Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λ.Τ.Δ. ν. Laprinom Enterprises Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3434/13, 23/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A193 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3434/13 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λ.Τ.Δ., από τη Λευκωσία Ενάγουσας-Αιτήτριας και Laprinom Enterprises Limited, A.E.041185, από την Πάφο Ανδρέας Γ. Γεωργίου, Δ.Τ. 800095, από την Πάφο Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------------------- Αίτηση για διαγραφή Ανταπαίτησης και Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 15.1.2015 ---------------------------- Ημερομηνία: 23.10.2015 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Τ. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Χρ. Δημητριάδης για Α. Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση η Ενάγουσα επιζητεί έκδοση διατάγματος για: (α) Διαγραφή (strike out) της Ανταπαίτησης των Εναγομένων (παράγραφος 33 και 33(Β έως Ε) ως καταχρηστικής και/ή ανυπόστατης και/ή άστοχης ή ενοχλητικής (frivolous or vexatious) και/ή ως μη αποκαλύπτουσα εύλογη αιτία αγωγής. (β) Διαγραφή (strike out) των παραγράφων 15, 15.1 έως 15.18, 16, 17, 18, 20, 21, 25, 25.1 έως 25.13, 27 (α έως η) και 29 (2η πρόταση της Υπεράσπισης οι οποίες αφορούν και/ή συνδέονται με την Ανταπαίτηση των Εναγομένων, ως μη αποτελούντων «Ανταπαίτηση» (disclosing no cause of action) και/ή ως αχρείαστων και/ή σκανδαλωδών (unnecessary or scandalous) και/ή ως καταχρηστικών και/ή ανυπόστατων και/ή δυνάμενων να προκαλέσουν αμηχανία και/ή παρακωλύσουν και/ή κωλυσιεργήσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα όπως αυτά εκτίθενται στην αίτηση ακολουθούν: «1. Η Ανταπαίτηση είναι καταχρηστική αφού είναι ανυπόστατη και δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής καθ΄ ότι: (α) Ενώ στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι επικαλούνται, μεταξύ άλλων, την ακυρότητα των επίδικων Συμφωνιών ως λόγο για την μη καταβολή στους Ενάγοντες του συνολικά αξιούμενου ποσού των €713.251,06, ταυτόχρονα διεκδικούν το ίδιο ποσό εναντίον των Εναγόντων μέσω της Ανταπαίτησης τους. (β) Οι αναφορές των Εναγομένων στην παράγραφο 33 της Ανταπαίτησης, με σχετική παραπομπή στην παράγραφο 20 της Υπεράσπισης, περί έκθεσης τους σε απαιτήσεις για €713.251,06 ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσουν των Εναγόντων προς αυτούς, αποτελούν αναφορές κενές νομικού περιεχομένου που δεν αποκαλύπτουν κάποια γνωστή στο Νόμο αιτία αγωγής. Ως εκ τούτου και οι παράγραφοι 15, 15.1 έως 15.18, 16, 17, 18, 20, 21, 25, 25.1 έως 25.13, 27 (α έως η), 29 της Υπεράσπισης, θα πρέπει να διαγραφούν αφού συνδέονται άμεσα με την παράγραφο 20 της Υπεράσπισης η οποία αφορά αποκλειστικά την Ανταπαίτηση.» Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζουν με την ένσταση τους και τους λόγους που προβάλλουν με αυτή, πως έχουν και δεικνύουν καλή βάση Ανταπαίτησης και πως δεν αποκαλύπτει η αίτηση λόγους που να δικαιολογούν τον ισχυρισμό τους ότι η Ανταπαίτηση στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος. Εγείρουν δε 18 λόγους ένστασης με τους οποίους επικαλούνται μεταξύ άλλων και το αβάσιμο και μη νομότυπο της αίτησης. Με τους λόγους ένστασης (2, 10, 11, 12, 13 και 14) αλλά και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει όσο και την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων, προβάλλεται και εγείρεται το επιχείρημα για το επιθυμητό της συνεκδίκασης της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης και το μη εύλογο του διαχωρισμού και της ξεχωριστής εκδίκασης τους. Όμως: Δεν επιζητείται με την αίτηση διαχωρισμός και ξεχωριστή εκδίκαση. Επιδιώκεται απόρριψη και/ή διαγραφή της Ανταπαίτησης και μερικών παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, συναφών με εκείνων της Ανταπαίτησης, για τον λόγο ότι ουσιαστικά δεν αποκαλύπτεται εύλογη και βάσιμη αιτία αξίωσης. Με τους λόγους ένστασης 3, 4, 5 προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η αίτηση είναι αστήρικτη και αβάσιμη, παράτυπη και πως έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Πραγματευόμενη αυτούς τους λόγους ένστασης η συνήγορος της Αιτήτριας υποδεικνύει πως με βάση τη Δ.48 θ.9(
- i)και (ο) αντίστοιχα, δεν απαιτείται η συνοδεία της δια κλήσεως αίτησης από σχετική ένορκη δήλωση. Ως προς τον τύπο της αίτησης, αυτή είναι πλήρως νομότυπη και στηρίζεται τόσο νομικά όσο και πραγματικά από τη νομική βάση που τη συνοδεύει και από τα πραγματικά γεγονότα που περιέχονται στο σώμα της. Το Δικαστήριο το βρίσκει σύμφωνο η ανωτέρω εισήγηση. Επισημαίνεται περαιτέρω, πως σε αυτού του είδους τα δικονομικά διαβήματα, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο. Αυτό είναι που μιλά και εκθέτει γεγονότα χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ένορκη δήλωση να επεξηγεί τα γραφόμενα. Εξάλλου και να υπήρχε ένορκη δήλωση και να εξέθετε γεγονότα, δεν θα μπορούσε να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε από τα εκείθεν εκτεθέντα. Η αίτηση στηριζόμενη στους Θεσμούς τους οποίους εξειδικεύει, αποτελεί από απόψεως τύπου μια νομότυπη και ορθά διατυπωμένη αίτηση (χωρίς να εξετάζεται στο σημείο τούτο η ουσία του αιτήματος) με συνέπεια οι αντίστοιχοι λόγοι ένστασης να στερούνται ερείσματος και να είναι απορριπτέοι. Ο λόγος ένστασης
(15)αναφέρεται στο καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, χωρίς όμως ιδιαίτερη επεξήγηση είτε με την ένορκη δήλωση είτε με την αγόρευση του λόγου τούτου και του χρόνου κατά τον οποίο θα έπρεπε να είχε υποβληθεί. Η συνήγορος της Ενάγουσας-Αιτήτριας υποδεικνύει πως το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Sigma Radio Tv Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (αρ.1)
(2006)1 A.A.Δ. 155, έκρινε πως η πάροδος του χρονικού διαστήματος των 5 μηνών από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης για την καταχώρηση αίτησης για διαγραφή δεν ήταν αρκετή για να οδηγήσει το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόρριψη, άνευ άλλου τινός, του αιτήματος για διαγραφή. Πέραν τούτου, σημειώνονται τα εξής: Οι Διατάξεις Δ.27 θ.3 και Δ.19 θ.26 δεν καθορίζουν χρονικό σημείο για καταχώρηση τέτοιας αίτησης. Στην απόφαση Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, τονίσθηκε πως τέτοιου είδους αιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται ταχέως και κατά κανόνα προτού συμπληρωθεί η δικογραφία. Στην κρινόμενη περίπτωση το αίτημα καταχωρήθηκε μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και προτού καταχωρηθεί το δικόγραφο της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, στάδιο το οποίο κρίνεται ορθό, ώστε μετά την εκδίκαση της αίτησης, η Ενάγουσα να γνωρίζει τα θέματα τα οποία χρήζουν απάντησης ή υπεράσπισης αναλόγως. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σ. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, όπου η αίτηση για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε πριν την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Για προφανείς λόγους. Σημειώνεται πως στην κρινόμενη περίπτωση το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 17.11.2014 και η κρινόμενη αίτηση στις 15.1.2015, ήτοι σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών για το οποίο εάν ληφθεί υπόψη ότι μεσολαβούσαν ημέρες δημόσιας αργίας, δεν κρίνεται μεγάλο. Οι λοιποί λόγοι ένστασης, αρνούνται το δικαίωμα των Αιτητών για εξασφάλιση της αιτούμενης αξίωσης, καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ή διότι υπάρχει καλή και βάσιμη Ανταπαίτηση. Λόγοι που εξετάζονται συνεκτικά με την εξέταση της αίτησης, τη νομική πτυχή αυτής και την υπαγωγή της στα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελούν οι Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3. Αμφότερες πραγματεύονται το θέμα της διαγραφής ή απόρριψης δικογράφου για τους λόγους που εκεί καταγράφονται. Δηλαδή περί μη αναγκαίου ή σκανδαλώδους δικογράφου ή δικογράφου που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη (Δ.19 θ.26) και περί ανυπόστατου ή ενοχλητικού δικογράφου (frivolous or vexatious) (Δ.27 θ.3). Τα δικόγραφα είναι εκείνα που καθορίζουν το πλαίσια της δίκης για τούτο και η σύνταξη τους διέπεται από τη Δ.19 Κ.4.. Τα δικόγραφα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα παιχνίδι εις βάρος των διαδίκων αλλά ως ένα μέσο για το σκοπό της απόδοσης και στα δύο μέρη μιας δίκαιης ακρόασης. Δεν αποτελούν αυτοσκοπό και στόχος τους είναι να δίνουν στο άλλο μέρος αρκετές πληροφορίες έτσι ώστε αυτό να μπορεί να απαντήσει (British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert Mc Alpine
(1994)72 B.L.R. 26 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685). Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί τα συμφέροντα του ιδίου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα, θα πρέπει να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τη δυνατότητα που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρηση τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η έννοια του ουσιώδους και ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odham Press Ltd
(1936)1 KB 697, λέχθηκε ότι "The world "material" means necessary of the purpose of formatting a complete cause of action.". Η βραχυλογία θα πρέπει πλέον να θεωρείται αρετή και όχι ελάττωμα και η καθαρότητα και περιεκτικότητα του λόγου αναμφίβολα βοηθά τα μέγιστα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (Γ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 θ.3. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.17 θ.26 και Δ.27 θ.3) ή διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960 σελ. 575, Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852). Επιγραμματικά στην Pelmako (ανωτέρω) λέχθηκε στη σελίδα 255: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Και παρακάτω στη σελίδα 258: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου.» Άξια αναφοράς παραμένει και η υπόθεση Κώστας Δημητρίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A380, Πολ. Έφεση 350/10, ημερ. 6.6.2014, όπου στη σελ. 4 λέχθηκε πως «η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οιονδήποτε δικόγραφο. Παρέχεται δηλαδή εξουσία στο δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή, χωρίς να προβεί στην εκδίκαση της, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική». Επανερχόμενη τώρα στα γεγονότα της κρινόμενης αίτησης, σημειώνονται τα εξής: Με την Έκθεση Απαίτησης επιδιώκεται εναντίον αμφοτέρων των Εναγομένων έκδοση απόφασης για συνολικό ποσό ύψους €713.251,06σ.. Αντικείμενο της αγωγής αποτελούν δύο συμφωνίες. Η μια αφορούσε παροχή διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού και η άλλη δάνειο ύψους €854.300,70σ.. Εναντίον του Εναγόμενου 2 επιδιώκεται έκδοση διατάγματος για εκποίηση ενυπόθηκων κτημάτων που δόθηκαν ως εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων. Όπως αποκαλύπτεται από την Έκθεση Απαίτησης το ποσό παραχωρήθηκε σε ευρώ. Είναι ένα απλό δικόγραφο, αποτελούμενο από 12 σελίδες. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένα πολυσέλιδο δικόγραφο (18 σελίδων) αποτελούμενο από 33 παραγράφους πλείστες των οποίων υποδιαιρούνται σε άλλες τόσες υποπαραγράφους. Ισχυρίζονται με αυτή την Έκθεση Υπεράσπισης πως οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω άσκησης αθέμιτων επιρροών, πίεσης και/ή συμπερίληψη σε αυτές καταχρηστικών ρητρών. Προβάλλονται περαιτέρω αρκετοί ισχυρισμοί για το μη δεσμευτικό της τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 διότι έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του. Συνακόλουθα τούτων, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες. Η ανωτέρω αξιούμενη δήλωση μπορεί να θεωρηθεί εκ του περισσού αναγραφόμενη και/ή μη απαραίτητη, δεδομένου πως εάν γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί άσκησης πίεσης και αθέμιτης επιρροής το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι η κήρυξη ως άκυρης της συμφωνίας. Παρά ταύτα αποτελεί η αξίωση αυτή μια λογικά απορρέουσα αξίωση με βάση τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους. Το δεύτερο σκέλος της Ανταπαίτησης των Εναγομένων είναι το επίμαχο το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση της κρινόμενης αίτησης. Επιζητείται με αυτό (παρ. 33 Β) ποσό €713.251,06σ., πλέον τόκους και έξοδα όπως αναφέρονται στην παράγραφο 33 και στην παράγραφο 20 της υπεράσπισης. Η παράγραφος 33 καταγράφει: «Ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια των πράξεων και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της Ενάγουσας, η Εναγόμενη αρ. 1 και/ή ο Εναγόμενος αρ.2 έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια και είναι εκτεθειμένοι στην παρούσα αγωγή για €713.251,06 πλέον τόκους, έξοδα και ΦΠΑ ως η παράγραφος 20 πιο πάνω.» Σχετική είναι η παράγραφος 20 με την οποία αναφέρεται: «Ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια και είναι εκτεθειμένοι στην παρούσα αγωγή για €713.251,06 πλέον τόκους, έξοδα και ΦΠΑ.» Η Ανταπαίτηση όπως είναι καταγεγραμμένη για ορθή κατανόηση της (αφού δεν περιλαμβάνει ξεχωριστά και ειδικά τους ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται) πρέπει να αναγιγνώσκεται μαζί με την Έκθεση Υπεράσπισης. Δεν επεξηγείται ειδικά ποιες παραγράφοι την στηρίζουν πλην της παραγράφου 20 για την οποία γίνεται ειδική αναφορά και η οποία με τη σειρά της φέρεται να παραπέμπει σε άλλες όχι ειδικά κατονομαζόμενες παραγράφους. Το ουσιώδες και ουσιαστικό κείμενο της Ανταπαίτησης παραπέμπει στο ανωτέρω αναφερόμενο ποσό, το οποίο είναι ισόποσο με το αξιούμενο με την αγωγή ποσό, δηλώνοντας πως οι Εναγόμενοι «έμειναν εκτεθειμένοι» σε απαιτήσεις. Δικαιολογώντας αυτή την αξίωση ο συνήγορος των Καθ΄ ων επιχειρηματολογεί με την αγόρευση του πως «Οι Εναγόμενοι εγείρουν μια σειρά από αιτίες αγωγής, για τις οποίες δικαιούνται να αποζημιωθούν. Το ποσό της ζημιάς και απώλειας που έχουν υποστεί οι Εναγόμενοι και δικαιούνται αποζημίωσης είναι ίσο με την απαίτηση της Ενάγουσας». Εξηγεί δε, πως οι Εναγόμενοι βασιζόμενοι στην επαγγελματική συμβουλή της Ενάγουσας, προχώρησαν στην επένδυση αυτή, όπως τους υποδείχθηκε από την Ενάγουσα. Από την αντίπερα όχθη υποδεικνύει η συνήγορος της Ενάγουσας πως «Ενώ αρχικά παρατηρείται παντελής άρνηση των πραγματικών γεγονότων που τίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, στη συνέχεια επιδιώκεται η έκδοση απόφασης με αξιούμενο το ποσό των παραχωρηθέντων διευκολύνσεων, κάτι που στερείται πλήρως νομικής βάσης και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα». Εξετάζω το θέμα έχοντας υπόψη όπως εξηγείται στο Bullen And Leake And Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση σελ. 144) πως «Η ουσία δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής αλλά κατά πόσο αποκαλύπτεται μια εύλογη αιτία αγωγής.» Το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Πέραν τούτου και αν ακόμα δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή λόγω ελαττωματικής διατύπωσης στο δικόγραφο, το Δικαστήριο διαγράφοντας το θα πρέπει να δώσει άδεια για να διορθωθούν τα διάφορα ελαττώματα και όχι να απορρίψει την αγωγή (White Book
(1958)574-576). To ερώτημα που τίθεται σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως το έθεσε ο Lord Pearson στην υπόθεση Drummond Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094, είναι το ακόλουθο: "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" (Δέστε Κ.Δ. v. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704.) Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω νομικές αρχές είμαι πεπεισμένη πως η Ανταπαίτηση των Εναγομένων στερείται έγκυρης κατά νόμο βάσης απαίτησης. Η αναφορά «λόγω των ενεργειών και παραστάσεων των Εναγόντων έχουν υποστεί ζημιά και είναι νομικά εκτεθειμένοι για ποσό €713.251,06» χωρίς επεξήγηση της νομικής της έννοιας δεν μπορεί να αποτελέσει αγώγιμο δικαίωμα. Δεν υπάρχει τέτοια αιτία αγωγής γνωστή στο Νόμο. Ουσιαστικά οι Εναγόμενοι διατείνονται πως δυνάμει των επίδικων συμβάσεων και των παραστάσεων στις οποίες οι Ενάγοντες προέβησαν προς αυτούς, έμειναν εκτεθειμένου στο ισάξιο ποσό της απαίτησης. Τέτοια όμως βάση αγωγής και σύμβαση δεν είναι γνωστή στο Νόμο και δεν μπορεί να αποτελεί έγκυρη βάση αγωγής. Όπως τονίζεται στο Annual Practice 1958, σελ. 575, ερμηνεύοντας την Ο.25 r.4 η οποία αντιστοιχεί με τη Δ.27 θ.3 σχολιάζοντας τη φράση "no reasonable cause of action" επεξηγεί πως τούτο εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει έγκυρη κατά νόμο σύμβαση (no contract valid in law). Περαιτέρω αποτελεί αντιλογία, αντιφατικότητα και αντινομία για τους Εναγόμενους οι οποίοι επικαλούνται ακυρότητα της σύμβασης και συνακόλουθα αρνούνται να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό ενώ ταυτόχρονα ανταπαιτούν το ίδιο, ακριβώς το ισάξιο ποσό που ο Ενάγοντας αξιώνει. Κρίνεται πως όλα τα ανωτέρω, τα οποία δεν συνιστούν βάσιμη αιτία απαίτησης και αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς, όπως και πιο κάτω επεξηγείται, δεν αποτελούν λανθασμένη διατύπωση μιας κατά τα άλλα έγκυρης βάσης απαίτησης η οποία να θεραπεύεται με τροποποίηση. Συνεπώς η Ανταπαίτηση, παράγραφοι 33 και 33Β για ποσό €713.251,06 υπόκειται σε απόρριψη και απορρίπτεται όπως και οι παράγραφοι Γ, Δ και Ε. Με την απόρριψη της Ανταπαίτησης, για τους ίδιους λόγους κρίνονται απορριπτέες οι παράγραφοι της Έκθεσης Υπεράσπισης που τις υποστηρίζουν. Για αυτές υπάρχει ένα συνονθύλευμα ισχυρισμών και λεπτομερειών, χωρίς να τίθενται αντίστοιχοι θετικοί ισχυρισμοί, όπως κατωτέρω εξηγείται. Επομένως, η παράγραφος 20 στην οποία η παράγραφος 33 παραπέμπει, υπόκειται σε απόρριψη. Η τελευταία παράγραφος επικαλείται τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της Ενάγουσας, λεπτομέρειες των οποίων παρουσιάζονται στις προηγούμενες παραγράφους των οποίων επίσης ζητείται η διαγραφή (παρ. 15, 15.1-15.18, 16, 17, 18, 20 και επίσης 21, 25, 25.1-25.13, 27(α-η) και 29 (δεύτερη πρόταση). Με την παράγραφο 15 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση καθηκόντων που έχουν τραπεζίτες όταν ταυτόχρονα ενεργούν και ως σύμβουλοι και ως εμπειρογνώμονες. Η συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε πως η Ενάγουσα δεν είναι παρά μόνο Τράπεζα που παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις χωρίς να αναλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ρόλο. Ο ισχυρισμός βέβαια αυτός, αποτελεί μαρτυρία για τις δραστηριότητες της Ενάγουσας. Από την αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι διατείνονται ρητά και με άλλες παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης όπως παράγραφοι 2 και 4 ότι η Ενάγουσα είναι εξειδικευμένος επενδυτικός και συμβουλευτικός οργανισμός ο οποίος τους παρείχε εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. (Για τις παραγράφους αυτές δεν επιζητείται διαγραφή). Παρά ταύτα, στην παράγραφο 15 και 15.1 και επόμενα υπάρχουν τέτοιοι ισχυρισμοί οι οποίοι όντως δημιουργούν σύγχυση και ερωτηματικά εάν οι λεπτομέρειες αναφέρονται στην παρούσα υπόθεση και όχι σε κάποια άλλη, αφού π.χ. στην παράγραφο 15 ισχυρίζονται παροχή διευκόλυνσης σε ξένο νόμισμα, ενώ οι επίδικες συμβάσεις δόθηκαν σε εγχώριο. Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι αξιώνουν το ισόποσο σε ευρώ αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό και δηλώνουν ότι η ζημιά τους τυγχάνει να είναι ίση με την απαίτηση. Στην παράγραφο 15.4 επίσης γίνεται αναφορά σε συνομολόγηση δανείου σε ξένο νόμισμα και μετατροπή νομίσματος και άσκηση δικαιώματος μετατροπής νομίσματος. Ομοίως στην παράγραφο 15.7 γίνεται αναφορά σε λήψη δανείου σε ξένο νόμισμα και μάλιστα οι Εναγόμενοι από δύο αυξάνονται σε οκτώ και γίνεται ειδική αναφορά σε Εναγόμενο 1, Εναγόμενο 2, Εναγόμενο 3, Εναγόμενο 4 μέχρι και Εναγόμενο 8 (αποκλειόμενου ως εκ τούτου τυπογραφικού λάθους, δηλαδή αντί του αριθμού 2 να γράφτηκε ο αριθμός 8). Με τις λεπτομέρειες που παραθέτουν (στις ίδιες παραγράφους) παραπέμπουν σε απουσία απαραίτητων πιστοποιητικών και γίνεται αναφορά για μητρώο και παράβαση Νόμου, χωρίς αυτά να προσδιορίζονται. Ομιλούν για επένδυση και παράλειψη της Ενάγουσας να επεξηγήσει στους Εναγόμενους τους κινδύνους επενδύσεων, χωρίς όμως να υπάρχει οποιοσδήποτε θετικός ισχυρισμός για δημιουργία συγκεκριμένης επένδυσης, την οποία η Ενάγουσα να υποκίνησε ή να συμβούλευσε ή να δημιούργησε. Με την παράγραφο 16 οι Εναγόμενοι επικαλούνται σύμβαση ενοικιαγοράς η οποία όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Όλες οι ανωτέρω παραγράφοι και λεπτομέρειες καταλήγουν στο συμπέρασμα πως οι Εναγόμενοι έκθεσαν τον εαυτό τους σε κίνδυνο, συνομολογώντας τις συμβάσεις και συνεπώς οι παράγραφοι 15, 15.1-15.18, 16, 17 και 18 είναι απορριπτέες. Συνακόλουθη της παραγράφου 20 είναι και η παράγραφος 21 η οποία επίσης διαγράφεται. Από τις παραγράφους 25 και επόμενες των οποίων επίσης επιζητείται η διαγραφή, κρίνονται απορριπτέες οι παράγραφοι που αφορούν αποκλειστικά την Ανταπαίτηση και τους ισχυρισμούς περί παραστάσεων, επενδύσεων κ.λ.π. που «οδήγησαν στην έκθεση των Εναγομένων σε κινδύνους». Δηλαδή οι παράγραφοι 25.1, 25.2., 25.6, 25.7, 25.8, 25.9
(1)
(2)
(3), 25.10, 25.11, 27 και 29 (2η πρόταση). Όπως ανωτέρω λέχθηκε, η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο (δέστε Bruce ανωτέρω) και κρίνεται πως τα γεγονότα των ανωτέρω παραγράφων (σε συνδυασμό με ότι λέχθηκε για την Ανταπαίτηση) στερούνται αυτής της ιδιότητας. Οι λοιπές παραγράφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν κρίνονται απορριπτέες αφού αναφέρονται σε παραλείψεις της Ενάγουσας να τους παράσχει νομική συμβουλή πριν τη λήψη των πιστωτικών διευκολύνσεων (25.5) ή παραπέμπουν σε αθέμιτη επιρροή (παράγραφος 25) ή και σε παράλειψη τους να παράσχουν ικανές συμβουλές προς τους Εναγόμενους (όπως οι παράγραφοι 2 και 4 περιγράφουν) ή παραπέμπουν σε μη ορθή τήρηση των όρων της συμφωνίας (παράγραφοι 25.4). Συνακόλουθα απορρίπτονται και διαγράφονται οι παραγράφοι 33, 33Β-Ε, 20, 21, 15, 15.1 έως 15.18, 16, 17, 18, 25.1, 25.2, 25.6, 25.7, 25.8, 25.9
(1)
(2)
(3), 25.10, 25.11, 27 και 29 (2η πρόταση). Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για διαγραφή Ανταπαίτησης και έκθεσης υπεράσπισης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο