← Κύπρος

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 476/2015, 16/10/2015

ALPHA PANARETI PUBLIC LTD κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 476/2015, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A190 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 476/2015 Μεταξύ:

  1. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD, από την Πάφο
  2. Νεόφυτου Νεοφύτου, από την Πάφο
  3. Ανδρέα Ιωάννου, από την Πάφο
  4. ALPHA PANARETI GOLF CLUB LTD, από την Πάφο Εναγόντων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/03/2015 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 16/10/
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κωνσταντίνος Καλαβάς. Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Κακογιάννη για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων και αξιώνουν διάφορες θεραπείες και/ή Διατάγματα ως ακολούθως: Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η επιβολή και/ή προσθήκη περιθωρίου τόκου κατά ή περί την 21.1.2011 προς 4,5% στο δάνειο υπ' αριθμό 063-39-003613, που σύνηψαν οι ενάγοντες

(1), με εγγυητές τους υπόλοιπους εναγόμενους, με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά ή περί την 11.2.2008 στην Πάφο, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή συμφωνήθηκε και/ή περιλήφθηκε κατόπιν ψυχικής πιέσεως και/ή απειλών και/ή εξαναγκασμού και/ή λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρισκόταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd έναντι των εναγόντων. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η επιβολή και/ή προσθήκη περιθωρίου τόκου κατά ή περί την 7.3.2012 προς 5,75% στο δάνειο υπ' αριθμό 063-39-003613, που σύνηψαν οι ενάγοντες
(1), με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά ή περί την 11.2.2008 στην Πάφο, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή συμφωνήθηκε και/ή περιλήφθηκε κατόπιν ψυχικής πιέσεως και/ή απειλών και/ή εξαναγκασμού και/ή λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρισκόταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd έναντι των εναγόντων. Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η μετατροπή από Ελβετικά φράγκα σε Ευρώ από τους εναγόμενους του δανείου υπ' αριθμό 063-39-003613, που σύνηψαν οι ενάγοντες
(1), με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά ή περί την 11.2.2008 στην Πάφο (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231), είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή μονομερής και/ή αυθαίρετη και δεν έχει καμία ισχύ και/ή έγινε λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονταν οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων. Δ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η οφειλή των εναγόντων
(1)σε Ευρώ θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει της ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου έναντι του Ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης του δανείου, δηλαδή κατά ή περί την 11.2.2008 και/ή κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου και ότι τυχόν περί του αντιθέτου αποφάσεις των εναγόντων και/ή πρόνοιες στη συμφωνία δανείου είναι παράνομες και/ή καταχρηστικές και συνεπώς άκυρες και/ή επιβλήθηκαν λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονταν οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων. Ε. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας προς 14% κατά ή περί την 13.3.2014 από τους εναγόμενους επί του λογαριασμού δανείου υπ' αριθμό 063-12-089231), επί του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αριθμό 063-11-009031 και επί της κάρτας υπ' αριθμό 4670-5900-0583-6011 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυμβατική και/ή λόγω εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονται οι εναγόμενοι έναντι των εναγόντων. ΣΤ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με τα οποία διατάσσονται οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν από το λογαριασμό δανείου υπ' αριθμό 063- 39-003613 (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231) οποιοδήποτε ποσόν τόκου χρέωσαν πέραν του 1,75% πλέον LIBOR 3 μηνών και από το λογαριασμό υπ' αριθμό 063-11-009031 οποιοδήποτε τόκο χρέωσαν πέραν του συμβατικού επιτοκίου. Ζ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με τα οποία θα αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενοι θα χρεώνουν το λογαριασμό δανείου υπ' αριθμό 063-39-003613 (νέος αριθμός λογαριασμού 063-12-089231) με τόκο μόνο προς 1,75% πλέον LIBOR 3 μηνών. Η. Περαιτέρω ειδικές, γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή άλλες αποζημιώσεις. Θ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία. Ι. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθησομένου ποσού. ΙΑ. Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρισαν και μονομερή αίτηση ημερ. 30-03-2015 με την οποία ζητούσαν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων ως ακολούθως:
  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο, μέχρι τελείας εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, θα παρεμποδίζονται οι καθ' ων η αίτηση - εναγόμενοι και/ή οι διευθυντές, γραμματείς, αντιπρόσωποι, υπάλληλοι, προστιθέντες ή εντολοδόχοι αυτών από του να δώσουν στην «Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ» τα στοιχεία των εναγόντων και/ή συνδεδεμένων με αυτούς προσώπων ή εταιρειών αναφορικά με την οικονομική τους συμπεριφορά και/ή χαρακτηρίζοντας τους ως πρόσωπα τα οποία έχουν μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και/ή τερματισμένους λογαριασμούς και/ή ως πρόσωπα εναντίον των οποίων έχει εγερθεί αγωγή.
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο, μέχρι τελείας εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, θα διατάσσονται οι καθ' ων η αίτηση - εναγόμενοι και/ή οι διευθυντές, γραμματείς, αντιπρόσωποι, υπάλληλοι, προστιθέντες ή εντολοδόχοι αυτών όπως σταματήσουν την κατάταξη των εναγόντων βάσει του εσωτερικού συστήματος αξιολόγησης των εναγομένων στα πρόσωπα τα οποία έχουν μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και/ή τερματισμένους λογαριασμούς και/ή ως πρόσωπα εναντίον των οποίων έχει εγερθεί αγωγή και να πληροφορήσουν την «Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ» περί της εν λόγω αλλαγής κατάταξης.
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι να ενημερώσουν την «Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ» ότι οι ενάγοντες δεν είναι πρόσωπα τα οποία έχουν μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και/ή τερματισμένους λογαριασμούς και/ή πρόσωπα εναντίον των οποίων έχει εγερθεί αγωγή και/ή να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για αποχαρακτηρισμό των εναγόντων μέχρι τελείας εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου από την «Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ» ως προσώπων τα οποία έχουν μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και/ή τερματισμένους λογαριασμούς και/ή ως πρόσωπα εναντίον των οποίων έχει εγερθεί αγωγή.
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο θα διατάσσεται η άμεση αναστολή και/ή μη εφαρμογή της απόφασης και/ή πράξης με την οποία οι ενάγοντες, κατόπιν πληροφοριών που έδωσαν οι εναγόμενοι, περιλήφθηκαν στο σύστημα «Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ» ως πρόσωπα με μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και/ή τερματισμένους λογαριασμούς και/ή πρόσωπα εναντίον των οποίων έχει εγερθεί αγωγή.
  5. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαια και/ή εύλογα.
  6. Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως. Η αίτηση των αιτητών στηρίζεται στην Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4,7 και 9, στα άρθρα 30,31,32,42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 10,11,13,16 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 41 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 4,7,8,9,10, επί της Κ.Δ.Π. 414/2013, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θ. 1,2,3,4,5,6,7,8,9, επί της πρακτικής και των εμφύτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση των εναγόντων - αιτητών υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Ανδρέα Ιωάννου, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, η Πρόεδρος του Ε.Δ. Πάφου, όπου είχε αρχικά τεθεί η παρούσα υπόθεση, δεν εξέδωσε τα αιτούμενα ή οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η υπό κρίση αίτηση επιδοθεί στους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση, κάτι το οποίο έγινε. Οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία και καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να εκδοθούν από το Δικαστήριο για τους ακόλουθους λόγους: α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 414/2013 και ισχύουσας Νομοθεσίας. β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη. γ) Η αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική καθότι το επίδικο θέμα είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο από τους αιτητές και ως εκ τούτου κωλύονται λόγω συμπεριφοράς να προωθούν της παρούσα αίτηση και/ή αγωγή. Η σχετική Κ.Δ.Π. 414/2013 έχει τεθεί σε ισχύ από την 4.12.2013 και μέχρι την 30.9.2014 όφειλαν όλα τα πιστωτικά ιδρύματα να συμμορφωθούν πλήρως, επομένως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Τα δεδομένα των εναγόντων έχουν καταχωρηθεί στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ» από την 4.12.2014 και/ή το αργότερο μέχρι την 30.9.
  7. δ) Οι καθ' ων η αίτηση έπραξαν καθόλα νόμιμα και με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία και Κανονισμούς. στ) Ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι για να αποστερήσουν την δυνατότητα οποιωνδήποτε πιστωτικών ιδρυμάτων και ΑΠΙ, οι οποίοι είναι ή μπορεί να γίνουν πιστωτές των εναγόντων, από του να αξιολογήσουν ορθά το αξιόχρεο των εναγόντων, και να αποτρέψουν την αποτελεσματικότερη διαχείριση του πιστωτικού ή και άλλων κινδύνων από τα πιστωτικά ιδρύματα και ΑΠΙ που λειτουργούν στη Δημοκρατία. ζ) Η παρούσα αίτηση γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για αυτήν την καθυστέρηση. Έχει δοθεί ενημέρωση με την επιστολή τερματισμού από τους καθ' ων η αίτηση στους ενάγοντες/αιτητές την 13.3.2014 για την καταχώρηση των δεδομένων των καθ' ων η αίτηση στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ» σε περίπτωση καταχώρησης αγωγής και/ή μεταγενέστερα έκδοσης δικαστικής απόφασης εναντίον τους, το οποίο σύστημα ιδρύθηκε με σκοπό την προστασία της εμπορικής πίστης και μείωση επισφαλειών, προς όφελος του τραπεζικού συστήματος και συναλλασσόμενων. η) Οι αιτητές είχαν και έχουν δικαίωμα δυνάμει των Νόμων και Κανονισμών κατόπιν σχετικού αιτήματος τους να ζητήσουν και να λάβουν το υποκείμενο των δεδομένων προσωπικών χαρακτήρα που τους αφορούν και έχουν καταχωρηθεί στο «ΑΡΤΕΜΙΣ», αλλά δεν το έχουν κάνει μέχρι σήμερα. θ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 13 του Νόμου 138(Ι)/
  8. Αντιθέτως πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 5 και 16
(2)του ιδίου Νόμου. ι) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των υποχρεώσεων των καθ' ων η αίτηση προς τους Κανονισμούς και Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και της ισχύουσας Νομοθεσίας. κ) Οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν πρώτοι περιλάβει τους αιτητές στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ». λ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογους λόγους και αίτια, για την αιτούμενη αναστολή που ζητούν της απόφασης/πράξης των καθ' ων η αίτηση να περιλάβουν στο σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ πληροφορίες σχετικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παρείχαν (και οι οποίες έχουν σήμερα τερματιστεί). μ) Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα. ν) Εκλείπει το στοιχεία του κατεπείγοντος από την παρούσα αίτηση. ξ) Στο σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ δεν καταχωρούνται μόνον τα πρόσωπα φυσικά ή νομικά, που έχουν τερματισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις ή εναντίον τους έχουν καταχωρηθεί αγωγές ή έχουν εκδοθεί εναντίον τους δικαστικές αποφάσεις. Καταχωρούνται όλα τα δεδομένα τους, είτε έχουν εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις είτε όχι. ο) Δεν φαίνεται να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής, ούτε και υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε και μπορεί να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και διαφαίνεται ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ισχυριζόμενη ζημιά, την οποία δεν παραδέχονται οι καθ' ων η αίτηση, που αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του ομνύοντα των αιτητών αφορά τους ενάγοντες 2 και 3 μόνον και όχι τους λοιπούς ενάγοντες. ο) Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας τη αγωγής εφόσον δεν γίνεται αναφορά στην ένορκο δήλωση του ομνύοντα των αιτητών για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. π) Η αίτηση δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και δεν έχει αποδειχθεί ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. ρ) Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και υποχρεώσεων των καθ' ων η αίτηση προς τους Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας, τους Νόμους και γενικότερα την Νομοθεσία της Κύπρου. Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται επίσης από σχετική ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα από την ένορκη δήλωση του κ. Χρυσόστομου Τσιουτσιούμη. Προχωρώντας θα αναφερθώ τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και σε αυτή που υποστηρίζει την ένσταση. Στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ιωάννου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρεται η σχέση και συνεργασία που είχαν οι ενάγοντες αρ.1 με τους εναγόμενους. Ουσιαστικά αναφέρει ότι η συνεργασία των εναγόντων ήταν με την Marfin Popular Bank Public Ltd (από τώρα και στο εξής «η τράπεζα») και σύμφωνα με σχετικά διάταγμα που εκδόθηκαν το 2013 οι ασφαλισμένες καταθέσεις της εν λόγω τράπεζας και η πλειοψηφία των στοιχείων του ενεργητικού της απορροφήθηκαν από τους εναγομένους και γι αυτό είναι εναγόμενοι στην παρούσα διαδικασία. Με την πιο πάνω τράπεζα, συνεχίζει, είχε συναφθεί στις 11/02/2008 συμφωνία με τους ενάγοντες αρ. 1 για την παραχώρηση σε αυτούς πολυνομισματικό δάνειο 2,210.000 Ελβετικών Φράγκων. Η εν λόγω συμφωνία επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  1. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας αναφέρει, οι ενάγοντες αρ. 1 θα κατέβαλλαν μόνο τους τόκους του δανείου τα δύο πρώτα χρόνια και μετά ψηλές μηνιαίες δόσεις για γρήγορη αποπληρωμή. Οι μηνιαίες δόσεις θα αποπληρώνονταν στο νόμισμα που χορηγήθηκε το δάνειο, δηλ. σε Ελβετικά Φράγκα ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα θα επέλεγαν οι δανειολήπτες και θα ενέκρινε η τράπεζα. Οι ενάγοντες αρ. 1 θα όφειλαν να εξοφλήσουν το δάνειο σε ένα από τα νομίσματα που περιλάμβανε η συμφωνία. Σε περίπτωση που επιθυμούσαν μετατροπή του νομίσματος οι ενάγοντες αρ.1 θα ειδοποιούσαν την τράπεζα. Το δάνειο των εναγόντων αρ.1 εξυπηρετείτο κανονικά και καταβάλλονταν οι μηνιαίες δόσεις, όπως προκύπτει, αναφέρει, και από την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  2. Ο τόκος με τον οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός δανείου ανά τρίμηνο ανερχόταν σε 25.028,25 Ελβετικά Φράγκα περίπου. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι σύμφωνα με έρευνα που διενέργησε στο διαδίκτυο η ισοτιμία του Ευρώ προς το Ελβετικό Φράγκο κατά το χρόνο χορηγήσεως του δανείου ήταν 1.5987859460 και του Ελβετικού Φράγκου προς Ευρώ 0.
  3. Το ποσό που η τράπεζα τελικά κατέθεσε στο λογαριασμό με αρ. 063-11-009031 των εναγόντων αρ. 1 την 21/02/08 ήταν 1,358,662.24 Ευρώ, έτσι το συνολικό οφειλόμενο από τους ενάγοντες αρ. 1 ποσό σε Ευρώ δεν ξεπερνά το ποσό αυτό. Πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας, προηγήθηκε επιστολή ημερομηνίας 11/02/2008 από την τράπεζα με την οποία πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι εγκρίθηκε το αίτημα τους για παραχώρηση σε αυτούς πολυνομισματικού δανείου για το πιο πάνω ποσό των 2,210.000 Ελβετικών Φράγκων για αγορά γης στη Γεροσκήπου. Το επιτόκιο του δανείου θα ήταν 1,75% συν LIBOR 3 μηνών. Εγγυητές του δανείου θα ήταν οι ενάγοντες αρ. 2 και
  4. Στην εν λόγω επιστολή καθοριζόταν ότι ο τόκος θα συνίστατο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο / μειωμένο ως ανωτέρω προνοείται. Η τράπεζα θα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο νοουμένου ότι αυτό θα γινόταν εντός των πλαισίων των νομισματικών ή πιστωτικών κανόνων, που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος. Ο τόκος υπερημερίας θα ήταν 5%. Επίσης, αναφέρει ότι προγενέστερα είχε χορηγηθεί στους ενάγοντες αρ. 1 όριο 99,000 Ευρώ στον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 063 - 11 - 009031 με βασικό επιτόκιο 4% και περιθώριο 2,5%, σύνολο 6,5%. Πιο κάτω στην ένορκη του δήλωση, ο πιο πάνω ενόρκως δηλούντας, αναφέρει την ασχολία των εναγόντων αρ. 1 και ότι αυτοί ασχολούνται κυρίως με την ανάπτυξη γης και πώλησης κατοικιών και διαμερισμάτων. Το 2011 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά κατά την οποία παρουσιάστηκε δραματική μείωση των πωλήσεων και των εισοδημάτων των εναγόντων αρ.1 με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν ζημιές, να μην έχουν ρευστότητα, να απολύσουν προσωπικό και να σταματήσουν έργα που είχαν αναλάβει. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι ενάγοντες αρ. 1 συνεργάζονταν κυρίως με την Alpha Bank Ltd και προς το τέλος του 2010 δημιουργήθηκε ρήξη στις σχέσεις τους λόγο της άρνησης της εν λόγω τράπεζας να πληρώσει στους ενάγοντες αρ. 1 χρήματα από λογαριασμούς οικιστικών δανείων μεγάλου αριθμού πελατών τους και εκτός τούτου, χρήματα που κατέθεταν οι ενάγοντες αρ. 1 στον λογαριασμό τους για κάλυψη επιταγών που εξέδιδαν, αυθαίρετα χρησιμοποιούνταν από την τράπεζα για αποπληρωμή δόσεων δανείων με αποτέλεσμα επιταγές τους να μην τιμηθούν και οι ενάγοντες αρ. 1 να εγγραφούν στο ΚΑΠ και να παγοποιηθούν όλοι οι λογαριασμοί τους, πράγμα που δημιούργησε μεγάλο πλήγμα στο καλό όνομα και στις συναλλαγές τους. Τελικά, στις 23/12/2010 μετά από μεγάλες προσπάθειες αφαιρέθηκαν από το ΚΑΠ και η συνεργασία τους με την Alpha Bank Ltd είχε ανασταλεί και ο μόνος λογαριασμός που μπορούσαν να χρησιμοποιούν ήταν αυτός που διατηρούσαν με την Λαϊκή Τράπεζα. Λόγω των πιο πάνω οικονομικών δυσκολιών των εναγόντων, αρχές του 2011 ζήτησαν από την τράπεζα να δοθεί παράταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου ενώ οι τόκοι θα συνέχιζαν να αποπληρώνονται κανονικά. Η τράπεζα μετάβαλε το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, όμως εκβιαστικά ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, επέβαλε αύξηση του ορίου του επιτοκίου σε 4,5% από 1,75% που ήταν με την αρχική συμφωνία. Επίσης, επέβαλε την προς όφελος της μετατροπή των εγγυήσεων των εναγομένων αρ. 2 και 3, εγγραφή νέων υποθηκών για εξασφάλιση του δανείου επί ακινήτων της ενάγουσας αρ. 4 και την υπογραφή εγγύησης. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι που ενεργούσαν για λογαριασμό της τράπεζας γνώριζαν τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ενάγοντες αρ. 1 και ο κ. Κώστας Σταύρου επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόντων αρ. 1 τον Ιανουάριο του 2011 και με αφόρητες πιέσεις, απειλές και εκβιασμούς τους υποχρέωσε να αποδεχθούν τα όσα επέβαλε η τράπεζα. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τους απείλησαν ότι αν δεν συμμορφώνονταν θα κατάγγελλαν τη συμφωνία δανείου παρόλο που δεν είχαν σταματήσει την καταβολή των τόκων, θα ζητούσαν άμεση εξόφληση του δανείου, θα έκλειναν ακόμη και τον τρεχούμενο τους λογαριασμό, θα ήγειραν αγωγή εναντίον τους και θα προέβαιναν σε εκποίηση των υποθηκών. Όλα αυτά θα αποτελούσαν καίριο πλήγμα για τους ενάγοντες αρ. 1, που δεν είχαν περιθώρια συνεργασίας με άλλες τράπεζες ενώ προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης προσπαθώντας να επιτύχουν ανάκαμψη των εργασιών τους. Οι πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων, αναφέρει, είχε ως αποτέλεσμα ο ίδιος να προσυπογράψει την επιστολή της τράπεζας προς τους ενάγοντες αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 4) με την οποία δίδεται η συγκατάθεση για αύξηση του επιτοκίου. Οι ίδιες απειλές, πιέσεις και εκβιασμοί επαναλήφθηκαν αναφέρει και τον Μάρτιο του 2012, οπότε οι προαναφερθέντες υπαλλήλοι της τράπεζας ασκώντας οικονομικό εξαναγκασμό και ψυχική πίεση και εκμεταλλευόμενοι την θέση ισχύος στην οποία η τράπεζα βρισκόταν έναντι τους, αύξησαν και πάλι το περιθώριο του επιτοκίου στο 5,75%. Κάτω από τις ίδιες συνθήκες αναφέρει αναγκάστηκε να υπογράψει επιστολή της τράπεζας προς τους ενάγοντες αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 5). Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι κατά το χρόνο σύναψης του δανείου ο τόκος τον οποία κατέβαλλαν ανερχόταν σε 25.028,25 Ελβετικά Φράγκα το τρίμηνο ενώ με τις απανωτές αυξήσεις του επιτοκίου που τους επιβλήθηκαν ο τόκος ανήλθε στα 36.401,95 Ελβετικά Φράγκα. Η κατάσταση κατέστη χειρότερη λόγω αλλαγής της ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου έναντι του Ευρώ. Σύμφωνα με έρευνα που έκανε στο διαδίκτυο αναφέρει, την 21/05/2008 ο τόκος αντιστοιχούσε σε 15,410 Ευρώ περίπου, ενώ την 28/02/2013 το ποσό των 36,401.97 Ελβετικών Φράγκων αντιστοιχούσε σε 29.805 Ευρώ. Η πληρωμή των ποσών αυτών ήταν αδύνατη για την εταιρεία τους και η επιβολή τέτοιων τόκων σε συνθήκες κρίσης οδηγούσε στην οικονομική καταστροφή τους. Παρά ταύτα, η τράπεζα δια των υπαλλήλων της με νέες απειλές ζητούσε την περαιτέρω αύξηση του περιθωρίου του τόκου στο 6,75% - 7,25% ενώ το Ελβετικό Φράγκο συνέχιζε να ανατιμάται έναντι του Ευρώ. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι δεν υπόκυψαν στις νέες απειλές και δεν αποδεχθήκαν νέα αύξηση τόκων. Οι αυξήσεις που είχαν ήδη επιβληθεί, εκτός από προϊόν εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης και εκβιασμών ήταν αυθαίρετες και αντισυμβατικές αφού οι συνθήκες της αγοράς και οι ισοτιμίες των νομισμάτων θα έπρεπε να οδηγήσουν σε μείωση και όχι αύξηση των επιτοκίων. Περαιτέρω, με επιστολή ημερομηνίας 13/03/2014 (τεκμήριο 6) πληροφορήθηκαν από τους εναγόμενους ότι μονομερώς και αυθαίρετα και χωρίς να έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα μετέτρεψαν το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου σε Ευρώ με ισοτιμία 1.2094 και έτσι κατά τον ισχυρισμό τους οι ενάγοντες αρ.1 βρέθηκαν να οφείλουν 2.064,266 Ευρώ. Η ισοτιμία αυτή είναι αυθαίρετη και λανθασμένη αφού σύμφωνα με την πραγματική έννοια της συμφωνίας και χωρίς τη χρησιμοποίηση καταχρηστικών όρων και αυθαίρετων και μονομερών αποφάσεων των εναγομένων, έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί η συναλλαγματική ισοτιμία, που ίσχυε τον Φεβρουάριο του 2008, όταν χορηγήθηκε το δάνειο. Εκτός αυτού με την εν λόγω επιστολή πληροφορήθηκαν ότι το δάνειο άρχισε να χρεώνεται με τόκο προς 14%. Συνεπεία όλων των ανωτέρω, ο ενόρκως δηλών, αναφέρει ότι η οφειλή των εναγόντων αρ. 1 εκτινάχθηκε στα ύψη και κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση της με υπαιτιότητα των εναγομένων. Σε πρόσφατη επίσκεψη του στα κεντρικά γραφεία των εναγομένων τους ενημέρωσε προφορικά ότι οι ενάγοντες επιθυμούσαν την ακύρωση των όρων που περιέχονταν στις επιστολές ημερομηνίας 21/01/2011 και 07/03/2012 και ιδίως της αύξησης του επιτοκίου που αυθαίρετα τους επιβλήθηκε και ότι οι ενάγοντες αρ. 1 ήταν πρόθυμοι να αρχίσουν και να ολοκληρώσουν την αποπληρωμή του δανείου σε Ελβετικά Φράγκα με τον τόκο, που αρχικά συμφωνήθηκε, δηλαδή LIBOR 3 μηνών και περιθώριο 1,75% αφού προηγουμένως υπολογιζόταν το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο με αφαίρεση των ποσών, που ήδη καταβλήθηκαν αλλά οι εναγόμενοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε συζήτηση. Πιο κάτω αναφέρει ότι η επιστολή τους ημερομηνίας 13/03/2014 αναφέρει ότι σε περίπτωση καταχώρισης αγωγής εναντίον τους / έκδοσης δικαστικής απόφασης τα στοιχεία τους και το οφειλόμενο ποσό θα καταχωρηθούν στο σύστημα «Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ». Παρά τα όσα αναφέρει η επιστολή, σε επίσκεψη που διενέργησε σε υποκατάστημα της Alpha Bank Ltd την περασμένη εβδομάδα πληροφορήθηκε από τραπεζικό υπάλληλο ότι θα ήταν ανέφικτη η παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης προς τους ενάγοντες αρ. 1 λόγω του ότι οι εναγόμενοι είχαν ήδη καταχωρήσει το όνομα τους στο πιο πάνω σύστημα χαρακτηρίζοντας τους προβληματικούς δανειολήπτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Κάτι τέτοιο, ισχυρίζεται επιφέρει μεγάλη ζημιά στους ενάγοντες αρ. 1 διότι: (α) Καθίσταται ανέφικτη η παροχή οιασδήποτε πίστωσης στους ενάγοντες από άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. (β) Πλήττεται το καλό των εναγόντων όνομα ως επαγγελματίες και η 30ετής φήμη τους στην αγορά ως έντιμοι και συνεπείς επιχειρηματίες. (γ) Καθίσταται δύσκολη η διενέργεια πωλήσεων ακινήτων σε χώρες όπως η Κίνα, το Χόνγκ - Κόνγκ, η Ρωσία και άλλες, στις οποίες οι ενάγοντες προσπαθούν να επεκταθούν σε μια προσπάθεια επιβίωσης τους. (δ) Οι ενάγοντες αρ. 2 και 3 μετέχουν στην ALFA MEDITERRANEAN ENTREPRISES LTD, η οποία έχει κερδίσει πανευρωπαϊκό διαγωνισμό σε σχεδιαζόμενο έργο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με ηλιοθερμικό σύστημα, που θα παράγει σε ημερήσια βάση περί το 5% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στην Κύπρο. Η εν λόγω εταιρεία εγκρίθηκε να λάβει ως έπαθλο το ποσόν των 60.000,000 Ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την έναρξη κατασκευής του έργου και διάφορες άλλες επιχορηγήσεις και πιστώσεις μέχρι την ολοκλήρωση και λειτουργία του. Η συμπερίληψη των εναγόντων στο « Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ» προκαλεί κίνδυνο απώλειας επάθλου, των επιχορηγήσεων και πιστώσεων, που θα δοθούν και με κρατικές εγγυήσεις και δημιουργεί ενδεχόμενο ολοκληρωτικής ματαίωσης του όλου εγχειρήματος. Τελειώνοντας ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες έχουν πολύ καλή υπόθεση και ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα καταστεί δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Από την αντίπερα όχθη, η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Χρυστόστομου Τσιουτσιούμη, υπεύθυνου στο Τμήμα Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Στην ένορκη του δήλωση, αναφέρεται στους νομικούς λόγους της ένστασης με βάση τις νομικές συμβουλές που έλαβε από τους νομικούς συμβούλους των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να εκδοθούν λόγω του ότι παραβαίνουν νομοθεσίες και κανονισμούς και ότι τυχόν έκδοση τους θα είχε ως αποτέλεσμα στο να εμποδίζει τους ενάγοντες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους που απορρέουν από τις πιο πάνω νομοθεσίες και κανονισμούς. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αίτηση είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο καθότι τα δεδομένα των αιτητών έχουν καταχωρηθεί στο σύστημα «ΆΡΤΕΜΙΣ» από τις 4/12/2013 και/ή το αργότερο στις 30/09/2014 σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας 414/
  5. Τα όσα αναφέρονται στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13/03/2014 που απέστειλαν οι ενάγοντες και επικαλούνται οι αιτητές και συγκεκριμένα ότι σε περίπτωση καταχώριση αγωγής εναντίον τους θα δοθούν στο «ΑΡΤΕΜΙΣ» και οι πληροφορίες που αναφέρονται, αυτές είναι πληροφοριακής φύσης και δεν σημαίνει ότι μόνο τότε θα δίδονταν στο σύστημα. Απλώς, όταν εγείρετο αγωγή θα καταχωρείτο και αυτό το δεδομένο. Ισχυρίζεται επίσης, ότι ο μοναδικός λόγος της αίτησης είναι για να αποστερήσουν τη δυνατότητα οποιονδήποτε πιστωτικών ιδρυμάτων και ΑΠΙ, οι οποίοι είναι ή μπορεί να γίνουν πιστωτές των εναγόντων, από του να αξιολογήσουν ορθά το αξιόχρεο των εναγόντων. Επίσης, αναφέρει ότι οι αιτητές έχουν δικαίωμα δυνάμει των άρθρων 12 και 13 του Νόμου 138(Ι)/2001 και του Κανονισμού 414/2013, παράγραφοι 10
(5)και
(6)κατόπιν σχετικού αιτήματος τους να ζητήσουν και να λάβουν το υποκείμενο των δεδομένων προσωπικών χαρακτήρα που τους αφορούν και έχουν καταχωρηθεί στο «ΑΡΤΕΜΙΣ» αλλά δεν το έχουν κάνει και δεν μπορούν να προωθούν καταχρηστικά και/ή αντίθετα προς την νομοθεσία αιτήματα στο Δικαστήριο. Επίσης, αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι πρόνοιες του άρθρου 13 και 16
(1)του Νόμου 138(Ι)/2001, αντιθέτως πληρούνται οι πρόνοιες του άρθρου 16
(2)(β) και δεν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο να αιτούμενα διατάγματα. Πιο κάτω στην ένορκη του ομολογία, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν πρώτοι περιλάβει τους αιτητές στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ». Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση έχουν ασκήσει οποιαδήποτε πίεση ή απειλή ή εκφοβισμό στους ενάγοντες για να υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο. Όλα τα έγγραφα έχουν υπογραφεί μεταξύ των μερών ελευθέρα βουλήσει και χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό, στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων τους. Αν οι ενάγοντες δεν συμφωνούσαν με το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψαν θα μπορούσαν να μην υπογράψουν για την αναδιάρθρωση. Σημειώνεται από τον ενόρκως δηλούντα ότι και στις δύο αναδιαρθρώσεις έχουν προσφερθεί από τους ενάγοντες υποθήκευση ακινήτων πράγμα που δεικνύει την σύμφωνο γνώμη τους στη συνέχιση των σχέσεων των δύο μερών. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι έγινε συνάντηση με τους ενάγοντες κατόπιν πρωτοβουλίας συνεταίρου σε ελεγκτικό γραφείο με σκοπό τη συζήτηση των υποχρεώσεων τους προς τους εναγομένους. Η συζήτηση έγινε άνευ βλάβης και σε αυτήν αναφέρθηκε ότι οι ενάγοντες θα απέστελλαν πρόταση στους εναγόμενους με σκοπό την διευθέτηση του δανεισμού, ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί η τράπεζα. Σε καμία περίπτωση αρνήθηκαν οι εναγόμενοι να συζητήσουν με τους ενάγοντες. Αντί της πρότασης των εναγόντων, οι εναγόμενοι έλαβαν την παρούσα αγωγή καθώς και την παρούσα αίτηση. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν παρουσιάζουν εύλογους λόγους και αιτία για την αιτούμενη αναστολή που ζητούν της απόφασης/πράξης των καθ' ων η αίτηση να περιλάβουν στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ» πληροφορίες σχετικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παρείχαν. Δεν φαίνεται να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής, ούτε υπάρχει καλή βάση αγωγής ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε διαφαίνεται ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ισχυριζόμενη ζημιά, την οποία δεν παραδέχονται οι καθ' ών η αίτηση, αφορά τους ενάγοντες 2 και 3 μόνον και όχι τους λοιπούς ενάγοντες. Επίσης, δεν δικαιολογούν γιατί η συμπερίληψη των εναγόντων αρ. 1 στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ» προκαλεί κίνδυνο απώλειας επάθλου που έχουν εγκριθεί να λάβουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την έναρξη του έργου. Δεν έχουν καταχωρήσει ούτε καν οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό σχετικά με αυτόν τον ισχυρισμό και ούτε φαίνεται γιατί υπάρχει κίνδυνος να το χάσουν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν καταχωρηθεί στο σύστημα «ΑΡΤΕΜΙΣ» δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να λάβουν πιστωτικές διευκολύνσεις από άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Σίγουρα είναι σημαντικός λόγος για ένα πιστωτικό ίδρυμα να μην τους χορηγήσει πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά η κάθε απόφαση του κάθε πιστωτικού ιδρύματος λαμβάνεται αξιολογώντας διάφορους παράγοντες. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η αίτηση δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και δεν έχει αποδειχθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντιθέτως, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων συνεπάγεται άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και των υποχρεώσεων των καθ' ών η αίτηση προς τους Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας, τους Νόμους και γενικότερα τη Νομοθεσία της Κύπρου. Θα πληγεί ανεπανόρθωτα το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, όπου ο μηχανισμός ανταλλαγής δεδομένων «ΑΡΤΕΜΙΣ» έχει δημιουργηθεί με σκοπό το όφελος του και την προστασία της εμπορικής πίστης και την μείωση επισφαλειών. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες πλευρές κατάθεσαν στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται υπόψη και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σε θέσεις των μερών θα κάνω αναφορά κατωτέρω κατά την εξέταση της αίτησης και εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60. Οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι οι ακόλουθες: 1. To Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. 2. Να υπάρχει πιθανότητα ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία. 3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το πιο πάνω άρθρο έχει ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and another
(1982)1 C.L.R. 557, Aνδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννας Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Aλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Eκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην Τ.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Μichael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re X΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους, Πολ. Αίτηση Αρ. 27/10, Ημερομηνίας 23/12/2010 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011). Περαιτέρω, ο αιτητής όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1A A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α., Πολ. Εφεση. Αρ. 310/2008, Ημερομηνίας 17/06/2011). Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. V Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.» Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Προτού όμως γίνει αυτό θα πρέπει να εξεταστούν κάποιοι από τους λόγους ένστασης, οι οποίοι σε περίπτωση που ευσταθούν θα έχουν καταλυτικές συνέπειες για την έκβαση και περαιτέρω εξέταση της παρούσας αίτησης. Αναφέρομαι στους λόγους ένστασης υπό στοιχεία (μ) και (ν). Σε αυτούς αναφέρεται ότι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα καθώς επίσης και ότι εκλείπει και το στοιχείο του κατεπείγοντος. Αρχίζοντας από το τελευταίο θα πρέπει να αναφερθεί ότι η στοιχειοθέτηση του επείγοντος σε μια αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος απαιτείται στην περίπτωση που ένα διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί μονομερώς παρακάμπτοντας το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί στο Δικαστήριο. Η ύπαρξη επείγον ζητήματος απαιτεί σε τέτοιες περιπτώσεις την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς και χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά και η ύπαρξη του είναι δικαιοδοτική (βλ. άρθρο 9 του Κεφ. 6). Στην παρούσα περίπτωση, παρόλο που η αίτηση έγινε μονομερώς εντούτοις το Δικαστήριο φαίνεται να μην ικανοποιήθηκε για το επείγον του ζητήματος έτσι ώστε να ασκήσει δικαιοδοσία και να εκδώσει μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και διέταξε την επίδοση της αίτησης, κάτι που έγινε και ουσιαστικά μετατράπηκε σε δια κλήσεως. Επομένως, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του κατά πόσο ήταν επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και κατά πόσο τελικά το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια αφού κάτι τέτοιο δεν έγινε. Άρα δεν τίθεται θέμα επείγοντος στην παρούσα αίτηση με αυτή την έννοια και ο λόγος ένστασης αυτός δεν μπορεί να ευσταθεί και απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για το λόγο ένστασης που αναφέρεται στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Μια τέτοια υποχρέωση επιβάλλεται στον αιτητή, δηλαδή η πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, στην περίπτωση που αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς και εξασφαλίζει προσωρινό διάταγμα με βάση τα όσα αναφέρει χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Αν αποδειχθεί μεταγενέστερα ότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση του διατάγματος, τότε αυτό είναι υποκείμενο σε ακύρωση. Στην παρούσα περίπτωση, δεν τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα αφού δεν εκδόθηκαν μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και επομένως το Δικαστήριο δεν βασίστηκε στα λεγόμενα των αιτητών για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Άρα δεν τίθεται θέμα απόκρυψης γεγονότων αφού έχει δοθεί και στους καθ' ών η αίτηση η ευκαιρία πριν την εξέταση της παρούσας αίτησης να εκθέσουν τα γεγονότα σύμφωνα με την εκδοχή τους και ανάλογα να αποφασίσει το Δικαστήριο. Ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και απορρίπτεται. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης είναι συνυφασμένοι με την ουσία της αίτησης, γι αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, εκείνο το οποίο θα πρέπει να καταδειχθεί είναι ότι οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής. Με βάση την αγωγή των εναγόντων, σε αυτή ζητούνται διάφορα διατάγματα τα οποία σχετίζονται με την επιβολή διαφόρων ποσοστών τόκων επί της οφειλής τους καθώς επίσης διατάγματα που αφορούν την μετατροπή του πολυνομισματικού δανείου τους από Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ σε ημερομηνία άλλη από την ημέρα εκταμίευσης του. Οι ενάγοντες μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, προχώρησαν και καταχώρησαν και Έκθεση Απαίτησης με την οποία εκθέτουν σε λεπτομέρεια την απαίτηση τους. Όσον αφορά το επιτόκιο του λογαριασμού δανείου που τους παραχωρήθηκε από την τράπεζα και κατ' επέκταση από τους εναγομένους ισχυρίζονται ότι αυτό θα ήταν 1,75% συν LIBOR 3 μηνών. Αυτό η τράπεζα θα είχε δικαίωμα να το μεταβάλει εντός των νομισματικών ή πιστωτικών κανόνων και ο τόκος υπερημερίας θα ήταν 5%. Λόγω οικονομικών δυσκολιών των εναγόντων το 2011 αποτάθηκαν στους ενάγοντες για αναδιάρθωση του δανείου και τότε, ισχυρίζονται, εκβιαστικά τους αύξησαν το επιτόκιο από 1,75% σε 4%. Το ίδιο έγινε και κατά το έτος 2012 αναφέρουν όταν τους επέβαλαν αύξηση στο περιθώριο του επιτοκίου σε 5,75%. Παραθέτουν επίσης λεπτομέρειες οικονομικού εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης εκμεταλλευόμενοι οι εναγόμενοι της θέση ισχύος που βρίσκονταν έναντι των εναγόντων στο να υπογράψουν και να αποδεχθούν τις πιο πάνω αυξήσεις των επιτοκίων της αρχικής τους συμφωνίας. Επίσης, ισχυρίζονται ότι ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω επιβολών αυξημένων επιτοκίων, η εξυπηρέτηση του δανείου τους κατέστη εξαιρετικά δύσκολη και/ή αδύνατη. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι στις 13/03/2014 με επιστολή τους οι εναγόμενοι τους πληροφορούσαν ότι μονομερώς μετέτρεψαν το λογαριασμό δανείου του από Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ με ισοτιμία άλλη από εκείνη που ίσχυε κατά το Φεβρουάριο του 2008 όπως έπρεπε να γίνει, σύμφωνα πάντα με τη θέση τους. Αποτέλεσμα ήταν το υπόλοιπο του δανείου τους να ξεπερνούσε το αρχικό ποσό δανείου που τους χορήγησαν σε Ευρώ με βάση την ισοτιμία κατά τη σύναψη της συμφωνίας, παρόλο που είχαν προβεί σε πληρωμές σημαντικών ποσών. Επίσης, τους πληροφορούσαν ότι τόσο ο λογαριασμός δανείου όσο και ο τρεχούμενος λογαριασμός τους, θα χρεωνόταν με επιτόκιο 14% ετησίως. Λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των εναγόντων, στην Έκθεση Απαίτησης τους και χωρίς να τους αξιολογώ, κρίνω ότι ικανοποιούν την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  3. Δηλαδή, κρίνω ότι έχουν αποδείξει καλή βάση αγωγής και ουσιαστικά αγώγιμο δικαίωμα το οποίο απορρέει από τη βασική τους συμφωνία για παραχώρηση του δανείου και από άκυρες κατά αυτούς μεταγενέστερες συμφωνίες για αύξηση του επιτοκίου καθώς και παράνομη μετατροπή του δανείου από Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ με ισοτιμία μεταγενέστερη της χορήγησης του. Αναφορικά τώρα με τη δεύτερη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου, θα πρέπει να γίνει μια πιο λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα όπως έχουν τεθεί με την ένορκη ομολογία του αιτητή. Σημειώνεται και επαναλαμβάνεται ότι στο παρόν στάδιο δεν κρίνεται η αξιοπιστία των θέσεων και ισχυρισμών των αιτητών. Στην ένορκη ομολογία των αιτητών επισυνάπτεται επιστολή της τράπεζας και/ή των εναγομένων ημερομηνίας 11/02/2008 αναφορικά με την έγκριση του πολυνομισματικού δανείου ύψους 2,210.000 Ελβετικών Φράγκων με επιτόκιο 1,75% συν 3 μήνες LIBOR και περιθώριο 5% με δικαίωμα της τράπεζας να το μεταβάλλει μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά. Η πιστωτική αυτή διευκόλυνση θα εξασφαλιζόταν μεταξύ άλλων και από τις προσωπικές εγγυήσεις των εναγόντων αρ. 2 και 3 ύψους €1,475.000 από έκαστο. Επίσης, επισυνάπτεται και η συμφωνία πολυνομισματικού δανείου η οποία ακολούθησε μεταξύ εναγόντων αρ. 1 και εναγομένων. Πέραν τούτου, επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες φαίνεται η κίνηση του δανείου και οι πληρωμές από τους ενάγοντες αρ.
  4. Συγκεκριμένα, κατά τα έτη 2008, 2009, 2010,2012, 2013 και 2014 και μέρος του 2015 φαίνεται η καταβολή των διαφόρων ποσών, αρχικά κατά τριμηνία και μετέπειτα σε διάφορες ημερομηνίες και διάφορα ποσά. Περαιτέρω, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 21/01/2011 με την οποία, όπως προκύπτει, η τράπεζα αποδέχτηκε αίτημα των εναγόντων αρ. 1 για αλλαγή στο πρόγραμμα αποπληρωμής και ταυτόχρονα αυξάνεται και το επιτόκιο σε 4,5%. Επίσης, ζητήθηκαν και νέοι όροι και εξασφαλίσεις, μεταξύ άλλων προερχόμενες από την ενάγουσα αρ. 4 δια της υποθηκεύσεως διαφόρων ακινήτων και περαιτέρω προσωπική εγγύηση των εναγόντων αρ. 2 και 3 για το ποσό των €146,
  5. Η επιστολή αυτή και όροι υπογράφονται από τους ενάγοντες αρ.
  6. Παρόμοια επιστολή ημερομηνίας 07/03/2012 για αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής του δανείου επισυνάπτεται με αυξημένο επιτόκιο το οποίο ανέρχεται σε 5,75% και με νέες εξασφαλίσεις από την ενάγουσα αρ. 4 για υποθήκευση ακινήτου, υπογραμμένη πάλι από τους ενάγοντες αρ.
  7. Έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα αλλά και τα υπόλοιπα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή αναφορικά με τον τρόπο και περιστάσεις που οι ενάγοντες αρ. 1 υπέγραψαν τις τροποποιητικές συμφωνίες. Δεν παραγνωρίζω τις θέσεις που προβάλλονται στην ένσταση των εναγομένων και ότι αυτές υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση τους και παραχωρηθήκαν και οι υποθήκες που αναφέρονται σε αυτές. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν θα υπεισέλθει στην κρίση της ουσίας της αγωγής και ούτε θα αποφασίσει την εγκυρότητα των εν λόγω συμφωνιών. Εκείνο το οποίο προκύπτει όμως, είναι ότι οι ενάγοντες αρ. 1 λόγο οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν το διάστημα εκείνο ζήτησαν τροποποίηση των όρων της αρχικής συμφωνίας τους, κάτι που έγινε αποδεκτό και στις δύο φορές από την τράπεζα και παράλληλα ζητήθηκαν περαιτέρω εξασφαλίσεις και αύξηση του επιτοκίου. Το κατά πόσο οι εν λόγω αυξήσεις του επιτοκίου επιβλήθηκαν από την τράπεζα δυνάμει οικονομικού εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε στους ενάγοντες ή αυτές υπογράφηκαν με την ελεύθερη τους βούληση είναι κάτι που θα αποφασιστεί στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία και προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων. Για σκοπούς της διαδικασίας αυτής και μόνο και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των ισχυρισμών τους και λαμβάνοντας υπόψη την όλη εικόνα την οποία παρουσιάζουν σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση κατά τους ουσιώδεις χρόνους, κρίνω ότι έχουν αποδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν απαιτείται η απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων αλλά σοβαρές ενδείξεις περί τούτου. Έχουν κατατεθεί ενώπιον μου τα σχετικά τεκμήρια αλλά και μαρτυρία για τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού δανείου και οι ισχυρισμοί των εναγόντων σε σχέση με τον τρόπο που υπέγραψαν τις τροποποιητικές συμφωνίες και κατ' επέκταση την αύξηση του επιτοκίου, τα οποία κρίνω ικανοποιητικά για σκοπούς της προϋπόθεσης αυτής, χωρίς επαναλαμβάνω να τα αξιολογώ και ούτε να καταλήγω σε ευρήματα γεγονότων. Όσο αφορά το δεύτερο σκέλος της αγωγής των εναγόντων και το παράπονο τους για την μετατροπή του λογαριασμού δανείου τους από Ελβετικά Φράγκα σε Ευρώ μονομερώς από τους εναγόμενους και με ισοτιμία άλλη από αυτή που ίσχυε κατά την ημέρα σύναψης του, παρατηρώ ότι η θέση αυτή φαίνεται στην επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 13/03/2014 (τεκμήριο 6) με την οποία τους γνωστοποιείται το γεγονός αυτό. Το γεγονός αυτό της μετατροπής του νομίσματος άλλωστε δεν αμφισβητείται και με την ένσταση των εναγομένων. Επίσης, με την επιστολή αυτή τερματίστηκε ο λογαριασμός δανείου και χρεωνόταν με επιτόκιο 14%. Είναι η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν στην μετατροπή του δανείου σε Ευρώ με την ισοτιμία που αναφέρουν στην επιστολή τους αλλά με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου που ήταν το Ευρώ προς το Ελβετικό Φράγκο 1,5987859460 ενώ σύμφωνα με την επιστολή ημερομηνίας 13/03/2014 φαίνεται να είναι 1,
  8. Προς υποστήριξη της θέσης τους, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση επί του προδικαστικού ερωτήματος την 30/04/2014 στην υπόθεση C-26/13, Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabal v. OTP Jelsalogbank Zrt, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Σύμφωνα με το συνήγορο των εναγόντων, σε εκείνη την απόφαση κρίθηκαν καταχρηστικοί και άκυροι οι όροι συμβάσεων δανείου σε ελβετικά φράγκα, με τους οποίους ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό να υπεισέλθω σε περαιτέρω ανάλυση της νομικής πτυχής αυτού του θέματος στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Άλλωστε κάτι τέτοιο προϋποθέτει κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με τη σύμβαση των εναγόντων με τους εναγόμενους, την ανάλυση των σχετικών όρων αυτής και κατά πόσο τελικά αυτοί δεν μπορεί να εφαρμοστούν λόγω του ότι είναι καταχρηστικοί ή άκυροι. Είναι γεγονός ότι η δική μας νομολογία, εξ' όσον γνωρίζω μέχρι στιγμής δεν έχει αποφασίσει επί του πιο πάνω ζητήματος που εγείρεται ούτε υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση. Επίσης, θεωρώ ότι αυτό θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη και όλα τα περιβάλλοντα γεγονότα και συγκεκριμένα θα πρέπει να υπάρχουν σαφή ευρήματα αναφορικά με τις ισοτιμίες, τον τρόπο σύναψης της εν λόγω σύμβασης από τα μέρη και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Δεν θεωρώ ότι ενδείκνυται στα πλαίσιο της παρούσας αίτησης να επιλύονται πολύπλοκα νομικά ζητήματα που άπτονται και συγκεκριμένων γεγονότων μάλιστα. Από την αντίπερα όχθη, δεν υπήρχε αντίλογος στο πιο πάνω ζήτημα που εγείρουν οι ενάγοντες. Θεωρώ ότι και σε σχέση με το ζήτημα αυτό εγείρεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή των εναγόντων. Είναι ένα θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει το εκδικάζον Δικαστήριο το οποίο θα προβεί σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων. Οι αναφορές των εναγόντων στις ισοτιμίες κατά την ημέρα παραχώρησης του δανείου και σε αυτές που, κατά τη θέση τους, ίσχυαν κατά τη μετατροπή του από τους εναγόμενους και έχοντας υπόψη και την πιο πάνω απόφαση που παρατέθηκε από τους ενάγοντες, η οποία να σημειωθεί ότι δίνει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές στα Κράτη Μέλη αναφορικά με την τρόπο ερμηνείας αι εφαρμογής τέτοιων συμβάσεων στα πλαίσια πάντοτε της κάθε υπόθεσης, θεωρώ ότι είναι αρκετά στοιχεία για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και για αυτό το μέρος της απαίτησης των εναγόντων. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει και αυτή την προϋπόθεση που θέτει το πιο πάνω άρθρο. Ο λόγος ένστασης υπό στοιχείο (Ο) απορρίπτεται. Η θέση επίσης, ότι δεν γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει στην μη ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης. Εκείνο που έχει σημασία είναι από τα γεγονότα να προκύπτει το γεγονός αυτό, κάτι που για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω έχω ικανοποιηθεί και όχι απλή αναφορά ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Προχωρώντας να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση που τάσσει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, δηλαδή ότι θα είναι αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, σχετικές προς υποστήριξη της προϋπόθεσης αυτής είναι οι παράγραφοι 20 και 21 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό όπως γίνει αναφορά στο σύστημα «Άρτεμις» για να γίνει αντιληπτό τί ακριβώς είναι το σύστημα αυτό, πώς λειτουργεί και ποίοι έχουν πρόσβαση σε αυτό και ακολούθως να συσχετιστεί με τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι η καταχώριση τους σε αυτό ως άτομα που έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια μπορεί να προκαλέσει σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013 «µηχανισµός ανταλλαγής δεδοµένων ΑΡΤΕΜΙΣ» σηµαίνει το σύστηµα ή µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων, που ανήκει και τυγχάνει επεξεργασίας από την ΑΡΤΕΜΙΣ Τραπεζικά Συστήµατα Πληροφοριών Λτδ., στο οποίο συµµετέχουν όλα τα πιστωτικά ιδρύµατα εξαιρουµένων των ΣΠΙ και του Οργανισµού Χρηµατοδοτήσεως Στέγης» Το άρθρο 28Δ του πιο πάν Νόμου υποχρεώνει όλα Πιστωτικά Ιδρύματα να συμμετέχουν στον μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων ΆΡΤΕΜΙΣ και εξηγείται στο εν λόγω άρθρο και ο σκοπός σύστασης του συγκεκριμένου συστήματος. Παραθέτω αυτούσιο το πιο πάνω άρθρο: «28Δ.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύµατα, εξαιρουµένων των ΣΠΙ και του Οργανισµού Χρηµατοδοτήσεως Στέγης, υποχρεούνται να συµµετέχουν και να παρέχουν δεδοµένα στο µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων ΑΡΤΕΜΙΣ και όλα τα ΣΠΙ που έχουν συσταθεί δυνάµει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόµου και ο Οργανισµός Χρηµατοδοτήσεως Στέγης υποχρεούνται να συµµετέχουν και να παρέχουν δεδοµένα στο µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων ΑΙΑΝΤΑΣ.
(2)Τα δεδοµένα που παρέχονται από πιστωτικά ιδρύµατα στους µηχανισµούς ανταλλαγής δεδοµένων ΑΙΑΝΤΑΣ και ΑΡΤΕΜΙΣ, καθορίζονται µε οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και περιλαµβάνουν στοιχεία για όλες τις χορηγήσεις του πελάτη, εξυπηρετούµενες ή µη.
(3)Οι µηχανισµοί ανταλλαγής δεδοµένων ΑΡΤΕΜΙΣ και ΑΙΑΝΤΑΣ διασυνδέονται ηλεκτρονικά ώστε να καθίσταται δυνατή η συσχέτιση των δεδοµένων των δύο µε σκοπό τα δικαιώµατα πρόσβασης σε δεδοµένα πιστωτικών ιδρυµάτων, εξαιρουµένων των ΣΠΙ και του Οργανισµού Χρηµατοδοτήσεως Στέγης, να έχουν πέραν από τα ίδια και όλοι οι συµµετέχοντες στο µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων ΑΙΑΝΤΑΣ και τα δικαιώµατα πρόσβασης σε δεδοµένα των ΣΠΙ και του Οργανισµού Χρηµατοδοτήσεων Στέγης να έχουν πέραν από τους ίδιους και όλοι οι συµµετέχοντες στο µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων ΑΡΤΕΜΙΣ: Νοείται ότι, η διασύνδεση των µηχανισµών ανταλλαγής δεδοµένων γίνεται τηρουµένου του άρθρου 8 του περί Επεξεργασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόµου) Νόµου.
(4)Όλα τα πιστωτικά ιδρύµατα, που υπόκεινται στην εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας σε ενοποιηµένη βάση σύµφωνα µε τον παρόντα Νόµο και που συµµετέχουν στους µηχανισµούς ανταλλαγής δεδοµένων ΑΙΑΝΤΑΣ και ΑΡΤΕΜΙΣ έχουν δικαίωµα πρόσβασης στα δεδοµένα που τηρούνται στους εν λόγω µηχανισµούς, µε κύριο σκοπό την αξιολόγηση του αξιόχρεου των πελατών τους και την αποτελεσµατικότερη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ή και άλλων συναφών κινδύνων.
(5)Τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώµατα έχουν και όλες οι θυγατρικές επιχειρήσεις των πιστωτικών ιδρυµάτων που έχουν συσταθεί δυνάµει του περί Εταιρειών Νόµου και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόµου και δραστηριοποιούνται στη ∆ηµοκρατία και οι οποίες περιλαµβάνονται στην ενοποιηµένη εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας.
(6)(α) ∆ιαβίβαση δεδοµένων από το διασυνδεδεµένο σύστηµα ή µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων του εδαφίου
(3)σε άλλα συστήµατα ή µηχανισµούς ανταλλαγής δεδοµένων εκτός της ∆ηµοκρατίας λαµβάνει χώραν αφού πρώτα υποβληθεί από τον αιτούντα τη διαβίβαση τεκµηριωµένη έκθεση στην Κεντρική Τράπεζα· σε περίπτωση που η εν λόγω έκθεση δεν περιλαµβάνει τα πορίσµατα διαβούλευσης µε τα πιστωτικά ιδρύµατα, σε σχέση µε τη διαβίβαση, η Κεντρική Τράπεζα προχωρεί η ίδια σε διαβούλευση. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, αφού συµφωνήσει µε τους λόγους και το σκοπό της αιτούµενης διαβίβασης και αφού καθορίσει τα δεδοµένα τα οποία δυνατό να διαβιβασθούν από το µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων του εδαφίου
(3), προβαίνει σε όλες τις ενέργειες που προβλέπονται στον περί Επεξεργασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόµου) Νόµο σε σχέση µε έκδοση σχετικής άδειας λειτουργίας όπου αυτό ισχύει.
(7)Οι διατάξεις του άρθρου 29 εφαρµόζονται σε κάθε πρόσωπο που λαµβάνει γνώση δεδοµένων και πληροφοριών από µηχανισµό ανταλλαγής δεδοµένων.
(8)Η Κεντρική Τράπεζα καθορίζει, µε οδηγίες που εκδίδονται δυνάµει του άρθρου 41
(6), τη διαδικασία επιβολής τελών προς πιστωτικά ιδρύµατα από τους µηχανισµούς ανταλλαγής δεδοµένων ή/και καθορίζει το ύψος των τελών χρέωσης όπως η ίδια κρίνει σκόπιµο.» Πρόσβαση στο εν λόγω σύστημα έχει η Κεντρική Τράπεζα και οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο και οι πληροφορίες που τηρούνται είναι απόρρητες (βλ. άρθρο 28Ε του Νόμου). Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη 414/2013 εξέδωσε οδηγία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 41, εδάφια
(6)και
(7)με σκοπό τον καθορισμό των όρων, προϋποθέσεων και διαδικασιών λειτουργίας συστημάτων ή μηχανισμών ανταλλαγής δεδομένων. Στην εν λόγω οδηγία καθορίζονται τα στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενο της ανταλλαγής (βλ. άρθρο 7 της Οδηγίας). Μεταξύ των στοιχείων αυτών είναι και οι περιπτώσεις πελατών εναντίον των οποίων έχει κινηθεί αγωγή και περιλαμβάνει πληροφορίες αναφορικά με την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται και ποσό το οποίο εκκρεμεί. Προκύπτει επίσης, ότι δικαίωμα πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα έχει κάθε Πιστωτικό ίδρυμα το οποίο διορίζει κατάλληλο προσωπικό, το οποίο τηρεί τους κανόνες εμπιστευτικότητας και χρησιμοποιεί το σύστημα για τους σκοπούς για τους οποίους δόθηκε το δικαίωμα. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)της Οδηγίας άδεια πρόσβασης παραχωρείται σε προσωπικό που ασχολείται με την αξιολόγηση των αιτήσεων για παραχώρηση δανείων. Ουσιαστικά το σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ αποτελεί ένα σύστημα πληροφοριών στο οποίο τα Πιστωτικά Ιδρύματα έχουν υποχρέωση να καταχωρούν τα δεδομένα των πελατών τους και συνδεδεμένων με αυτούς προσώπων με βάση το εσωτερικό σύστημα αξιολόγησης τους, πρόσβαση σε αυτό έχει η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και τα Πιστωτικά Ιδρύματα μέσω εξουσιοδοτημένων προσώπων που είναι υπεύθυνα για την αξιολόγηση αιτήσεων παραχώρησης δανείων. Ο σκοπός λειτουργίας του συστήματος αυτού είναι η αποτελεσματικότερη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ή και άλλων συναφών κινδύνων. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τους ισχυρισμούς των αιτητών σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Κατ' αρχή όπως προκύπτει από την αίτηση των αιτητών και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, το παράπονο τους είναι ότι κακώς οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στον τερματισμό των συμφωνιών τους και την καταχώρηση των στοιχείων τους στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ ως πελάτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Επικεντρώνονται δηλαδή, σε αυτές τις πληροφορίες και μόνο και όχι σε οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες που οι καθ' ων η αίτηση έχουν υποχρέωση να παρέχουν προς το εν λόγω σύστημα. Προς απόδειξη ότι οι καθ' ων η αίτηση, περιέλαβαν αυτές τις πληροφορίες στο πιο πάνω σύστημα, αιτητές βασίζονται στην επιστολή τερματισμού τους ημερομηνίας 13/03/
  2. Από την πιο πάνω επιστολή και μόνο όμως, δεν προκύπτει ότι έγινε κάτι τέτοιο από τους καθ' ών η αίτηση. Εκείνο το οποίο αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή είναι ότι τα στοιχεία των αιτητών θα δοθούν στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ σε περίπτωση καταχώρισης αγωγής και έκδοση δικαστικής απόφασης. Επομένως, το μέρος αυτό των πληροφοριών για το οποίο παραπονούνται οι αιτητές, δεν έχει αποδειχθεί ότι καταχωρήθηκε στο πιο πάνω σύστημα. Με βάση το άρθρο 12 του Νόμου 138(Ι)/2001 και το άρθρο 9
(4)της Οδηγίας 414/2013, οι αιτητές έχουν δικαίωμα να αποταθούν στο διαχειριστή του συστήματος και να ζητήσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες που τους αφορούν. Δεν παρέχονται με την αίτηση τους οποιαδήποτε στοιχεία ότι αυτό έγινε και προέκυψε ότι οι εν λόγω πληροφορίες για τις οποίες παραπονούνται έχουν καταχωρηθεί από τους καθ' ών η αίτηση στο σύστημα. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα όσα αναφέρονται στην επιστολή τους είναι πληροφοριακής φύσεως και ότι αυτά τα στοιχεία θα καταχωρηθούν εφόσον κινηθεί αγωγή εναντίον τους και ουσιαστικά αρνούνται ότι παρείχαν αυτές τις πληροφορίες στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι πληροφορήθηκαν το γεγονός αυτό της περίληψης τους από τους ενάγοντες στο εν λόγω σύστημα χαρακτηρίζοντας τους προβληματικούς δανειολήπτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια από υπάλληλο του υποκαταστήματος της Alpha Bank Ltd και ότι τους είπε ότι θα ήταν ανέφικτη η παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης στους ενάγοντες αρ. 1 ένεκα του γεγονότος αυτού. Όπως προκύπτει από το σχετικό Νόμο και Οδηγία, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ είναι εμπιστευτικής φύσεως και γνώση γι αυτές έχουν εξουσιοδοτημένα πρόσωπα από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που εξετάζουν αιτήσεις για παροχή δανείου. Πουθενά δεν αναφέρεται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ποιος είναι ο υπάλληλος αυτός που ανέφερε την πιο πάνω πληροφορία στους αιτητές και κατά πόσο είναι το αρμόδιο πρόσωπο της Alpha Bank Ltd που έχει πρόσβαση στο εν λόγω σύστημα. Ούτε δίνονται οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με συγκεκριμένες πληροφορίες που παρείχαν οι καθ' ών η αίτηση. Ποιά στοιχεία δόθηκαν; Δεν υπάρχει ισχυρισμός ούτε προκύπτει να κινήθηκε οποιαδήποτε αγωγή εναντίον τους στο στάδιο αυτό. Επομένως, οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι οι καθ' ών η αίτηση έχουν περιλάβει πληροφορίες στο σύστημα σχετικά με το αναξιόχρεο των αιτητών, ποιες είναι αυτές οι πληροφορίες και κατά πόσο είναι λανθασμένες. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αν θεωρηθεί ότι τέτοιες πληροφορίες είναι παραδεκτό ότι καταχωρήθηκαν ή ότι καταχωρήθηκαν από τους καθ' ών η αίτηση ένεκα του τερματισμού των συμφωνιών και της υποχρέωσης τους από το Νόμο να το πράξουν και να δώσουν αυτή την πληροφορία στο σύστημα ή ότι επαπειλείται μια τέτοια πράξη σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού, θα πρέπει να καταδειχθεί η ζημιά που προκαλείται ή θα προκληθεί στους αιτητές και ότι αυτή θα είναι ανεπανόρθωτη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται στους ισχυρισμούς των αιτητών αναφορικά με τη ζημιά που θα τους επέφερε ή θα τους επιφέρει η ενέργεια των καθ' ων η αίτηση να τους περιλάβουν στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ ως πελάτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι μια γενικότητα και αοριστία. Ισχυρίζονται ότι η Alpha Bank Ltd αρνήθηκε την χορήγηση σε αυτούς δάνειο ένεκα του πιο πάνω γεγονότος. Πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αναφέρεται ότι οι ενάγοντες αρ. 1 ζήτησαν οποιοδήποτε δάνειο από την Alpha Bank Ltd, για ποιό σκοπό και για ποίο ποσό, ούτε παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με την υποβολή οποιασδήποτε αίτησης προς αυτούς για δανειοδότηση. Περαιτέρω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ή απάντηση της εν λόγω τράπεζας σε ένα τέτοιο αίτημα και ότι ο λόγος μη παραχώρησης του οφείλεται στην ενέργεια των καθ' ών η αίτηση να τους περιλάβουν στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ όπως ισχυρίζονται. Δεν αποδεικνύεται δηλαδή, να προκύπτει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά στους ενάγοντες αρ. 1, από την περίληψη τους στο εν λόγω σύστημα καθότι δεν αποδεικνύεται να αποστερήθηκαν οποιασδήποτε πιστωτικής διευκόλυνσης από τη συγκεκριμένη τράπεζα, όπως ισχυρίζονται. Περαιτέρω, στην παράγραφο 21 (α) της ενόρκου δηλώσεως υπάρχει ο γενικός ισχυρισμός ότι με την περίληψη τους στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ καθίσταται ανέφικτη η παροχή στους ενάγοντες οποιασδήποτε πίστωση από άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Πέραν της γενικότητας του ισχυρισμού αυτού, αφού δεν παρέχονται οποιαδήποτε στοιχεία για την πρόθεση τους να ζητήσουν μια τέτοια πιστωτική διευκόλυνση και ποίο είναι το ποσό αυτό και για ποιό σκοπό, δεν αναφέρεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι ανέφικτο να αποζημιωθούν από τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο σε χρήμα ούτε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αυτή την οικονομική δυνατότητα. Ευρύτερα όμως, ακόμη και να θεωρήσω ότι από αυτή την ενέργεια των εναγόντων παραβλάπτονται τα δικαιώματα των αιτητών, πουθενά στην ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται για ποιούς λόγους θα είναι ανέφικτο στο μέλλον να αποδοθεί δικαιοσύνη ούτε μπορεί να προκύψει ένα τέτοιο συμπέρασμα όπως στην Κυρίσαββας κ.α. v. Xάρη Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245 στην οποία κάνει αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του ενάγοντα δια της ανεγέρσεως περιπτέρου και δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο ακίνητο του ενάγοντα αν αφηνόταν να προχωρήσει και να συμπληρωθεί η ανέγερση του εν λόγω περιπτέρου. Αποφασίστηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) Επίσης, λέχθηκε ότι υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η περίληψη πληροφοριών στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ σχετίζεται με το αξιόχρεο πελατών πιστωτικών ιδρυμάτων έτσι ώστε όλα τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα να έχουν γνώση της οικονομικής τους κατάσταση και να είναι σε θέση να αξιολογούν καλύτερα τον κίνδυνο. Πουθενά στο Νόμο ή στην Οδηγία αναφέρεται ότι σε μια τέτοια περίπτωση απαγορεύεται σε ένα πιστωτικό ίδρυμα στο να παράσχει πιστωτική διευκόλυνση σε μια εταιρεία ή σε συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα. Επομένως, στην απουσία οποιοδήποτε στοιχείων που να αποδεικνύουν οποιαδήποτε ζημιά στους αιτητές από την ενέργεια αυτή των καθ' ών η αίτηση, δεν μπορεί να προκύψει και εύρημα περί ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτούς. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ενάγοντες αρ. 1 είναι εταιρεία ανάπτυξης γης αλλά πουθενά δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία για τη ζημιά που αυτοί θα υποστούν από την περίληψη τους στο εν λόγω σύστημα. Ουσιαστικά δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα ότι η λήψη δανείων από άλλη τράπεζα καθίσταται αναγκαία για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων εργασιών τους, ότι υπάρχει συγκεκριμένη πρόθεση προς αυτή την κατεύθυνση από συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα και ότι αυτό καθίσταται ανέφικτο με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική τους καταστροφή και τεράστιες ζημιές προς αυτούς, κάτι το οποίο θα ήταν ανέφικτο στο μέλλον να αποζημιωθεί με χρήμα. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την προϋπόθεση αυτή θα πρέπει να έχει συγκεκριμένα στοιχεία ενώπιον του και όχι γενικόλογους ισχυρισμούς έτσι ώστε να μπορεί να διαβλέπει την ισχυριζόμενη ζημιά που θα προκληθεί στους αιτητές και η οποία θα πρέπει να είναι ανεπανόρθωτη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Δεν παρέχονται στο Δικαστήριο τέτοια στοιχεία με την μαρτυρία που προσκομίστηκε. Όσον αφόρα τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 21 (β), το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντιληφθεί πως η ενέργεια αυτή των καθ' ών η αίτηση θα έχει αυτές τις συνέπειες. Τα σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ δεν είναι δημόσιο αρχείο που έχει πρόσβαση οποιοσδήποτε επιθυμεί να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση των αιτητών. Έχει αναφερθεί ανωτέρω η έννοια και ο σκοπός του εν λόγω συστήματος και κατοχυρώνεται η εμπιστευτικότητα του και ορίζεται ποια άτομα έχουν πρόσβαση σε αυτό και για ποιο σκοπό. Επομένως, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς πλήττεται η φήμη τους στην αγορά. Η δε ισχυρισμοί της παραγράφου 21(γ) δεν επεξηγούνται ούτε καταδεικνύεται πώς οι αιτητές θα επηρεαστούν στο να διενεργούν πωλήσεις στις χώρες που αναφέρονται. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 21(δ) και αυτοί οι ισχυρισμοί παρέμειναν στην σφαίρα της θεωρίας και είναι γενικοί και αόριστοι. Κατ' αρχή κανένα στοιχεία δεν έχει προσφερθεί που να καταδεικνύει ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο αυτή εταιρεία έχει κερδίσει ένα τέτοιο διαγωνισμό και ποιά η σχέση των αιτητών αρ. 2 και 3 με αυτή. Ούτε έχει παρατεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να αναφέρει τους όρους παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης και επιχορήγησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή, πώς σχετίζεται η περίληψη των αιτητών αρ. 2 και 3 στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ με το εν λόγο έργο και διαγωνισμό και κατά πόσο αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να μην εγκριθούν οι επιχορηγήσεις και πιστώσεις προς την εταιρεία στην οποία μετέχουν; Κανένα στοιχείο δεν παρατίθεται με το οποίο να συσχετίζεται με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί και αυτό προβάλλεται και ως λόγος ένστασης, ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι πληροφορίες για το αναξιόχρεο τους έχουν δοθεί στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ από τους καθ' ών η αίτηση και μόνο. Από την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι ο λόγος που αποτάθηκαν στους καθ' ών η αίτηση για λήψη δανείων είναι διότι υπήρξε ρήξη στις σχέσεις τους με την Alpha Bank Ltd με την οποία συνεργάζονταν και δίνονται λεπτομέρειες της ρήξης αυτής. Μεταξύ αυτών, αναφέρεται ότι χρήματα που οι αιτητές κατέθεταν σε τρεχούμενο λογαριασμό τους για κάλυψη επιταγών που εξέδιδαν χρησιμοποιούνταν από την εν λόγω τράπεζα για αποπληρωμή δόσεων δανείων με αποτέλεσμα να μην τιμούνται και να εγγραφούν στο ΚΑΠ και να παγοποιηθούν οι λογαριασμοί τους. Δεν δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τα δάνεια που οι αιτητές προφανώς είχαν με την εν λόγω τράπεζα, τι έγιναν, κατά πόσο είναι εξυπηρετούμενα ή όχι, κατά πόσο κινήθηκε αγωγή εναντίον τους ή όχι και κατά πόσο μετά τη θέσπιση του Νόμου, η Τράπεζα αυτή καταχώρησε στο σύστημα πληροφοριών ΆΡΤΕΜΙΣ στοιχεία που παραπέμπουν στο μη αξιόχρεο τους. Επομένως, δεν ξεκαθαρίζεται ότι μια τέτοια ενέργεια έγινε από τους καθ' ών η αίτηση και μόνο ή ενδεχομένως να έγινε και από την Alpha Bank Ltd. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εξουδετερώνεται εντελώς η συσχέτιση της ύπαρξης οποιασδήποτε ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αιτητές από την ενέργεια των καθ' ών η αίτηση. Πέραν των πιο πάνω όμως, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα αίτηση και είναι το δικαίωμα των αιτητών να αποταθούν στο Δικαστήριο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι γεγονός ότι οι πληροφορίες που καταχωρούνται στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και αφορούν το φερέγγυο και αξιόχρεο κάθε πελάτη πιστωτικού ιδρύματος. Επομένως, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων του 2001 μέχρι 2012 Ν. 138(Ι)/2001 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν τύχει επεξεργασίας και μπορεί να αποταθεί προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας και να του παράσχει όλα τα σχετικά στοιχεία. Το δικαίωμα αυτό ενσωματώνεται στο άρθρο 9
(4)της Οδηγίας 414/2013. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9
(5)της ίδιας Οδηγίας ο διαχειριστής του συστήματος ΆΡΤΕΜΙΣ οφείλει να δώσει οδηγίες σε Πιστωτικό Ίδρυμα για διόρθωση οποιονδήποτε στοιχείων στη βάση δεδομένων όταν αποδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα. Επομένως, παρέχεται μηχανισμός στην εν λόγω Οδηγία τόσο για την πρόσβαση του πελάτη του Πιστωτικού Ιδρύματος στο σύστημα και δικαίωμα λήψης όλων των στοιχείων που τον αφορούν αλλά προκύπτει να υπάρχει και δυνατότητα διόρθωσης των εν λόγω στοιχείων του αν αυτά είναι λανθασμένα. Το άρθρο 16
(1)του Νόμου 138(Ι)/2001 δίνει γενικό δικαίωμα σε καθένα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να λάβει προσωρινό διάταγμα για αναστολή ή μη εφαρμογής απόφασης που το θίγει. Το δικαίωμα αυτό δεν ισχύει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16
(2)του Νόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 16
(2)(β) του Νόμου έχει ως ακολούθως: «
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)δεν εφαρµόζονται όταν η πράξη ή απόφαση- (β) επιτρέπεται από νοµοθετική διάταξη, η οποία καθορίζει τα µέτρα για την προστασία και διασφάλιση των εννόµων συµφερόντων του υποκειµένου των δεδοµένων.» Στην παρούσα περίπτωση, η υποχρέωση των καθ' ών η αίτηση στο να καταχωρούν πληροφορίες και προσωπικά δεδομένα σε σχέση με το αξιόχρεο των πελατών τους, έχει δημιουργηθεί με το Νόμο 66(Ι)/1997 όπως έχει τροποποιηθεί (βλ. άρθρο 28Δ). Η Οδηγία 414/2013 θεσπίστηκε δυνάμει του πιο πάνω Νόμου και ο σκοπός της δεν είναι για να επιβάλει αυτή την υποχρέωση στα Τραπεζικά Ιδρύματα, αφού αυτή επιβάλλεται από το Νόμο αλλά για να καθορίσει τους όρους, προϋποθέσεις και διαδικασίες λειτουργίας, μεταξύ άλλων του συστήματος ΆΡΤΕΜΙΣ. Επομένως, θεωρώ ότι η πράξη των καθ' ών η αίτηση να παράσχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες προσωπικών δεδομένων των πελατών τους πηγάζει από νομοθετική διάταξη όπως προνοείται στο άρθρο 16
(2)(β) ανωτέρω. Αυτό από μόνο του όμως, δεν αρκεί για να εμπίπτει στην πιο πάνω εξαίρεση από το να αποταθεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο στο Δικαστήριο. Θα πρέπει να παρέχεται και μηχανισμός ή μέτρα στον επηρεαζόμενο για προστασία και διασφάλιση των έννομων συμφερόντων του. Με βάση την Οδηγία 414/2013, η οποία καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος ΆΡΤΕΜΙΣ προκύπτει ότι κάθε ενδιαφερόμενο μέρος έχει δικαίωμα πρόσβασης και δικαιούται να λάβει πληροφορίες αναφορικά με τα στοιχεία που τον αφορούν και είναι καταχωρημένα σε αυτό (βλ. άρθρο 9
(4)). Επίσης, ο διαχειριστής τους συστήματος οφείλει να δώσει οδηγίες στο Πιστωτικό Ίδρυμα για διόρθωση οποιονδήποτε στοιχείων που καταχωρήθηκαν όταν αποδειχθεί από στοιχεία, μεταξύ άλλων, από τον πελάτη που τον αφορούν ότι είναι λανθασμένα (βλ. άρθρο 9
(5)). Περαιτέρω, στο άρθρο 10
(5)της εν λόγω Οδηγίας προνοείται ότι το Πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να προβεί σε διορθώσεις στη βάση δεδομένων του, όπου αυτές έχουν εντοπιστεί από το μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων μετά από παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων από τον πελάτη. Θεωρώ ότι από τα πιο πάνω, προκύπτει μηχανισμός διασφάλισης των έννομων συμφερόντων των πελατών σχετικά με τα στοιχεία που καταχωρούνται στο σύστημα ΆΡΤΕΜΙΣ και κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 16
(2)(β) του Νόμου 138(Ι)/2001 και κρίνω ότι οι αιτητές εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα αίτηση στο Δικαστήριο. Υπάρχει η θέση από πλευράς συνηγόρου των αιτητών ότι σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ο καθένας δικαιούται να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του, ειδικότερα για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που αφορά την προστασία των προσωπικών του δεδομένων. Η θέση αυτή όμως, δεν επεξηγείται περαιτέρω στην αγόρευση του συνηγόρου και τί ακριβώς εννοεί. Αφήνεται να νοηθεί όμως ότι ενδεχομένως να μην μπορεί να εφαρμοστεί η σχετική πρόνοια της νομοθεσίας και ότι αυτή είναι αντισυνταγματική και αντίκειται στο άρθρο 6.1 της Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρόλα αυτά όμως, δεν αναπτύσσεται το θέμα περαιτέρω και ούτε επεξηγούνται οι πιο πάνω θέσεις. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί όμως στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, είναι ότι ναι μεν το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων είναι ένα ευαίσθητο θέμα που αφορά το κάθε πρόσωπο, αλλά η εξαίρεση αυτή γίνεται στα πλαίσιο του σχετικού Νόμου που ρυθμίζει το θέμα αυτό. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα μας αλλά και από τη Σύμβαση, δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς οι οποίοι επιτρέπονται με τρόπο εξυπακουόμενο αφού το δικαίωμα αυτό ως εκ της φύσης του ζητά τη ρύθμιση του από το Κράτος. Περαιτέρω, ένας περιορισμός δε θα είναι συμβατός με το άρθρο 6.1 αν δεν προωθεί ένα νόμιμο στόχο και αν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που υιοθετούνται και του στόχου που επιδιώκεται να επιτευχθεί (βλ. Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του κ. Ανδρέα Νικόλα Λοϊζου, σελ. 182). Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο περιορίζει ο Νόμος είναι το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο για άμεση αναστολή ή μη εφαρμογή πράξης ή απόφασης σε σχέση με προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες που αφορούν ένα πρόσωπο και ειδικότερα στην περίπτωση μας σε σχέση με τη φερεγγυότητα του. Δεν στερεί δηλαδή γενικά το δικαίωμα προσώπου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παράβαση που σχετίζεται με τα προσωπικά του δεδομένα και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Περαιτέρω, ο Νόμος και ο σχετικός Κανονισμός παρέχει τρόπο και σε αυτό το στάδιο για προστασία του δικαιώματος αυτού, διαδικασία που οι ενάγοντες ούτε καν ακολούθησαν. Επίσης, αν υπεισέλθουμε και στη σχέση αναλογικότητας του τρόπου αυτού που παρέχεται στο ενδιαφερόμενο μέρος με το σκοπό που επιδιώκεται να επιτευχθεί με το συγκεκριμένο Νόμο, δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει δυσαναλογία και κατ' επέκταση παράβαση του Συντάγματος και της Σύμβασης. Η σημασία, σκοπός και τρόπος λειτουργίας του συστήματος ΆΡΤΕΜΙΣ έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Η νομοθετική διάταξη που δίδει το δικαίωμα στην τράπεζα με βάση τα εσωτερικά συστήματα αξιολόγησης των πελατών της αλλά και την υποχρέωση της να κοινοποιεί τα προσωπικά τους δεδομένα σε σχέση με τη φερεγγυότητα τους στο πιο πάνω σύστημα, σκοπό και στόχο έχει τη διαφύλαξη του πιστωτικού συστήματος της χώρας και κάθε πιστωτικό ίδρυμα και η Κεντρική Τράπεζα να είναι σε θέση να αξιολογεί καλύτερα τους κινδύνους. Επομένως, από τη θέσπιση αυτή της νομοθεσίας προκύπτει ευρύτερα δημόσιο όφελος και συμφέρον αφού μπορεί να διαφυλαχθεί καλύτερα το πιστωτικό μας σύστημα και γενικότερα η οικονομία της χώρας. Επίσης, η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές είναι περιορισμένη όπως τάσσει η νομοθεσία και η Οδηγία. Άρα δεν είναι ένα σύστημα πληροφοριών και προσωπικών δεδομένων που μπορεί να έχει πρόσβαση ο οποιοσδήποτε. Και πέραν τούτου, παρέχει διαδικασία και μηχανισμό για διαφύλαξη των έννομων συμφερόντων του επηρεαζόμενου μέσω της σχετικής διαδικασίας που προνοεί. Έπεται ότι η στέρηση του δικαιώματος για πρόσβαση στο Δικαστήριο για τον περιορισμένο και μόνο σκοπό της λήψης προσωρινού διατάγματος, τη στιγμή που παρέχεται άλλος τρόπος στον επηρεαζόμενο σε συνάρτηση με το σκοπό και στόχο του Νόμου, δεν θεωρώ ότι είναι δυσανάλογος έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι παραβιάζει το δικαίωμα των αιτητών για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η αίτηση των αιτητών δεν μπορεί να επιτύχει. Κατ' αρχή εμποδίζονται από το Νόμο 138(Ι)/2001 να αποταθούν στο Δικαστήριο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τη στιγμή μάλιστα που ούτε καν χρησιμοποίησαν τη διαδικασία που τους προσφέρει ο σχετικός Νόμος για διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων τους. Κατά δεύτερο δεν έχουν αποδείξει οποιαδήποτε ζημιά η οποία μάλιστα να είναι ανεπανόρθωτη και που θα προκληθεί από την ενέργεια αυτή των καθ' ων η αίτηση. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ών η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.