← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Company Limited ν. Γιώργος Χριστοφόρου Τοουλιάς κ.α., Αρ. Αγωγής: 2092/14, 26/10/2015

Bank of Cyprus Public Company Limited ν. Γιώργος Χριστοφόρου Τοουλιάς κ.α., Αρ. Αγωγής: 2092/14, 26/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A196 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2092/14 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Limited, από την Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Γιώργος Χριστοφόρου Τοουλιάς, από την Πάφο
  2. Γιάννης Χριστοφόρου Τοουλιάς, από την Πάφο
  3. Κωστάκης Χριστοφόρου Τοουλιάς, από την Πάφο
  4. Νίκη Ανδρέα Τοουλιά άλλως Νίκη Σαββίδου, από την Πάφο
  5. Πάτρα Σάββα Τσαβέλλα, από την Πάφο
  6. Παναγιώτα Νικολάου Χριστοφόρου, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 26.10.15 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους / Αιτητές: κα Μ. Τιμοθέου για κκ Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Έφη Πουλλά) Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση: κα Ο. Γιαβάσιη για κκ Αρίστη Κορακίδου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ι. Ζίγκα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 1-6 / Αιτητών στις 8.5.15 με την οποία οι Αιτητές εξαιτούνται: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή και/ή την απόρριψη και/ή τον παραμερισμό της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή κάθε διαδικασίας στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής υπ' αρ. 5379/2014, η οποία καταχωρήθηκε στις 29/09/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, και την έκδοση Απόφασης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.29, θ.2, Δ.33, θ.10, Δ.48, θθ.1-4, 8 και 9, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 31, 32, 43 και 47, στα άρθρα 28, 30

(1), 30
(3)(β)(γ) του Συντάγματος, στις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της δίκαιης δίκης, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, στις αρχές της επιείκειας, στην Νομολογία, την πρακτική, την διακριτική ευχέρεια και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  1. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με 24 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στους Αιτητές στις 22.9.
  2. Στις 29.9.14 οι Αιτητές καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση την αγωγή με αριθμό 5379/14, από τώρα και στο εξής «η δεύτερη αγωγή», με την οποία ζητούν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της συμφωνίας δανείου που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής καθώς και των εξασφαλίσεών της και διαζευκτικά αποζημιώσεις για παράνομες υπερχρεώσεις. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στην δεύτερη αγωγή στις 8.10.14 και οι Αιτητές την Έκθεση Απαίτησής τους στις 17.4.
  3. Οι δικηγόροι των Αιτητών ενημερώθηκαν για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής από τους Αιτητές την 1.10.14 στα πλαίσια προγραμματισμένης συνάντησης με τον δικηγόρο τους, κύριο Παπαντωνίου. Της καταχώρησης της δεύτερης αγωγής είχαν προηγηθεί πολύ πιο πριν συζητήσεις των Αιτητών με τους δικηγόρους τους. Οι δικηγόροι δε των Αιτητών είχαν την έγκριση των τελευταίων για την καταχώρηση της δεύτερης αγωγής περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του
  4. Η δεύτερη αγωγή καταχωρήθηκε, όμως, λίγες εβδομάδες μετά λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας των δικηγόρων των Αιτητών. Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην αποφυγή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και των πολλαπλών εξόδων στα οποία οδηγεί η εκδίκαση δύο αγωγών με το ίδιο αντικείμενο από δύο διαφορετικά Δικαστήρια. Μεταξύ της παρούσας αγωγής και της δεύτερης αγωγής υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου και η πολλαπλότητα των διαδικασιών για τα ίδια επίδικα θέματα θα επιφέρει τόσο στους διαδίκους όσο και τα Δικαστήρια αχρείαστη σπατάλη χρόνου, πολλές δαπάνες και μεγάλη ταλαιπωρία. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα διευκολυνθεί η διαδικασία και θα αποφευχθούν οι προαναφερόμενες δυσχέρειες. Στην ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή δικαστική διαδικασία συντείνει και το πού βρίσκεται το μαρτυρικό υλικό. Σύμφωνα με πληροφορίες που ο Εναγόμενος 1 έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση ο επίδικος λογαριασμός έχει μεταφερθεί και βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία της Καθ' ης η αίτηση στη Λευκωσία. Ως εκ τούτου όλο το μαρτυρικό υλικό βρίσκεται στη Λευκωσία. Είναι σημαντικό όπως στον τόπο όπου βρίσκεται το μαρτυρικό υλικό είναι και το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την διαφορά. Σε μια τέτοια περίπτωση η μαρτυρία θα τεθεί στην διάθεση και κρίση του Δικαστηρίου πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου οι υποθέσεις ορίζονται πολύ πιο σύντομα από ότι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας λόγω του μικρότερου αριθμού υποθέσεων που καταχωρούνται στο πρώτο. Αυτό σημαίνει ότι με την εκδίκαση της παρούσας αγωγής θα δημιουργηθεί δεδικασμένο με αποτέλεσμα οι Αιτητές να εμποδιστούν να παρουσιάσουν τις απαιτήσεις τους όπως αυτές εκτίθενται στην δεύτερη αγωγή. Επίσης, η απόσυρση της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στην παρούσα αγωγή και η καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης θα οδηγήσει στην απόσυρση της δεύτερης αγωγής, κάτι το οποίο συνεπάγεται μεγάλη χρηματική δαπάνη για τους Αιτητές. Από την άλλη, είναι πιο ευχερές και ολιγοέξοδο για την Καθ' ης η αίτηση να καταχωρήσει Ανταπαίτηση στην δεύτερη αγωγή αφού ακόμα δεν έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση. Η εκδίκαση των δύο αγωγών σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια ουδόλως θα επηρεάσει την Καθ' ης η αίτηση αφού αυτή ακόμα και μετά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής θα μπορεί να προωθήσει την υπεράσπισή της ανενόχλητα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας χωρίς να εμποδίζεται από οποιοδήποτε δεδικασμένο. Η αναστολή της παρούσης αγωγής δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση καθότι με τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επέλθει προσωρινή παγιοποίηση της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρι την εκδίκαση της δεύτερης αγωγής, η έκβαση της οποίας θα προδικάσει το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Σε περίπτωση μη έγκρισης της υπό κρίση αίτησης η ολοκλήρωση της παρούσης αγωγής δυνατόν να προκαταβάλει ενδεχόμενη επιτυχή έκβαση της δεύτερης αγωγής καθότι ισχυρισμός σχετικά με το κύρος της επίδικης συμφωνίας που είναι πρωτεύον ζήτημα και προϋπόθεση των αξιώσεων της Καθ' ης η αίτηση εγείρεται μόνο στην δεύτερη αγωγή. Ο πιο πάνω κίνδυνος υπερνικά το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ενωρίτερα από ότι η δεύτερη αγωγή. Απαντώντας ο κύριος Σταυρινού με την ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: όπως προκύπτει και από τον φάκελο της υπόθεσης εντός του οποίου βρίσκονται καταχωρημένες οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5 ενωρίτερα από ότι επιδόθηκε στους Εναγόμενους 3 και
  5. Συγκεκριμένα στους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5 το κλητήριο επιδόθηκε στις 22.9.14 και στους Εναγόμενους 3 και 6 στις 29.9.14 η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, στην ένορκο δε δήλωση που την υποστηρίζει «δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε σοβαρός, εύλογος και δικαιολογημένος λόγος» γι' αυτήν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση «δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε σοβαρός, εύλογος και δικαιολογημένος λόγος» για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε προγενέστερα της δεύτερης αγωγής. Η τελευταία αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.9.14 ενώ η παρούσα αγωγή στις 19.9.14 . Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 έλαβαν γνώση της παρούσης αγωγής από τις 22.9.14 όταν διενεργήθηκε σε αυτούς η επίδοση κανένας λόγος δεν προβάλλεται γιατί οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 δεν ενημέρωσαν τους δικηγόρους τους για την παρούσα αγωγή μέσα στο χρονικό διάστημα των 7 ημερών που μεσολάβησε μεταξύ της επίδοσης της παρούσης αγωγής σε αυτούς και της καταχώρησης της δεύτερης αγωγής, παρά μόνο αυτοί έπραξαν τούτο την 1.10.14 ως ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται οι Αιτητές μπορούσαν να προβάλουν τις θέσεις και διεκδικήσεις τους καταχωρώντας Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή παρά να προωθούν καταχρώμενοι την δικαστική διαδικασία παράλληλα άλλη διαδικασία ενώπιον άλλου Δικαστηρίου οι Αιτητές κωλύονται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης μετά την καταχώρηση εμφάνισης και Υπεράσπισης εκ μέρους τους και την πάροδο του χρόνου που παρήλθε η υπό κρίση αίτηση σκοπεί στην παρέλκυση της διαδικασίας και την καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης εναντίον των Αιτητών. Ισοδυναμεί δε με κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και είναι κακόπιστη ο φάκελος με τα επίδικα έγγραφα βρίσκεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Καθ' ης η αίτηση στην Πάφο και οι μάρτυρες που θα καταθέσουν στην υπόθεση βρίσκονται, επίσης, στην Πάφο. Στην Πάφο, επίσης, συνομολογήθηκε και παραβιάστηκε η επίδικη συμφωνία και οι Αιτητές είναι όλοι κάτοικοι Πάφου η υπό κρίση αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιους σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: « ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: « ... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court». Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: « ... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
  2. Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 αποφασίστηκε ότι τα Κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση Beogradska v. D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Αποφάσισε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου...". Παρόμοιες θέσεις είχαν διατυπωθεί και σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου (Βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, καθώς και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση (βλ. Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να απορρίπτει αγωγές οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην Lawrence v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Μετάφραση στα ελληνικά: "Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις." (Βλ. και Hardy ν. Elphick [1973] 1 All E.R. 914, 918.) Η υπόθεση Wright ν. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action." Μετάφραση στα ελληνικά: "Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή." Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R.
  2. Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: "If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .................. ... ... ... ... Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Μετάφραση στα ελληνικά: "Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο. ... ... ... ... ... ................... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Ο συνήγορος των εναγομένων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατειά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει στην πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό." Δόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο η προώθηση της μεταγενέστερης διαδικασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της προηγούμενης διαδικασίας. Η αρχή της Thames Launches (πιο πάνω) εφαρμόστηκε στην Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments [1971] 3 All E.R. 558 στην οποία διατάχθηκε αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας. Στην Slough Estates v. Slough B.C. [1967] 2 All E.R. 271 διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι επιθυμητό να καλείται ο συγκεκριμένος διάδικος να επιλέξει ποια από τις δυο διαδικασίες επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί θέμα αναστολής και ότι η διαδικασία την οποία επέλεξε να μην προωθήσει πρέπει να τερματίζεται. Κρίθηκε ότι κατά την άσκηση της δυνητικής θεραπείας της αναστολής το δικαστήριο δικαιούται και πρέπει να εξετάζει την ουσία του ζητήματος, περιλαμβανομένων και των σχετικών περιστατικών τα οποία βρίσκονται καταλλήλως ενώπιόν του κατά τον χρόνο της απόφασης του (Βλ. σελ. 281). Το δικαίωμα της επιλογής έχει τύχει αναγνώρισης και εφαρμογής και από τη δική μας νομολογία. Στη Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας άσκησε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του δικάσαντος δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί αίτησή του για την αναστολή ακυρωτικής απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε κατά της ακυρωτικής απόφασης. Παράλληλα υπέβαλε αίτηση με κλήση, ενώπιον του Εφετείου, με το ίδιο αντικείμενο όπως και η έφεση, για την παροχή αναστολής μέχρι την έκβαση της έφεσης. Στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τον έλεγχο των διαδικασιών που εγείρονται προς αποτροπή κατάχρησης των δικονομικών μέσων που παρέχονται ζητήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα να καθορίσει ποιο από τα παράλληλα μέτρα που έλαβε θα προωθήσει. Μετά που ο Γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε το Εφετείο ότι θα προχωρήσει με την αίτηση με κλήση το Εφετείο έδωσε οδηγίες όπως η έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης παραμείνει στο φάκελο και όπως μη προχωρήσει εκτός με άδεια του δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL) αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι' άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100, 104 το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο επειδή ήταν καταπιεστικό και αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σε σχέση με το λόγο απόρριψης του κατηγορητηρίου ο Αρχιδικαστής Λόρδος Πάρκερ διατύπωσε την άποψη ότι χωρίς αμφιβολία κάθε δικαστήριο δικαιούται, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία επειδή είναι καταπιεστική και καταχρηστική της δικαστικής δικαιοδοσίας. Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας». Θεωρώ, επίσης, σκόπιμο να κάνω αναφορά στις υποθέσεις Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 και Αίτηση Δώρου Γεωργιάδη (Αρ. 1)
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 604. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας μετά από αίτηση της αρμόδιας αρχής διέταξε την έκδοση αλλοδαπού, ο οποίος προσέβαλε το διάταγμα με αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος habeas corpus. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία έκδοσης ήταν άκυρη από την αρχή, επειδή η εξουσιοδότηση του Υπουργού δόθηκε πριν την υποβολή της επίσημης αίτησης από την αιτούσα την έκδοση χώρα. Ως αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα Habeas Corpus και διέταξε την απελευθέρωση του αλλοδαπού ο οποίος εκρατείτο. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης παρέσχε νέα εξουσιοδότηση βάσει της οποίας υποβλήθηκε νέα αίτηση - η Αίτηση 1/94 - για την έκδοση του εφεσίβλητου. Η αίτηση υποβλήθηκε στις 10.5.94. Στις 27.5.94 η Δημοκρατία άσκησε έφεση με την οποία επιδίωκε τον παραμερισμό της απόφασης για την χορήγηση του πιο πάνω προνομιακού εντάλματος και την αποκατάσταση του διατάγματος έκδοσης. Κατά την έφεση ο εφεσείων αντιτάχθηκε στο αίτημα του εφεσίβλητου να απορριφθεί η έφεση για κατάχρηση δικαιοδοσίας και υποστήριξε ότι οι δύο διαδικασίες μπορούσαν να συνυπάρχουν. Το Εφετείο υποστήριξε, ότι είχε γίνει δεκτό από τα πολύ παλιά χρόνια ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (Βλ. Williams v. Hunt
(1905)1 K.B. 512). Λέχθηκε επίσης ότι: «Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: " ... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου ...». Η έφεση και η Αίτηση 1/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου είχαν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα. Αντιμετώπιζε, επομένως, ο Περρέλλα δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενό τους για την έκδοσή του. Η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστούσε σύμφωνα με το Εφετείο κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Εξάλλου, η Αίτηση 1/94 υποθεμελιώνετο στην εγκατάλειψη και κατάρρευση και, κατ' επέκταση, στην έκλειψη της πρώτης αίτησης για την έκδοση του. Η σύννομη ύπαρξή της στοιχειοθετείτο με την εγκατάλειψη της πρώτης διαδικασίας. Ταυτόχρονα, το βάθρο της Αίτησης 1/94 διασαλεύθηκε με την άσκηση της έφεσης, σκοπός της οποίας ήταν η αναζωπύρωση της πρώτης διαδικασίας για την έκδοση του φυγόδικου. Έτσι, υφίσταντο δυο εξουσιοδοτήσεις και δυο παράλληλες διαδικασίες που είχαν τον ίδιο στόχο, ήτοι την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα. Η υποβολή της έφεσης αποτελούσε καταπίεση για την υπεράσπιση του Περρέλλα στο αίτημα για την έκδοσή του και, επομένως, συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας η οποία έπρεπε να αποτραπεί και να παρεμποδισθεί, στόχος που μπορούσε να επιτευχθεί με την απόρριψη της. Λέχθηκε, επίσης, ότι η χρήση διαδικασιών που οδηγούν σε καταπίεση συνιστά μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας γιατί το αποτέλεσμα οποιασδήποτε απ' αυτές παύει να είναι καθοριστικό για τα δικαιώματα του διαδίκου, γενικά, και, ειδικότερα, την ελευθερία του κατηγορουμένου. Η αναγκαιότητα υπεράσπισης της ελευθερίας του υποδίκου σε περισσότερες από μια διαδικασίες για το ίδιο θέμα συνιστά καταπίεση (Βλ. Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100). Στην υπόθεση Αίτηση Δώρου Γεωργιάδη (Αρ. 1)
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 604 μετά την καταδίκη του από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο για σεξουαλικά αδικήματα και την τιμωρία με την επιβολή διαδοχικών ποινών φυλάκισης συνολικής διάρκειας 2,5 χρόνων, ο αιτητής καταχώρησε αίτηση επιδιώκοντας την έκδοση εντάλματος habeas corpus για να ελεγχθεί η νομιμότητα της κράτησής του και να διαταχθεί η άμεση απόλυσή του. Υποστήριξε ότι η κράτησή του ήταν παράνομη γιατί διατάχθηκε καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας ή στο πλαίσιο διαδικασίας κατά την οποία παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (η Σύμβαση) που κυρώθηκε με τον Νόμο 39/
  1. Υποστήριξε πως η παράβαση συντελέστηκε από το γεγονός ότι η καταδικαστική απόφαση και η επιβολή της ποινής δεν απαγγέλθηκαν σε δημόσια συνεδρία του Δικαστηρίου αλλά κεκλεισμένων των θυρών κατά παράβαση των άρθρων 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Σύμβασης. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας ήγειρε προκαταρκτικά, μεταξύ άλλων, ζήτημα ότι σημειώθηκε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω του ότι ο αιτητής άσκησε και έφεση εναντίον της καταδίκης του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η θέση της Δημοκρατίας επί του πιο πάνω θέματος ήταν ορθή. Με την επίδικη αίτηση επιδιώκετο μεν φραστικά η απελευθέρωση του αιτητή από τις φυλακές, για να γίνει όμως τούτο έπρεπε να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία που είχε οδηγήσει στην καταδίκη του για τους λόγους που επικαλείτο ο δικηγόρος του αιτητή. Η φράση κλειδί στην υπόθεση Περέλλα «επιδίωξη κοινών σκοπών», λέχθηκε πως έχει πλατιά σημασία και άγγιζε την ουσία του επιδιωκόμενου σκοπού. Στην αίτηση που είχε ενώπιόν του το Ανώτατο Δικαστήριο επιδιώκετο η απελευθέρωση του αιτητή, αφού ακυρωνόταν προηγουμένως η δίκη λόγω της κατ' ισχυρισμό παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ο ίδιος σκοπός, δηλαδή, η απελευθέρωση του αιτητή επιδιώκετο και με την έφεση νοουμένου ότι αυτή πετύχαινε με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο καλείτο να ανατρέψει την καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου. Ήταν, επομένως, η περίπτωση που ο ίδιος σκοπός επιδιώκετο με δύο ένδικα μέσα. Λέχθηκε, επίσης, ότι η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε για πρακτικούς αλλά και ουσιαστικούς λόγους. Η έναρξη πολλαπλών διαδικασιών ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου μπορεί να απολήξουν σε διαφορετικές αποφάσεις, είτε ως προς το τελικό αποτέλεσμα ή την αιτιολόγηση τους, κάτι βεβαίως που θα ήταν ολωσδιόλου ανεπιθύμητο καθώς θα οδηγούσε σε εγκλωβισμό των διαδικασιών και δικαστικό αδιέξοδο. Στην υπό εξέταση περίπτωση το επιχείρημα των Αιτητών είναι ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική γιατί με αυτήν προωθείται δικαστική διαδικασία η οποία έχει ως αντικείμενο το ίδιο αντικείμενο που έχει και η δεύτερη αγωγή. Αυτό είναι που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και, κατ' επέκταση, αν δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος στα πλαίσια των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι οι επικαλούμενες στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δικονομικές και Νομοθετικές πρόνοιες πλην της Δ.48, θθ 1-4, 8 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ουδεμία σχέση έχουν με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης και δεν την προωθούν. Η πλευρά των Αιτητών φαίνεται να παραγνωρίζει ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι η περίπτωση κατά την οποία οι δύο διαδικασίες που έχουν το ίδιο αντικείμενο προωθούνται από τον ίδιο διάδικο. Οι υποθέσεις που πιο πάνω μνημονεύονται αφορούσαν το κατά πόσο η μια εκ των δύο διαδικασιών που προωθούσε ο ίδιος διάδικος ήταν καταχρηστική για τον λόγο ότι το ίδιο αντικείμενο προωθείτο και με την δεύτερη. Στην υπό εξέταση, όμως, περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση προωθεί μια και μόνο διαδικασία και καμία άλλη. Η αγωγή δε αυτή, που είναι η παρούσα αγωγή, καταχωρήθηκε πρώτη και η καταχώρηση της δεύτερης αγωγής από τους Αιτητές ακολούθησε. Για να αποδείξει δε ότι με την καταχώρηση της δεύτερης αγωγής δεν υπήρξε πρόθεση από μέρους των Αιτητών για κατάχρηση της διαδικασίας ο Εναγόμενος 1 δίδει εξήγηση γιατί η δεύτερη αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.9.15, ήτοι μεταγενέστερα της παρούσας αγωγής, και γιατί οι δικηγόροι των Αιτητών κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν γνώριζαν ότι η παρούσα αγωγή είχε ήδη καταχωρηθεί από τις 19.9.
  2. Οι δοθείσες εξηγήσεις δεν μπορούν να καταστήσουν την παρούσα αγωγή καταχρηστική. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί η παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε πρώτη συνιστά κατάχρηση. Συνεπώς τα όσα με την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζονται περί κατάχρησης της διαδικασίας από την Καθ' ης η αίτηση δεν μπορούν να βρουν απήχηση. Η Νομολογία δε στην οποία στηρίζονται οι Αιτητές για να προωθήσουν το αίτημά τους, που, σημειωτέον, είναι η ίδια επί της οποίας στηρίζεται και η Καθ' ης η αίτηση για να υποστηρίξει τις δικές της θέσεις, φαίνεται να παρερμηνεύεται από τους Αιτητές. Αναδύεται δε ότι ορθή στην ερμηνεία αυτής της Νομολογίας είναι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση και όχι η πλευρά των Αιτητών. Υπό το φως των πιο πάνω κατάχρηση δεν μπορεί να αναδύεται από το ενδεχόμενο ύπαρξης δεδικασμένου από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Ο λόγος αυτός, λοιπόν, τον οποίο οι Αιτητές επικαλούνται για να στηρίξουν την θέση τους περί κατάχρησης και ότι μπροστά σε αυτόν θα πρέπει να υποχωρήσει το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πρώτη δεν είναι βάσιμος. Οι Αιτητές θα μπορούσαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής κάλλιστα να καταχωρήσουν και Ανταπαίτηση με την οποία να προωθούν τις θέσεις και διεκδικήσεις που προωθούν με την δεύτερη αγωγή. Αν έτσι έπρατταν οι αξιώσεις τους θα εκδικάζονταν και ενωρίτερα υπό το φως της δικής τους δήλωσης ότι οι υποθέσεις εκδικάζονται ενωρίτερα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από ότι οι υποθέσεις που καταχωρούνται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Προτίμησαν, όμως, να μην αποσύρουν την δεύτερη αγωγή και να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση αναλογιζόμενοι, προδήλως, μόνο τα δικηγορικά έξοδα τα οποία η απόσυρση της δεύτερης αγωγής θα συνεπάγονταν. Και ενώ ενδιαφέρονται, ως διατείνονται, για την σύντομη επίλυση των διαφορών τους με την Καθ' ης η αίτηση, στην ουσία το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να τους απασχολεί στην πραγματικότητα. Καθότι αν τους απασχολούσε πραγματικά δεν θα επιδίωκαν με την υπό κρίση αίτηση την αναστολή της παρούσης αγωγής και, κατ' επέκταση, την διάγνωση των δικαιωμάτων τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αφού σύμφωνα με την πιο πάνω δήλωση τους οι υποθέσεις εκδικάζονται πιο αργά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας παρά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Θα απέσυραν την δεύτερη αγωγή και θα καταχωρούσαν Ανταπαίτηση στα πλαίσια της παρούσης αγωγής. Οι Αιτητές υποστηρίζουν, επίσης, ότι επειδή το μαρτυρικό υλικό βρίσκεται στην Λευκωσία η εκδίκαση της δεύτερης αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας θα είναι πιο ευχερής ή βολική παρά η εκδίκαση της παρούσης αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Κατ' αρχή, τα όσα επί του προκειμένου ισχυρίζονται οι Αιτητές δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Καθότι εδώ δεν εγείρεται θέμα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κατά το οποίο θα πρέπει να αποφασισθεί ποιο είναι το πιο βολικό Δικαστήριο (forum of convenience). Είναι φαιδρό να ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι το ότι το μαρτυρικό υλικό βρίσκεται στην Λευκωσία συνηγορεί με αναστολή της παρούσας αγωγής. Κατά δεύτερο, το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού το φέρει η πλευρά εκείνη που προβάλει τον ισχυρισμό. Ο ισχυρισμός, όμως, του Εναγόμενου 1 αναφορικά με το πού βρίσκεται το μαρτυρικό υλικό δεν είναι αποδεκτός από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Αντικρούεται δε με την ένορκο δήλωση του κύριου Σταυρινού. Η πλευρά των Αιτητών δεν προέβη σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα με σκοπό να αντικρούσει τον ισχυρισμό του κύριου Σταυρινού. Μοιραία ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 παρέμεινε αναπόδεικτος. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι η επίδικη συμφωνία συνομολογήθηκε στην Πάφο και ότι οι μάρτυρες που θα καταθέσουν στην υπόθεση καθώς και οι Αιτητές είναι όλοι κάτοικοι Πάφου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Αιτητών. Στην ουσία ό,τι οι Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκουν είναι να υποστεί η Καθ' ης η αίτηση τα δικηγορικά έξοδα της παρούσης αγωγής, αφού θέση τους είναι ότι η έκβαση από την εκδίκαση της δεύτερης αγωγής θα προδικάσει το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής για να μην υποστούν αυτοί τα δικηγορικά έξοδα της δεύτερης αγωγής με απόσυρσή της. Απαίτησή τους δε είναι όπως στα πλαίσια της δεύτερης αγωγής η Καθ' ης η αίτηση καταχωρήσει και Ανταπαίτηση - μιας και ακόμα δεν καταχώρησε Υπεράσπιση - για να περιλάβει σε αυτήν τις αξιώσεις που προωθεί με την παρούσα αγωγή. Την στιγμή που η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε πρώτη την παρούσα αγωγή και που Ανταπαίτηση θα μπορούσαν να καταχωρήσουν οι Αιτητές στα πλαίσια της παρούσας αγωγής η οποία καταχωρήθηκε πρώτη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι όχι μόνο η παρούσα αγωγή δεν είναι καταχρηστική αλλά ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα. Η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρελκύει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1-6 / Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αναστολή αγωγής μέχρι την εκδίκαση άλλης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.