρκεί να σημειωθεί ότι κατά την ακρόαση αποσύρθηκε ο 1ος λόγος ένστασης που αφορούσε το λανθασμένο όνομα των αιτητών και δηλώθηκε από αμφότερες της πλευρές ότι το σωστό είναι Hadjiefstathiou Bros Tourist Enterprises Ltd και μπορεί να γίνει ανάλογη τροποποίηση από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι οι ακόλουθες:
- To Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το πιο πάνω άρθρο έχει ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and another
(1982)1 C.L.R. 557, Aνδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννας Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Aλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Eκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην Τ.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
- HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
- Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Μichael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re X΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους, Πολ. Αίτηση Αρ. 27/10, Ημερομηνίας 23/12/2010 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την εξέταση της ουσίας της αίτησης και των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, θα πρέπει πρώτα να εξετάσει το λόγο ένστασης ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, καθότι τυχόν επιτυχία του λόγου αυτού, το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς κατά παρέκκλιση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και το Δικαστήριο βασίστηκε στα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στην μονομερή αίτηση για την έκδοση του και μόνο. Ο αιτητής όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1A A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α., Πολ. Εφεση. Αρ. 310/2008, Ημερομηνίας 17/06/2011). Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. V Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.» Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην παρούσα αίτηση, οι αιτητές αναφέρουν στην ένορκη τους ομολογία ότι προέκυψε θέμα με την κατάθεση της δεύτερης επιμέτρησης ποσοτήτων από τον επιμετρητή των καθ' ών η αίτηση κ. Παναγιωτίδη στις 15/05/2008 και ότι έφεραν ένσταση στην κατάθεση της στον διαιτητή διότι ήταν εκπρόθεσμη. Ακολούθως, αναφέρουν ότι το ζήτημα είναι νομικό και δεν είναι σε θέση ο διαιτητής να το αποφασίσει και ότι στις 03/07/2015, όταν οι αιτητές υπέβαλαν την αγόρευση τους πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης του διαιτητή ήγειραν το ζήτημα και ζήτησαν από το διαιτητή να τους ενημερώσει αναφορικά με την πρόθεση του για αξιολόγηση της δεύτερης αυτής μελέτης χωρίς ανταπόκριση. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι οι αιτητές αναφερόμενοι στο πιο πάνω ζήτημα, αρχίζουν από την ημέρα που προέκυψε, δηλαδή το 2008 και ακολούθως προχωρούν κατευθείαν στο 2015 αμέσως πριν από την έκδοση τελικής απόφασης από τον διαιτητή χωρίς να προβαίνουν σε οποιαδήποτε άλλη αναφορά σε σχέση με το τί έγινε, τόσο με αυτό το ζήτημα όσο και με τη διαδικασία διαιτησίας που ακολουθήθηκε στο μεσοδιάστημα. Οι καθ' ών η αίτηση, με την ένσταση τους παραθέτουν σωρεία γεγονότων που ακολούθησαν της έγερσης του ζητήματος αυτού από τους αιτητές το 2008 αλλά και γεγονότα που σχετίζονται με τη διαδικασία διαιτησίας που ακολουθήθηκε. Οι αιτητές με κανένα τρόπο φαίνεται να αμφισβητούν την ύπαρξη αυτών των γεγονότων, τα οποία δεν αναφέρουν στην μονομερή τους αίτηση. Το κύριο ερώτημα το οποίο προκύπτει εδώ είναι κατά πόσο τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται με την ένσταση των καθ' ών η αίτηση, είναι ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος και θα έπρεπε να αποκαλυφθούν και/ή να αναφερθούν στην μονομερή αίτηση των αιτητών. Κατ' αρχή με βάση το συνυποσχετικό (βλ. τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης της αίτησης), καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο διαιτητής θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Μεταξύ αυτών, θα είχε δικαίωμα να καθορίζει χρονοδιάγραμμα για την υποβολή όλων των απαιτούμενων εγγράφων παρέχοντας την ευκαιρία προς τα μέρη να εκθέσουν, να υπερασπιστούν και να αντικρούσουν τις απόψεις και θέσεις συμφώνως, κατά το δυνατόν, προς τους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας. Θα είχε επίσης, δικαίωμα να καθορίζει την ακολουθητέα διαδικασία και τα χρονοδιαγράμματα και γενικά κάθε διαδικαστικό θέμα. Θα ακολουθούσε επίσης τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και τις διαδικασίες του Νόμου και, κατά το δυνατόν, τους κανόνες απόδειξης. Περαιτέρω, η διαιτητική διαδικασία θα διέπεται από το Κεφ.4. Πέραν των πιο πάνω, με το τεκμήριο 3, τα μέρη συμφώνησαν στον διορισμό δύο επιμετρητών ποσοτήτων, ένα για το κάθε μέρος, οι οποίοι θα υπέβαλλαν τη μελέτη τους προς το διαιτητή εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος των 15 εβδομάδων από τις 08/08/2007 που υπογράφηκε το σχετικό έγγραφο διορισμού τους. Επίσης, αναφέρεται στο τεκμήριο 3 ότι ο διαιτητής θα δικαιούται να παραχωρήσει λογική παράταση και ότι σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους επιμετρητές δεν συμμορφωθεί με τις προθεσμίες, ο διαιτητής θα μπορεί να αποφασίσει τα επίδικα θέματα βασιζόμενος στη μελέτη του άλλου επιμετρητή και μόνο. Πέραν των πιο πάνω, προνοείται ότι οι επιμετρητές ποσοτήτων θα προσπαθήσουν να ετοιμάσουν από κοινού μελέτη προς το διαιτητή αλλά προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δικαιούται να καθορίσει ο ίδιος την ορθή ποσότητα και/ή την ορθή τιμή μονάδος για την αντίστοιχη εργασία ανεξαρτήτως των σχετικών πορισμάτων. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένσταση των καθ' ών η αίτηση, ο τότε δικηγόρος των αιτητών, με επιστολή του στο διαιτητή ημερομηνίας 27/05/2008 αναφέρει ότι οι επιμετρητές υπέβαλαν τις μελέτες τους στις 03/04/2008 και πέραν τούτων δεν μπορεί να αποδεχθεί οποιαδήποτε άλλη μελέτη. Σε αυτή την επιστολή απάντησε ο συνήγορος των καθ' ών η αίτηση με την επιστολή του ημερομηνίας 28/05/2008 και δίδει μια άλλη ερμηνεία σε σχέση με την υποβολή της δεύτερης μελέτης του επιμετρητή των καθ' ών η αίτηση την οποία υπέβαλε στις 15/05/2008 στον διαιτητή. Ακολούθησε άλλη αλληλογραφία με επίκεντρο την δεύτερη αυτή μελέτη και η αντίθεση των αιτητών στην αποδοχή της (βλ. επιστολή ημερομηνίας 02/06/2008 του δικηγόρου των αιτητών). Με την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της ένστασης γίνεται αναφορά σε συνάντηση όλων των μερών και του διαιτητή στις 23/07/2009 και τον καθορισμό της διαδικασία που θα ακολουθείτο ένεκα της διαφωνίας που είχε προκύψει με τις υποβολές των μερών και ότι θα γινόταν συνάντηση στο έργο από τους επιμετρητές για να γίνει προσπάθεια περιορισμού των επίδικων θεμάτων (βλ. επίσης επιστολή του δικηγόρου των αιτητών ημερομηνίας 27/07/2009 με την οποία συμφώνησε τη διαδικασία αυτή). Με την επιστολή του δικηγόρου των αιτητών ημερομηνίας 14/03/2011 εκφράζεται εκ νέου η αντίθεση του για τη λήψη από τον διαιτητή υπόψη στοιχείων που δεν καταχωρήθηκαν εμπρόθεσμα και εγείρονται και άλλα ζητήματα σε σχέση με τη διαδικασία και επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να τα παραπέμψουν στο Δικαστήριο ως νομικά ζητήματα. Στις 08/04/2011 ο διαιτητής με επιστολή του προς τα μέρη ζητούσε την άποψη τους για διάφορα ζητήματα, μεταξύ αυτών και ερμηνεία της παραγράφου 2
(3)του εγγράφου διορισμού των επιμετρητών. Ο δικηγόρος των αιτητών απάντησε με την επιστολή του ημερομηνίας 27/05/2011 εκφράζοντας ταυτόχρονα και τη θέση ότι είναι νομικά ερωτήματα τα οποία θα πρέπει να παραπεμφθούν στο Δικαστήριο. Ακολούθησε, επιστολή επίσης του δικηγόρου των αιτητών ημερομηνίας 17/06/2011 με την οποία αναφέρει ότι δεν θα επιμείνει να πάνε δικαστήριο αλλά να αποφασίσει ο κ. Σφήκας, διαιτητής. Ακολούθησε και η επιστολή ημερομηνίας 29/06/2011 με την οποία εκφράζουν την αντίθεση τους με την καθυστέρηση που παρατηρείται και ζήτησαν από τον διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση της απόφασης του με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, όλων των συμβατικών εγγράφων και των εκθέσεων που βρίσκονται ενώπιον του από το Μαϊο του 2008. Προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και από την υπόλοιπη αλληλογραφία ότι οποιεσδήποτε διαφορές είχαν προκύψει κατά την πορεία της διαιτησίας αφέθηκαν να αποφασιστούν από τον διαιτητή, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε παράσταση σε αυτόν από τους αιτητές για παραπομπή στο Δικαστήριο συγκεκριμένου νομικού ερωτήματος, παρά το γεγονός ότι κατά διαστήματα μέχρι και το 2011 υπήρξαν κάποιες γενικές αναφορές περί τούτου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις επιστολές του διαιτητή ημερομηνίας 4/08/2015 και 08/08/2015 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Προχώρησε η διαιτητική διαδικασία και μάλιστα οι αιτητές πίεζαν για την γρήγορη έκδοση διαιτητικής απόφασης χωρίς να εγείρουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο νομικό ζήτημα και να απαιτήσουν από τον διαιτητή να το παραπέμψει στο Δικαστήριο μέχρι και στις 14/05/2015 οπόταν οι αιτητές άλλαξαν δικηγόρο. Με επιστολή των νέων δικηγόρων των αιτητών ημερομηνίας 14/05/2015 αναφέρουν ότι έχουν πρόσφατα παραλάβει το φάκελο των πελατών τους από τον προηγούμενο δικηγόρο και ασκούν κριτική για τον τρόπο που διεξήχθη η διαιτησία για συγκεκριμένα θέματα και ότι προτίθενται να ζητήσουν την απομάκρυνση του διαιτητή. Στην επιστολή αυτή, απάντησαν οι συνηγόροι των καθ' ών η αίτηση προβάλλοντας μεταξύ άλλων τη θέση ότι η διαιτητική διαδικασία που ακολουθήθηκε συμφωνήθηκε ρητά από τα μέρη όπως επίσης και ότι ο διαιτητής θα αποφάσιζε όλα τα επίδικα ζητήματα χωρίς παραπομπή ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Δεν είναι επί του παρόντος το Δικαστήριο να κρίνει τη διαδικασία διαιτησίας που ακολουθήθηκε. Εκείνο όμως το οποίο προκύπτει είναι ότι από το 2008 είχε εγερθεί ζήτημα μη αποδοχής της δεύτερης μελέτης του κ. Παναγιωτίδη και κατά διαστήματα εγείρονταν διάφορα ζητήματα σε σχέση με τη διαδικασία, χωρίς ποτέ να συγκεκριμενοποιούνται και ειδικότερα να απαιτείτο από τον διαιτητή να παραπέμψει οποιοδήποτε συγκεκριμένο νομικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Με την επιστολή του τότε δικηγόρου του αιτητή ημερομηνίας 17/06/2011 προκύπτει ότι αφέθηκαν όλα τα εγειρόμενα ζητήματα και διαφωνίες σε σχέση με τα διάφορα ζητήματα συμπεριλαμβανομένου και αυτού της δεύτερης επιμέτρησης να αποφασιστούν από το διαιτητή. Επίσης, συνεχίστηκε η διαιτητική διαδικασία με επιτόπου μετρήσεις από τους μελετητές. Επίσης, στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται ότι τα μέρη συμφώνησαν να γίνουν επιτόπου μετρήσεις από τον διαιτητή κάτι το οποίο και φαίνεται να έπραξε βασιζόμενος στη συμφωνία των μερών. Δεν αντικρούεται η θέση αυτή ούτε υπάρχει οτιδήποτε άλλο που να τη διαψεύδει. Επίσης, αναφέρεται ότι τα μέρη συμφώνησαν να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει να ήταν σε γνώση των αιτητών και του τότε δικηγόρου τους αλλά και οι νυν δικηγόροι τους τα γνώριζαν αφού με την επιστολή τους ημερομηνίας 14/05/2015 επιβεβαιώνουν τη λήψη του φακέλου των πελατών τους από τον τότε δικηγόρο τους ή τουλάχιστον με ενδελεχή έρευνα μπορούσαν και θα έπρεπε να τα γνωρίζουν. Η θέση του συνηγόρου των αιτητών ότι δεν είχαν υπόψη τους την επιστολή ημερομηνίας 17/06/2011 και γενικότερα όλες τις πιο πάνω λεπτομέρειες δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω γεγονότα και ειδικότερα αυτό που σχετίζεται με το ζήτημα της δεύτερης μελέτης και ότι θα αποφασιζόταν από το διαιτητή όφειλαν και είχαν υποχρέωση να τα αποκαλύψουν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της μονομερούς τους αίτησης. Αντιθέτως ουδεμία αναφορά γίνεται σε όλα τα πιο πάνω. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την μονομερή αίτηση έπρεπε να είχε μια ολοκληρωμένη εικόνα για το εγειρόμενο ζήτημα αλλά και για τις μετέπειτα ενέργειες των μερών και τη διαδικασία που προκύπτει και συμπεραίνεται από όλα τα πιο πάνω να ακολουθήθηκε. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα κρίνω ότι είναι ουσιώδη και το Δικαστήριο που εξέταζε την μονομερή αίτηση έπρεπε να τα είχε ενώπιον του για να ήταν σε θέση να αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε το αιτούμενο διάταγμα ή όχι. Τα μέρη σε μια διαιτησία καθορίζουν την εξουσία του διαιτητή με βάση το συνυποσχετικό αλλά είναι ανοιχτό σε αυτά, εάν το επιθυμούν να την επεκτείνουν. Σε αυτή την περίπτωση ο διαιτητής μπορεί να αποφασίσει και γι αυτό το ζήτημα το οποίο είναι εκτός της αρχικής του εξουσίας αλλά συμφωνήθηκε μεταγενέστερα από τα μέρη (βλ. Russel on Arbitration, Sixteenth Edition, p. 163). Eπομένως, στην περίπτωση που τα μέρη έχουν συμφωνήσει ο διαιτητής να αποφασίσει συγκεκριμένα ζητήματα, του δίδουν αυτήν την εξουσία και συνεχίζουν να συμμετέχουν στη διαιτητική διαδικασία, εμποδίζονται από το να ισχυρίζονται μετέπειτα ότι δεν είναι αρμόδιος και δεν έχει τέτοια εξουσία (βλ. Russel on Arbitration, Sixteenth Edition, p. 162 και 163). Λέγοντας τα πιο πάνω, δεν θέλω να προκαταλάβω οτιδήποτε σε σχέση με τη διαιτητική διαδικασία αυτή καθεαυτή. Εκείνο το οποίο θέλω να θίξω είναι τη σημαντικότητα των πιο πάνω γεγονότων τα οποία οι αιτητές όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και την εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον συμφωνία των μερών τα οποιαδήποτε ζητήματα εγέρθηκαν να αποφασιστούν από το διαιτητή. Είναι η θέση του συνηγόρου των αιτητών ότι το δικαίωμα τους να αποταθούν στο Δικαστήριο και να παραπέμψουν νομικό ερώτημα δεν μπορεί να απεμποληθεί και πηγάζει από τον ίδιο το Νόμο. Ως γενική θέση ότι τα μέρη σε μια διαιτησία δεν μπορούν να περιλάβουν όρο στο συνυποσχετικό με το οποίο να εξαιρείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να παρέμβει με βάση το Νόμο, είναι ορθή. Δεν είναι όμως η παρούσα περίπτωση τέτοια. Δεν τίθεται θέμα αποκλεισμού της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και στέρηση του δικαιώματος αυτού των μερών. Εδώ αφορά την περίπτωση ενός ζητήματος που αφορά τη λήψη ή μη συγκεκριμένης μαρτυρίας υπόψη από τον διαιτητή, το οποίο εγέρθηκε κατά την διαδικασία της διαιτησίας και προκύπτει τα μέρη να συμφώνησαν το ζήτημα αυτό να αποφασιστεί από το διαιτητή και βάση αυτού ενέργησαν και συνέχισαν τη διαιτητική διαδικασία. Το Δικαστήριο πρέπει να γνωρίζει τα γεγονότα αυτά και ανάλογα να αποφασίζει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσο θα αποδεχθεί την παραπομπή πλέον ενός τέτοιου ζητήματος στο Δικαστήριο (βλ. Russel on Arbitration and Award, Thirteen Edition, p. 279-281 και 71 - 75, Μontgomery, Jones & Co and Liebanthal & Co, In re
(1898), 78 L.T. 406). Επίσης, στην In Gray, Laurier & Co and Boustead & Co, In re
(1892), 8 T.L.R. 703 λέχθηκαν τα εξής: «Τhe fact of there being a question of law to be decided was not sufficient ground for a case to be ordered unless there was some evidence that the arbitrators were going beyond their jurisdiction, or were about to act contrary to law". Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο αρνήθηκε να παραπέμψει ειδική υπόθεση σε σχέση με την ερμηνεία του συμβολαίου όταν κάθε ζήτημα που προέκυπτε από αυτή ή σχετιζόταν με αυτή, συμφωνήθηκε να αποφασιζόταν στη διαιτησία. Εκείνο το οποίο επιχειρείται να καταδειχθεί αναφέροντας τα ανωτέρω είναι ότι τα γεγονότα τα οποία οι αιτητές δεν αποκάλυψαν είναι ουσιώδη, το Δικαστήριο όφειλε να τα γνωρίζει ευθύς εξ' αρχής και δυνατό να μην εξέδιδε το υπό κρίση διάταγμα αν είχε ολοκληρωμένη εικόνα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και γι αυτό το λόγο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα. Πέραν των πιο πάνω, με τα γεγονότα τα οποία εκθέτουν στην αίτηση τους οι αιτητές δίδεται η εικόνα ότι οι διαφορές των μερών παραπέμφθηκαν σε διαιτησία από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 1795/03 Ε.Δ. Πάφου ενώ κάτι τέτοιο φαίνεται να μη ισχύει όπως αποκαλύπτεται με τους ισχυρισμούς της ένστασης, οι οποίοι δεν αντικρούονται ή αμφισβητούνται. Παρόλο που γίνεται αναφορά στην αίτηση για την υπογραφή σχετικού συνυποσχετικού διαιτησίας, η εικόνα που παρουσιάζεται αναφορικά με την εν λόγω διαιτησία τουλάχιστον δεν είναι ξεκάθαρη και αναμιγνύεται το συνυποσχετικό με τη δικαστική διαδικασία. Προκύπτει ξεκάθαρα από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ότι η διαιτητική διαδικασία έγινε αυτόβουλα από τα μέρη και δεν παραπέμφθηκαν οι διαφορές τους από το Δικαστήριο στα πλαίσια εκκρεμούσας αγωγής. Η διαφορά των δύο διαδικασιών σχετίζεται και με το νομικό καθεστώς που τις διέπει και άλλος είναι ο ρόλος του διαιτητή στη μια περίπτωση και άλλος στην άλλη. Διερωτώμαι για ποιό λόγο οι αιτητές παρέλειψαν να δώσουν με την αίτηση τους μια σαφή εικόνα σε σχέση με τη διαιτησία που ακολουθήθηκε και τον τρόπο που άρχισε; Για ποιο λόγο προέβηκαν σε μια τέτοια παρουσίαση των γεγονότων και δεν δίνουν ευθύς εξ' αρχής μια ολοκληρωμένη εικόνα για το τι έγινε. Είναι φανερό ότι η παρούσα διαιτησία διέπεται από τις πρόνοιες του Κεφ. 4 και μόνο και η εμπλοκή οποιωνδήποτε άλλο διατάξεων, νομοθετικών ή δικονομικών δεν χωρεί. Η μη αποκάλυψη της πραγματικής κατάστασης πραγμάτων από τους αιτητές στην μονομερή αίτηση τους με βάση την οποία εξασφάλισαν το επίδικο διάταγμα, θεωρώ ότι σκοπό και στόχο είχε οι αιτητές να βασιστούν και στη Διαταγή 49, Κανονισμός 12 και να καταδείξουν ότι από τη στιγμή που ο διαιτητής δεν είναι δικηγόρος δεν έχει εξουσία να αποφασίσει ζητήματα αποδοχής μαρτυρίας. Ο Κανονισμός 12 της Διαταγής 49 προνοεί τα ακόλουθα: «12. If the arbitrator is an advocate he shall have power to decide all questions of evidence and any other questions relating to the proceedings before him, including the costs of the action. If he is not an advocate he shall refer questions of evidence and costs with his report thereon, in the form of a case for the decision of the Court, if so requested by a party to the proceedings. But this rule shall be subject to any special directions made in the order of reference.» Κατ' αρχή διαβάζοντας κάποιος ολόκληρη τη Διαταγή 49, φαίνεται να προκύπτει ότι αυτή έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου μια διαφορά ή ένα ζήτημα προς απόφαση παραπέμπεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ των διαδίκων και όχι στις περιπτώσεις που οι διάδικοι επιλέγουν από μόνοι τους την επίλυση της διαφοράς τους παραπέμποντας την σε διαιτησία οπόταν η διαδικασία και εξουσίες του διαιτητή ρυθμίζονται από το συνυποσχετικό και οποιαδήποτε περαιτέρω συμφωνία των μερών. Είναι λοιπόν σαφής ο στόχος και σκοπός των αιτητών δίνοντας αυτή την παραπλανητική εικόνα, προσπαθώντας τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά να καταδείξουν ότι ο διαιτητής, εφόσον δεν είναι δικηγόρος, δεν έχει εξουσία να αποφασίσει το ζήτημα για το οποίο ζητούν απόφαση από το Δικαστήριο και άρα δικαιούνται θεραπείας και ότι το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Κρίνω λοιπόν ότι και σε αυτό το ζήτημα οι αιτητές απέκρυψαν την πραγματική εικόνα των πραγμάτων με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, κάτι που εκθεμελιώνει τη βάση πάνω στην οποία εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, κρίνω σκόπιμο και για σκοπούς πληρότητας να αναφερθώ και στις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 εξετάζοντας τη φύση της αίτησης, τις αιτούμενες θεραπείες και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους αιτητές. Όπως προκύπτει από την αίτηση και αναφέρθηκε και ανωτέρω, οι αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο όπως αποφασίσει τα νομικής φύσεως, κατά αυτούς, ερωτήματα όπως παρατίθεται στα στοιχεία Α και Β του αιτητικού της αίτησης. Η νομική βάση της αίτησης, κατά κύριο λόγο είναι το άρθρο 27
(1)και
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
- Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και ειδικότερα όπως διευκρινίζονται στην ένσταση, τα μέρη απέσυραν όλες τις δικαστικές διαδικασίες που είχαν αρχίσει και συμφώνησαν όπως παραπέμψουν τη διαφορά τους σε Διαιτησία υπογράφοντας σχετικό συνυποσχετικό ημερομηνίας 08/8/2007 εξουσιοδοτώντας τον διαιτητή να αποφασίσει. Ο σχετικός Νόμος που διέπει τη διαιτησία των μερών λοιπόν είναι ο Περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ.
- Με βάση τον εν λόγω Νόμο παρέχεται εξουσία για δικαστική παρέμβαση στη διαιτητική απόφαση και διαδικασία μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για συγκεκριμένους λόγους. Στην Αναφορικά με τη Διαιτησία Μεταξύ της Τσιμεντοποιϊας Βασιλικού Λτδ v Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 23 αναφέρθηκε ότι εξουσία για δικαστική παρέμβαση παρέχεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του Νόμου για ακύρωση μιας διαιτητικής απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το εν λόγω άρθρο. Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται ο εποπτικός ρόλος του Δικαστηρίου, είναι η εξουσία αναπομπής που παρέχει το άρθρο 19 του Νόμου. Εξουσία για δικαστική παρέμβαση παρέχεται και από το άρθρο 27 του Νόμου, το οποίο ενδιαφέρει στην παρούσα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «27
(1)Ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής δύναται, και υποχρεούται αν διαταχθεί από το Δικαστήριο, να παραπέμψει στο Δικαστήριο με υπόμνημα- (α) οποιοδήποτε νομικό ζήτημα που ανακύπτει κατά την πορεία της διαιτησίας ∙ ή (β) τη διαιτητική απόφαση ή οποιοδήποτε μέρος διαιτητικής απόφασης, υπό μορφή ειδικής υπόθεσης για να αποφασίσει το Δικαστήριο.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, εκείνος που παραπέμπει νομικά ζητήματα για γνωμοδότηση από το Δικαστήριο ή ειδική υπόθεση (special case) είναι ο διαιτητής ο οποίος έχει διακριτική ευχέρεια να το πράξει ή υποχρεούται να το πράξει αν διαταχθεί από το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του s.9 of Arbitration Act, 1934 και μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά με την ερμηνεία αλλά και τη διαδικασία που ακολουθείται. Κατά αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι να δώσει στο Δικαστήριο εξουσία ελέγχου της διαδικασίας της διαιτησίας σε οποιοδήποτε στάδιο πριν όμως το τέλος της και την έκδοση διαιτητικής απόφασης (βλ. Tabernacle Permanent Building Society v. Knight [1892] A.C. 298). Όταν ο διαιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρει τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία θα βασίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου για το νομικό ερώτημα για το οποίο ζητείται μια τέτοια απόφαση (βλ. Russel on Arbitration and Award, Thirteen Edition, p. 281 - 282, κάτω από τον τίτλο Statement of case). Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελ. 282 κάτω από τον τίτλο Procedure αναφέρονται τα ακόλουθα: « Procedure When a party wishes to have a special case stated under the section he must formulate the question of law upon which he wishes the case to be stated and request the arbitrator to state it. If the arbitrator refuses to state a case the party should request him to adjourn the proceedings to enable him to apply to the Court, unless it can be arranged that the hearing of some other matter comprised in the submission can be proceeded with. The party should then make an application in the chambers by originating summons before a Master, supported by an affidavit or affidavits, for an order that the arbitrator be directed to state a case. Such application can be made, notwithstanding that the arbitrator has expressed no opinion adverse to the party making the application (In re Spillers and Baker, Ltd and Leetham & Sons, [1897] 1 Q.B. 312; 66 L.J. Q.B. 326).» (βλ. επίσης σελίδες 278 και 279 του ιδίου πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος). Στην Αναφορικά με τη Διαιτησία Μεταξύ της Τσιμεντοποιϊας Βασιλικού Λτδ v Αρχής Λιμένων Κύπρου (ανωτέρω) επίσης συνάγεται ότι αυτή είναι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι η διαδικασία που ακολούθησαν οι αιτητές και η θεραπεία που ζητούν είναι εκτός του πνεύματος και της διαδικασίας που προβλέπεται και θα πρέπει να ακολουθείται με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 4 επί του οποίου στηρίζουν την αίτηση τους. Ζητούν από το Δικαστήριο, με βάση το αιτητικό Α της αίτησης τους γνωμάτευση κατά πόσο η δεύτερη μελέτη επιμέτρησης της εκτελεσθείσας εργασίας από τον επιμετρητή των καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον Διαιτητή. Δεν προκύπτει να παρέχεται στους ίδιους τους αιτητές από το άρθρο 27 μια τέτοια δυνατότητα δηλαδή να ζητήσουν οι ίδιοι γνωμάτευση από το Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο τους παρέχεται είναι η δυνατότητα να ζητήσουν από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζει τον διαιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο και να λάβει γνωμάτευση για το συγκεκριμένο ζήτημα το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι νομικό και ο Διαιτητής δεν μπορεί ή δεν έχει την εξουσία να αποφασίσει. Η γνωμάτευση ή απόφαση του Δικαστηρίου σε τέτοια περίπτωση είναι δεσμευτική προς το διαιτητή ο οποίος θα πρέπει να την ακολουθήσει και να συνεχίσει ανάλογα τη διαδικασία. Πέραν τούτου, οι αιτητές με το αιτητικό Β της αίτησης ζητούν από το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο έχει διεξαχθεί δίκαια δίκη και/ή διαιτητική διαδικασία. Δεν θεωρώ ότι το πιο πάνω εμπίπτει στις εξουσίες του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 27 του Νόμου. Είναι ένα γενικό ζήτημα και ζητείται ουσιαστικά εξέταση της όλη διαιτητικής διαδικασίας μέχρι στιγμής χωρίς να αναφέρονται στην αίτηση και στοιχεία για την διαδικασία που έγινε και/ή ακολουθήθηκε πέραν από το ότι επικεντρώνεται στο θέμα της δεύτερης μελέτης. Κρίνω ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είναι πρόωρο και ενδεχομένως να μπορεί να εγερθεί μετά την έκδοση της τελικής διαιτητικής απόφασης. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν με την παρούσα αίτηση τις αιτούμενες θεραπείες κάτω από το άρθρο 27 του Κεφ.
- Κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν μπορεί, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και γεγονότα να ικανοποιήσει τα αιτήματα. Δεν παρέχεται δικαίωμα σε οποιοδήποτε από τα μέρη να αποτείνεται στο Δικαστήριο για να λαμβάνει απόφαση σε σχέση με νομικό ζήτημα το οποίο κατά την άποψη του προκύπτει κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Θα πρέπει να αποτείνεται στο διαιτητή, ο οποίος είναι και ο αρμόδιος να το παραπέμψει στο Δικαστήριο και αν δεν το πράξει τότε στο Δικαστήριο για να τον εξαναγκάσει. Λέγοντας τα πιο πάνω, η κατάληξη μου είναι ότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης των αιτητών. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο για να υποχρεώσει το διαιτητή να παραπέμψει νομικό ερώτημα, μεταξύ άλλων θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι το νομικό ζήτημα που εγείρεται είναι σημαντικό και ουσιαστικό στη διαφορά των μερών λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Halsbury's Laws of England, Third Edition, para. 91). Στην παρούσα περίπτωση, οι αιτητές στην κυρίως αίτηση τους πέραν της αναφοράς τους στο έγγραφο διορισμού επιμετρητών ποσοτήτων για ετοιμασία σχετικής μελέτης, ότι υποβλήθηκαν οι μελέτες από τους διοριζόμενους μελετητές και ότι ο μελετητής των καθ' ών η αίτηση προχώρησε στην υποβολή δεύτερης μελέτης αυθαίρετα και εκπρόθεσμα, δεν αναφέρουν οποιαδήποτε άλλα γεγονότα σε σχέση με το ζήτημα αυτό και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, δεν γίνεται αναφορά ούτε επεξήγηση στη σημασία των εν λόγω μελετών, στον τρόπο που αυτές θα αντιμετωπίζονταν από τον διαιτητή, σε κάθε περίπτωση, την εξουσία του διαιτητή επί της αποδοχής ή μη των όσων αναφέρουν και ποια τελικά θα είναι η σημασία της δεύτερης μελέτης αν ληφθεί υπόψη. Δεν κρίνω ορθό να προχωρήσω περαιτέρω στο ζήτημα αυτό καθότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει την ουσία του αιτήματος. Ακόμη και να θεωρείτο ορθή η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους αιτητές, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι με τα γεγονότα όπως παρατίθενται δεν θα μπορούσε να κριθεί η σημαντικότητα του ζητήματος που εγείρεται στη διαφορά των μερών για να μπορεί το Δικαστήριο να διατάξει το διαιτητή να το παραπέμψει στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η αίτηση των αιτητών στηρίζεται και στη Δ.49 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στην εν λόγω διαταγή και στον Κανονισμό 12 και θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να ισχύσει στην παρούσα περίπτωση όπου η διαιτησία διέπεται από το Κεφ. 4 και οι εξουσίες του διαιτητής απορρέουν από τη συμφωνία των μερών. Πέραν τούτου όμως, ακόμη να ισχύει ο πιο πάνω Κανονισμός, δεν φαίνεται η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται και σε αυτή την περίπτωση να διαφέρει από αυτή του άρθρου 27 του Κεφ.
- Είναι ο διαιτητής που θα πρέπει να αποτείνεται στο Δικαστήριο για απόφαση, στην περίπτωση που κληθεί από διάδικο στη διαδικασία. Επομένως, ούτε αυτή η διάταξη θα μπορούσε να βοηθήσει τους αιτητές στην αίτηση τους. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το υπό κρίση διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί. Πέραν της μη ορθής διαδικασίας που φαίνεται να ακολουθήθηκε, προκύπτει ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε το διάταγμα μονομερώς και η απόφαση του κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν διαφορετική. Ως εκ τούτου, η αίτηση ημερομηνίας 31/07/2015 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των καθ' ών η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της κυρίως αίτησης. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο