← Κύπρος

F & C REAL ESTATES (CYPRUS) LTD ν. Premier Residence Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:776/2015, 8/10/2015

F & C REAL ESTATES (CYPRUS) LTD ν. Premier Residence Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:776/2015, 8/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής:776/2015 Μεταξύ: F & C REAL ESTATES (CYPRUS) LTD από την Πάφο Εναγόντων Και Premier Residence Ltd από το Ηνωμένο Βασίλειο Lesley Ann Peardon από το Ηνωμένο Βασίλειο Colin Pearson από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.5.2015 Προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 12.5.2015 ------------------------- Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χρ. Παπαλλάς Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση: κα Μ. Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια ΔΕΠΕ ------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η H ενάγουσα εταιρεία με μονομερή αίτηση της, η οποία, μεταξύ άλλων, στηρίζεται στα άρθρα 4

(1), 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, πέτυχε, στις 12.5.2015, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο δεσμεύεται και/ή παγοποιείται ο τραπεζικός λογαριασμός με αρ. 595-01-686665-01 των εναγόμενων 1 και/ή της εναγόμενης 2 στην Ελληνική Τράπεζα, προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 1,2 και 3 από το να αποσύρουν από τον πιο πάνω λογαριασμό οποιοδήποτε ποσό χρημάτων και διάταγμα που να διατάσει την υπό αναφορά τράπεζα να παγοποιήσει τον εν λόγω λογαριασμό. Αναφορικά με τον πιο πάνω λογαριασμό, είναι η θέση της ενάγουσας την οποία προβάλλει με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της, της Virginia Anne Cooper, διευθύντριας και μετόχου της, ότι η εναγόμενη 2 χωρίς την συναίνεση της και χωρίς την συναίνεση της ενάγουσας εταιρείας μετάφερε στις 2.2.2015 στον λογαριασμό της εναγόμενης 1 εταιρείας από τον λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των €47.600.- Στην συνέχεια, επίσης με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 27.5.2015 που έχει την ίδια νομική βάση όπως πιο πάνω, η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος (προσωρινό διάταγμα ημερ. 29.5.2015) με το οποίο εμποδίζονται οι εναγόμενοι 2 και 3 από το να υποθηκευόσουν μεταβιβάσουν, πωλήσουν ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν ή άλλως πως διαθέσουν το 1/10 μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/8490, ΦΥΛ/Σχ 02 -164 -339, τεμάχιο 380, τμήμα 4, στην Επαρχία Πάφου. Η αίτηση για την έκδοση του επίδικου διατάγματος υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Virgina Anne Cooper, η οποία αναφέρει ότι είναι η Διευθύντρια της ενάγουσας εταιρείας και ότι είναι εξουσιοδοτημένη και το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί. Στην έκδοση και την διατήρηση του επίδικου διατάγματος καταχωρήθηκαν εκ μέρους των εναγομένων ενστάσεις οι οποίες υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης
  1. Η εναγόμενη 2, δηλώνει, μεταξύ άλλων ότι είναι και αυτή διευθύντρια της ενάγουσας εταιρείας και υποστηρίζει ότι η Virginia Anne Cooper δεν έχει λάβει εξουσιοδότηση από την ενάγουσα εταιρεία να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Διευθύντριες και μέτοχοι της ενάγουσας αναφέρει, ότι είναι και οι δύο, ενώ η κα Cooper ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από την ίδια ή το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας να προβεί στην καταχώρηση της αγωγής και ουδέποτε έθεσε τέτοιο θέμα ενώπιον οποιασδήποτε συνεδρίας των μετόχων. Η κα Cooper, υποστηρίζει, πως προέβη στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής καταχρηστικά, χωρίς οποιαδήποτε εντολή και εξουσιοδότηση από τους ενάγοντες και ότι ενάγοντες ουδέποτε διόρισαν σε οποιοδήποτε διοικητικό τους συμβούλιο ως δικηγόρους τους τους δικηγόρους που εκίνησαν την παρούσα αγωγή. Κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω τα γεγονότα που η ενόρκως δηλούσα περιγράφει την ένορκη της δήλωση και τα οποία δημιούργησαν την βάση και το υπόβαθρο έκδοσης του επίδικου διατάγματος ημερομηνίας 12.5.
  2. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται μεταξύ άλλων με την πώληση και μεσιτεία ακινήτων. Η Virginia Anne Cooper και ο σύζυγος της Peter Cooper, κατόπιν γνωριμίας τους με τους εναγόμενους 2 και 3 συμφώνησαν όπως συνεργαστούν στο θέμα αγοραπωλησιών και συγκεκριμένα ως κτηματομεσίτες. Οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο την εναγόμενη 1 εταιρεία. Κατόπιν συμφωνίας ημερομηνίας 1.4.2014, οι εναγόμενοι 2 και 3 διαβεβαίωσαν την ενόρκως δηλούσα και τον σύζυγο της ότι θα ενεγράφονταν ως μέτοχοι της εναγόμενης 1 και προς τούτο πους έδωσαν πιστοποιητικό μετόχων αλλά ουδέποτε τους ενέγραψαν ως μετόχους στην Έφορο Εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στα πλαίσια της ίδια συνεργασίας, αποφάσισαν όπως δημιουργήσουν εταιρεία στην Κύπρο και στις 3.9.2014 ενεγράφη η ενάγουσα, της οποίας μέτοχοι και διευθυντές είναι η ενόρκως δηλούσα και η εναγόμενη
  3. Η ενάγουσα διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα όπου για την μετακίνηση χρημάτων από αυτόν απαιτείτο η υπογραφή και των δύο διευθυντών της, ενώ η εναγόμενη 2 είχε εξουσιοδότηση από την ενάγουσα να διενεργεί και να χρησιμοποιεί το electronic banking του λογαριασμού. Για την οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων απαιτείτο η συνεργασία και των δύο αφού αναφορικά με τις συναλλαγές που λάμβαναν χώρα μέσω διαδικτύου τους κωδικούς για την πρόσβαση στο σύστημα της Τράπεζας τους είχε η εναγόμενη 2 και η ενόρκως δηλούσα είχε την συσκευή η οποία έδιδε τους κωδικούς για κάθε επιμέρους πράξη. Εξαίρεση από τα πιο πάνω, αποτελούσε η περίπτωση που γινόταν μεταφορά χρημάτων από και προς την ενάγουσα και από και προς την εναγόμενη 1, καθότι η τράπεζα θεωρούσε τις δύο εταιρείες συνδεδεμένες αφού οι υποτιθέμενοι μέτοχοι ήταν οι ίδιοι, κάτι που η ενόρκως δηλούσα και η ενάγουσα δεν το γνώριζαν και δεν το είχαν εξουσιοδοτήσει. Η εναγόμενη 2, χωρίς την συναίνεση της ενόρκως δηλούσας και της ενάγουσας, μετάφερε στις 2.2.2015 στον λογαριασμό της εναγόμενης 1 το ποσό των €47.600,00, γεγονός το οποίο η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση το ανακάλυψε μετά από έλεγχο της κατάστασης λογαριασμού μια βδομάδα πριν από την καταχώρηση της αίτησης για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Κατά τον χρόνο που έμαθε για την πιο πάνω μεταφορά των χρημάτων η ενόρκως δηλούσα ήταν με την εντύπωση ότι τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της ήταν μέτοχοι της εναγόμενης 1 και ότι η ίδια ήταν και διευθύντρια. Κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε ότι η ίδια είχε παυθεί από διευθύντρια και ότι ουδέποτε αυτή και ο σύζυγος της ήταν μέτοχοι της εναγόμενης
  4. Η εναγόμενης 2 ετοίμασε ψεύτικο ψήφισμα της εναγόμενης 1 στο οποίο φαίνεται ότι ο διορισμός της ήταν για ένα χρόνο ενώ με βάση την συμφωνία ημερομηνίας 1.4.2012 θα έπρεπε να διοριστεί διευθύντρια χωρίς κάποιο χρονικό περιορισμό. Η εναγόμενη 2, ως διευθύντρια της εναγόμενης 1, ετοίμασε πρακτικά ημερομηνίας 31.3.2012 στα οποία φαίνεται ότι η ενόρκως δηλούσα διορίστηκε διευθύντρια πριν από την υπογραφή της συμφωνίας για ένα χρόνο. Τα σχετικά έντυπα υπογράφηκαν από την εναγόμενη 2 και στάληκαν στον Έφορο Εταιρειών στο Ηνωμένο Βασίλειο και δόθηκαν και στην Ελληνική Τράπεζα από την οποία και τα παρέλαβε η ενόρκως δηλούσα. Όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, η εναγομένη 2, με την βοήθεια και την καθοδήγηση του εναγόμενου 3 της έχουν αφαιρέσει τον έλεγχο και την διευθυντική της θέση. Αναφορικά με το ζήτημα της εγγραφής τους ως μετόχους της εναγόμενης 1, παρά το ότι η εναγόμενη 2 παρέδωσε στην ενόρκως δηλούσα και τον σύζυγο της το σχετικό έγγραφο υπογεγραμμένο από την ίδια, ουδέποτε όμως έλαβε μέτρα για την εγγραφή τους. Οι εναγόμενοι 2 και 3 παρέδωσαν στη ενόρκως δηλούσα βεβαίωση και ανάφεραν σε αυτή και τον σύζυγο της ότι είναι πλέον μέτοχοι της εναγόμενης
  5. Τα σχετικά έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν και στην Τράπεζα με τρόπο που και αυτή εξαπατήθηκε. Σε επικοινωνία που υπήρξε με την εναγόμενη 2, μέσω email ημερομηνίας 5.5.2015 της ενόρκως δηλούσας, ο ισχυρισμός που τέθηκε από την εναγόμενη 2 σε σχέση με την μεταφορά του πιο πάνω χρηματικού ποσού ήταν ότι τα χρήματα άνηκαν στην εναγόμενη
  6. Ισχυρίζεται επίσης η ενόρκως δηλούσα, ότι εντός των 4 πρώτων μηνών του 2015 μεταφέρθηκε με απατηλά μέσα από τον λογαριασμό της ενάγουσας το συνολικό ποσό των €17.928,33 στον λογαριασμό του εναγόμενου
  7. Μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος με δεύτερη αίτηση της η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση του διατάγματος ημερ. 29.5.2015 με το οποίο εμποδίζονται οι εναγόμενοι 2 και 3 να αποξενώσουν και επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία που αναφέρεται πιο πάνω. Η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση ημερομηνίας 27.5.2015 αφού επαναλαμβάνει τα πιο πάνω γεγονότα που αφορούν την μεταφορά του χρηματικού ποσού από τον λογαριασμό της ενάγουσας στον λογαριασμό της εναγόμενης 1, στην παρ. 21 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: - Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθότι η εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση Νο1 και/ή οι υπηρέτες και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι της, με τυχόν αποξένωση του επίδικου τεμαχίου, ειδικότερα από την στιγμή που έχουν ήδη αποξενώσει τα χρήματα που είχαν στον λογαριασμό τους, θα προκαλέσουν σοβαρότατη ζημία στην ενάγουσα. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση των δύο αιτήσεων διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  8. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη επανάληψης του. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο Από το τα πιο πάνω που καταγράφω μέσα από την ένορκη δήλωση της Virginia Anne Cooper που υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 27.5.2015 αλλά και από το περιεχόμενο των παρ. 3 και 4 της ένορκης δήλωσης του Νικόλα Μάντη που υποστηρίζει την ίδια αίτηση, που έχει κάπως πιο καθαρό νόημα σε ότι αφορά την τύχη του χρηματικού ποσού που μεταφέρθηκε στον λογαριασμό της εναγόμενης 1, προκύπτει ότι το διάταγμα ημερ. 12.5.2015 κατέστει άνευ αντικειμένου. Συγκεκριμένα, ο πιο πάνω ενόρκως δηλών, αναφέρει τα ακόλουθα στην ένορκη του δήλωση ημερ 27.5.2015 η οποία είναι μεταγενέστερη της ένορκης δήλωσης της Virginia Anne Cooper στην αίτηση για την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος, 3) Από πληροφορίες που έλαβα από την Ελληνική Τράπεζα, διαπιστώσαμε ότι τα εν λόγω χρήματα μπήκαν στον κοινό λογαριασμό των εναγόμενων - καθ΄ων η αίτηση Νο 2 και Νο
  9. Επίσης ενημερώθηκα ότι ο λογαριασμός δεν έχει πλέον χρήματα μέσα, καθότι έγινε ανάληψη των χρημάτων και πλέον δεν υπάρχει μέσα υπόλοιπο. 4) Ως εκ τούτου οι ενάγοντες - αιτητές δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους αφού τα χρήματα πλέον δεν γνωρίζουμε που βρίσκονται και δεν υπάρχει υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Στην υπόθεση Ηλίας Ορνιθάρης ν. Τμήματος Δημοσίων Έργων κα. ECLI:CY:AD:2014:A37, Πολιτική Έφεση Αρ. 232/2010 ημερομηνίας 20.1.2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως ακόμα και αν δεν υπήρχε το πιο πάνω νομικό κώλυμα και το πρωτόδικο δικαστήριο εξέταζε την ουσία της αίτησης και κατέληγε ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και πάλιν θα ήταν δύσκολο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου υπέρ του Εφεσείοντος, εφόσον δεν θεωρούμε ότι θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης». Στην προκειμένη περίπτωση, η οριστικοποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 12.5.2015 που ζητά η ενάγουσα σε τίποτα δεν θα ωφελήσει παρά την επιμονή της, όταν μάλιστα, μετά την πιο πάνω διαπίστωση και στην βάση αυτής προχώρησε με νέα αίτηση και εξασφάλισε νέο διάταγμα για σκοπούς εξασφάλισης της απαίτησης της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω δεδομένων , κρίνω άσκοπο να προχωρήσω στην εξέταση των λοιπών ζητημάτων που αφορούν την έκδοση του διατάγματος ημερ. 12.5.2015, τις προϋποθέσεις για την διατήρηση του και τους λόγους της ένστασης των καθ΄ων η αίτηση αφού από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η οριστικοποίηση και διατήρηση του σε ισχύ δεν δύναται να ωφελήσει σε κάτι. Δηλαδή και αν ακόμα ήθελε διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, δεν ικανοποιείται με βάση όλα τα πιο πάνω η τρίτη προϋπόθεση αφού από την οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος ουδέν ωφέλιμο θα προκύψει κατά το τελικό στάδιο διαδικασίας οπόταν και θα ήταν, σύμφωνα με την πιο πάνω προϋπόθεση, δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο σε αντίθετη περίπτωση. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης και ανεξάρτητα από αυτή, η αίτηση ημερ. 11.5.2015 και το διάταγμα ημερ. 12.5.2015 δεν θα μπορούσαν να έχουν επιτυχή κατάληξη και πορεία για ένα ακόμη λόγο και εξηγώ. Όπως πιο πάνω αναφέρω, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων και καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
  10. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτε με κάποιο τρόπο αμφισβητήθηκαν τα όσα σε αυτές καταγράφονται υπό μορφή γεγονότων. Η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση απορρίπτει την θέση της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση που έχει σχέση με την εξουσιοδότηση της από την ενάγουσα εταιρεία. Η Virgina Anne Cooper ισχυρίζεται στην παρ. 1 της ένορκης της δήλωσης ότι είναι η διευθύντρια της ενάγουσας και ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη της δήλωση και αναφέρει ότι Διευθύντριες και μέτοχοι της ενάγουσας είναι τόσο η ίδια (ενόρκως δηλούσα στην ένσταση) όσο και η Virgina Anne Cooper (ενόρκως δηλούσα στην αίτηση). Η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση αναφέρει επίσης ότι , η κα Cooper, ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από την ίδια ή το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας να προβεί σε καταχώρηση της αγωγής και ουδέποτε έθεσε τέτοιο θέμα ενώπιον οποιασδήποτε συνεδρίας των μετόχων και ότι προέβη στην καταχώρησης της παρούσας αγωγής καταχρηστικά, χωρίς οποιαδήποτε εντολή και εξουσιοδότηση από τους ενάγοντες. Επίσης, η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση αναφέρει, και τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η ενάγουσα ουδέποτε διόρισε δικηγόρους της τους δικηγόρους που κίνησαν την παρούσα αγωγή και διαδικασία. Σύμφωνα με τη νομολογία, μια εταιρεία δεν έχει φυσική υπόσταση αλλά αποτελεί μια ανεξάρτητη νομική οντότητα διαφορετική τόσο από τους μετόχους όσο και από τους διευθύνοντες συμβούλους της (Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22). Η ευθύνη διοίκησης μιας εταιρείας βρίσκεται στα χέρια του διοικητικού της συμβουλίου. Ιδιοκτήτες μιας εταιρείας είναι οι μέτοχοι αυτής. Είναι δυνατόν οι μέτοχοι να είναι ταυτόχρονα και μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση. Στο σύγγραμμα Pennington´s Company Law, 4th Ed., σελ. 523-525, αναφέρεται ότι το διοικητικό συμβούλιο και η γενική συνέλευση των μετόχων μιας εταιρείας δύνανται μεταξύ τους να ασκήσουν και να αναλάβουν την ευθύνη άσκησης όλων των εξουσιών της εταιρείας. Υπό την αίρεση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, με βάση τις οποίες ορισμένες εξουσίες πρέπει να ασκούνται από τη γενική συνέλευση, ο διαμοιρασμός των εξουσιών μεταξύ διοικητικού συμβουλίου και μελών καθορίζεται αποκλειστικά από το καταστατικό της εταιρείας ή οποιαδήποτε τροποποίηση αυτού (Palmer´s Company Law, 23rd Ed. Vol.1, σελ. 797, παρ. 61-05). Μια από τις σημαντικές εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας είναι και η απόφαση για έγερση αγωγής από την εταιρεία εναντίον οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. Ο Κανονισμός 80 του Πίνακα Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 προνοεί ρητά ότι οι εργασίες της εταιρείας θα τυγχάνουν διαχείρισης από τους διοικητικούς συμβούλους, οι οποίοι και θα ασκούν τις εξουσίες αυτές κατά το δοκούν, εφόσον βέβαια οι εξουσίες αυτές δεν ασκούνται είτε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, είτε με βάση τις πρόνοιες άλλων κανονισμών του Πίνακα Α, από την εταιρεία σε γενική συνέλευση. Στο σύγγραμμα Company Law in Practice, 4η έκδοση, του Inns of Court School of Law, σελ. 118 αναφέρεται ότι η απόφαση στη Foss v. Harbottle
(1843)2 Ηare 461, έχει δύο πτυχές, πρώτο την αρχή του καθορισμού του ορθού ενάγοντα και δεύτερο, την αρχή της πλειοψηφίας. Κατά την πρώτη, η ίδια η εταιρεία είναι ο ορθός διάδικος, εφόσον πλήττονται τα συμφέροντα της, κατά τη δεύτερη, αν η συναλλαγή είναι της φύσης για την οποία η απλή πλειοψηφία μπορεί να αποφασίσει να την προωθήσει και να δεσμεύσει την εταιρεία, τότε δεν χωρεί αγωγή προσωπικά από ένα μέτοχο. Ως εκ τούτου, η απόφαση για έγερση αγωγής θα πρέπει να λαμβάνεται από την εταιρεία, και αυτό σημαίνει είτε μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, είτε μετά από απόφαση των μελών σε γενική συνέλευση. Στο Annual Practice 1970, Τόμος 2, σελ. 840, παρ. 3224, αναφέρονται περιπτώσεις όπου ο δικηγόρος ενεργεί στη διαδικασία χωρίς την απαραίτητη εξουσιοδότηση, όπως όπου ο ενάγων είναι εταιρεία ή άλλη εγγεγραμμένη νομική οντότητα που δεν έχει διοικητικό συμβούλιο ορθά διορισμένο ή άλλους αξιωματούχους που μπορούν να δώσουν οδηγίες για την καταχώριση αγωγής. Στην υπόθεση West End Hotels Syndicate Ltd v. Bayer
(1912)29 T.L.R. 92, υπήρχαν δύο μόνο διευθυντές που κατείχαν εξίσου το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Ο ένας ήγειρε αγωγή στο όνομα της εταιρείας εναντίον του άλλου καταλογίζοντας σ΄αυτόν διάφορες λανθασμένες ενέργειες και ζητώντας την απομάκρυνση του, όπως και απαγορευτικό διάταγμα για την εκ μέρους του συνέχιση των εργασιών της εταιρείας κατά τρόπο ζημιογόνο προς αυτήν. Δεν υπήρξε απόφαση της εταιρείας ή των διευθυντών εξουσιοδοτούσα την έγερση της αγωγής και από τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου τέτοια εξουσιοδότηση ήταν αδύνατον να δοθεί. Σε σχετική αίτηση του ετέρου των διευθυντών, που κατέστη εναγόμενος, αποφασίστηκε η διαγραφή του ονόματος της εταιρείας ως ενάγουσας και η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Fergus Navigation & Embankment Co. v. Kingdon
(1861)4 L.T.R 262, όπου καταχωρίστηκε αγωγή από τον ένα από τους διευθυντές και πάλι στο όνομα της εταιρείας, ζητώντας διάταγμα εναντίον του άλλου διευθυντή απαγορεύον σε αυτόν να προβεί σε διάφορες εταιρικές ενέργειες, οπότε και σε σχετική αίτηση η αγωγή απερρίφθη επί τη βάσει ότι ο δικηγόρος δεν είχε εξουσιοδότηση να ενεργήσει εκ μέρους της εταιρείας εφόσον δεν υπήρχε συγκατάθεση του άλλου διευθυντή. Παρόμοιες υποθέσεις που σχετίζονται με νόμιμη εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο είναι και οι John Morley Building Co. v. Barras
(1891)2 Ch. 386 και Marshall´s Valve Gear Co. Ltd v. Manning, Wardle & Co. Ltd
(1909)1 Ch. 267. Συνεπώς με βάση το αναντίλεκτο γεγονός, ότι η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση ουδέποτε έλαβε εξουσιοδότηση από την ενάγουσα εταιρεία να προβεί στην καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης ημερ. 11.5.2015 και ούτε στο να προβεί σε ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της υπό κρίση αίτησης, η αίτηση δεν μπορεί, ελλείψη τέτοιας εξουσιοδότησης, να παραμένει κενή και χωρίς υπόβαθρο γεγονότων που να την υποστηρίζουν και κατ' επέκταση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης κρίνω ορθό όπως ακολουθήσουν την πορεία της αγωγής και επίσης όπως μη βαρύνουν τους εναγόμενους- καθ΄ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο δικαστήριο για έγκριση. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.