← Κύπρος

Ελένης Στεφάνου - Μετζίτη ν. Ολυμπίας Παυλίδου κ.α., Συν. Αγωγές Αρ.: 1072/10 και 4426/10, 6/10/2015

Ελένης Στεφάνου - Μετζίτη ν. Ολυμπίας Παυλίδου κ.α., Συν. Αγωγές Αρ.: 1072/10 και 4426/10, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές Αρ.: 1072/10 και 4426/10 Αρ. Αγωγής: 1072/10 Μεταξύ: Ελένης Στεφάνου - Μετζίτη, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας-Αιτήτριας και 1. Ολυμπίας Παυλίδου, εκ Πάφου 2. Βαλεντίνης Ομήρου-Προκοπίου, εκ Πάφου 3. Πάτρας Ιωάννου, εκ Πάφου Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση -------------------- Αρ. Αγωγής: 4426/10 Μεταξύ: Ελένης Στεφάνου - Μετζίτη, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας-Αιτήτριας και Ολυμπίας Παυλίδου, εκ Πάφου Εναγόμενης-Καθ΄ ης η αίτηση ------------------- Αίτηση για τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεως ημερ. 9.4.2015 ------------------- Ημερομηνία: 6.10.2015 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια και στις δύο αγωγές: κ. Α. Χ"Παναγιώτου και για κ. Λ. Λουκαϊδη και κ. Α. Κακογιάννη Για την Εναγόμενη 1 στην αγωγή 1072/10 και Εναγόμενη στην αγωγή 4426/10: κα Π. Θεμιστοκλέους για κ. Α. Βρυωνίδη Για τις Εναγόμενες 2 και 3 στην αγωγή 1072/10: κα Ν. Νικόλα για κ. Λ. Μαυρίκιο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αμφότερες οι συνενωμένες αγωγές άπτονται του κύρους διαθηκών με τις οποίες η αποβιώσασα Mathilde Palmer κληροδότησε στην Εναγόμενη 1 την περιουσία της. Με την αγωγή 1072/10 η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με διαθήκη ημερ. 4.2.2002 η ανωτέρω αποβιώσασα την κατέστησε κληρονόμο της σε περίπτωση που δεν βρισκόταν στη ζωή ο σύζυγος της. Με δεύτερη της διαθήκη, η οποία σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, ήταν αποτέλεσμα πιέσεων και απειλών εκ μέρους της Εναγόμενης 1, κληροδότησε την περιουσία της στην Εναγόμενη 1. Με τρίτη διαθήκη, προϊόν και εκείνη πιέσεων και απειλών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και εν γνώσει και σε συνεργασία με τις Εναγόμενες 2 και 3, ακύρωσε τις προηγούμενες διαθήκες και κληροδότησε στις Εναγόμενες περιουσία. Στην αγωγή 4426/10 η Ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην αγωγή 1072/10 και αξιώνει, επιπρόσθετα, την ακύρωση ενός εγγράφου τιτλοφορούμενου "renunciation" του συζύγου της αποβιωσάσης βάσει του οποίου εκείνος παραιτείται από τα κληρονομικά του δικαιώματα επί της περιουσίας της συζύγου του. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης αμφότερων των αγωγών με την εισαγωγή ισχυρισμών περί πλαστογραφίας της υπογραφής της Palmer (αποβιωσάσης). Σημειώνονται κατωτέρω οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις: «(α) Δια της διαγραφής της φράσης «η κ. Palmer» στην 6η γραμμή της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης με αρ. 4426/10 και στην 5η γραμμή της παραγράφου 5 της συνεκδικαζόμενης αγωγής αρ. 1072/10 και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη πρόταση: «., τα εν λόγω πρόσωπα εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση της υγείας της κας Πάλμερ και συνέταξαν την προαναφερόμενη 3η διαθήκη, την οποία και πλαστογράφησαν ενώ την παρουσιάζουν ως υπογραφείσα από την κα Πάλμερ και ότι δήθεν αυτή.» (β) Δια την προσθήκη στη 10η γραμμή της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης με αρ. 4426/10 και στην 8η γραμμή της παραγράφου 5 της συνεκδικαζόμενης αγωγής αρ. 1072/10, μετά τη λέξη «Palmer» και πριν την λέξη «κληροδότησε», της φράσης «. φέρεται ότι δήθεν». (γ) Διά την προσθήκη στη 13η γραμμή της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης με αρ. 4426/10 και στην 11η γραμμή της παραγράφου 5 της συνεκδικαζόμενης αγωγής αρ. 1072/10, μετά τη λέξη «Palmer» και πριν την λέξη «κληροδότησε», της φράσης «.φέρεται ότι δήθεν». (δ) Δια την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης μα αρ. 4426/10 και της παραγράφου 8 της συνεκδικαζόμενης αγωγής αρ. 1072/10, της ακόλουθης πρότασης: «Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε πλήρως και πέραν πάσης αμφιβολίας, πρόσφατα, μετά βέβαια την διατύπωση της έκθεσης απαίτησης, ότι η τρίτη διαθήκη φέρει υποτιθέμενη υπογραφή της κ. Πάλμερ ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πλαστογραφημένη υπογραφή που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική υπογραφή της κ. Πάλμερ γεγονός που θα αποδείξει η ενάγουσα στο δικαστήριο. Συνεπώς η δεύτερη και η τρίτη διαθήκη είναι άκυρες η δε ακυρότητα της τρίτης οφείλεται και στον επιπρόσθετο λόγο που αναφέρθηκε προηγουμένως». (ε) Δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 7(γ) της αγωγής 4426/10 και της παραγράφου 9(γ) της συνεκδικαζόμενης αγωγής αρ. 1072/2010, της ακόλουθης πρότασης: «Η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη και για τον λόγο ότι η υποτιθέμενη υπογραφή της κ. Πάλμερ δεν είναι δική της αλλά πρόκειται για πλαστογραφημένη υπογραφή που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική υπογραφή της κ. Πάλμερ και αυτό είναι Προϊόν συνεργασίας των εναγομένων». (στ) Δια της διαγραφής στην 4η γραμμή της παραγράφου 10 της αγωγής 4426/10, της φράσης «. τις διαθήκες της κ. Palmer ημερομηνίας 22/2/2006 και 1/5/2006.» και την αντικατάσταση της με την πρόταση «. τη διαθήκη της κας Palmer ημερομ. 22/02/2006, η οποία προσβάλλεται με την παρούσα ως άκυρη και τη διαθήκη ημερομηνίας 01/05/2006, η οποία υποτίθεται ότι φέρει υπογραφή της κα Palmer.»» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας Ελένης Στεφάνου-Μετζίτη. Αναφέρεται σχετικά πως (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): «4. Η παρούσα αίτηση τροποποίησης κατραχωρείται καθ΄ ότι μετά την τελευταία εμφάνιση μας στο δικαστήριο Πάφου σχετικά με τις πιο πάνω αγωγές ο εκ των δικηγόρων μου κ. Αριστόδημος Χατζηπαναγιώτου κατόπιν σχετικής πληροφορίας την οποία έλαβε προέβη σε έρευνα και διαπίστωσε ότι η ερόμενη ως υπογραφή της κ. Πάλμερ στην τρίτη διαθήκη με ημερομηνία 1/5/2006, διέφερε ουσιαστικά από την γνωστή υπογραφή της όπως προέκυπτε από άλλα έγγραφα και θεώρησε αναγκαίο να προωθήσει την έρευνα του περαιτέρω, πράγμα το οποίο και έπραξε, καταλήγοντας σε γραφολόγο για γραφολογική εξέταση της υπογραφής. 5. Το αποτέλεσμα της εν λόγω γραφολογικής εξέτασης ήταν ότι η φερόμενη ως υπογραφή της κ. Πάλμερ στην εν λόγω διαθήκη ήταν προϊόν πλαστογραφίας διότι δεν είχε καμιά σχέση με την γνήσια υπογραφή της. Ο κ. Χατζηπαναγιώτου με ενημέρωσε πλήρως για τα πιο πάνω. 6. Συνεπώς το νέο αυτό στοιχείο που δεν ήταν γνωστό προηγουμένως, οδηγεί στην ανάγκη ανάλογης τροποποίησης των εν λόγω αγωγών για να μπορέσει το δικαστήριο να γνωρίζει όλα τα πραγματικά γεγονότα στην υπόθεση εξού και η επισυνημμένη αίτηση.» Οι επιχειρούμενες να εισαχθούν τροποποιήσεις χαρακτηρίζονται από την Ενάγουσα ως ουσιώδεις και απαραίτητες για την ορθή, αντικειμενική και ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσης της. Η ρηθείσα αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων, οι οποίες καταχώρησαν δια των δικηγόρων τους ενστάσεις με τις οποίες εγείρουν διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρούν την αίτηση απορριπτέα. Η Ολυμπία Παυλίδου, (Εναγόμενη 1 στην αγωγή 1072/10 και Εναγόμενη στην αγωγή 4426/10) επικαλείται τους εξής λόγους ένστασης: «(
  2. i)Το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των νόμων και κανονισμών που επικαλείται η Αιτήτρια. (
  3. ii)Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και σαν τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. (iii) Οι επικαλούμενοι λόγοι εκ μέρους της Αιτήτριας για τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεως της, ήταν σε γνώση της εξ αρχής και εν πάση περιπτώσει από το 2009 που καταχωρήθηκε η αγωγή 3003/09 και δεν δικαιολογείται σήμερα η σκοπούμενη τροποποίηση. (
  4. iv)Η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενική και αόριστη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. (
  5. v)Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. (
  6. vi)Παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα της Εναγομένης-Καθ΄ ης η Αίτηση 1, αφού με τη σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, ενώ παράλληλα, επιχειρείται να γίνει διόρθωση λανθασμένων χειρισμών εκ μέρους της Αιτήτριας. (vii) Αν η παρούσα Αίτηση γίνει δεκτή από το δικαστήριο, στην πραγματικότητα θα επιβραβεύσει την παρελκυστική τακτική της Ενάγουσας η οποία από το 2010 με διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις πετυχαίνει την αναβολή της Ακρόασης σε μια προσπάθεια της να περιπλέξει και να καθυστερήσει την διαδικασία.» Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνει τους λόγους που εκεί εγείρονται και σημειώνει πως η Ενάγουσα στοχεύει στη συνέχιση της παρελκυστικής τακτικής που ακολουθεί και στην διόρθωση λανθασμένων χειρισμών στους οποίους είχε προβεί. Υπενθυμίζει προς τούτο, πως της καταχώρησης της αγωγής με αρ. 1072/10, είχε προηγηθεί η καταχώρηση αγωγής με αρ. 2003/09, με το ίδιο περιεχόμενο εναντίον των ιδίων διαδίκων, την οποία, μετά την καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης εκ μέρους τους, η ενάγουσα την απέσυρε άνευ βλάβης στις 8.3.2010. Ακολούθησε η καταχώριση της αγωγής 1072/10 και αργότερα της αγωγής 4426/10 με μοναδικό Εναγόμενο την Ολυμπία Παυλίδου, με την οποία επιδιώκονται οι ίδιες θεραπείες, κατά καταχρηστικό, όπως ισχυρίζεται, τρόπο. Η μόνη διαφορά που παρουσιάζουν οι δύο αγωγές είναι η προσθήκη στην αγωγή 4426/10, τριών παραγράφων με τις οποίες ζητείται η ακύρωση κάποιου άλλου εγγράφου που τιτλοφορείται "RENUNCIATION". Αποτελεί ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας πως με την παρούσα αίτηση για τροποποίηση η Ενάγουσα προσπαθεί, όχι μόνο να καθυστερήσει την εκδίκαση των αγωγών αλλά και να περιπλέξει τα επίδικα θέματα σε μια προσπάθεια της να εκφυλιστεί η διαδικασία. Σημειώνει δε η ενόρκως δηλούσα τα πιο κάτω: «11. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω η Αιτήτρια στην Ένορκο της Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της ισχυρίζεται ότι ένας εκ των δικηγόρων της έλαβε πληροφορία την οποία διερεύνησε και ενημερώθηκε ότι η εν λόγω διαθήκη φέρει πλαστή υπογραφή. Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί παραμένουν αστήρικτοι αφού δεν γίνεται αναφορά από πού προέκυψε αυτή η πληροφορία καθώς επίσης και από πότε η Αιτήτρια έχει στην κατοχή της εν λόγω διαθήκη για να μπορέσει να προβεί στα διαβήματα που ήθελε. 12. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι αφού δεν παρέχονται στο Δικαστήριο οι λεπτομέρειες για να μπορέσει να αποφασίσει από πότε βρίσκεται στην κατοχή της Αιτήτριας η διαθήκη και αν οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προσθέσει η Αιτήτρια ήταν σε γνώση της πριν την καταχώρηση της αγωγής. 13. Εξάλλου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση μεταβάλλεται πλήρως η αιτία και η βάση της αγωγής και δημιουργείται νέα βάση αγωγής. Όπως με έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος μου, με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα, η αιτία αγωγής εδράζεται ουσιαστικά στον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι οι δύο διαθήκες ημερ. 22/2/06 και 1/5/2006 της Mathilde Palmer είναι άκυρες αφού δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης θέλησης/βούλησης της λόγω ασκήσεως ανεπίτρεπτων πιέσεων και/ή απειλών και/ή επιρροών εκ μέρους μου και σε συνεργασία με τους άλλους Εναγομένους. Με τη σκοπούμενη τροποποίηση η Αιτήτρια επικαλείται ότι η διαθήκη ημερ. 1/5/2006 είναι πλαστογραφημένη.» Παρόμοιους λόγους ένστασης προβάλλουν και οι Εναγόμενες 2 και 3, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στους πιο κάτω: 1) Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή αντικανονική και καταχωρήθηκε κατά παράβαση των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. 2) Η αίτηση εισηγείται νεοφανείς ισχυρισμούς, νέα βάση αγωγής με αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. 3) Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και δεν τίθεται καμιά σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. 4) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκής και ακαθόριστη και δεν παρέχει πραγματικό υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. 5) Η αίτηση γίνεται κακόπιστα (mala fide), αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων (after thought), δεν διευκολύνει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και προκαλείται αδικία και ταλαιπωρία στις Εναγόμενες 2 και 3 που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και έξοδα. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Βαλεντίνης Ομήρου, Εναγόμενης 2, η οποία είναι και κατονομαζόμενη διαχειρίστρια και εξουσιοδοτημένη από την Εναγόμενη 3. Επαναλαμβάνονται με αυτήν, οι λόγοι ένστασης και προστίθενται οι πιο κάτω ισχυρισμοί: «8. α) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια προσπαθεί με την Αίτηση Τροποποίησης της ημερ. 9/4/2015 να εισαγάγει εντελώς νέους ισχυρισμούς και νεοφανή επίδικα θέματα στις Εκθέσεις Απαιτήσεως των, συγκεκριμένα προσπαθεί να προσθέσει τον ισχυρισμό της πλαστογραφίας πράγμα το οποίο αποτελεί νέο αγώγιμο δικαίωμα ενώ οι ως άνω αγωγές είναι του 2010, κάτι το οποίο είναι κακόπιστο, καταχρηστικό, ανεπίτρεπτο και ενάντια στους σχετικούς Θεσμούς και στην Σχετική Νομολογία και/ή με καταστρατήγηση των σχετικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια προσπαθεί έντονα και έντεχνα να παρουσιάσει μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων προβάλλοντας νέα γεγονότα και νέα επίδικα θέματα τα οποία δημιουργούν σοβαρού βαθμού κακοπιστία εκ μέρους της και σοβαρή κατάχρηση της διαδικασίας, θέτοντας εμένα και τις άλλες Εναγόμενες σε πολύ δυσμενή θέση. β) Με την επιχειρούμενη τροποποίηση μεταβάλλεται πλήρως η αιτία και η βάση των αγωγών και δημιουργείται νέα βάση αγωγής. Ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μας με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα, η αιτία αγωγής εδράζεται ουσιαστικά στον ισχυρισμό της Ενάγουσας-Αιτήτριας ότι οι δύο διαθήκες ημερ. 22/2/06 και 1/5/06 της Mathilde Palmer είναι άκυρες αφού δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και/ή θέλησης της λόγω ασκήσεως ανεπίτρεπτων πιέσεων και/ή απειλών και/ή επιρροών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 σε συνεργασία με μένα και με την Εναγόμενη 3. Με τη σκοπούμενη τροποποίηση η Αιτήτρια επικαλείται ότι η διαθήκη ημερ. 1/5/06 είναι πλαστογραφημένη. γ) Περαιτέρω τα νέα θέματα και/ή τα νέα στοιχεία και/ή οι νέοι ισχυρισμοί εναντίον μας που επιζητούνται να εισαχθούν με την παρούσα Αίτηση, μεταβάλλουν και/ή τροποποιούν τις ως άνω Αγωγές και τις υφιστάμενες Εκθέσεις απαιτήσεων με αποτέλεσμα αναπόφευκτα να συνεπάγεται επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και η μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την παρούσα Αίτηση επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα μου και τα δικαιώματα των άλλων Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση καθ΄ ότι πιθανότατα να ακολουθούσαμε διαφορετική γραμμή Υπεράσπισης όταν καταχωρήσαμε την Έκθεση Υπεράσπισης μας ημερ. 27/4/10.» Οι συνήγοροι έχουν αναπτύξει με γραπτές αγορεύσεις τις θέσεις τους, ιδιαίτερη μνεία των οποίων, γίνεται κατωτέρω, όπου απαιτείται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Jamal Khan v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 και έχουν ως εξής: «
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμώνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράψουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Μια από τις εγειρόμενες ενστάσεις εκ μέρους του συνηγόρου των Εναγομένων 2 και 3 εισηγείται πως η αίτηση είναι αντικανονική καθόσον έπρεπε πρώτα να επιζητηθεί αποσυνένωση των αγωγών και μετά να επιληφθεί το Δικαστήριο των αιτήσεων τροποποίησης των Εκθέσεων Απαιτήσεως. Η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα πουθενά. Σκοπός της συνένωσης αγωγής είναι μεταξύ άλλων η εξοικονόμηση χρόνου και συνάμα δικαστικών εξόδων. Τέτοια εισήγηση αντιστρατεύεται ουσιαστικά το διάταγμα συνένωσης. Εξάλλου με την κρινόμενη αίτηση διευκρινίζονται με σαφήνεια οι αφορώσες την κάθε Έκθεση Απαίτησης τροποποιήσεις οι οποίες ουσιαστικά είναι οι ίδιες στο περιεχόμενο τους, πλην μιας, της τελευταίας, η οποία αφορά μόνο την αγωγή 4426/10. Διευκρινίζεται δε, το αίτημα για κάθε παράγραφο που αφορούν και καθορίζεται η γραμμή της παραγράφου (η οποία διαφέρει σε κάποιες παραγράφους μεταξύ των δύο Εκθέσεων Απαιτήσεως) στην οποία επιχειρείται να εισαχθεί λέξη ή φράση. Προβάλλεται επίσης από τον ίδιο συνήγορο ως λόγος ένστασης, πως η αίτηση είναι παράτυπη και δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ούτε αυτή η ένσταση βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η αίτηση είναι απόλυτα νομότυπη, στηρίζεται στις ορθές Διαταγές (Δ.25) και συνοδεύεται, όπως απαιτείται, από ένορκη δήλωση. Νέα βάση αγωγής Γίνεται επίκληση από όλες τις Εναγόμενες ως λόγος ένστασης, πως οι επικαλούμενες να εισαχθούν τροποποιήσεις αποτελούν νέα βάση αγωγής. Αμφότεροι οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους επικαλούμενοι σχετική νομολογία, υποδεικνύουν πως η επικαλούμενη πλαστογραφία της τρίτης διαθήκης αποτελεί νέα βάση αγωγής για την οποία θα κληθούν να καταθέσουν νέες Εκθέσεις Υπεράσπισης, να γίνει επιπρόσθετη μελέτη και να γίνει επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων. Εισηγούνται περαιτέρω, πως η βάση αυτή, στηριζόμενη σε πλαστογραφία, έπρεπε να εισαχθεί με νέα αγωγή και όχι με τροποποίηση των συνεκδικαζόμενων υπό κρίση αγωγών. Από την αντίπερα όχθη οι συνήγοροι της Ενάγουσας προτείνουν πως δεν πρόκειται για νέα βάση αγωγής, αλλά για γεγονότα που συνθέτουν την εικόνα της απάτης και δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, τονίζουν, η τροποποίηση είναι απαραίτητη ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, τις πραγματικές επίδικες διαφορές. Εξετάζοντας το θέμα τούτο σημειώνονται τα εξής: Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης, υιοθετήθηκε αυτό που αποφασίστηκε στη World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488: «ότι ο Ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν μπορεί να εκδικαστεί ευχερώς μαζί με την αρχική απαίτηση.» Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, όπου η έκθεση απαίτησης αναφερόταν σε πώληση με γραπτό πωλητήριο έγγραφο, επετράπη τροποποίηση ώστε να εισαχθεί ισχυρισμός, ο οποίος διατείνετο ότι έγινε προφορική συμφωνία η οποία επιβεβαιώθηκε με έγγραφη αναγνώριση. Εκρίθη δε, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση υποκατάστασης του βάθρου της αγωγής και επετράπη με την επισήμανση ότι η αίτηση υποβλήθηκε στην αφετηρία της δίκης. Στη SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, επετράπη τροποποίηση δι΄ εισαγωγής ισχυρισμών περί δυσφήμισης επιπρόσθετα των ισχυρισμών επιζήμιας ψευδολογίας, αστικά αδικήματα καθοριζόμενα από το άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, με την υπόδειξη ότι δεν δημιουργείτο νέα βάση αγωγής, αφού όλα τα γεγονότα προέκυψαν από την ισχυριζόμενη επιζήμια ψευδολογία που περιέχετο στην επιστολή ημερομηνίας 30.4.
  1. Υπογραμμίσθηκε δε, με παραπομπή στη Χρίστου (ανωτέρω) ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι τα γεγονότα των οποίων γινόταν επίκληση δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Ήσαν κυρίως τα ίδια και από αυτά θεμελιώνονται διάφορες και διαφορετικές θεραπείες και νομικοί ισχυρισμοί. Είχε αποφασισθεί ότι δεν άλλαζε άρδην η βάση της αγωγής και ότι οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί και τροποποιήσεις εμπλέκοντο και ήσαν σχετικοί με τους ήδη υπάρχοντες (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης κ.ά. (ανωτέρω). Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση τις Εκθέσεις Απαιτήσεως και τους επιχειρούμενους να εισαχθούν ισχυρισμούς διαπιστώνεται πως: (α) Σαφής θέση της Ενάγουσας στις υπάρχουσες Εκθέσεις Απαιτήσεως είναι πως οι δύο τελευταίες διαθήκες της Palmer ημερομηνίας 22.2.2006 και η διαθήκη ημερομηνίας 1.5.2006 είναι άκυρες διότι δεν συστάθηκαν με την ελεύθερη της βούληση, αλλά ήσαν αποτέλεσμα ανεπίτρεπτων ασκήσεων και επιρροών από την Εναγόμενη 1 και από την Εναγόμενη 1 σε συνεργασία με τις Εναγόμενες 2 και 3, αντίστοιχα. (β) Επιζητείται ακύρωση των διαθηκών αυτών λόγω ακριβώς της άσκησης των πιέσεων και αθέμιτων επιρροών. (γ) Οι Εναγόμενες αρνούνται με τις Εκθέσεις Υπεράσπισης τους όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και εκθέτουν τη θέση τους για τα γεγονότα που συνθέτουν τη σύνταξη, ετοιμασία και υπογραφή αμφοτέρων των διαθηκών. Με τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις η τρίτη διαθήκη ημερομηνίας 1.5.2006, φέρεται να είναι προϊόν πλαστογράφησης της υπογραφής της θανούσας. Η πράξη πλαστογραφίας η οποία αποτελεί και ποινικό αδίκημα (άρθρα 331, 333 και 336 του Ποινικού Κώδικα) είναι οπωσδήποτε μια εντελώς διαφορετική ενέργεια και πράξη από την άσκηση ψυχικής πίεσης ή αθέμιτης επιρροής η οποία συνιστά νέα βάση αγωγής με υποχρέωση επαναπροσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Πέραν όμως τούτου, το δυσμενές για την αιτούμενη να εισαχθεί βάση αγωγής, είναι πως αφήνεται να λειτουργεί και ως πρόσθετη με την υπάρχουσα βάση της ψυχικής πίεσης, η οποία δημιουργεί και κάποια αντιφατικότητα. Στη μεν περίπτωση των ψυχικών πιέσεων η διαθήκη φέρεται γενόμενη από τη θανούσα. Στην περίπτωση της πλαστογραφίας η διαθήκη φέρεται γενόμενη από άλλο, πλην της θανούσας πρόσωπο (δηλαδή τις Εναγόμενες). Επομένως ποια υπεράσπιση οι Εναγόμενες θα κληθούν να προβάλουν; Ότι εξάσκησαν αθέμιτες πιέσεις στη θανούσα η οποία και συνέταξε και υπέγραψε τη διαθήκη ή ότι οι ίδιες προέβησαν σε πλαστογράφηση της υπογραφής και συνάμα πλαστογράφηση της διαθήκης χωρίς η θανούσα να έχει συμμετοχή; Από την αντίπερα όχθη της Ενάγουσας αυτή θα έχει τη δυνατότητα και ευκαιρία να προωθεί δύο θέσεις ταυτόχρονα; Για κατανόηση της ανωτέρω θέσης, καταγράφονται δύο από τις παραγράφους, όπως αυτές θα προκύψουν εάν η τροποποίηση επιτραπεί: «
  2. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται και θα αποδείξει ότι η δεύτερη και Τρίτη πιο πάνω διαθήκη δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης θέλησης/βούλησης της διαθέτριας κ. Πάλμερ λόγω ασκήσεως ανεπίτρεπτων πιέσεων και/ή απειλών, και/ή επιρροών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 σε βάρος της κ. Πάλμερ. Στην περίπτωση δε της τρίτης διαθήκης οι εν λόγω ενέργειες της εναγόμενης 1 ο στόχος και/οι επιπτώσεις τους ήσαν εν γνώσει και σε συνεργασία των Εναγομένων 2 και
  3. «Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε πλήρως και πέραν πάσης αμφιβολίας, πρόσφατα, μετά βέβαια την διατύπωση της έκθεσης απαίτησης, ότι η τρίτη διαθήκη φέρει υποτιθέμενη υπογραφή της κ. Πάλμερ ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πλαστογραφημένη υπογραφή που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική υπογραφή της κ. Πάλμερ γεγονός που θα αποδείξει η ενάγουσα στο δικαστήριο. Συνεπώς η δεύτερη και η τρίτη διαθήκη είναι άκυρες η δε ακυρότητα της τρίτης οφείλεται και στον επιπρόσθετο λόγο που αναφέρθηκε προηγουμένως». 9.(γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαθήκη ημερομηνίας 01/05/2006 (όπως παρουσιάζεται στο σχετικό έγγραφο) της Mathilde Palmer τέως από την Πάφο αποβιωσάσης την 8/5/2006, είναι άκυρη λόγω του ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης θέλησης/βούλησης της Mathilde Palmer λόγω ασκήσεως ανεπίτρεπτων πιέσεων και/ή απειλών και/ή επιρροών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εν γνώσει και σε συνεργασία μετά των εναγομένων 2 και
  4. «Η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη και για τον λόγο ότι η υποτιθέμενη υπογραφή της κ. Πάλμερ δεν είναι δική της αλλά πρόκειται για πλαστογραφημένη υπογραφή που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική υπογραφή της κ. Πάλμερ και αυτό είναι Προϊόν συνεργασίας των εναγομένων». Είναι επομένως σαφές από τα ανωτέρω, πως η αποδοχή της τροποποίησης θα επιφέρει επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συνακόλουθα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αυτής η οποία έχει ήδη χρονοτριβήσει (Φοινιώτης (ανωτέρω), Γραμμές Στριντζή v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 και Α. X"Λαμπρή v. Μ. Πετεινού
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1022). Συνεπώς για τούτο και μόνο το λόγο, η αίτηση δεν τυγχάνει αποδοχής. Παρά ταύτα θα εξετασθεί και ο επόμενος λόγος ένστασης. Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης/Μη αιτιολόγηση της Αμφότεροι οι συνήγοροι Υπεράσπισης προβάλλουν τη θέση πως η καθυστέρηση 4 και πλέον χρόνων από την καταχώριση της αγωγής αυτής και την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς η Αιτήτρια να δηλώνει από πότε έχει στην κατοχή της τις διαθήκες, είναι τόσο μεγάλη ώστε της στερεί το δικαίωμα για έγκριση του αιτήματος. Υποστηρίζουν δε πως η απουσία εξήγησης της καθυστέρησης αυτής υποδηλεί και έλλειψη καλής πίστης στην προώθηση του αιτήματος. Η πληροφορία για πλαστογραφία λήφθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 αντιτείνουν οι συνήγοροι της Ενάγουσας, η γραφολογική εξέταση ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο και αμέσως μετά (τον Απρίλιο) καταχωρήθηκε η παρούσα. Αποτελεί τη θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στη SABA & CO. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω), κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (ανωτέρω), λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπον τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing v. A.G. Leventis (ανωτέρω). Ουσιαστικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παροχή αιτιολόγησης. Εκείνο δε που σαφέστατα προκύπτει από τη διάφορη νομολογία είναι πως κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και ανάλογα ασκείται και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε 4,5 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση των αγωγών και των Εκθέσεων Απαιτήσεως. Με τις Εκθέσεις Απαιτήσεως γίνεται πλήρης περιγραφή των διαθηκών, γεγονός που υποδηλεί πως αυτές βρίσκονταν στην κατοχή τους ή έστω γνώριζαν το περιεχόμενο και τις τεθείσες υπογραφές τους. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια αποφεύγει με την ένορκη δήλωση της να εξηγήσει το πώς και πότε λήφθηκε η πληροφορία και από ποιον για το μη γνήσιο των υπογραφών της θανούσας. Αν και τούτο δεν ήταν απαραίτητο (η αποκάλυψη του ονόματος του πληροφοριοδότη) όμως τέτοια λεπτομέρεια θα προσέθετε περισσότερη καλοπιστία στις ενέργειες της. Παρά την αναγνωρισμένη φιλελεύθερη τάση που επικρατεί για την τροποποίηση των δικογράφων, εντούτοις αυτή δεν μπορεί χωρίς επαρκείς εξηγήσεις, να επιτρέπεται. Στην Α. Χ"Λαμπρή v. Μ. Πετεινού (ανωτέρω), το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία είχε καταχωρηθεί 4 και πλέον χρόνια από την καταχώριση της αγωγής, για διάφορους λόγους, μεταξύ άλλων και για το ότι εισήγαγε νέα βάση αγωγής, χωρίς να ασχοληθεί με τον προβληθέντα λόγο ένστασης για καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Το αίτημα είχε υποβληθεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση υπέδειξε πως η σημειωθείσα καθυστέρηση των 4½ χρόνων, αποτελούσε ένα ακόμη ισχυρό παράγοντα για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των Κανονισμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Συνεπώς κρίνεται, με βάση τους ανωτέρω λόγους, πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία να επέτρεπε την τροποποίηση θα παραβίαζα τα δικαιώματα των Εναγομένων. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας και υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για Τροποποίηση Ε/Α) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.