← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. Γιαννάκης Ιωάννου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 279/2014, 13/10/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ ν. Γιαννάκης Ιωάννου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 279/2014, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Γενικής Αίτησης 279/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ Αιτητών Και

  1. Γιαννάκης Ιωάννου
  2. Κλεοπάτρα Ιωάννου
  3. Μαριλένας Ιωάννα Καθ΄ ων η αίτηση ------------------------ Αίτηση ημερ. 7.5.2015 για έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 23.4.2015 για εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29.5.2013 Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Φιλίππου ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ H Στις 29.5.2013 εκδόθηκε εναντίον των αιτητών στην παρούσα αίτηση, διαιτητική απόφαση, την εγγραφή της οποίας οι καθ΄ων η αίτηση πέτυχαν στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης, στις 23.4.
  4. Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.4.
  5. Η αίτηση τους στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 85, άρθρο 52, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρα 9, 19-21 και στις Δ.26 θ.14, Δ.17, Δ.33 θ. 5 και Δ.48 Θ. 2 - 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, η πρώτη γίνεται από τον δικηγόρο κ. Μιλτιάδη Γεωργιάδη και η δεύτερη και την δικηγόρο κα Λώρια Χ¨ Ξενοφώντος. Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29.5.2013 καταχωρίστηκε στις 13.11.2014 και ορίστηκε πρώτη φορά στις 22.12.
  6. Στις 22.12.2014 για τους καθ΄ων η αίτηση υπήρξε εμφάνιση από δικηγόρο εκ μέρους των δικηγόρων που τους εκπροσωπούν και τώρα ως αιτητές στη υπό κρίση αίτηση, ο οποίος ζήτησε χρόνο για την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 5.3.2015 με δικαίωμα καταχώρησης της ένστασης 15 ημέρες πριν την πιο πάνω ημερομηνία. Στις 5.3.2015 εκ μέρους του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος και η αίτηση παρέμεινε για οδηγίες στις 23.4.2015 και ώρα 08:30 με δικαίωμα καταχώρησης ένστασης 10 ημέρες πριν. Μέχρι την 23.4.2015 δεν καταχωρήθηκε η ένσταση και η ώρα 09:20 που εμφανίστηκε ο δικηγόρος των αιτητών αλλά όχι ο δικηγόρος των καθ΄ων η αίτηση, ο προτελευταίος ζήτησε την έκδοση διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29.5.2013 όπου και το δικαστήριο εξέδωσε το σχετικό διάταγμα. Ο κ. Γεωργιάδης στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση κάνει αναφορά στα γεγονότα της ημερομηνίας 23.4.2015 που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος που επιζητείται η ακύρωση και συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα:
  7. Το γραφείο μας είχε εμφανιστεί και προηγουμένως στην πιο πάνω υπόθεση γεγονός που φαίνεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 23/04/15 ήταν ορισμένη η Κυρίως Αίτησης εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης για οδηγίες με σκοπό την καταχώρηση thw Ένστασης των Καθ΄ων η Αίτηση. Την προηγούμενη ημέρα λάβαμε οδηγίες από τους Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. να εμφανιστούμε ενώπιον του Δικαστηρίου και να ζητήσουμε ολιγοήμερη παράταση στην καταχώρησης της ένστασης. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, το τηλεομοιότυπο με το οποίος μας δόθηκαν οι οδηγίες.
  8. Στις 23/04/15, κατά τον χρόνο όπου το Δικαστήριο επιλαμβανόταν τις πρώτες εμφανίσεις, ήμουν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου βρισκόταν η Κυρίως Αίτηση, προσπαθώντας να εντοπίσω τους συναδέλφους με τους οποίους είχα υποθέσεις. Ενώ περίμενα, είδα τον κ. Φιλίππου να εξέρχεται της αίθουσας του αναφερόμενου Δικαστηρίου χωρίς να αντιληφθώ εκείνη την στιγμή ότι ήταν ο αντίδικος συνάδελφος που περίμενα και μάλιστα είχε ήδη εμφανιστεί στην Κυρίως Αίτηση.
  9. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχα αναζητήσει τον φάκελο της πιο πάνω γενικής αίτησης γιατί δεν είχα εντοπίσει τον αντίδικο. Τελικά αναζήτησα το φάκελο της Κυρίως Αίτησης αλλά δεν μπορούσα να τον βρω. Τότε ο κ. Μιχάλης Λιώτης, συνάδελφος δικηγόρος που εργάζεται στο ίδιο δικηγορικό γραφείο με εμένα, επικοινώνησε με τον κ. Φιλίππου ο οποίος τον ενημέρωσε, προς μεγάλη μας έκπληξη, ότι ενωρίτερα εμφανίστηκε μόνος του και ζήτησε την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στην Κυρίως Αίτηση.
  10. Να σημειωθεί πως καμία πρόθεση υπήρχε από πλευράw μου να μην εμφανιστώ στην Κυρίως Αίτηση. Μάλιστα στα χρόνια που εργάζομαι ως δικηγόρος ουδέποτε παρέλειψα να εμφανιστώ σε υπόθεση που χειριζόμουν. Επιπρόσθετα δεν υπήρξε από πλευράς που οποιαδήποτε εσκεμμένη καθυστέρηση. Η κα Λ. Χ¨ Ξενοφώντος που είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, αναφέρει ακόλουθα στην δική της ένορκη δήλωση:
  11. Το γραφείο μας χειρίζεται δύο υποθέσεις των καθ΄ων η αίτηση, την γενική αίτηση υπ΄ αριθμό 279/14, και την γενική αίτηση 592/
  12. Πέραν του καθ΄ου η αίτηση 1, Γιαννάκη Ιωάννου, το γραφείο μας έχει ακόμη ένα πελάτη με ακριβώς το ίδιο όνομα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α, το κλητήριο της αγωγής 1464/2013 που αφορά τον δεύτερο πελάτη μας με το ίδιο όνομα. Και οι δύο πελάτες μας κατάγονται και διαμένουν στην Πάφο και οι υποθέσεις τους εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Ως εκ της συνωνυμίας, υπήρξε σύγχυση για το ποια από τις δύο υποθέσεις εκκρεμούσε στις 23/4/2015 και η Δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, νομιζόμενη ότι εκείνη την ημέρα ήταν ορισμένη για οδηγίες η Αγωγής 1464/2013, η οποία θα ήταν ορισμένη για πρώτη φορά για οδηγίες με την συμπλήρωση των δικογράφων, αν και είχε ετοιμάσει την ένταση εγκαίρως, δεν μερίμνησε να συνεννοηθεί με τον πελάτη για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ως εκ τούτου δεν μπορούσε να καταχωρηθεί η ένσταση εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο.
  13. Η Δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, αντιλήφθηκε το λάθος, μόλις την προηγούμενη ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση και ειδοποίησε το γραφείο επίδοσης μας στην Πάφο να εμφανιστεί και να ζητήσει ολιγοήμερη παράταση του χρόνου καταχώρησης την Ένστασης ούτως ώστε να φροντίσει το γραφείο μας όπως καταχωρηθεί η ένσταση. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β το φαξ που αποστάληκε από το γραφείο μας στο γραφείο επίδοσης στην Πάφο στις 22/4/2015 με το οποίο τους ζητούσαμε να εμφανιστούν στην κυρίως Αίτηση.
  14. Όπως με πληροφορεί η Δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση υπάρχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως Αίτηση, εάν μας δοθεί η ευκαιρία να ακουστούμε. Επισυνάπτω ως τεκμήριο Γ, την ένσταση την οποία έχει ετοιμάσει το γραφείο μας βάσει των στοιχείων που μας έχουν δοθεί από τους καθ΄ ων η αίτηση και την οποία είχαμε σκοπό να καταχωρήσουμε. Έχω διαβάσει την εν λόγω ένσταση και προτεινόμενη ένορκη δήλωση και υιοθετώ το περιεχόμενο της ως υπεράσπιση την οποία θα προβάλουμε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται συμβαδίζουν με τα γεγονότα που μας έχουν αναφέρει οι καθ' ών η αίτηση. 6.Ο αντίδικος στην παρούσα Αίτηση είναι ο ίδιος με τον αντίδικο στην γενική αίτηση 592/13 μεταξύ των ιδίων μερών η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 29.4.
  15. Η εν λόγω γενική αίτηση αφορά μεγαλύτερη κλίμακα, άνω των €500.
  16. Είναι ξεκάθαρο πως η επιμονή στην προώθηση της εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση, όταν η αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες και όχι για ακρόαση και ενώ είχαμε εμφανιστεί ήδη στην παρούσα υπόθεση και τόσο το Δικαστήριο όσο και ο αντίδικος γνώριζε πως υπήρξε πρόθεση ένστασης, ήταν αντισυναδελφική και και σκοπό είχε να προκαλέσει εκνευρισμό και έξοδα σε εμάς και στους καθ΄ων η αίτηση.
  17. Όπως γνωρίζω και πιστεύω, ο αντίδικος δεν θα έπρεπε να επιμένει στην Εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες και όχι για ακρόαση ή για απόδειξη. Στην χειρότερη των περιπτώσεων στην απουσία μας θα μπορούσε να δοθεί για σύντομη ημερομηνία για ακρόαση ή απόδειξη, σε καμία περίπτωση, όμως δεν θα μπορούσε να προχωρήσει ο αντίδικος και να ζητήσει εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, Όπως είναι γνωστό τέτοιου είδους εναρκτήριες αιτήσεις κατέχουν θέση αγωγής και δικάζονται ως σαν να ήταν αγωγές.
  18. Επιπρόσθετα, η κυρίως Αίτηση με τη ένορκη δήλωση που την συνοδεύει πάσχουν και τυπικά αφού, η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και αναφέρεται σε θεσμούς που αφορούν ενδιάμεσες Αιτήσεις και όχι πρωτογενείς όπως η παρούσα.
  19. Περαιτέρω η κυρίως αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά ή και πάσχει τυπικά, δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου, είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη σύμφωνα με σταθερή και πάγια νομολογία. Συγκεκριμένα, έχει χρησιμοποιηθεί ο τύπος που αφορά ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι ο τύπος που προορίζεται για εναρκτήριες αιτήσεις όπως η παρούσα η οποία είναι Γενική Αίτηση.
  20. Περαιτέρω η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και λείπουν ουσιώδεις στοιχεία και γεγονότα. Οι Αιτητές στην κυρίως αίτησης όφειλαν να αποδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, ότι ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία βάσει του νόμου, ότι ο Διαιτητής έχουν εξουσία να εκδώσει την επίδικη απόφαση και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφής της εν λόγω διαιτητικής απόφασης, πράγμα που δεν έγινε.
  21. Να αναφέρω επίσης ότι ανεξαρτήτως των πιο πάνω, εάν έχει υπογραφεί όρος παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, ο εν λόγω όρος είναι παράνομος αφού έχει πρόσφατα τροποποιηθεί ο Νομός με αναδρομική ισχύ και ο Διαιτητής δεν μπορεί να έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται τέτοιου είδους υποθέσεις όπως προνοούν τέτοιες ρήτρας παραπομπής της υπόθεσης σε Διαιτησία.
  22. Είναι άδικο και αντιβαίνει στο δικαίωμα μας για δίκαιη δίκη το γεγονός ότι εκδόθηκε το Διάταγμα εγγραφής της Διαιτησίας, χωρίς να ακουστούμε και να προβάλουμε τους ισχυρισμούς και επιχειρηματολογία μας. Η ένσταση του καθ΄ου η αίτηση την οποία επιθυμεί να προβάλει για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Λ. Χ¨ Ξενοφώντος. Με την πιο πάνω ένσταση τους οι αιτητές επιθυμούν να προβάλουν, μεταξύ άλλων, λόγους ένστασης που σχετίζονται και αφορούν με το τυπικό της μέρος της αίτησης όπως αυτοί που περιγράφονται (πιο πάνω) στις παρ. 8 και 9 της ένορκης δήλωσης της κας Λ. Χ¨ Ξενοφώντος αλλά και λόγους που σχετίζονται με την ίδια την διαδικασία της διαιτησίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ, οι καθ' ών η αίτηση αγνοούν και δεν παραδέχονται την ύπαρξη συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία, το οποίο όμως και αν ακόμα έχουν υπογράψει θα υποστηρίξουν ότι ο εν λόγω όρος είναι παράνομος για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 11 της πιο πάνω ένορκης δήλωσης της κας Λ. Χ¨ Ξενοφώντος. Σύμφωνα πάντα με το Τεκμήριο Γ, θα υποστηρίξουν ότι η χρηματοδότηση ήταν εικονική, αφού οι αιτητές, επειδή δεν μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν νομικά πρόσωπα αλλά μόνο φυσικά πρόσωπα, τους χρηματοδότησαν προσωπικά για στεγαστικό σκοπό με σκοπό να δοθεί το ποσό στην εταιρεία ΓΙΑΤΣΑΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ, η οποία θα αποπλήρωνε το δάνειο αντί για αυτούς με το προϊόν πώλησης των διαμερισμάτων. Θα υποστηρίξει ο προτιθέμενος ενόρκως δηλών στην ένσταση (Τεκμήριο Γ), ότι όπως τώρα αντιλαμβάνεται, σκοπός της αιτήτριας ήταν να μην έχει να κάνει με την πιο πάνω εταιρεία αλλά με τους ίδιους προσωπικά ούτως ώστε να μπορεί να τους απειλεί και να τους ασκεί πίεση. Αναφέρει επίσης, ότι εκείνη την περίοδο ο κόρη τους καθ΄ης η αίτησης 3, ήταν ακόμη φοιτήτρια και εξαρτιόταν πλήρως από αυτούς ως εκ τούτου δεν είχε την δυνατότητα να αρνηθεί να υπογράψει. Προς εξασφάλιση του δανείου, αναφέρει ότι, υποθήκευσαν προσωπική ακίνητη περιουσία τους μεγάλης αξίας που ξεπερνά κατά πολύ το ύψος του δανεισμού. Επίσης στις παρ. 9 - 12 της ένορκης δήλωση, του Τεκμηρίου Γ, αναφέρονται άλλα στοιχεία και ισχυρισμοί που αφορούν και σχετίζονται με τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου. Στην παρ. 13 αναφέρεται ότι εντός της προθεσμίας των 21 που προβλέπεται για την Έφεση δεν θα ήταν εύλογα δυνατό να εξεταστεί σε νομικό επίπεδο εάν υπάρχουν λόγοι να ασκήσουν έφεση και να μπορούσαν εντός της προθεσμίας εύλογα να ετοιμάσουν την έφεση σε άρτιο νομικό επίπεδο και να την καταχωρήσουν. Στην παρ. 14 γίνεται αναφορά στον διορισμό του διαιτητή, στις παρ. 15 - 16, στην διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας προβάλλοντας την θέση ότι αυτή στερείται υπόστασης αφού δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία παραβιάζοντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και της ισότητας. Στην παρ. 17 τίθεται ο ισχυρισμός ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, στην παρ. 20 ότι η διαιτητική διαδικασία διεξήχθη παράτυπα και ο διαιτητής προχώρησε παράτυπα, στην παρ. 21, ότι ο διαιτητής δεν ενέργησε καλόπιστα στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, στην παρ. 22, ότι ο διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει την ισχυριζόμενη διαφορά, ότι επιδίκασε τόκο πέραν του συμφωνημένου κατά τρόπο που επικυρώνει την εφαρμογή ποινικής ρήτρας, η οποία αντίκειται στον νόμο και την δημόσια πολιτική. Oι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  23. Οι αιτητές δεν καταδεικνύουν σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο δικαστήριο στις 23.4.2015 κατά την καθορισθείσα ώρα και ούτε την παράλειψη τους να καταχωρήσουν την ένσταση τους 10 ημέρες προηγουμένως ως η διαταγή του δικαστηρίου.
  24. Η αίτηση είναι ελλιπής και γίνεται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει ορθή νομική βάση.
  25. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο δικαστήριο με καθαρά τα χέρια.
  26. Οι αιτητες δεν αποκαλύπτουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση/Ένσταση σε σχέση με την ουσία της κυρίως αίτηση, αλλά αποσκοπούν στην καθυστέρηση και/ή εκτροπή της διαδικασίας.
  27. Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια των αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος για τις υποχρεώσεις τους προς τους καθ΄ων η αίτηση, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων.
  28. Οι καθ΄ων η αίτηση ενέργησαν στα πλαίσια της νομιμότητας και πιθανή ακύρωση του διατάγματος θα προκαλέσει ζημιά από την άποψη ότι θα παρεμποδιστούν από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος του νομότυπα εκδοθείσα απόφαση.
  29. Η υπό εξέταση αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων ή/και την αρχή της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.
  30. Η υπό εξέταση αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και τους άρθρου 6.1 της ΕΣΔΑ
  31. Τα όσα οι αιτητές ισχυρίζονται είναι αόριστα ατεκμηρίωτα και αντιφατικά. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Κούσουλου, η οποία, όπως στην ένορκη της δήλωση αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των καθ΄ων η αίτηση γνωρίζει τα γεγονότα τα υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωσης της. Η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση απορρίπτει το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση ως αβάσιμο και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης εξειδικεύοντας τους μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτηση διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  32. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη επανάληψης του. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο Νομική Πτυχή του θέματος: Αιτήσεις παραμερισμού διαταγμάτων ή αποφάσεων χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, η πρώτη, αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο όπου σε αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε εκδώσει απόφαση εφόσον το άμεσα ενδιαφερόμενο και επηρεαζόμενο μέρος δεν ειδοποιήθηκε δεόντως και επομένως, το μέρος αυτό δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά περιπτώσεις όπου η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε μετά που ο αιτητής ειδοποιήθηκε δεόντως για τη διαδικασία. Με βάση το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, το οποίο πιο πάνω έχω παραθέσει, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία αλλά στην δεύτερη. Η δυνατότητα παραμερισμού και ή ακύρωσης διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης και το οποίο εξεδόθη ερήμην, όπως είναι η περίπτωση μας, παρέχεται από τη Δ.48 Θ.11 (η οποία σημειώνω ότι δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης) και ασκείται σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία εναγόμενου, δυνάμει των Δ.26 Θ.14 και Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Όπως αναφέρθηκε σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ηλία ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας

(2009)1 Α.Α.Δ. 365: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ.11 [Δ.48] στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο θ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παρά το ότι στην παρούσα υπόθεση το επίδικο διάταγμα δεν εκδόθηκε λόγω της παράλειψης των καθ΄ων η αίτηση να εμφανιστούν στην διαδικασία, όπως στην πιο πάνω υπόθεση, αλλά λόγω της παράλειψης τους να καταχωρήσουν την ένσταση τους εντός της προθεσμίας που δόθηκε από το Δικαστήριο και της παράλειψης τους να εμφανιστούν στις 23.4.2015 που η αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες, σύμφωνα με το πιο πάνω σκεπτικό, η Δ.48 θ.11 τυγχάνει εφαρμογής και είναι η μόνη διαταγή που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 23.4.2015 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 29.5.2013 θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση, αναφορικά με την Δ.17 η οποία περιλαμβάνεται και στην νομική βάση της υπό κρίσης αίτησης όπως και η Δ.33 Θ.5, λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο έφεσης, μπορούμε να μπορούμε με ευκολία ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Δ.17 Θ.10 δεν είχε άμεση εφαρμογή, είναι ορθή, αφού αυτή ισχύει στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται απόφαση λόγω παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί σε αγωγή, και όχι για παραμερισμό ενός διατάγματος» Θεωρήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, ως νομικά λανθασμένη η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν είχε εφαρμογή ο θ.11 της Δ.48 και το σκεπτικό του δικαστηρίου ότι ο Θ.11 της Δ.48 αφορά μόνο «τον τρόπο σύνταξης του διατάγματος». Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, σε ότι αφορά την υπό κρίση αίτηση και την νομική βάση αυτής κρίνεται ότι είναι ελλιπής αφού σε αυτή δεν περιλαμβάνεται η Δ.48 θ.11, η οποία είναι και η μόνη κατάλληλη διαταγή για να στηρίξει αίτημα για παραμερισμό του επίδικου διατάγματος. Η Δ.17 και Δ.33 Θ.5 που περιλαμβάνονται στην νομική βάση της αίτησης και που επικαλούνται οι συνήγοροι των αιτητών στην αγόρευση τους για τον παραμερισμό του επίδικου διατάγματος δεν έχουν άμεση εφαρμογή. Υπό τις περιστάσεις το ερώτημα που τίθεται και η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί αφορά την τύχη της υπό κρίση αίτησης, αφού αυτή δεν συμμορφώνεται με την Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κάθε αίτηση προς τον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να εκθέτει την φύση της παράκλησης που ζητείται και να κάνει αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τον συγκεκριμένο διαδικαστικό κανονισμό επί του οποίου βασίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που δεν φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ή τα πρακτικά θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση». Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
  1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων .». Η πιο πάνω απόφαση ακολουθήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743 και Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493). Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 μετά την απόρριψη έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 13(ε) των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Κανονισμών του 1996 έως 1998 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν επαναφορά της έφεσης. Από πλευράς των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλονταν, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή διαδικαστική διάταξη. Σύμφωνα με το Εφετείο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή. Επικαλούμενο την σχετική Νομολογία (Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965, Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743) το Εφετείο ανέφερε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψή της. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743, που πιο πάνω μνημονεύεται, κατά την διάρκεια της ακρόασης της έφεσης ζητήθηκε από τον συνήγορο του εφεσείοντος η τροποποίηση των λόγων έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.1 και 2, έτσι που να συμπεριληφθεί έβδομος λόγος έφεσης. Η εφεσίβλητη εταιρεία έχει προβάλει ένσταση στη σχετική αίτηση ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι αναφερόμενοι στην αίτηση θεσμοί δεν μπορούσαν να στηρίξουν το αίτημα. Ήταν η θέση της εφεσίβλητης ότι η εμβέλεια της Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηριζόταν η αίτηση περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν σε πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Η ορθή Κανονιστική Διάταξη ήταν εκείνη της Δ.35 θ.4, πλην όμως δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης». Η σημασία της συμπερίληψης του ορθού νομικού βάθρου σε ενδιάμεση αίτηση τονίσθηκε από το Εφετείο και στην μεταγενέστερη υπόθεση Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγων, αφότου ξεκίνησε η δίκη, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. Ο ενάγων παρέλειψε να καταχωρήσει τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και κανείς εκ των διαδίκων δεν αποτάθηκε για επαναορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, αίτημα, το οποίο, σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, θα ακολουθούσε της καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων. Η εναγόμενη, τότε, αποτάθηκε για απόρριψη της αγωγής. Η αίτησή της βασιζόταν, κατ' ουσία, (α) στα γεγονότα, τα οποία φαίνονταν από τον φάκελο της υπόθεσης και (β) στο θεσμικό βάθρο που καθοριζόταν στην ίδια την αίτηση και το οποίο αποτελείτο, μεταξύ άλλων, από διάφορες θεσμικές διατάξεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και απέρριψε την αγωγή. Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ένας από τους λόγους στους οποίους το Εφετείο βάσισε την απόφασή του ήταν ότι με αναφορά σε ό,τι επί του σημείου τούτου αποφασίσθηκε στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων, που πιο πάνω αναφέρεται, καμία εκ των θεσμικών διατάξεων στις οποίες θεμελιώθηκε η αίτηση δεν παρείχαν έρεισμα στο αίτημα της εναγόμενης. Η παράλειψη συμπερίληψης στην νομική βάση ενδιάμεσης αίτησης του ορθού διαδικαστικού κανονισμού ή άρθρου Νόμου δεν συνιστά σύμφωνα με την Νομολογία παράλειψη συμμόρφωσης προς τους Θεσμούς και, επομένως, παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι η υπόθεση Bank for Foreign Trade of Russian Federation «Vneshtorgbank» v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 ΑΑΔ
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση κατά την 1.7.97 η εφεσείουσα / εναγομένη 2 στην αγωγή που είχε καταχωρήσει η εφεσίβλητη καταχώρησε αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη συνεπεία της αδικαιολόγητης, όπως ισχυριζόταν, έκδοσης προσωρινού διατάγματος εναντίον της. Στις 21.5.98 η εφεσείουσα ζήτησε την τροποποίηση της αίτησης ημερομηνίας 1.7.97 ώστε αυτή να έχει ως έρεισμα και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Ο συνήγορος της εφεσείουσας υποστήριξε πως η αιτούμενη Θεραπεία μπορούσε να χορηγηθεί με βάση τη Διαταγή
  3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση. Στις σελίδες 1732-1733 λέχθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη Διαταγή 64 είναι ορθή. Η Διαταγή 64 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην περίπτωση της εφεσείουσας είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει. Η αίτηση της 1/7/1997 συμμορφώνεται πλήρως προς τους θεσμούς. Εκείνο που επιζητείται με την αίτηση της 21/5/1998 είναι η τροποποίηση της με την παρεμβολή πρόσθετης νομικής βάσης. Τέτοια όμως παρεμβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεραπεύει οποιαδήποτε παρατυπία που προκλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό. Με άλλα λόγια, τυχόν προσθήκη του άρθρου 9 δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωση της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό που παραβιάστηκε συνεπεία της μη αναφοράς του εξ υπαρχής». Επίσης, στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298 λέχθηκε ότι η Διάταξη 64 δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Έχοντας εξετάσει με προσοχή την ερμηνεία που δόθηκε στην Δ.64 σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχω καταλήξει ότι η διαταγή αυτή δεν δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο για να προβεί σε τροποποίηση μιας αίτησης με την παράθεση Νομικής βάσης σε αυτή όταν η Νομική βάση είναι ελλιπής. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" (πιο πάνω), η διαταγή 64 δεν έχει καμία σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Συνεπώς, η παράλειψη των Αιτητών στην υπό κρίση περίπτωση να συμπεριλάβουν την Δ.48 Θ.11 στην νομική βάση της αίτησης τους, δημιουργεί ελλιπές δικαιοδοτικό υπόβαθρο που δεν θα επέτρεπε την ικανοποίηση του αιτήματος και για αυτό τον λόγο καταλήγω ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, κρίνω πως ορθό είναι και σε περίπτωση που αυτή κατ΄ έφεση θεωρηθεί λανθασμένη, να ασχοληθώ και με την ουσία της αίτησης των αιτητών. Για να επιτύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο αιτητής πρέπει πρωτίστως να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλούς λόγους ένστασης και να δικαιολογήσει τους λόγους μη εμφάνισης του κατά τη διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Δηλαδή αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι αν συντρέχουν λόγοι που θα δικαιολογούσαν, εκ πρώτης όψεως, τη μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής διαδικασία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52.2 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/85. Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τη δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). Το λεκτικό του άρθρου 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παρ. 713 «Το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση.» Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Επιπλέον στην πιο πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/2008 ημερ. 11.4.2012 αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές.» Η πιο πάνω νομολογία έχει αναφερθεί ώστε να καταδειχτεί τι το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και να αποφασίσει στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης και σε ποια έκταση. Καθορίζεται από τα πιο πάνω το περιορισμένο των λόγων ένστασης που μπορούν να υποβληθούν στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτητές επιθυμούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξη συνυποσχετικού. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό παραπέμπω στο άρθρο 52
(1)και
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Νόμος 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί, που καταδεικνύει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις διαφορές που παραπέμπονται σε διαιτησία δυνάμει της πιο πάνω νομοθεσίας και συνεπώς το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου το οποίο προνοεί για διαιτησία βάση συνυποσχετικού, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Το άρθρο 52
(4)προνοεί ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητού έχει το δικαίωμα να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απόφασης. Σε περίπτωση δε που οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή δεν έχει εφεσιβληθεί δυνάμει του εδαφίου
(4)τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(5). Αναφορικά με το ζήτημα του τόκου, που οι αιτητές επιθυμούν να προβάλουν και συγκεκριμένα ότι ο διαιτητής επιδίκασε τόκο πέραν του συμφωνημένου, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, όπου το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν είναι αντικείμενο της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης κατά πόσο η απόφαση του διαιτητή περιλάμβανε τόκο πέρα του επιτρεπομένου επισημαίνοντας ταυτόχρονα πως το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 παρέχει σε όποιο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Από τη στιγμή που δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της απόφασης τέτοιο παράπονο. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αιτητών ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και του δικαίου, όπως ανέφερα και πιο πάνω, το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης και με δεδομένο ότι έχει παρέλθει ο χρόνος υποβολής έφεσης δεν υπεισέρχεται και δεν μπορεί να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη. Η απάντηση δίδεται από την ίδια την νομολογία και συγκεκριμένα από την υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κά (πιο πάνω) και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση. Υπό το φως των άρθρων 52
(4)και 52
(5)του Νόμου και με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πιστεύω καθαρό ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσει τους ισχυρισμούς που σχετίζονται και αφορούν τις διαδικασίες που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαιτησίας πόσο μάλλον τις διαδικασίες και τα όσα αφορούν την συνομολόγηση του δανείου. Οι Αιτητές ουσιαστικά δεν προβάλλουν κανένα πραγματικό λόγο που θα ήταν ικανός να οδηγήσει στη μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Τα όσα ισχυρίζονται αφορούν την ουσία της διαφοράς και της απόφασης του διαιτητή. Οι λόγοι της ένστασης των αιτητών αλλά και οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμούν να προβάλουν προς υποστήριξη τους κρίνω ότι δεν αποτελούν λόγους ένστασης στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Τέλος σε ότι αφορά την μη εμφάνιση των αιτητών κατά την ημερομηνία που η αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες παρά το θα μπορούσε να υπήρχε πιο επιμελής και προσεκτική αντιμετώπιση του ζητήματος για την έγκαιρη εμφάνιση των δικηγόρων τους ενώπιον του δικαστηρίου, δεν θεωρώ ότι η όλη συμπεριφορά τους εκφεύγει σε σημείο που θα μπορούσε να καταλογιστεί σε αυτούς επίδειξη πλήρους αδιαφορίας. Σημειώνω όμως ότι υπήρχε και δόθηκε σημαντικό χρονικό διάστημα για την έγκαιρη καταχώρηση της ένστασης τους πράγμα που δεν έγινε μέχρι την 23.4.2015. Δεδομένης της πιο πάνω παράληψης τους για εμφάνιση στις 23.4.2015 και της μη καταχώρησης της ένστασης τους εντός της προθεσμίας που δόθηκε από το Δικαστήριο, το αίτημα για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης που υποβλήθηκε από τον συνήγορο των αιτητών θεωρώ ότι μπορούσε να υποβληθεί και το δικαστήριο στην βάση όλων των δεδομένων που είχε ενώπιον του να προχωρήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνεπακόλουθα, με βάση όλα όσα πιο πάνω έχω εκθέσει, καταλήγω ότι η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.