← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Gavin David Wilson κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1950 / 2014, 13/10/2015

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Gavin David Wilson κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1950 / 2014, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A186 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1950 / 2014 Μεταξύ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα Και

  1. Gavin David Wilson
  2. Danielle Featherstone
  3. Adonais Limited Εναγόμενοι Αίτηση για απόφαση Ημερομηνίας 29/4/2015 Ημερομηνία :- Τρίτη 13η Οκτωβρίου 2015 Για την ενάγουσα :- κος. Νικόλας Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρίστος Παπαλλάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ [ 1 ] Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3 καθότι αυτή παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης μετά και από υποκατάστατη επίδοση προς αυτήν. [ 2 ] Καταχωρήθηκε η αίτηση στις 29/4/2015 και ορίστηκε για πρώτη φορά από τον Πρωτοκολλητή για τις 12/5/
  4. Κατά την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα και με το πρακτικό του Δικαστηρίου, θεωρήθηκε εκ πρώτης όψεως από το Δικαστήριο πως έχοντας υπόψη τις θεραπείες των οποίων ζητείτο η έκδοση ότι ενδεχομένως να επηρεάζονται και δικαιώματα των εναγομένων 1 και 2 στους οποίους δεν είχε ακόμη επιδοθεί η αγωγή. Υπήρξε δε εισήγηση ουσιαστικά από το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμού με επιφύλαξη του δικαιώματος μελλοντικά να ζητηθούν αυτές οι θεραπείες εναντίον της εναγομένης
  5. [ 3 ] Ο ευπαίδευτος δικηγόρος ο οποίος εμφανιζόταν για την ενάγουσα ζήτησε χρόνο μέχρι τις 19/5/2015 έτσι ώστε να εξετάσει το θέμα αυτό με τους πελάτες τους. Ορίσε τότε το Δικαστήριο την αίτηση για απόδειξη στις 19/5/
  6. Η ευπαίδευτη δικηγόρος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας στις 19/5/2015 ζήτησε όλες τις θεραπείες δίχως περιορισμό. Παράλληλα ζήτησε μία ημερομηνία έτσι ώστε να ακουστεί αγόρευση επί του συγκεκριμένου θέματος. Ορίστηκε από το Δικαστήριο η αίτηση γι΄ αυτό το σκοπό στις 25/6/
  7. [ 4 ] Κατά την ημερομηνία αυτή, μετά και από παρουσίαση γραπτής αγόρευσης από άλλη δικηγόρο από το γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας το Δικαστήριο όρισε την αίτηση και πάλι για ακρόαση, δηλαδή για διευκρινίσεις, στις 2/7/
  8. Κατά την ημερομηνία αυτή, άλλος δικηγόρος από το γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας, αγόρευσε και προφορικά αναφορικά με το αίτημα της ενάγουσας. [ 5 ] Αξίζει να σημειωθεί απλά πως το Δικαστήριο επεσήμανε στον δικηγόρο ο οποίος πλέον εμφανιζόταν για την ενάγουσα πως τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση ως προς το ότι το Δικαστήριο είχε αποδεχθεί την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3 ως το αιτητικό της αγωγής, πλην των διαταγμάτων εκχώρησης, δεν αντικατοπτρίζουν ορθά τα όσα αναφέρονται σχετικά στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/5/
  9. Στη συνέχεια η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Δυστυχώς λόγω φόρτου εργασίας δεν κατέστη δυνατό όπως η απόφαση αυτή εκδοθεί μέχρι και σήμερα. [ 6 ] Αξίζει να σημειωθούν συνοπτικά τα ακόλουθα ως προς το αίτημα της ενάγουσας. Σύμφωνα και με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα χορήγησε στον εναγόμενο 1 στεγαστικό δάνειο ενώ η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του ποσού του δανείου από τον εναγόμενο
  10. Επιπλέον, η εναγόμενη 3, την οποία βεβαίως αφορά η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, επίσης εγγυήθηκε την πληρωμή του ποσού του δανείου από τον εναγόμενο
  11. Επιπρόσθετα, η εναγόμενη 3 κατέληξε, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, σε ξεχωριστή σύμβαση υποθήκης με την ενάγουσα. Τέλος, όλοι οι εναγόμενοι υπέγραψαν ως παράλληλη ασφάλεια προς εξασφάλιση της ενάγουσας έγγραφο εκχώρησης αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και της εναγομένης
  12. Σύμφωνα με αυτό το αγοραπωλητήριο έγγραφο οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αγοράσει ένα σπίτι από την εναγόμενη
  13. [ 7 ] Οι θεραπείες, η έκδοση των οποίων ζητείται από όλους τους εναγομένους, αναφέρονται λεπτομερώς στις υποπαραγράφους (α) έως και (ζ) της παραγράφου 17 (Α) της έκθεσης απαίτησης. Αξίζει να σημειωθεί πως με την αίτηση της η ενάγουσα ζητά την έκδοση όλων αυτών των θεραπειών εναντίον της εναγομένης 3 ως επίσης και άλλες δύο θεραπείες οι οποίες εντός της έκθεσης απαίτησης ζητούνται μόνο εναντίον της εναγομένης
  14. Σχετικές επί αυτού είναι οι υποπαραγράφοι (Α) και (Β) της παραγράφου 17 (Β) της έκθεσης απαίτησης. [ 8 ] Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο εκ πρώτης όψεως θεώρησε, έχοντας υπόψη τις θεραπείες των οποίων ζητείτο η έκδοση, πως ενδεχομένως να επηρεάζονται και δικαιώματα των εναγομένων 1 και 2 στους οποίους δεν είχε επιδοθεί η αγωγή, σαφώς αναδεικνύεται από την ίδια τη διατύπωση των θεραπειών η έκδοση των οποίων ζητείται από κοινού τόσο από την εναγόμενη 3 όσο και από τους εναγομένους 1 και
  15. [ 9 ] Παραδείγματος χάριν, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (γ) της παραγράφου 17 (Α) της ένορκης δήλωσης προς απόδειξη της αίτησης της ενάγουσας ζητείται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης «... και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με την συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 29/12/2005 του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 7/11/2005, οι ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι και επιτρέπεται σε αυτούς να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ανωτέρω πωλητήριο έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ των εναγομένων Νο. 1 και Νο. 2 και της εναγομένης 3 για την αγορά του σπιτιού ... περιλαμβανομένου και του δικαιώματος ακύρωσης και/ή απόσυρσης του ρηθέντος πωλητηρίου εγγράφου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου». [ 10 ] Θεωρώ πως δεν χρειάζεται η παράθεση όλων των θεραπειών την έκδοση των οποίων αιτείται η ενάγουσα με την αίτηση της για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3 στις οποίες όμως υπάρχει παράλληλα και αναφορά στους εναγομένους 1 και 2 ή με τις οποίες σαφώς, παρά και την έλλειψη αναφοράς στους εναγομένους 1 και 2, εντούτοις επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων 1 και
  16. [ 11 ] Όπως, παραδείγματος χάριν, την υποπαράγραφο (ζ) της παραγράφου 17 (Α) της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με την οποία ζητείται δήλωση «... και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους Ενάγοντες να ανακτήσουν από του εναγόμενους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ελεύθερη και κενή κατοχή του σπιτιού ...». [ 12 ] Υπενθυμίζω απλά πως οι εναγόμενοι 1 και 2 μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση δεν είχαν καν λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη αυτής της αγωγής η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον τους. Εφόσον δηλαδή αυτή δεν είχε ακόμη επιδοθεί σε αυτούς. [ 13 ] Σαφώς δηλαδή το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι το εξής. Κατά πόσο παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3 επιδικάζοντας όμως θεραπείες από τις οποίες να επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων 1 και
  17. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη είτε την ίδια τη διατύπωση των συγκεκριμένων θεραπειών είτε την κατ΄ επέκταση σημασία ως προς την επιδίκαση αυτών των θεραπειών. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ [ 14 ] Μελετώντας τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας διαπιστώνεται πως οι βασικές θέσεις οι οποίες προτείνονται είναι οι ακόλουθες δύο με ιδιαίτερη αναφορά ως προς το ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι σαφώς αντίθετη με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [ 15 ] Κατ΄ αρχάς η θέση πως η ούτω καλούμενη «προσέγγιση» του Δικαστηρίου «...αποτελεί αντισυνταγματική καθυστέρηση της διαδικασίας...» και δεύτερο, η θέση ότι «...τα δικαιώματα των Εναγομένων Νο. 1 και Νο. 2 δεν επηρεάζονται...». [ 16 ] Οφείλω, προτού το Δικαστήριο προχωρήσει σε εξέταση αυτών των θέσεων, να διευκρινίσω πως πραγματικά το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει την οποιαδήποτε ούτω καλούμενη «προσέγγιση». Προσπάθεια του Δικαστηρίου, όπως και σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση εξέτασης ενός αιτήματος προς το Δικαστήριο, είναι η εφαρμογή αναγνωρισμένων από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικών αρχών οι οποίες εξάγονται κυρίως από τη νομολογία μας σε σχέση με τις δικονομικές δυνατότητες οι οποίες παρέχονται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. [ 17 ] Ούτε και βεβαίως «επιθυμεί» οτιδήποτε το Δικαστήριο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση, αναφορικά με την παραμονή του ζητήματος μέχρι να εκδικαστεί ή να δηλωθεί η «υπόθεση» για τους εναγομένους 1 και
  18. [ 18 ] Ήδη βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, λανθασμένα έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ως προς το ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχτεί σε σχέση με την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3 όπως αυτή να είναι σύμφωνα με το αιτητικό της αγωγής πλην των διαταγμάτων εκχώρησης. [ 19 ] Γενικά διαπιστώνεται πως ουσιαστικά υπάρχει μία λανθασμένη αντίληψη ή ουσιαστικά ακόμη και προσωποποίηση του όλου θέματος το οποίο τέθηκε υπόψη των δικηγόρων της ενάγουσας κατά την πρώτη ημερομηνία στην οποία η αίτηση είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. [ 20 ] Το Δικαστήριο αποφασίζει μεν όπως σε οποιαδήποτε άλλη παρόμοια περίπτωση αλλά όχι βάσει της οποιασδήποτε ούτω καλούμενης «προσέγγισης» ή «επιθυμίας». Καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξέταση του οποιουδήποτε αιτήματος υποβάλλεται σε αυτό και η επίλυση του ερωτήματος - εάν βεβαίως αυτό προκύπτει - κατά πόσο η έγκριση αυτού δικαιολογείται, είτε με την πλήρη είτε ακόμη τη μερική αποδοχή ενός αιτήματος. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ [ 21 ] Αναφορικά με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης, ιδιαίτερα δε σε σχέση με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης, παρατηρώ τα ακόλουθα. [ 22 ] Δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη γραπτή αγόρευση στο θέμα της καθυστέρησης με προώθηση της θέσης πως εάν «...δεν εκδοθούν όλα τα αιτούμενα διατάγματα, αυτό θα πλήξει τα συμφέροντα των εναγόντων και θα καθυστερήσει πολύ την διάγνωση των δικαιωμάτων τους, έτσι ώστε να καταφέρουν να εισπράξουν όλα όσα δικαιούνται». Υπάρχει και αναφορά ως προς το ότι η «... αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση αγωγής και .... διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων συνιστά άρνηση δικαιοσύνης και καταλήγει σε στέρηση του δικαιώματος των διαδίκων για δίκαιη δίκη». [ 23 ] Αναμφίβολα το θέμα της καθυστέρησης στη διάγνωση των δικαιωμάτων διαδίκων έχει τη δική του σημασία και διάσταση. Παράλληλα όμως έχει σημασία και η μη παραγνώριση των δικαιωμάτων όλων των διαδίκων. [ 24 ] Το θέμα το οποίο τέθηκε προς εξέταση από τους δικηγόρους της ενάγουσας από το Δικαστήριο δεν έχει σχέση με την πρόκληση καθυστέρησης στην έκδοση μίας απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3 αλλά με το κατά πόσο δικαιολογείται, σε αυτό το χρονικό σημείο, με τα δικονομικά δεδομένα τα οποία υπάρχουν, η έκδοση μίας απόφασης όπως αυτή ζητείται από την ενάγουσα με θεραπείες στις οποίες να συμπεριλαμβάνονται και αναφορές στους εναγομένους 1 και 2 ή με τις οποίες να επηρεάζονται τα δικαιώματα τους. [ 25 ] Καθότι ως υπαρκτό δεδομένο, το οποίο οδηγεί και στην αναγκαιότητα έκδοσης αυτής της απόφασης, η ενάγουσα έχει εγείρει αγωγή όχι μόνο εναντίον της εναγομένης 3 αλλά και των εναγομένων 1 και
  19. [ 26 ] Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως, δίχως ουσιαστικά να τοποθετείται σχετικά με το θέμα το οποίο ήγειρε το Δικαστήριο, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας επέλεξε ουσιαστικά να επικεντρωθεί στο θέμα της καθυστέρησης και στη διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων εντός εύλογου χρόνου. Με αναφορά ακόμη και σε λειτουργία της δικαστικής εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία να καθιστά το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη. Βεβαίως η επιδιωκόμενη διάγνωση περιορίζεται στην εντός εύλογου χρόνου αναγνώριση δικαιωμάτων της ενάγουσας ανεξαρτήτως και της δυνατότητας ορθής διάγνωσης και των δικαιωμάτων διαδίκων οι οποίοι μέχρι και την επιφύλαξη αυτής της απόφασης δεν έχουν καν λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη μίας αγωγής στην οποία η ενάγουσα με την καταχώρηση της επέλεξε να τους συνενώσει ως συνεναγόμενους. [ 27 ] Μόνο προς το τέλος της γραπτής αγόρευσης υπάρχει αναφορά σε νομολογία η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετική με το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Όμως και αυτή η αναφορά επικεντρώνεται σε μία μόνο - αν και βασική αυθεντία - απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αγνοώντας το σύνολο της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μέχρι και την ημερομηνία επιφύλαξης αυτής της απόφασης. [ 28 ] Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας αναφέρθηκε στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν
  20. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ. κ. ά.

(2011)1Α Α. Α. Δ. 234. [ 29 ] Εισηγείται βάσει της συγκεκριμένης απόφασης πως σε αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο «...ξεκαθαρίζει ότι μία απόφαση που εκδίδεται υπέρ κάποιου και εναντίον κάποιου δεσμεύει τα μέρη αυτά και μόνο αυτά...» ενώ άτομα ή πρόσωπα «... τα οποία δεν αναφέρονται/ εμπλέκονται στην διαδικασία έκδοσης απόφαση και στην απόφαση την ίδια ΔΕΝ ΔΕΣΜΕΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ...». Προσθέτει δε πως αυτό «... ίσως να θεωρηθεί ότι δηλώνει το προφανές και ότι δεν αποτελεί τον τυχών επηρεασμό δικαιωμάτων άλλων ατόμων...» όμως αναφέρει επίσης πως το Ανώτατο Δικαστήριο «...προχωρεί και ξεκαθαρίζει ότι τα δικαιώματα (νομικά) των άλλων διαδίκων ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ να επηρεάζονται...» και πως αντίθετη «...πορεία ή προσέγγιση είναι λανθασμένη...» και ότι το Ανώτατο Δικαστήριο «...θεωρεί ότι θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση της δικαιοσύνης αν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι επηρεάζονται». [ 30 ] Συνοπτικά καταλήγει σε εισήγηση ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας πως η μη έκδοση όλων των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία προς τα συμφέροντα της ενάγουσας καθώς θα της απαγορεύσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σε «δίκη εντός εύλογου χρόνου» ενώ παράλληλα η μη έκδοση απόφασης όπως αυτή ζητείται και η παραμονή του ζητήματος για απόφαση σε μεταγενέστερο στάδιο είναι προσέγγιση που έρχεται σε σαφή αντίθεση με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ [ 31 ] Θεωρώ πως οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει στη συνέχεια τη σχετική νομολογία η οποία υπάρχει και η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σχετική με το συγκεκριμένο θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. [ 32 ] Στην απόφαση Σιαμμάς ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2008)1Β Α. Α. Δ. 1021 το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την επίδοση στην εταιρεία, πρωτοφειλέτιδα του χρέους, αλλά προχώρησε και απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα για παραµερισµό της απόφασης γι' αυτό ακριβώς το χρέος εναντίον του εφεσείοντα, ως εγγυητή. [ 33 ] Κρίθηκε όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο πως ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία το Δικαστήριο αποφάσισε ουσιαστικά και τελεσίδικα την ύπαρξη του χρέους και την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, γιατί µε την κατάληξη αυτή εκδιδόταν στην πράξη και απόφαση εναντίον της εταιρείας, η οποία δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, µιας και είχε ακυρωθεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτήν. [ 34 ] Το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσθεσε πως με αυτό τον τρόπο όταν πλέον θα οδηγείτο η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, µε την καταχώριση εµφάνισης εκ µέρους της εταιρείας, θα προβαλλόταν λογικά το εξής ερώτηµα. Ποία υπεράσπιση θα µπορούσε η εταιρεία ως πρωτοφειλέτιδα να προβάλει, εφόσον το Δικαστήριο θα είχε ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη και την οφειλή του χρέους έχοντας δηλαδή ήδη εκδώσει απόφαση για τον εγγυητή; Κρίθηκε επομένως πως η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε έπασχε και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε. [ 35 ] Ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης εκδόθηκε και η πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 22/4/2010 στην αγωγή 68/2009 του Επαρχιακού Δικαστήριου Λευκωσίας, Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ ν.
  1. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ. ά.. [ 36 ] Σε αυτή την απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τους εναγομένους 1 και 2 (συνολικά οι εναγόμενοι ήταν τρεις). Κρίθηκε κατ΄ αρχάς πως η επίδοση προς την εναγόμενη δεν ήταν καλή και ως εκ τούτου απέρριψε την αίτηση εναντίον της εναγομένης
  2. Στη συνέχεια όμως απέρριψε επίσης την αίτηση και εναντίον της εναγομένης
  3. [ 37 ] Σύμφωνα με το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπό τις περιστάσεις και εφόσον εκκρεμούσε ακόµη η επίδοση της αγωγής στην εναγόμενη 1 η αίτηση απορρίφθηκε ως «πρόωρη». Παρά και την αποδοχή από το Δικαστήριο πως η παράλειψη της εναγομένης 2 να καταχωρήσει εμφάνιση εμπρόθεσμα έδιδε κατ΄ αρχάς το δικαίωμα στην ενάγουσα να αιτηθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης 2 βάσει της διαδικασίας της Δ.17 θ.θ. 2 και 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας εντούτοις με το ακόλουθο σκεπτικό απέρριψε την αίτηση. Εφόσον η εναγόμενη 2 εναγόταν αποκλειστικά ως εγγυήτρια της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 στην οποία η αγωγή δεν είχε ακόμη επιδοθεί με έγκυρο τρόπο τότε όταν η αγωγή θα επιδιδόταν στην εναγόμενη 1 ενδεχομένως να καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση και ακόμη και ενδεχομένως να είχε επιτυχές αποτέλεσμα στην υπεράσπιση της έτσι ώστε η αξίωση της ενάγουσας βάσει της επίδικης σύµβασης ενοικιαγοράς να απορριπτόταν. [ 38 ] Διατηρώντας υπόψη αυτά τα ενδεχόµενα, τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θεώρησε ούτε αποµακρυσµένα ούτε απίθανα, κατέληξε πως στο αρχικό αυτό στάδιο εκκρεµότητας της αγωγής, η αποτυχία και απόρριψη της εναντίον της πρωτοφειλέτιδας δεν μπορούσε να αποκλεισθεί. [ 39 ] Συνεπώς, έθεσε το εξής ερώτημα. Πώς θα μπορούσε µια ενδεχόµενη απόφαση υπέρ της πρωτοφειλέτιδας να συνυπάρξει µε µια προηγηθείσα απόφαση εναντίον της εγγυήτριας της; [ 40 ] Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο πώς θα μπορούσε να περιφρουρηθεί η ορθολογιστική και αποτελεσµατική λειτουργία των δικαστικών διαδικασιών εάν επιτρεπόταν η ερήµην έκδοση απόφασης εναντίον της εγγυήτριας, στο συγκεκριμένο αρχικό στάδιο και πριν ακόµη η αγωγή επιδοθεί στην πρωτοφειλέτιδα; Επικαλέστηκε μάλιστα ανάλογη εφαρµογή της απόφασης Σιαµµάς ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2007)1(Β) Α. Α. Δ. 1268, 1270[1]. Εξήγησε δε πως προβάλλει και στην περίπτωση υπό εξέταση το λογικό ερώτηµα ποιου χειρισµού θα τύχει η ενδεχόµενη υπεράσπιση της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 εφόσον ήδη θα υπάρχει δικαστική απόφαση με την οποία θα διαπιστώνεται πως αυτή πράγματι οφείλει προς την ενάγουσα και πως την οφειλή αυτή βαρύνεται να αποπληρώσει η εγγυήτρια της. [ 41 ] Η συγκεκριμένη απόφαση εφεσιβλήθηκε και οδήγησε στην έκδοση της απόφασης (στην οποία αναφέρθηκε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας με την αγόρευση του) Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ ν. 1. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ. ά.
(2011)1Α Α. Α. Δ.
  1. Βάσει αυτής της απόφασης όχι μόνο ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση αλλά επιπλέον ουσιαστικά δεν ακολουθήθηκε και η απόφαση Σιαµµάς. Υπήρξε δηλαδή απόκλιση από τη μέχρι τότε υφιστάμενη νομολογία καθώς παρά και την ύπαρξη δικαστικού προηγούμενου επί του προκειμένου αυτό δεν ακολουθήθηκε. [ 42 ] Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατ΄ αρχάς υπήρξε αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης Σιαμμάς, σύμφωνα με το οποίο, η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, αφαιρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση από τον πρωτοφειλέτη «...εφόσον το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη την ύπαρξη και την οφειλή του χρέους και εξέδωσε απόφαση για τον εγγυητή». Εντούτοις, κρίθηκε πως αντιθέτως η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή δεν συνεπάγεται τις συνέπειες που υποδεικνύονται στην υπόθεση Σιαμμάς. [ 43 ] Με ιδιαίτερη αναφορά, εντός της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη Δ.17 θ. 4[2] των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και τα όσα προνοούνται σχετικά από αυτή. Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί πως η πρωτόδικη απόφαση εξέτασε το αίτημα το οποίο τέθηκε έχοντας ως νομική βάση τη Δ.17 θ. 3 και όχι τη Δ.17 θ.
  2. Εν πάση περιπτώσει, αφού πρώτα αναφέρθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο, πως βάσει και της Δ.17 θ. 4 η δυνατότητα έκδοσης ξεχωριστών αποφάσεων εναντίον συνεναγομένων στη βάση ξεχωριστών αιτήσεων για απόφαση είναι θεσμικά κατοχυρωμένη, στη συνέχεια κρίθηκε πως εφόσον η απόφαση στη Σιαμμάς εκδόθηκε χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις πρόνοιες του θ. 4 της Δ.17 και κατά πλήρη παραγνώριση και παραβίαση τους, επομένως, ήταν εσφαλμένη. Βεβαίως, σε σχέση με αυτή την αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αξίζει να σημειωθεί και σε αυτή την περίπτωση πως αν και δεν αναφέρεται στην απόφαση Σιαμμάς η νομική βάση της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση της οποίας επιδιωκόταν ο παραμερισμός, διατηρώντας υπόψη πως αυτή εκδόθηκε λόγω παράλειψης εμφάνισης τόσο της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας όσο και του εγγυητή εναγομένου, τότε προφανώς η ορθή νομική βάση της δεν θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε άλλη από τη Δ.17 θ. 3 και όχι η Δ.17 θ.
  3. [ 44 ] Επιπλέον όμως, η απόφαση Σιαμμάς κρίθηκε ως εσφαλμένη και για τους ακόλουθους λόγους. Έκδοση απόφασης εναντίον συνεναγομένου δεν προκαθορίζει ούτε και προαποφασίζει τη μοίρα της αξίωσης εναντίον άλλου συνεναγομένου καθώς η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και με βάση το υλικό που ο αιτητής επιλέγει να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου. [ 45 ] Αναφέρθηκε επίσης πως απόφαση η οποία εκδίδεται λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, δεν καθορίζει με τελεσίδικο ή απόλυτο τρόπο ακόμη και τα δικαιώματα αυτού τούτου του ενάγοντα εναντίον του εγγυητή, δηλαδή του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδίδεται απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης καθώς ο εγγυητής διαθέτει την ευχέρεια, δυνάμει της Δ.17 θ. 10 να αποταθεί στο δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Όμως ακόμη και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν εγκρίνει το αίτημα του εγγυητή για παραμερισμό της απόφασης μία τέτοια απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο εναντίον του πρωτοφειλέτη έτσι ώστε ο πρωτοφειλέτης να εμποδίζεται από του να προβάλει υπεράσπιση. [ 46 ] Ο λόγος για τη μή δημιουργία δεδικασμένου περιγράφεται ως «προφανής» με αναφορά στην εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου η οποία προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Ενώ η διαδικασία έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, όπως και η διαδικασία παραμερισμού της απόφασης, αποτελούν διαδικασίες μεταξύ του ενάγοντα και του εγγυητή, επομένως δεν υφίσταται ταύτιση διαδίκων έτσι ώστε να δεσμεύεται από την απόφαση ο πρωτοφειλέτης. [ 47 ] Επισημαίνεται επίσης πως οι αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια της διαδικασίας που προνοείται από τη Δ.17 θ. 4, επηρεάζουν τα δικαιώματα μόνο των διαδίκων στην εν λόγω διαδικασία και συνεπώς δεν είναι δυνατό να επηρεάζουν και τα δικαιώματα του πρωτοφειλέτη, ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην εν λόγω διαδικασία και ως αποτέλεσμα δεν είχε την ευκαιρία να ακουστεί. Τονίζεται μάλιστα από το Ανώτατο Δικαστήριο, στη συγκεκριμένη απόφαση, πως αντίθετη πορεία και προσέγγιση θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης, καθώς και των προνοιών του άρθρου 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος[3]. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα πως ο πρωτοφειλέτης είναι απόλυτα ελεύθερος να προβάλει οποιεσδήποτε υπερασπίσεις του προσφέρονται από το δίκαιο και η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή δεν τον αποστερεί από το εν λόγω δικαίωμα παράλληλα διαπιστώνοντας πως η αρχή η οποία είχε υιοθετηθεί στη Σιαμμάς ήταν εσφαλμένη και επομένως ήταν δυνατή η απόκλιση από το λόγο της (ratio). [ 48 ] Εάν η νομολογία μας είχε παραμείνει στάσιμη στα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση Βιονευρολογική του Ανωτάτου Δικαστηρίου τότε ενδεχομένως η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας σε αυτή την απόφαση να κρινόταν ορθή. Η χρήση της λέξης ενδεχομένως δεν είναι τυχαία καθώς, πέραν από οτιδήποτε άλλο αναφέρεται πιο πάνω, αυτό το Δικαστήριο όχι μόνο οφείλει να εξετάσει την αίτηση της ενάγουσας βάσει τόσο της νομικής της βάσης (δηλαδή, τη Δ.17 θ. 3) όσο και τα δικά της δικονομικά δεδομένα (δηλαδή, παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από την εναγόμενη 3) αλλά οφείλει επίσης να εξετάσει και τη χρήση της φράσης "liquidated demand" τόσο εντός της Δ.17 θ. 3 όσο και της Δ.17 θ. 4 και κατά πόσο θα μπορούσε να ενταχθούν οι συγκεκριμένες θεραπείες τις οποίες η ενάγουσα αιτείται στην έννοια της «εκκαθαρισμένης απαίτησης». [ 49 ] Εντούτοις, πέραν και των όσων αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, διατηρώντας υπόψη και νομολογία η οποία ακολούθησε την έκδοση της απόφασης Βιονευρολογική του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θεωρώ πως παρά και την μη ανατροπή ευθέως της συγκεκριμένης απόφασης τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ως ορθή η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας. [ 50 ] Ο ίδιος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος συμμετείχε στη σύνθεση η οποία εξέδωσε την απόφαση Βιονευρολογική έτυχε να είναι ο Δικαστής ενώπιον του οποίου τέθηκε αίτηση για να δοθεί άδεια καταχώρησης αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari και την οποία απέρριψε. [ 51 ] Η συγκεκριμένη υπόθεση ήταν η Πολιτική Αíτηση Αρ. 199/2013 ημερομηνίας 12/11/2014 της Alpha Bank Cyprus Ltd. σε σχέση με την αγωγή του William Thomas Winkless εναντίον της συγκεκριμένης τράπεζας. Θα αναφέρομαι σε αυτή την αίτηση συνοπτικά, σε όλα τα στάδια εξέτασης της, ως η υπόθεση Winkless. Αξίζει να σημειωθεί πως η περίπτωση της υπόθεσης Winkless, διατηρώντας υπόψη τα δικονομικά δεδομένα τα οποία τέθηκαν προς εξέταση αλλά και άμεση αναφορά επί του θέματος στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 25/7/2014, είχε σχέση με την εφαρμογή της Δ.17 θ. 4 και όχι της Δ.
  4. θ.
  5. [ 52 ] Σε αυτή την περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκδώσει απόφαση εναντίον ενός εκ των συνεναγομένων της αιτήτριας τράπεζας. Συνολικά οι εναγόμενοι ήταν τρεις. Η απόφαση εκδόθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου 3 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Αξίζει να σημειωθεί πως στη συγκεκριμένη αγωγή η αιτήτρια τράπεζα ως η εναγόμενη 1 όχι μόνο είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης αλλά επίσης και έκθεση υπεράσπισης. Επιπλέον η αιτήτρια τράπεζα είχε καταχωρήσει και αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον του ενάγοντα ο οποίος είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Υπήρχαν δηλαδή δύο αγωγές στις οποίες τόσο η αιτήτρια όσο και ο ενάγων, υπέρ του οποίου είχε εκδοθεί απόφαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εις βάρος του εναγομένου 3, ήταν διάδικοι. Η αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari στρεφόταν βεβαίως εναντίον της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εντός του πλαισίου προώθησης, από τους δικηγόρους του ενάγοντα, της αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. [ 53 ] ΄Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την αίτηση να δοθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, η θέση της αιτήτριας σε σχέση με την επίμαχη απόφαση - διάταγμα ήταν ότι επηρεάζονταν άκρως αρνητικά τα συμφέροντα και δικαιώματα της τόσο στην αγωγή της Λευκωσίας, όσο και στην αγωγή της Πάφου καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, χωρίς να την ακούσει της στέρησε το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώ παράλληλα σφράγισε και τη μοίρα της απαίτησης της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. [ 54 ] Απορρίπτοντας την αίτηση για χορήγηση άδειας καταχώρησης αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με αναφορά στην απόφαση Βιονευρολογική, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέφερε χαρακτηριστικά πως εφόσον στην προκείμενη περίπτωση το επίμαχο διάταγμα - απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης απόφασης εναντίον του εναγόμενου 3 λόγω παράλειψης του να καταχωρίσει εμφάνιση ενώ στην εν λόγω διαδικασία η αιτήτρια δεν ήταν διάδικος, επομένως, δεν υφίστατο ταύτιση διαδίκων έτσι ώστε η αιτήτρια να δεσμευόταν από αυτή την απόφαση. Η οποία απόφαση, όπως επίσης αναφέρθηκε, επηρέαζε μόνο τα δικαιώματα των διαδίκων στη συγκεκριμένη διαδικασία, δηλαδή του ενάγοντα και του εναγόμενου
  6. Συνεπώς έκρινε πως η αιτήτρια ήταν απόλυτα ελεύθερη όχι μόνο να προβάλει την υπεράσπιση της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αλλά παράλληλα και να προωθήσει την απαίτηση της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπως η ίδια έκρινε ορθό να πράξει. [ 55 ] Το όλο θέμα θα έληγε με αυτή την απόφαση εντούτοις η κρίση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαδικασία για παροχή άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari αμφισβητήθηκε με την καταχώρηση έφεσης εναντίον της ορθότητας της. Το Ανώτατο Δικαστήριο με πενταμελή σύνθεση ανάτρεψε την απόφαση να μην δοθεί άδεια καταχώρησης στην υπόθεση Winkless. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης με αριθμό 313/2013 ημερομηνίας 13/2/2014 κρίθηκε ως λανθασμένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [ 56 ] Στην απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης γίνεται εκτενέστερη αναφορά στα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης για να δοθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα. Σκοπός της αίτησης χορήγησης άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari ήταν η ακύρωση της απόφασης-διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που εκδόθηκε, ερήμην, εναντίον του εναγομένου 3 λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η εφεσείουσα τράπεζα ήταν η πρώτη εναγόμενη στην αγωγή την οποία καταχώρησε Άγγλος αγοραστής ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο, ο οποίος είχε δανειστεί χρήματα από την πρώτη εναγόμενη τράπεζα. Η εναγόμενη 2 ήταν πρόσωπο προς το οποίο ο ενάγων είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο ενώ ο εναγόμενος 3 ήταν πιστοποιών υπάλληλος, ο οποίος είχε πιστοποιήσει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο. Το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο αποτελούσε μέρος της ερήμην εκδοθείσας απόφασης εναντίον του εναγομένου 3, αναφορικά με το οποίο είχε υποβληθεί η αίτηση, προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώραν, η οποία αφορούσε τον ενάγοντα και δια της οποίας αυτός απεκόμισε υποχρέωση προς την εναγομένη 1 και/ή δόθηκαν δικαιώματα στην εναγομένη 1 και για την οποία χρησιμοποιήθηκε το προαναφερόμενο πληρεξούσιο έγγραφο, ήταν άκυρη εξ υπαρχής και μη δυνάμενη να προσδώσει στον ενάγοντα υποχρέωση (και στην εναγομένη 1 δικαιώματα). [ 57 ] Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το παράπονο της εφεσείουσας ήταν ότι, με την προαναφερόμενη απόφαση-διάταγμα, η οποία είχε εκδοθεί εναντίον του εναγομένου 3, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, επηρεάζονταν δικαιώματα της, εφόσον ουσιαστικά κατ΄ επέκταση ακυρώνονταν συναλλαγές που έγιναν μεταξύ του ενάγοντα και της εφεσείουσας τράπεζας με την χρήση του προαναφερόμενου πληρεξουσίου εγγράφου. Η θέση της εφεσείουσας ήταν ότι είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματα της να ακουστεί στη συγκεκριμένη διαδικασία, ενώ στην πραγματικότητα επηρεάζονταν και δικά της ζωτικά συμφέροντα. Προς ενίσχυση δε αυτής της θέσης η εφεσείουσα επέσυρε την προσοχή της Ολομέλειας στο γεγονός ότι είχε καταχωρήσει και σημείωμα εμφανίσεως και υπεράσπιση στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τα οποία ουδόλως λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο (δηλαδή, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας). [ 58 ] Αναφέρεται συγκεκριμένα στην απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως ο ευπαίδευτος Δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για άδεια, θεώρησε ότι δεν επηρεάζονταν τα δικαιώματα της εφεσείουσας από την προαναφερόμενη απόφαση-διάταγμα, εφόσον η ίδια δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία μεταξύ του ενάγοντα και εναγόμενου 3 και συνεπώς ήταν απόλυτα ελεύθερη να προβάλει την υπεράσπιση της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και παράλληλα να προωθήσει και την απαίτηση της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου την οποία είχε εγείρει εναντίον του Άγγλου αγοραστή και άλλου προσώπου. Παρατηρήθηκε δε πως στην απορριπτική απόφαση υπήρχε αναφορά, σε σχέση με την κατάληξη αυτή, στην υπόθεση Βιονευρολογική. [ 59 ] Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Ολομέλεια ήταν πως η απορριπτική απόφαση ήταν εσφαλμένη. Η απόφαση βασίστηκε στο γεγονός ότι από το προαναφερόμενο διάταγμα στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην Αγωγή 3308/13, τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως, φαινόταν ότι επηρεάζονταν αρνητικά (συμβατικά) δικαιώματα της εφεσείουσας τα οποία απέρρεαν από συναλλαγές που έγιναν μεταξύ της εφεσείουσας και του ενάγοντα, με τη χρήση του προαναφερόμενου (γενικού) πληρεξουσίου εγγράφου. Επισημάνθηκε δε πως αυτό φαινόταν και από το γεγονός πως επί του συγκεκριμένου διατάγματος αναγραφόταν ότι οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώραν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ήταν άκυρη εξ υπαρχής και μη δυνάμενη να προσδώσει στον ενάγοντα υποχρέωση και κατά συνέπεια, στην εφεσείουσα, δικαιώματα. [ 60 ] Προχώρησε μάλιστα η Ολομέλεια σε διάκριση της συγκεκριμένης περίπτωσης από αυτή της υπόθεσης Βιονευρολογική καθότι στην περίπτωση της υπόθεσης Βιονευρολογική λήφθηκε απόφαση εναντίον εγγυητή, στη βάση εκκαθαρισμένης απαίτησης και αποφασίστηκε ότι η απόφαση εναντίον του εγγυητή δεν αποστερούσε τον πρωτοφειλέτη από το δικαίωμα του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώ στην περίπτωση Winkless με το προαναφερόμενο διάταγμα στην απόφαση εναντίον του εναγομένου 3 φαινόταν να επηρεάζονται, άμεσα, δικαιώματα της εφεσείουσας-εναγόμενης 1 και επομένως και η υπεράσπιση της. [ 61 ] Κατέληξε δηλαδή η Ολομέλεια σε συμπέρασμα, ως δεδομένο δηλαδή, ότι, εκ πρώτης όψεως, φαινόταν να είχε παραβιαστεί το νόμιμο και θεμιτό δικαίωμα της εφεσείουσας να ακουστεί, πριν την έκδοση απόφασης η οποία επηρέαζε αρνητικά τα συμφέροντα της. [ 62 ] Αν και δεν δίδεται οποιαδήποτε ιδιαίτερη έμφαση εντός της συγκεκριμένης απόφασης στο γεγονός πως στην περίπτωση της υπόθεσης Βιονευρολογική η απόφαση αφορούσε εκκαθαρισμένη απαίτηση όντως υπάρχει αναφορά σε αυτό το συγκεκριμένο δεδομένο και διερωτώμαι πραγματικά κατά πόσο αυτό όντως επηρεάσε σημαντικά την Ολομέλεια ως προς την κατάληξη της σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση. [ 63 ] Μετά και από την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου η αίτηση επανήλθε ενώπιον του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος εν τέλει εξέδωσε το αιτούμενο προνομιακό ένταλμα τύπου certiorari. [ 64 ] Ουσιαστικά ακολουθήθηκε η εκ πρώτης όψεως διαπίστωση στην απόφαση της Ολομέλειας ως πρός τον επηρεασμό των δικαιωμάτων της αιτήτριας, δηλαδή ότι η απόφαση/διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρινόμενη στο σύνολο της επηρέαζε αρνητικά τα συμφέροντα και γενικά τα απορρέοντα από τις συναλλαγές που έγιναν μεταξύ της αιτήτριας και του ενάγοντα στην αγωγή, με τη χρήση του πληρεξούσιου εγγράφου, δικαιώματα της αιτήτριας, εφόσον στην απόφαση/διάταγμα, περιεχόταν πρόνοια σύμφωνα με την οποία, οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώρα δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου είναι άκυρη εξ' υπαρχής και μη δυνάμενη να προσδώσει στον ενάγοντα υποχρεώσεις και κατά συνέπεια, δικαιώματα στην αιτήτρια. [ 65 ] Στη συνέχεια το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση του δικηγόρου του καθ΄ ου η αίτηση όπως η απόφαση ακυρωθεί μόνο μερικώς και ακύρωσε εξ ολοκλήρου τη συγκεκριμένη απόφαση. [ 66 ] Αναφέρονται σχετικά επίσης εντός αυτής της απόφασης τα ακόλουθα. Πρώτο, ότι η απόφαση του Εφετείου δεν είχε αναφερθεί στο λόγο (ratio) της απόφασης στην υπόθεση Βιονευρολογική διευκρινίζοντας παράλληλα πως η αναφορά στην απορριπτική απόφαση του αιτήματος για χορήγηση άδειας, στην απόφαση Βιονευρολογική, έγινε αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς επισήμανσης του λόγου (ratio) της, σύμφωνα με τον οποίο οι αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια της διαδικασίας που προνοείται από το Θ. 4 της Δ.17, επηρεάζουν τα δικαιώματα μόνο των διαδίκων στην εν λόγω διαδικασία. Δεύτερο, πως θεωρήθηκε σκόπιμο όπως το Δικαστήριο υπενθυμίσει την επιλογή που το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε σε περίπτωση που ο ενάγων επεδίωκε εκ νέου την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου 3, ερήμην του τελευταίου, να επιφυλάξει την απόφαση του και να την εκδώσει μαζί με την τελική του απόφαση, μετά που θα ακούσει όλους τους διαδίκους στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ [ 67 ] Βεβαίως μία τέτοια εισήγηση δεν θα έβρισκε καθόλου σύμφωνο τον ευπαίδευτο δικηγόρο της ενάγουσας στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τις αναφορές του σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης στην έκδοση απόφασης εις βάρος της εναγομένης 3 η οποία δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα να ζητείται η έκδοση απόφασης εναντίον της. Όπως αυτή ζητείται βεβαίως, δίχως οποιοδήποτε περιορισμό αναφορικά με τις θεραπείες οι οποίες αναφέρονται στην αξίωση της ενάγουσας. [ 68 ] Θεωρώ πως δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποφυγής μίας τέτοιας επιλογής καθότι, διατηρώντας βεβαίως υπόψη τη νομολογία μας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, θα μπορούσε το Δικαστήριο, επί διαφορετικής όμως νομικής βάσης, να εκδώσει απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3 σε σχέση όμως μόνο με εκείνες τις θεραπείες οι οποίες όχι μόνο αποτελούν «εκκαθαρισμένη απαίτηση» ("liquidated demand") αλλά και οι οποίες δεν είναι δυνατό να κριθούν πως θα μπορούσαν με την έκδοση τους να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 σε περίπτωση κατά την οποία μετά και από την επίδοση της αγωγής σε αυτούς επιλέξουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης. [ 69 ] Αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση της νομολογίας μας επί του συγκεκριμένου θέματος διευκρινίζω πως παρά και την μη ανατροπή της απόφασης Βιονευρολογική από την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Winkless, υπό την έννοια βεβαίως της απόκλισης από δικαστικό προηγούμενο, εντούτοις θεωρώ πως η διάκριση η οποία γίνεται σε σχέση με την απόφαση Βιονευρολογική εντός της απόφασης της Ολομέλειας δεν είναι επαρκώς σαφής ή ουσιαστικά καθοριστική, όπως και δεν θα μπορούσε βεβαίως να ήταν εφόσον το επίδικο θέμα προς εξέταση ήταν κατά πόσο θα έπρεπε να δοθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος και όχι η εξέταση της ουσίας του όλου θέματος. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η απόφαση Βιονευρολογική θα πρέπει πλέον να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή διατηρώντας υπόψη βεβαίως και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Winkless. [ 70 ] Σε σχέση όμως με τα δικονομικά δεδομένα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση προκύπτει το εξής ερώτημα. Πως είναι δυνατό να εκδοθεί απόφαση η οποία με οποιοδήποτε τρόπο να προκαθορίζει τα δικαιώματα των εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι δεν έχουν καν λάβει γνώση ακόμη ως πρός την ύπαρξη της αγωγής η οποία έχει εγερθεί εναντίον τους; [ 71 ] Παραδείγματος χάριν, ως προς το ότι η ενάγουσα θα καθίσταται η αποκλειστική δικαιούχος από το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Ή έτσι ώστε η ενάγουσα να δικαιούται να αποσύρει το αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Ή να ακυρώσει το συγκεκριμένο έγγραφο. Υπενθυμίζω απλά πως οι αγοραστές στο συγκεκριμένο έγγραφο είναι βεβαίως οι εναγόμενοι 1 και
  7. Ή διάταγμα βάσει του οποίου η ενάγουσα να μπορεί να αγοράσει ή πωλήσει το επίδικο σπίτι υπό οποιουσδήποτε όρους. Ή διάταγμα βάσει του οποίου η ενάγουσα να μπορεί να ανακτήσει από τους εναγόμενους ελεύθερη και κενή κατοχή του σπιτιού. [ 72 ] Διατηρώντας δε υπόψη και τη φύση της αξίωσης της ενάγουσας και τον επηρεασμό από αυτή των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και 2, θεωρώ πως δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης του μέρους της απόφασης ακόμη και σε σχέση με θεραπείες οι οποίες στρέφονται αποκλειστικά εναντίον της εναγομένης
  8. Δηλαδή τη μεταβίβαση του επίδικου σπιτιού δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης στην οποία βεβαίως μέρη είναι και οι εναγόμενοι 1 και
  9. Ή ακόμη και την έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου επί του οποίου έχει ανεγερθεί το επίδικο σπίτι δίχως πρώτα να έχει ξεκαθαρίσει η προώθηση της αγωγής της ενάγουσας εναντίον και των εναγομένων 1 και
  10. [ 73 ] Πραγματικά θεωρώ πως τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη όχι μόνο τη σχετική νομολογία επί του θέματος αλλά και την όλη έννοια μίας εκκαθαρισμένης απαίτησης (liquidated demand) όπως αυτή προνοείται σχετικά ακόμη και στη Δ.17 θ. 4, η εφαρμογή της οποίας αναλύεται από την απόφαση Βιονευρολογική. [ 74 ] Βεβαίως, παρά και την πιο πάνω ανάλυση της σχετικής νομολογίας από το Δικαστήριο αλλά και την αναφορά του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας στην απόφαση Βιονευρολογική υπάρχει μία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιπτώσεων οι οποίες εξετάστηκαν στη σχετική νομολογία και της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Καθότι σε αυτή την αγωγή δεν έχει καταχωρήσει οποιοσδήποτε εναγόμενος σημείωμα εμφάνισης ή έκθεση υπεράσπισης. Αντιθέτως κανένας από τους εναγομένους δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ενώ μόνο ένας από τους τρεις συνολικά εναγομένους έχει λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αγωγής εναντίον της ως αποτέλεσμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς την εναγόμενη
  11. [ 75 ] Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως στη νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται η Δ.17 θ. 4 αλλά η Δ.17 θ.
  12. Βεβαίως η αναφορά σε εκκαθαρισμένη απαίτηση (liquidated demand) υπάρχει τόσο στη Δ.17 θ. 4 όσο και στη Δ.17 θ. 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. [ 76 ] Οφείλω κατ΄ αρχάς να διευκρινίσω πως σε περίπτωση διαπίστωσης της ύπαρξης της δυνατότητας όντως να εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας, εάν δηλαδή αυτή βασιζόταν στη Δ.17 θ. 4 και είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης από κάποιο από τους εναγομένους αλλά όχι από την εναγόμενη 3, τότε υπό τις περιστάσεις, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, θεωρώ πως θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3 ως η ένορκη δήλωση παράγραφος 17 Α (α), (β) και (η). [ 77 ] Δηλαδή, θεωρώ πως ουσιαστικά θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση για το χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει δανείου και για τους τόκους πλέον τα έξοδα της αγωγής. [ 78 ] Διευκρινίζεται πως στη συνέχεια θα παρεχόταν η δυνατότητα στην ενάγουσα να επανέλθει με νέα αίτηση για την έκδοση των υπόλοιπων θεραπειών σε σχέση με την εναγόμενη 3 σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή επιδιδόταν και στον εναπομείνοντα εναγόμενο και ανάλογα βεβαίως με την πορεία την οποία η αγωγή θα ακολουθούσε εναντίον των εναγομένων 1 και
  13. [ 79 ] Βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δυνατότητα έκδοσης απόφασης σε σχέση με την εναγόμενη 3, θα προέκυπτε, σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 εάν μετά από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αυτοί παρέλειπαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. [ 80 ] Καθότι αυτό το οποίο εν τέλει διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως εφαρμόζοντας τη Δ.17 θ. 3, επί της οποίας υπενθυμίζω η αίτηση στηρίζεται, δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης της οποιασδήποτε απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης 3, έστω δηλαδή και σε σχέση με το μέρος της αξίωσης το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εκκαθαρισμένη απαίτηση, μέχρι και την επίδοση της αγωγής σε όλους τους εναγομένους και στη συνέχεια την παράλειψη όλων των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. [ 81 ] Το σκεπτικό βάσει του οποίου το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα έχει ως εξής. Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα με τη Δ.17 θ. 3[4] όταν το κλητήριο ένταλμα αφορά εκκαθαρισμένη απαίτηση, είτε ειδικά οπισθογραφημένο είτε διαφορετικά, και ο εναγόμενος παραλείψει, ή όλοι οι εναγόμενοι, εάν περισσότεροι από ένα, παραλείψουν να εμφανιστούν, τότε ο ενάγων δύναται να αιτηθεί την έκδοση απόφασης για οποιοδήποτε ποσό το οποίο δεν θα υπερβαίνει το ποσό το οποίο αξιώνεται βάσει του κλητηρίου μαζί με τον τόκο ο οποίος καθορίζεται στην απαίτηση (εάν αυτός υπάρχει) και έξοδα. [ 82 ] Σαφώς αναφέρεται στη συγκεκριμένη δικονομική διάταξη πως η δυνατότητα να αιτηθεί ο ενάγων την έκδοση απόφασης προκύπτει μόνο σε περίπτωση κατά την οποία, όταν υπάρχουν πέραν του ενός εναγομένου, όλοι οι εναγόμενοι παραλείπουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα δεν έχει επιδώσει ακόμη την αγωγή προς τους εναγόμενους 1 και 2, έτσι ώστε να δημιουργείται καν το ενδεχόμενο αυτοί να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, κρίνω πως δεν παρέχεται η δυνατότητα προς την ενάγουσα, βάσει της Δ.17 θ. 3, να αιτηθεί την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης
  14. Συνεπώς, η αίτηση της ενάγουσας απορρίπτεται δίχως οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα της εξέτασης της αίτησης της από το Δικαστήριο. [ 83 ] Τέλος, παρά και το γεγονός πως το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγείται το Δικαστήριο, παρά και την εκτενή αναφορά σε νομολογία, βασίζεται κυρίως σε απλή ουσιαστικά εφαρμογή των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, οφείλω να παρατηρήσω πως πραγματικά η ίδια η περιεκτική διατύπωση της Δ.17 θ. 3 δεν μπορεί να είναι τυχαία αλλά αντιθέτως αυτή φαίνεται να εμπεριέχει την εμπειρία του παρελθόντος επί του οποίου το κοινοδίκαιο διαμορφώνει ανάλογα στην πορεία του χρόνου την αθροιστική του σοφία. [ 84 ] Επί αυτού του θέματος, παρά και το γεγονός πως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία εμπεριέχεται η συγκεκριμένη αναφορά δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα το οποίο εξετάστηκε με αυτή την απόφαση αλλά με το ερώτημα κατά πόσο νομιμοποιείται η ακύρωση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος λόγω μη επίδοσης του σ΄ όλους τους εναγόμενους-καθ΄ ων η αίτηση, εντούτοις αξίζει να σημειωθεί η γενικότερη αναφορά του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ναθαναήλ Δ. στην Πολιτική Έφεση Αρ. 136/2011, ημερομηνίας 28/5/2013, Capman Holdings Ltd v. Ismatov Andrey Zayniyevich, ως προς το ότι είναι λανθασμένη ".η έκδοση απόφασης εναντίον ορισμένων εναγομένων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν παρά την προς αυτούς επίδοση, στην απουσία εκείνων στους οποίους η αγωγή δεν επιδόθηκε ακόμη." καθώς η ".ολοκληρωμένη επίδοση της αγωγής σ΄ όλους τους εναγομένους, πριν επιδιωχθεί η έκδοση απόφασης, αποτελεί προϋπόθεση για ορθή, συνολική και ίση μεταχείριση όλων των διαδίκων και των δικαιωμάτων αυτών". Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται απλά πως η αναφορά στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σιαμμάς γίνεται σε σχέση με την αρχική δημοσίευση της και όχι σε αυτή η οποία δημοσιεύτηκε προς αντικατάσταση της. [2]
  15. Where the writ of summons is for a liquidated demand, whether specially indorsed or otherwise, and there are several defendants, of whom one or more appear to the writ, and another or others of them fail to appear, the plaintiff may apply for judgment, as in the preceding Rule, against such as have not appeared, and may issue execution upon such judgment without prejudice to his right to proceed with the action against such as have appeared. [3] ΑΡΘΡΟΝ 30
  16. Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) .. (β) να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικαστηρίου και να έχη χρόνον επαρκή διά την προπαρασκευήν τούτων, (γ) να προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω, [4]
  17. Where the writ of summons is for a liquidated demand, whether specially indorsed or otherwise, and the defendant fails, or all the defendants, if more than one, fail, to appear thereto, the plaintiff may apply for judgment for any sum not exceeding the sum claimed by the writ, together with interest at the rate specified in the claim (if any) and costs. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.