Christou Chr. Atlas Beton Limited ν. Selenior Non-Metallics Limited κ.α., Αρ. Αγωγής :- 470 / 2015, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A200 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 470 / 2015 Μεταξύ:- Christou Chr. Atlas Beton Limited Eνάγουσα Και
- Selenior Non-Metallics Limited
- Σωτήρης Κούνουνας Εναγόμενοι Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνίας 23/4/2015 Ημερομηνία :- Παρασκευή 30η Οκτωβρίου 2015 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κος. Παύλος Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης και Σία Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μαρίνος Μυτίδης Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Στέλιος Πολεμίτης Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Στέλιος Πολεμίτης Εναγόμενος 2 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα με αίτηση δια κλήσεως την έκδοση διατάγματος το οποίο «...να απαγορεύει την εκμετάλλευση, αποξένωση, διάθεση, υποθήκευση και οποιαδήποτε επιβάρυνση ή οποιανδήποτε εξόρυξη υλικών από το λατομείο στην περιοχή Ανδρολύκου της Επαρχίας Πάφου εις τα (sic) Τουρκοκυπριακό Τεμάχιο 400 Μέρος, εις το Κρατικό Τεμάχιο 203 Μέρος και στο ακίνητο με στοιχεία Φ./Σχ. 35/9 στην Περιοχή Ανδρολύκου και να απαγορεύει τον αποχωρισμό του προνομίου λατόμευσης με στοιχεία ΑΛ221/ΠΑΦ1995/1 που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1». [ 2 ] Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας, Χριστάκη Χρίστου (στο εξής θα καλείται ο «Χρίστου») ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης 1, Σωτήρη Κούνουνα, δηλαδή του εναγομένου 2 (στο εξής θα καλείται ο «Κούνουνας»). [ 3 ] Αμφότεροι οι ενόρκως δηλούντες υπέστησαν αντεξέταση από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων. Παρά και το γεγονός πως το Δικαστήριο ασφαλώς λαμβάνει υπόψη του τα όσα ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης, ευθύς εξ αρχής οφείλω να τονίσω πως το Δικαστήριο συνειδητά αποφεύγει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των συγκεκριμένων μαρτύρων ιδιαίτερα δε επί θεμάτων τα οποία έχουν άμεση σχέση με την ουσία της αγωγής. Παράλληλα όμως ορισμένα σημεία τα οποία έχουν σχέση με το κατά πόσο τηρούνται ή δεν τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή από το Δικαστήριο ταυτόχρονα όμως καταβάλλοντας προσπάθεια αποφυγής της δημιουργίας καν της εντύπωσης πως ουσιαστικά αξιολογείται η γενικότερη αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα. [ 4 ] Διατηρεί υπόψη του δηλαδή το Δικαστήριο πως δεν μπορεί στο στάδιο της εξέτασης μίας αίτησης για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος να προβεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας προσώπων που έχουν αντεξετασθεί έτσι ώστε να καταλήξει σε ευρήματα ότι αυτοί ήταν είτε αξιόπιστοι είτε αναξιόπιστοι καθώς μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν λανθασμένη εφόσον θα οδηγούσε σε διαπιστώσεις αξιοπιστίας και θα προαποφάσιζε ουσιαστικά θέματα τα οποία μόνο στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής θα μπορούσαν να εξεταστούν (βλ. σχετικά C. T. Tobacco Limited v.
- Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ κ. ά.
(2003)1 Α. Α. Δ. 853). [ 5 ] Ιδιαίτερα δε στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση καθώς όχι μόνο αναμένεται οι ενόρκως δηλούντες οι οποίοι αντεξετάστηκαν να είναι και οι βασικότεροι μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής αλλά επιπλέον διαπιστώνεται πως σε μεγάλο βαθμό η αντεξέταση τους άστοχα αναφερόταν και σε θέματα τα οποία λογικά θα αποτελούν κύρια επίδικα θέματα κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αγωγής. [ 6 ] Γενικότερα ως πρός τα διάφορα θέματα τα οποία προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης και έχοντας υπόψη πως ένα προσωρινό διάταγμα αποτελεί μια προσωρινή, δυνητική και εξαιρετική θεραπεία η οποία προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά, το Δικαστήριο διατηρεί σταθερά υπόψη του πως η οποιαδήποτε εις βάθος εξέταση των θέσεων οι οποίες έχουν προβληθεί από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων των διαδίκων ενώ αυτό το οποίο χρειάζεται σε αυτό το στάδιο της προώθησης μίας αγωγής είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους (βλ. σχετικά Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita Aluminum Co - Limited κ. ά.
(2002)1 Α. Α. Δ. 2015). [ 7 ] Επιπλέον, παρατηρείται πως η αντεξέταση αμφότερων των ενόρκως δηλούντων ενώ θα μπορούσε να ήταν πιο στοχευμένη σε σχέση με τη διερεύνηση ως πρός την ύπαρξη των αναγκαίων προϋποθέσεων προς έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος περιφερόταν περισσότερο γύρω από θέματα τα οποία έχουν σχέση με την ουσία της αγωγής. Αναφορικά με την οποία βεβαίως το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα εντός του πλαισίου αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης αυτής της αίτησης να αποφασίσει με οποιοδήποτε τρόπο ο οποίος να προδικάζει ουσιαστικά και το αποτέλεσμα της αγωγής. [ 8 ] Παρά και το ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας πηγάζει από την έκδοση μίας επιταγής από την εναγόμενη 1, αυτό ουσιαστικά βασίζεται σε ισχυρισμούς αναφορικά με την ύπαρξη δόλου ή αμέλειας σε σχέση με ενέργειες των εναγομένων, έτσι ώστε να μην καταστεί εφικτή η εξαργύρωση της συγκεκριμένης επιταγής. Δηλαδή η συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης, για περίπτωση έκδοσης μίας ακάλυπτης επιταγής. Αξιοσημείωτο όμως είναι και το γεγονός πως εντός της έκθεσης απαίτησης δεν αναφέρονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες είτε δόλου (βλ. σχετικά τη Δ.19 θ. 5 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας) είτε αμέλειας των εναγομένων. [ 9 ] Ουσιαστικά η εκδοχή της ενάγουσας, όπως αυτή καταγράφεται εντός της έκθεσης απαίτησης της, είναι πως η συγκεκριμένη επιταγή δόθηκε προς αντικατάσταση προηγούμενης επιταγής η οποία είχε εκδοθεί αλλά η οποία παρουσίαζε ως ημερομηνία έκδοσης την ίδια ημερομηνία με την πρώτη επιταγή η οποία δεν εξαργυρώθηκε. Παρά δηλαδή και το γεγονός πως η δεύτερη επιταγή εκδόθηκε 12 μήνες μετά από την πρώτη. Είναι δε θέση της ενάγουσας πως το γεγονός αυτό από μόνο του καθιστούσε αδύνατη την εξαργύρωση της δεύτερης επιταγής καθότι αυτή θεωρείτο ως «...παλαιά και μη εξαργυρωτέα». [ 10 ] Ισχυρίζεται μάλιστα ο Χρίστου, εντός της ένορκης δήλωσης του, πως ο Κούνουνας είχε παραδεχθεί ότι η έκδοση της δεύτερης επιταγής έγινε σκόπιμα για να μην εξοφληθεί έτσι ώστε να τον υποχρεώνει να αγοράζει υλικά από κάποια εταιρεία Λατομεία Αδελφοί Παναγιώτου Λτδ. Επιπλέον, εντός της έκθεσης απαίτησης υπάρχει και ισχυρισμός πως ο Κούνουνας «...ψευδώς και δολίως διαδίδει ότι η επιταγή των €120.000...» πληρώθηκε σε μετρητά στον δικηγόρο της ενάγουσας, Παύλο Αγγελίδη. Αναλώθηκε αρκετός χρόνος σε διερεύνηση αυτού του ισχυρισμού κατά την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. [ 11 ] Βεβαίως επί των ίδιων θεμάτων οι εναγόμενοι προβάλουν τη δική τους εκδοχή η οποία εστιάζεται κυρίως σε θέση ως προς το ότι δεν εκδόθηκε δεύτερη επιταγή παρά μόνο μία και η οποία είχε ζητηθεί από τον δικηγόρο της ενάγουσας δίχως να υπήρχε ποτέ σκοπός αυτή να κατατεθεί προς εξαργύρωση αλλά μόνο έτσι ώστε αυτός να την χρησιμοποιεί για να πείσει την ενάγουσα πως η εναγόμενη 1 θα κατέβαλε προς αυτήν το ποσό το οποίο αναφέρεται επί της επιταγής προς εξόφληση διατάγματος εις χείρας τρίτου (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης Κούνουνα). [ 12 ] Πραγματικά θεωρώ αχρείαστο να υπεισέλθει περισσότερο σε αυτά τα θέματα το Δικαστήριο. Θέματα τα οποία αναμένεται να αποτελέσουν, σύμφωνα και με τα δικόγραφα, βασικό μέρος των επίδικων θεμάτων προς εξέταση κατά την εκδίκαση της αγωγής. [ 13 ] Αναφορικά με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία οι εναγόμενοι καταχώρησαν διαπιστώνεται πως παρά την επιτακτική πρόνοια της Δ.48 θ. 4 ότι αυτή θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης (σχετικός είναι και ο Τύπος Αρ. 47) εντούτοις εντός αυτής δεν αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι ένστασης. Ασφαλώς η παράλειψη αυτή πρόκειται για βασική παρατυπία σε σχέση με την εξέταση μίας αίτησης. [ 14 ] Όμως διατηρώντας υπόψη σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. σχετικά την 1. Karl Heinz Wunderlich κ. ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α. Α. Δ. 366) και τις περιστάσεις της περίπτωσης υπό εξέταση ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν έθεσε το θέμα είτε υπό μορφή ένστασης είτε με το να είχε αναφερθεί αυτό ως μέρος της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου δικηγόρου της, κρίνω ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι κατάλληλη για την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από αυτή την παρατυπία. [ 15 ] Θεωρώ δηλαδή πως η συγκεκριμένη παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη σύμφωνα με τη Δ.
- Ενώ διατηρώντας υπόψη πως η ενάγουσα ουσιαστικά παραιτήθηκε με τρόπο εξυπακουόμενο από το δικαίωμα το οποίο της παρεχόταν εξαιτίας της παρατυπίας θεωρώ ότι αυτό αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. [ 16 ] Επιπλέον, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης, δεν διαπιστώνω να έχει προκύψει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός για την ενάγουσα από την συγκεκριμένη παρατυπία. [ 17 ] Η ενάγουσα παρά το ότι όχι μόνο καταχωρήθηκε ένσταση από τους εναγομένους αλλά ακολούθησε και ακροαματική διαδικασία της αίτησης με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εντούτοις δεν έχει σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης της αίτησης από το Δικαστήριο εγείρει θέμα παρατυπίας. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από τη συγκεκριμένη παρατυπία και το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση ανεξάρτητα και από το γεγονός πως εντός αυτής δεν έχουν όντως συμπεριληφθεί και λόγοι ένστασης. [ 18 ] Βεβαίως η δυνατότητα να εξαχθούν γενικά κάποιοι λόγοι ένστασης παρέχεται στο βαθμό στον οποίο αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Κούνουνα. Αν και εξαιτίας της συγκεκριμένης παράλειψης του δικηγόρου των εναγομένων καθίσταται αχρείαστα πιο δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου, παράλληλα όμως το Δικαστήριο δεν πρόκειται να προβεί σε εξειδίκευση λόγων ένστασης με τους οποίους η ενάγουσα ουδέποτε είχε βρεθεί αντιμέτωπη. Απλά θεωρείται από το Δικαστήριο πως οι εναγόμενοι όντως είχαν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης ενώ γενικότερα οι θέσεις επί των οποίων βασίζουν την ένσταση τους θα πρέπει να αναζητηθούν εντός της μαρτυρίας, δηλαδή της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. [ 19 ] Έχοντας υπόψη και τη διατύπωση του διατάγματος του οποίου η ενάγουσα αιτείται την έκδοση με αναφορά δηλαδή και σε απαγόρευση αποχωρισμού του προνομίου λατόμευσης με στοιχεία ΑΛ221/ΠΑΦ1995/1 που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1, το Δικαστήριο θεώρησε ορθό όπως σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ληφθούν υπόψη οι πρόνοιες του περί Ρύθμισης Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου (ΚΕΦ.270 όπως αυτός τροποποιήθηκε) (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») αλλά και των περί Μεταλλείων και Λατομείων Κανονισμοί (στο εξής θα καλούνται οι «σχετικοί κανονισμοί»). [ 20 ] Αναφορικά με τη γενικότερη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και την εφαρμογή της στα δεδομένα όπως αυτά είναι δυνατό να εξαχθούν βάσει της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί στο σύνολο της, παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 21 ] Συνοπτικά, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) και σχετική νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή των προϋποθέσεων οι οποίες αναφέρονται εντός αυτού για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, πρώτο, ότι εγείρεται κάποιο σοβαρό θέμα προς εκδίκαση κατά τη δίκη, δεύτερο, ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και τρίτο, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τέλος, εάν αυτές οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνται τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. [ 22 ] Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τη νομολογία μας η πρώτη προϋπόθεση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο από την ανάδειξη μίας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ενώ με τη δεύτερη προϋπόθεση η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα, κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης αστικής υπόθεσης. Συνεπώς αναμένεται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Θεωρώ πως η ενάγουσα έχει αναδείξει μία συζητήσιμη υπόθεση ενώ με τα ίδια στοιχεία διαπιστώνεται η ύπαρξη της πιθανότητας να δικαιούται σε θεραπεία. [ 23 ] Τονίζω και διευκρινίζω πως ασφαλώς το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα δίχως να εξετάζει διεξοδικά και εις βάθος την ουσία της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας σημασία έχει περισσότερο η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων περί της πιθανότητας ύπαρξης των δικαιωμάτων της ενάγουσας και υποχρεώσεων των εναγομένων παρά η ίδια η ύπαρξη τους. Προβάλει ισχυρισμούς η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησης της τους οποίους ασφαλώς κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας θα πρέπει να αποδείξει με σχετική μαρτυρία. Η δε σύνδεση της επίδικης επιταγής με συγκεκριμένες κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες των εναγομένων και ιδιαίτερα δε του εναγομένου 2 θα πρέπει να προωθηθεί διατηρώντας υπόψη και τις όσες θέσεις και ισχυρισμούς οι εναγόμενοι προβάλουν με την έκθεση υπεράσπισης τους. Θέματα βεβαίως τα οποία μπορούν να εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. [ 24 ] Αναφορικά με την ίδια τη διατύπωση του πρώτου μέρους του αιτούμενου διατάγματος (το δεύτερο αναφέρεται σε απαγόρευση αποχωρισμού του προνομίου του λατομείου) αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ουσιαστικά, ως κατ΄ επέκταση αποτέλεσμα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η ενάγουσα αιτείται τη διακοπή των εργασιών της εναγομένης
- Καθώς δηλαδή αυτό το οποίο ζητείται είναι η απαγόρευση της εκμετάλλευσης, αποξένωσης, διάθεσης, υποθήκευσης και οποιασδήποτε επιβάρυνσης ή οποιασδήποτε εξόρυξης υλικών από το επίδικο λατομείο. [ 25 ] Βεβαίως η διατύπωση του αιτήματος της ενάγουσας είναι μερικώς ασαφής καθώς αν και είναι δυνατό να συνδεθεί η απαγόρευση εκμετάλλευσης, αποξένωσης και διάθεσης με υλικά από το λατομείο, οι αναφορές σε υποθήκευση ή οποιαδήποτε επιβάρυνση δημιουργούν την εντύπωση πως έχουν περισσότερο σχέση με το ίδιο το λατομείο ή ακόμη και ενδεχομένως την ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας βρίσκεται το συγκεκριμένο λατομείο. Όφειλε βεβαίως η ενάγουσα να διατύπωνε με περισσότερη σαφήνεια αυτό το μέρος του αιτήματος της. [ 26 ] Διευκρινίζω απλά πως το Δικαστήριο εξετάζει αυτό το μέρος του αιτήματος της ενάγουσας λαμβάνοντας υπόψη πως αυτό αναφέρεται αποκλειστικά σε απαγόρευση σε σχέση με τη χρήση ή αξιοποίηση υλικών, καθώς το αίτημα δεν προωθήθηκε με την έννοια της απαγόρευσης της υποθήκευσης ή επιβάρυνσης του λατομείου από το οποίο εξάγονται αυτά τα υλικά. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί πως η ενάγουσα στόχευε με την αίτηση της να εξασφαλίσει την απαγόρευση και της υποθήκευσης ή επιβάρυνσης του ίδιου του λατομείου το μέρος αυτό του αιτήματος καλύπτεται μερικώς και από την εξέταση του μέρους του αιτήματος της ενάγουσας σε σχέση με τον αποχωρισμό του προνομίου λατόμευσης. Καθώς βεβαίως ένας τέτοιος αποχωρισμός λογικά θα συνδεόταν με παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης του ίδιου του λατομείου. [ 27 ] Ανεξάρτητα και από την ασαφή διατύπωση του αιτήματος της ενάγουσας, εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα. Ποιος είναι ο σκοπός αυτού του μέρους του αιτήματος της ενάγουσας; Δηλαδή, για ποιο λόγο αιτείται η ενάγουσα όπως το Δικαστήριο εμποδίσει τους εναγομένους από τις προαναφερόμενες πράξεις σε σχέση με τα υλικά από το επίδικο λατομείο; Ή θέτοντας το διαφορετικά ποιο θα είναι το όφελος της ενάγουσας εάν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Έτσι ώστε απαντώντας αυτό το ερώτημα να δοθεί και μέρος της απάντησης στο ερώτημα κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής και η ενάγουσα επιτύχει τελικά στην αγωγή της. [ 28 ] Θα μπορούσε να θεωρηθεί πως το αίτημα στόχο έχει την αποφυγή εξάντλησης των υλικών του λατομείου. Όμως το αίτημα της ενάγουσας δεν έχει καν προωθηθεί έχοντας ως βάση αυτό το σκεπτικό. Απλά ζητείται η απαγόρευση της εκμετάλλευσης του προνομίου σε σχέση με τα υλικά τα οποία είναι δυνατό να εξορυχθούν από το λατομείο δίχως ουσιαστικά να αιτιολογείται αυτό το αίτημα. Εκτός βεβαίως εάν αυτό συνδεθεί αποκλειστικά με την παράλληλη απαγόρευση αποχωρισμού του προνομίου. [ 29 ] Εν τέλει, διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο του, πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως προς την αναγκαιότητα ή ακόμη και χρησιμότητα της συγκεκριμένης απαγόρευσης μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. Λογικά η εξόρυξη υλικών από το επίδικο λατομείο γίνεται με σκοπό την εκμετάλλευση, αποξένωση και διάθεση αυτών των υλικών. Η ίδια η ενάγουσα δεν έχει επεξηγήσει πως η ενδιάμεση απαγόρευση αυτής της διαδικασίας θα λειτουργούσε προς όφελος της μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. Καθότι τουλάχιστον σε σχέση με αυτή τη πτυχή του θέματος το επίδικο προνόμιο δεν αποτελεί ένα στατικό περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να διαφυλαχθεί με την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος αλλά ένα δικαίωμα με δεδομένα αποτελέσματα από τη δυνατότητα άσκησης του ως μέρος της λειτουργίας μίας επιχείρησης όπως αυτή της εναγόμενης
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Κούνουνα, σε συνεργασία και με άλλες συνδεδεμένες εταιρείες. [ 30 ] Αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση του πως δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός εις βάρος των εναγομένων καθώς ο ίδιος ο Κούνουνας δηλώνει στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης πως η εναγόμενη 1 απέχει από το εμπόριο εδώ και αρκετά χρόνια. Επιπλέον, εισηγείται, πως η εναγόμενη 1 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία για διεξαγωγή εργασιών ή πελάτες τους οποίους πρέπει να εξυπηρετήσει. [ 31 ] Βεβαίως αυτή δεν είναι ολόκληρη η εικόνα των πραγμάτων όπως αυτή παρουσιάστηκε με βάση τους ισχυρισμούς του Κούνουνα. Καθώς στην παράγραφο 36 της ένορκης δήλωσης του, προς αντιμετώπιση της περίπτωσης η ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο Κούνουνας αναφέρει τα εξής. [ 32 ] Ισχυρίζεται πως αντίθετα είναι η εναγόμενη 1 αλλά και ο ίδιος προσωπικά όσο και άλλες εταιρείες συνδεδεμένες με την εναγόμενη 1 που θα υποστούν συντριπτικό πλήγμα από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος το οποίο να απαγορεύει την εκμετάλλευση, αποξένωση, διάθεση, υποθήκευση ή εξόρυξη υλικών από το λατομείο. Όπως εξηγεί, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα οδηγούσε στην ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή τόσο του ιδίου όσο και της εναγομένης 1 ως επίσης και άλλων συνδεδεμένων εταιρειών και αυτών (δηλαδή, προφανώς ατόμων) οι οποίοι εργάζονται και εξαρτώνται οικονομικά από την εναγόμενη 1 η οποία έχει υποχρεώσεις έναντι πελατών δυνάμει συμφωνιών για πώληση προϊόντων λατομείου. Αναφέρει και ένα άλλο σημαντικό ισχυρισμό ο Κούνουνας στην τελευταία πρόταση της παραγράφου 36 της ένορκης δήλωσης στον οποίο το Δικαστήριο θα επανέλθει πιο κάτω. [ 33 ] Αξίζει να σημειωθεί πως αυτό το μέρος της ένορκης δήλωσης του Κούνουνα παρέμεινε αναντίλεκτο καθώς δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τα όσα ισχυρίζεται εντός αυτής της παραγράφου. Επιπλέον η αναφορά του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Κούνουνα στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του παραλείπει να λάβει υπόψη στο σύνολο του τόσο το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου όσο και αυτό της ένορκης δήλωσης. [ 34 ] Καθότι αν και στην παράγραφο 19 ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως η εναγόμενη 1, μαζί με μίαν άλλη εταιρεία, δεν βρίσκονται στο εμπόριο εδώ και χρόνια πολλά και δεν εμπορεύονται τα προϊόντα του λατομείου, αυτό γίνεται από την εταιρεία Spako Construction Ltd. Αναφέρεται δε και σε συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της συγκεκριμένης εταιρείας. Λαμβάνοντας υπόψη στο σύνολο του το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Κούνουνα αναδεικνύεται η εκμετάλλευση των προϊόντων του λατομείου, δηλαδή τα υλικά τα οποία εξορύσσονται από αυτό, δια μέσω μίας άλλης εταιρείας. Επομένως αν και η εναγόμενη 1 δεν εμπορεύεται απευθείας τα υλικά τα οποία εξάγονται από το λατομείο εντούτοις παραμένει δραστήρια ως επιχείρηση με τον τρόπο ο οποίος περιγράφεται τόσο στις παραγράφους 19 όσο και 36 της ένορκης δήλωσης του Κούνουνα. [ 35 ] Αναφορικά με τη μαρτυρία εντός της ένορκης δήλωσης του Χρίστου, ως προς το θέμα της λειτουργίας της εναγομένης 1 και σε σχέση με τον ισχυρισμό του ως προς το ότι ο Κούνουνας σκόπιμα δεν εξόφλησε την επίδικη επιταγή με σκοπό να τον υποχρεώσει να αγοράζει υλικά από την εταιρεία Λατομεία Αδελφοί Παναγιώτου Λτδ, μετά και από αναφορά στο ότι οι τιμές του ήταν εξωφρενικές, αναφέρει επίσης τα εξής. Πως το προνόμιο λατόμευσης παρά το ότι πρακτικά παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 2 εντούτοις νομικά συνεχίζει να ανήκει στην εναγόμενη 1 προσθέτοντας πως δεν έχει οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία για να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον της. Αναφέρεται επίσης σε στάση πληρωμών την οποία έχει κηρύξει η εναγόμενη 1 προσθέτοντας πως λόγω αυτής της στάσης προκύπτει η δυνατότητα («δυνατόν να πωλήσει») το μόνο περιουσιακό της στοιχείο, δηλαδή το προνόμιο λατόμευσης με αποτέλεσμα η ενάγουσα να στερηθεί οποιοδήποτε άλλο μελλοντικό έσοδο. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως η αναφορά σε στάση πληρωμών, όπως διευκρινίστηκε κατά την αντεξέταση του Χρίστου, δεν ήταν όσο γενική όσο μία εκ πρώτης όψεως αντίληψη είναι δυνατό να σχηματιστεί με βάση τους ισχυρισμούς εντός της ένορκης δήλωσης του. [ 36 ] Βεβαίως αυτό το οποίο είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό τόσο από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της αλλά διατηρώντας υπόψη και τη νομική πτυχή του όλου θέματος είναι πως ουσιαστικά το επίδικο προνόμιο λατόμευσης δεν θα πρέπει να ιδωθεί αποκλειστικά ως ένα εν δυνάμει περιουσιακό στοιχείο αλλά ως ένα δικαίωμα ή ουσιαστικά μία άδεια λατόμευσης από το οποιοδήποτε ακίνητο με το οποίο αυτή συνδέεται. [ 37 ] Εάν, με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εμποδιστεί η εναγόμενη 1 από το να εκμεταλλεύεται αυτό το προνόμιο τότε είναι σίγουρο πως η ίδια δεν θα έχει οποιοδήποτε εισόδημα από την αξιοποίηση αυτού του προνομίου έτσι ώστε να είναι σε θέση να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 ή ακόμη και του εναγομένου 2 ο οποίος δηλώνει πως, ως διευθυντής της εναγομένης 1 και της εταιρείας Λατομείου Παναγιώτου και Υιοί Λτδ, εμπορεύεται τα υλικά από το λατομείο δια μέσω μίας άλλης εταιρείας, δηλαδή της Spako Construction Ltd. Ενώ, επίσης αναντίλεκτα, ισχυρίζεται πως τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο ίδιος προσωπικά θα υποστούν συντριπτικό πλήγμα από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος το οποίο να απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση, διάθεση και εξόρυξη υλικών από το λατομείο. Ουσιαστικά η θέση του Κούνουνα είναι πως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πλέον τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 1 θα στερηθούν του δικαιώματος να εργάζονται και λειτουργούν με σκοπό τη δημιουργία και είσπραξη εισοδημάτων. [ 38 ] Τα οποία βεβαίως, όπως παρατηρεί το Δικαστήριο, θα μπορούσαν να συντείνουν στην εξόφληση της ενάγουσας σε περίπτωση κατά την οποία εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων. Ενώ σε αντίθετη περίπτωση ουσιαστικά αυτό το οποίο αντιτείνει ο Κούνουνας είναι πως τέτοια δυνατότητα ύπαρξης εισοδημάτων δεν θα υπάρχει. [ 39 ] Αξίζει να σημειωθεί πως ο Χρίστου στην αντεξέταση του αναφερόταν αόριστα σε λατομείο του Κούνουνα παρά σε οποιαδήποτε εταιρεία. Προβάλλοντας ισχυρισμό ως προς το ότι ο Κούνουνας απλά τον ήθελε να πάρει λατομικά υλικά από το λατομείο του με εξωφρενική τιμή, πιο ακριβή από τους άλλους. Υποβλήθηκε βεβαίως στον Χρίστου πως τέτοια πρόταση δεν έγινε. Σημασία όμως έχει η εμπέδωση ουσιαστικά της κύριας δυνατότητας η οποία αναδεικνύεται από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ως προς το ότι τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο εναγόμενος 2 έχουν ως κύρια δραστηριότητα την πώληση υλικών ως αποτέλεσμα εκμετάλλευσης ουσιαστικά του προνομίου. Το οποίο η εναγόμενη 1, όπως είναι κοινά αποδεκτό, κατέχει (σχετική αναφορά υπάρχει επί αυτού στην παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης Κούνουνα). [ 40 ] Έδωσε και εξήγηση ο Χρίστου ως προς το τι εννοούσε με αναφορά σε στάση πληρωμών της εναγομένης 1 με σκοπό να αναδείξει ουσιαστικά πως η εναγόμενη 1 εξαιτίας αυτής της στάσης προσπαθεί να πωλήσει το μοναδικό, κατά τον ίδιο, «περιουσιακό στοιχείο» της, δηλαδή το προνόμιο λατόμευσης. Αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του σε συνεργασία την οποία ο ίδιος είχε με αγορά λατομικών υλικών από το λατομείο «τους» για μερικά χρόνια, ως επίσης και σε πλήρη εξόφληση του λατομείου. Αόριστες αναφορές βεβαίως σε λατομείο τους και εξόφληση του λατομείου δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικές ως προς το άτομο ή νομικό πρόσωπο με το οποίο ο Χρίστου ισχυρίζεται πως υπήρχε αυτή η συνεργασία. [ 41 ] Ο δε ισχυρισμός εντός της ένορκης δήλωσης ως προς το ότι η εναγόμενη είναι «κυριολεκτικά απένταρη» ουσιαστικά δεν υποστηρίζεται στη συνέχεια με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του. Εκτός από το ποσό το οποίο ο ίδιος ισχυριζόταν πως του οφείλει η εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η εναγόμενη 1 οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα. Μάλιστα όταν του υποβλήθηκε πως η εναγόμενη 1 δεν είχε κηρύξει στάση πληρωμών εξήγησε πως αυτό το εννοούσε σε σχέση με τη δική του υπόθεση. Ενώ όπως είχε ισχυριστεί και αμέσως προηγουμένως εκτός από το ποσό το οποίο ισχυρίζεται πως του οφείλει η εναγόμενη 1 δεν του οφείλει οποιοδήποτε άλλο ποσό. [ 42 ] Δηλαδή, με τη χρήση της προαναφερόμενης περιγραφής («κυριολεκτικά απένταρη») ο Χρίστου αναφερόταν αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ της εναγομένης 1 και της ενάγουσας παρά αναφορικά γενικότερα με την οποιαδήποτε στάση πληρωμών από την εναγόμενη 1 σε άλλα άτομα στα οποία η εναγόμενη 1 να οφείλει οποιαδήποτε ποσά. Επιπλέον ο ισχυρισμός του, αμέσως μετά, ως προς το ότι με τη χρήση της περιγραφής «κυριολεκτικά απένταρη» στην ένορκη δήλωση του εννοούσε ότι δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις της ουσιαστικά έρχεται σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη θέση του ως προς το ότι ο ίδιος δεν γνώριζε εάν οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε οποιαδήποτε άλλα άτομα. [ 43 ] Διευκρινίζω πως οι αναφορές αυτές στη μαρτυρία του Χρίστου γίνονται όχι υπό μορφή αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ιδίου ως μάρτυρα και ούτε και το Δικαστήριο καταλήγει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με αυτό το θέμα. Οι αναφορές γίνονται έτσι ώστε να αναδειχτεί πως με βάση τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε όχι μόνο δεν στοιχειοθετείται μία εικόνα της εναγομένης 1 ως κακοπληρώτριας αλλά επιπλέον δημιουργείται μία εντελώς διαφορετική εικόνα ως προς το ότι δηλαδή εάν εμποδιστεί η εναγόμενη 1 ή και ο εναγόμενος 2 από το να εκμεταλλεύονται το προνόμιο λατόμευσης τότε είναι που δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα δημιουργίας και είσπραξης οποιουδήποτε εισοδήματος με το οποίο να παρεχόταν η ευχέρεια στην εναγόμενη 1 ή ακόμη και στον εναγόμενο 2 για να εξοφλήσουν οποιαδήποτε ενδεχομένως απόφαση η οποία θα εκδιδόταν υπέρ της ενάγουσας. [ 44 ] Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του Χρίστου (παράγραφος 13 της ένορκης δήλωσης του) ως προς το ότι ο εναγόμενος 2 «...γυρνά από εργοστάσιο λατομευτικών υλικών σε άλλο με προσπάθεια να πουλήσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης 1...» του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση του όπως αναφέρει ένα πρόσωπο στο οποίο αποτάθηκε ο εναγόμενος 2 για να πωλήσει το προνόμιο. Ανέφερε τότε τον εαυτό του. Ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε με σχετική υποβολή, ενώ όταν εξήγησε πως με την ένορκη δήλωση του εννοούσε ότι ο εναγόμενος 2 έκανε προσπάθειες να πουλήσει το λατομείο σε άλλους που είχαν λατομεία, εντούτοις όταν ερωτήθηκε σε ποιους, απάντησε πως δεν ήθελε να αναφέρει ονόματα στο Δικαστήριο. [ 45 ] Βεβαίως μετά υποβλήθηκε στον Χρίστου πως όχι μόνο δεν απευθύνθηκε σε οποιονδήποτε ο εναγόμενος 2 διότι δεν ήθελε να πουλήσει αλλά και διότι αυτό απαγορεύεται από τον Νόμο. Βεβαίως επί αυτού του θέματος ο Κούνουνας προβάλει διάφορους ισχυρισμούς εντός της παραγράφου 31 της ένορκης δήλωσης του οι οποίοι δεν χρήζουν επανάληψης εντός αυτής της απόφασης. [ 46 ] Σε σχέση όμως με τον ισχυρισμό, τον οποίο για πρώτη φορά προέβαλε κατά την αντεξέταση του ο Χρίστου, δημιουργώντας και την εντύπωση ενός εκ των υστέρων ισχυρισμού, παρατηρείται πως αν και αυτός ενδεχομένως να συνάδει και με τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του, όμως εάν όντως ο Κούνουνας αποτάθηκε στον ίδιο για να του πουλήσει το προνόμιο λατόμευσης, λογικά θα αναμενόταν να το είχε αναφέρει και αυτό το στοιχείο ως μέρος του γενικότερου και όπως εξελίχθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, αόριστου ισχυρισμού ως προς το ότι ο Κούνουνας γυρνά από εργοστάσιο λατομευτικών υλικών σε άλλο με προσπάθεια να πουλήσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης
- [ 47 ] Σημασία έχει πως ενώ ουσιαστικά η ενάγουσα ισχυρίζεται αυτή την προσπάθεια αποξένωσης του προνομίου του λατομείου εντούτοις δεν έχει προσκομίσει ικανοποιητικά πειστική μαρτυρία προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού. [ 48 ] Επιπλέον, σε σχέση με τη δυνατότητα διακοπής των εργασιών της εναγομένης 1 από την έκδοση ενός ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, το Δικαστήριο εξετάζει πιο κάτω όχι μόνο συγκεκριμένο ισχυρισμό του Κούνουνα στην τελευταία πρόταση της παραγράφου 36 της ένορκης δήλωσης του αλλά και τη γενικότερη νομική πτυχή επί του θέματος. Αναφέρει συγκεκριμένα πως «...ουσιώδης όρος παραχώρησης του προνομίου είναι η συνεχής και αποτελεσματική λειτουργία του και η μη τήρηση του όρου αυτού εγκυμονεί τον κίνδυνο αφαίρεσης του προνομίου». Εννόωντας βεβαίως την αρχική παραχώρηση του επίδικου προνομίου προς την εναγόμενη
- [ 49 ] Όπως αναφέρεται και πιο πάνω προκύπτει ένα επιπλέον σημαντικό στοιχείο από την παράγραφο 36 της ίδιας ένορκης δήλωσης και το οποίο έχει σχέση, στο βαθμό στον οποίο αυτό συνδέεται και με το δεύτερο μέρος του αιτήματος της ενάγουσας, δηλαδή την απαγόρευση του αποχωρισμού του προνομίου λατόμευσης. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται σύμφωνα με τη νομική πτυχή επί του θέματος είναι πως δεν αποκλείεται η δυνατότητα να επιτευχθεί μία μεταβίβαση ή εκχώρηση ενός προνομίου λατομείου αλλά αυτή προϋποθέτει και μία προκαθορισμένη διαδικασία βάσει των σχετικών κανονισμών. [ 50 ] Θεωρώ πως δεν απαιτείται ιδιαίτερη εμβάθυνση επί αυτού του θέματος από το Δικαστήριο. Σημασία έχει η διερεύνηση κατά πόσο έστω και εκ πρώτης όψεως η συγκεκριμένη θέση του μάρτυρα έχει οποιαδήποτε βάση η οποία να προκύπτει από τη σχετική νομοθεσία και τους κανονισμούς οι οποίοι εκδόθηκαν βάσει αυτής. Όντως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η συγκεκριμένη θέση του Κούνουνα σε σχέση με τη συνεχή και αποτελεσματική λειτουργία του λατομείου δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί ως μη εύλογη ή μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. [ 51 ] Ενώ αναφορικά με τη νομική δυνατότητα «πώλησης» του προνομίου εκτός του νομοθετικού πλαισίου αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί από το Δικαστήριο είναι η δυνατότητα δια μέσω κάποιας ρύθμισης ενδεχομένως και δια μέσω άλλης εταιρείας όντως η εναγόμενη 1 ή και ο εναγόμενος 2 να προχωρούσαν σε κάποια μορφή ανταλλαγής ή ακόμη και παραχώρησης της εισοδηματικής πτυχής του επίδικου προνομίου σε τρίτο πρόσωπο, δίχως καν να υπάρχει μεταβίβαση του συγκεκριμένου προνομίου. Εντούτοις, με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως είτε η εναγόμενη 1 είτε ο εναγόμενος 2 όντως επεδίωκαν ή επιδιώκουν την αποξένωση με οποιοδήποτε τρόπο αυτής της εισοδηματικής δυνατότητας του επίδικου προνομίου. [ 52 ] Αναφορικά με τη συνεχή αποτελεσματική λειτουργία του προνομίου, όπως αυτή περιγράφεται από τον Κούνουνα στην παράγραφο 36 της ένορκης δήλωσης του, αναφέρεται σχετικά στον Κανονισμό 18
(1)των σχετικών κανονισμών πως ο κάτοχος προνομίου λατομείου οφείλει να απασχολεί συνεχώς, στις λατομικές εργασίες, ικανό αριθμό εκπαιδευμένου προσωπικού και κατάλληλα μηχανήματα για να διεξάγει τις εργασίες με ασφάλεια, σύμφωνα με τις επικρατούσες τεχνικές δεξιότητες και με στόχο τη βέλτιστη απόληψη των λατομικών υλικών. [ 53 ] Επιπλέον αναφέρεται σχετικά στον κανονισμό 18
(2)πως ο Επιθεωρητής Μεταλλείων, εάν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του, ότι προέκυψαν περιστάσεις που καθιστούν αναγκαία τη διακοπή της διεξαγωγής των λατομικών εργασιών, δύναται να επιτρέψει την αναστολή τους μετά την υποβολή σχετικής αίτησης από μέρους του κατόχου του προνομίου λατομείου. [ 54 ] Επομένως, πέραν και από τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Κούνουνα επί του προκειμένου, αυτός υποστηρίζεται και από τον συγκεκριμένο κανονισμό. [ 55 ] Αναφορικά δε με τη δυνατότητα μεταβίβασης του επίδικου προνομίου του οποίου η ενάγουσα αιτείται την απαγόρευση «αποχωρισμού», προνοείται σχετικά από τον κανονισμό 27
(1)των σχετικών κανονισμών πως ο κάτοχος προνομίου λατομείου, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος του, δύναται να προβεί σε μεταβίβαση τους ή σε εκχώρηση των δικαιωμάτων του, αφού προηγουμένως αιτηθεί γραπτώς στον Επιθεωρητή Μεταλλείων και λάβει την έγκριση που προβλέπεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 39 του σχετικού Νόμου, και καταβάλει τα αντίστοιχα τέλη, τα οποία καθορίζονται στο Δεύτερο Πίνακα. [ 56 ] Αναφέρεται επίσης στον κανονισμό 27
(2)πως η μεταβίβαση ή εκχώρηση, που αναφέρεται στην παράγραφο
(1), εγκρίνεται μόνο όταν διαπιστωθεί ότι ο επίδοξος αποδεκτής της μεταβίβασης ή εκχώρησης, διαθέτει τουλάχιστο την τεχνοοικονομική δυνατότητα του κατόχου της προς μεταβίβαση προνομίου λατομείου. Τέλος, σύμφωνα με τον κανονισμό 27
(3)όταν εγκριθεί η μεταβίβαση ή η εκχώρηση και καταβληθεί το σχετικό τέλος που αναφέρεται στην παράγραφο
(1), αυτή δηλώνεται με σχετικό έγγραφο το οποίο προσαρτάται στο προνόμιο λατομείου και στο οποίο ο αποδέκτης της μεταβίβασης ή της εκχώρησης δηλώνει τη πρόθεση του για την τήρηση των όρων του προνομίου λατομείου. [ 57 ] Βεβαίως όπως αναφέρεται και πιο πάνω, βάσει και της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως όντως ήταν ή είναι υπαρκτός ο κίνδυνος για τον «αποχωρισμό» του επίδικου προνομίου λατομείου. Επιπλέον, όπως αναφέρεται και πιο πάνω η διαδικασία μεταβίβασης ή εκχώρησης προνομίου λατομείου δεν πρόκειται για μίαν απλή, άμεση και σύντομη ιδιωτική πράξη συναλλαγής αλλά διαδικασίας η οποία ελέγχεται από τον Επιθεωρητή Μεταλλείων. [ 58 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο τελικά διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως εάν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα το οποίο η ενάγουσα αιτείται τότε η εναγόμενη 1, για όσο χρόνο θα διαρκεί η ισχύς του προσωρινού διατάγματος, θα στερείται του δικαιώματος να λειτουργήσει σαν επιχείρηση αξιοποιώντας το προνόμιο το οποίο κατέχει και το οποίο οφείλει να εκμεταλλεύεται, με αποτέλεσμα, μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής, να οδηγηθεί ακόμη και σε αφαίρεση του ίδιου του προνομίου λατομείου αλλά κυρίως σε οικονομική αποτελμάτωση και κατ΄ επέκταση να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε απόφαση η οποία ενδεχομένως να εκδοθεί εναντίον της και υπέρ της ενάγουσας. [ 59 ] Επομένως, διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε σχέση με την προϋπόθεση πως θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η ενάγουσα επιτύχει τελικά στην αγωγή της, κρίνω πως αυτή δεν ικανοποιείται καθότι, σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της αίτησης, διαπιστώνεται πως δεν θα είναι αδυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν βεβαίως η εναγόμενη 1 και ο εναγόμενος 2 αφεθούν ανεμπόδιστοι να δραστηροποιούνται επιχειρηματικά με τον τρόπο τον οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος 2 περιέγραψε. [ 60 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως η ενάγουσα με τη μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει προς υποστήριξη της αίτησης του δεν έχει αναδείξει την αναγκαιότητα όπως δοθεί από το Δικαστήριο η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής. [ 61 ] Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ των επιτυχόντων διαδίκων δηλαδή των εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την αποπεράτωση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο