← Κύπρος

TERENCE MICHAEL LING ν. JEFFREY EDWIN GREENWOOD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1332/15, 6/10/2015

TERENCE MICHAEL LING ν. JEFFREY EDWIN GREENWOOD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1332/15, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1332/15 Μεταξύ: TERENCE MICHAEL LING, από την Πάφο Ενάγοντος ΚΑΙ 1.JEFFREY EDWIN GREENWOOD, από την Πάφο 2.AKME SECURITAS CYPRUS LTD, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.7.2015 Ημερομηνία: 6.10.2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Γ. Ζυμπουλάκη για MΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Μ Οικονομίδης για M. ECONOMIDES KRANOS & CO. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 28.7.2015 ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων (παράγωγη αγωγή κα/ή εκπροσωπευτική αγωγή (derivative action)):

  1. Εναντίον του εναγόμενου 1 γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 και/ή για παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη 2 και/ή για απάτη και/ή δόλο, και/ή κλοπή υπό αντιπροσώπου και/ή παράβαση καθήκοντος, και/ή αμέλεια και /ή σφετερισμό και/ή αποξένωση χρημάτων, και/ή περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 2 και/ή απόσπασης, και/ή παράνομης οικειοποίησης χρημάτων και/ή περιουσίας της εναγόμενης 2 και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή παράβασης σύμβασης και/ή των αρχών του κοινοδικαίου.
  2. Εναντίον του εναγόμενου 1 διάταγμα του δικαστηρίου που να τον διατάσσει να αποδώσει λογαριασμό σε σχέση με τα χρήματα που εισέπραξε και/ή τα κέρδη που απεκόμισε ως αποτέλεσμα της παράβασης εκ μέρους του των καθηκόντων του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 και/ή της παράβασης των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη
  3. Εναντίον του εναγόμενου 1 τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω του ότι καταδολίευσε τα συμφέροντα της εναγόμενης
  4. Νόμιμο τόκο.
  5. Έξοδα και Φ.Π.Α. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση και πέτυχε την 29.7.2015 (μετά από καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ημερ. 29.7.15 κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου) την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την 5.8.2015, ημερομηνία κατά την οποία τα διατάγματα ήταν επιστρεπτέα και ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Περαιτέρω ζήτησαν χρόνο για να συζητήσουν με την πλευρά του ενάγοντα για τροποποίηση των διαταγμάτων μέχρι την ακρόαση της παρούσας αίτησης. Τελικά οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέληξαν την 7.8.2015 σε συμφωνία τροποποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της παρούσας αίτησης και την έκδοση σχετικής απόφασης με αποτέλεσμα τα προσωρινά διατάγματα να έχουν την ακόλουθη μορφή: «
  6. (.) εκδίδεται Προσωρινό διάταγμα με το οποίο δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται οι τραπεζικοί λογαριασμοί του εναγόμενου 1 και/ή της εναγόμενης 2 ως αναφέρονται κατωτέρω: Jeff Greenwood Standard Bank (Isle of Man) Sort Code: 40-48-52 IBAN No. GB96SBIC40485210906002 A/C: 10906002 JE and JY Greenwood CO-OP Bank Sort Code: 08-90-60 A/C: 01179451 IBAN No. GB670PBK08906001179451 Jeffrey Greenwood HSBC Bank Sort Code: 40-45-24 A/C: 12293420 IBAN No. 400000000128634005 Ο πιο κάτω λογαριασμός ο οποίος είναι ο λογαριασμός της εναγομένης 2 θα μπορεί να λειτουργεί και/ή να κάνει και/ή να δέχεται πληρωμές αναφορικά με την λειτουργία της εταιρείας των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση 2 μόνο για κάλυψη μισθών του προσωπικού της εταιρείας το οποίο είναι δηλωμένο στις κοινωνικές ασφαλίσεις και πάγιων εξόδων της εταιρείας. Όλες οι πληρωμές θα γίνονται με εμβάσματα. Στην περίπτωση καταβολής μισθών και/ή οποιονδήποτε άλλων Κυβερνητικών υποχρεώσεων θα μπορούν να γίνονται πληρωμές με προσκόμιση υποστηρικτικών εγγράφων εγγραφής των εν λόγω υπαλλήλων στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων. Σε περίπτωση πληρωμής οποιονδήποτε άλλων λειτουργικών εξόδων των Εναγομένων 2/Καθ'ων η Αίτηση 2 θα προσκομίζονται στην Τράπεζα σχετικά τιμολόγια τα οποία θα κοινοποιούνται προηγουμένως στους δικηγόρους των εναγόντων οι οποίοι θα πρέπει να συγκατατίθενται για τις εν λόγω πληρωμές προς την τράπεζα. Η εν λόγω τροποποίηση γίνεται άνευ βλάβης των ισχυρισμών του ενάγοντα για την μη λειτουργία της εναγόμενης 2 τις τελευταίες εβδομάδες όπως αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Alpha Bank Cyprus Ltd Posidonos Branch A/C 6491010053186 IBAN: CY02
  7. (.) εκδίδεται Προσωρινό διάταγμα δια του οποίου απαγορεύει στον εναγόμενο 1 να αποσύρει καθ'οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από τους πιο πάνω τραπεζικούς λογαριασμούς εκτός από ποσό €200= επί ημερήσιας βάσης μόνο από 1 προσωπικό λογαριασμό εκτός του λογαριασμού της εναγομένης
  8. Ο Εναγόμενος 1/Καθ'ου η Αίτηση 1, μπορεί να αποσύρει άμεσα από οποιονδήποτε λογαριασμό στον οποίο είναι προσωπικά δικαιούχος εκτός του λογαριασμού της εναγόμενης 2 και μόνο 1 φορά εφάπαξ ποσού €2.000,00 σεντ χωρίς προσκόμιση δικαιολογητικών. Ο εναγόμενος Καθ'ου η Αίτηση 1 μπορεί να αποσύρει άμεσα και/ή πληρώσει τους Δικηγόρους του και ήτοι το δικηγορικό γραφείο Μ. ECONOMIDES KRANOS & CO LLC από οποιονδήποτε λογαριασμό στον οποίο είναι προσωπικά δικαιούχος εκτός του λογαριασμού της εναγόμενης 2 μέχρι του ποσού των €2.000,00 πλέον ΦΠΑ. Η εν λόγω τροποποίηση γίνεται άνευ βλάβης του δικαιώματος του ενάγοντα να αμφισβητήσει την εξουσιοδότηση της εναγόμενης 2 για νομική εκπροσώπηση της από το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο. Περεταίρω η εν λόγω τροποποίηση γίνεται άνευ βλάβης ως προς τα δικαιώματα των Εναγομένων2/Καθ'ων η Αίτηση 2 αναφορικά με την άμεση και/ή έμμεση παρεμπόδιση της ως προς τον διορισμό και/ή πληρωμή των δικηγόρων της.
  9. (.) εκδίδεται Προσωρινό διάταγμα δια του οποίου απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων, υπηρετών, αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων του και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου από του να μεταβιβάσει ή να αποξενώσει ή να διαθέσει ή να επιβαρύνει ή να δημιουργήσει οποιαδήποτε επιβάρυνση επί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να χειριστεί ή να μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα του ή όχι και είτε αυτά του ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού και είτε το συμφέρον του σε αυτά είναι νομικό συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να διαθέσει ή να χειριστεί ωσάν να ήταν δικό του (εξουσία που θα θεωρείται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει εάν τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην οποία περίπτωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1 θα πρέπει επίσης να προκαλέσει το εν λόγω τρίτο πρόσωπο να μη μεταβιβάσει ή αποξενώσει ή επιβαρύνει ή δημιουργήσει επιβάρυνση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο χειριστεί ή μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών του στοιχείων που αποτελεί αντικείμενο του Διατάγματος) μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αίτησης ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η εν λόγω απαγόρευση συμπεριλαμβάνει την δέσμευση του αυτοκινήτου μάρκας Audi A6 με αρ. εγγραφής KYB 761 αξίας €25,000 ιδιοκτησίας του εναγόμενου
  10. (.) εκδίδεται Προσωρινό διάταγμα δια του οποίου διατάσσεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος να ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να προσδιορίζει όλα του τα περιουσιακά στοιχεία αξίας €10.000 ή άνω τα οποία βρίσκονται είτε εντός ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα του ή όχι και είτε αυτά του ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών στοιχείων και λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους είναι υπογράφων είτε τηρούνται στο όνομά του ή όχι οποιοδήποτε και να είναι το υπόλοιπο τέτοιου λογαριασμού.» Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης εκ μέρους της πλευράς των εναγομένων την 17.8.2015 και η καταχώρηση εκ μέρους της πλευράς του ενάγοντα (μετά από άδεια του Δικαστηρίου) συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ημερ. 28.8.2015 και τέλος η καταχώρηση εκ μέρους του εναγομένου 1(επίσης μετά από άδεια του Δικαστηρίου) συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 2.9.
  11. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης που διεξήχθη την 2.9.15 οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση. Η διαδικασία αυτή αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Κρίνω σκόπιμο όπως γίνει αναφορά στη συνέχεια στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση ως επίσης και των λόγων ένστασης. Ο ενάγοντας αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι είναι ένας εκ των δύο διευθυντών και δύο μετόχων της εναγόμενης 2 εταιρείας η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία και εδρεύει στην Πάφο και ασχολείται μεταξύ άλλων με εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας και παροχή υπηρεσιών ασφάλειας (πιστοποιητικό αξιωματούχων της εταιρείας - Τεκμήριο 1). Εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα του ως μέτοχος της εναγόμενης 2 σαν εκπροσωπευτική των συμφερόντων της (derivative action) ή και σαν παράγωγη αγωγή λόγω του ότι η μετοχική δομή της εναγόμενης 2 ανήκει κατά 50% στον εναγόμενο 1 και κατά 50% στον ίδιο. Ο εναγόμενος 1 ο οποίος είναι ο άλλος διευθυντής της εναγόμενης 2 κατάγεται (όπως και ο ίδιος ο ενάγοντας) από το Ηνωμένο Βασίλειο και είναι κάτοικος Πάφου. Σύμφωνα με τον ενάγοντα ο εναγόμενος 1 τον παρότρυνε να επενδύσει στην εναγομένη 2 δίδοντας του την υπόσχεση ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία θα του απόφερε τεράστιο κέρδος δηλαδή €50.000 (ο καθένας) αν έφθαναν τους 300 πελάτες τον χρόνο. Ο ίδιος επένδυσε το ποσό των 23.000 Στερλινών κατά την περίοδο 2012-2013 και στις 13.2.2014 το ποσό των 17.000 Στερλινών για το 20% των μετοχών και υπέγραψε σχετική συμφωνία ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 2). Μετά από πίεση του εναγομένου 1, ο ενάγοντας επισκέφθηκε την 15.7.2014 μαζί με τον εναγόμενο 1 τη δικηγόρο και φίλη του εναγομένου 1 κα Jeannette Truscott στο δικηγορικό γραφείο Οικονομίδης, Κράνος & Σία η οποία ετοίμασε σχετική συμφωνία την οποία υπέγραψαν για την αγορά του 50% των μετοχών της εναγόμενης 2 εταιρείας έναντι του συνολικού ποσού των 100.000 στερλινών συμπεριλαμβανομένων των ποσών που είχε ήδη καταβάλει (Τεκμήριο 4). Κατέθεσε τις υπόλοιπες 60.000 στερλίνες σε διάφορους προσωπικούς λογαριασμούς του εναγομένου 1 και τραπεζικούς λογαριασμούς τύπου «offshore» μετά από δική του προτροπή γιατί όπως του ανέφερε δεν ήθελε να πληρώσει πολλούς φόρους (αποδείξεις μεταφοράς χρημάτων - Τεκμήριο 3). Με την επένδυση των £100.000 στερλινών του μεταβιβάστηκε το 50% των μετοχών της εναγόμενης 2 εταιρείας και έγινε μη εκτελεστικός διευθυντής (sleeping director) της εναγόμενης 2 και συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος 1 θα εκτελούσε όλες τις εργασίες που είχαν σχέση με τα οικονομικά και τη λειτουργία της εναγόμενης 2 (πιστοποιητικό μετόχων - Τεκμήριο 5). Ο ενάγοντας αναφέρει στη συνέχεια ότι παρόλο που συμφώνησε με την εναγόμενη 2 τα χρήματα που επένδυσε να κατέληγαν στο ταμείο της εταιρείας για να την βοηθήσουν να αναπτυχθεί, ο εναγόμενος 1 ουδέποτε τήρησε τη συμφωνία τους αλλά κράτησε τα χρήματα για ίδιον όφελος και ουδέποτε τα κατέθεσε στους λογαριασμούς της εναγόμενης
  12. Ο εναγόμενος 1 ουδέποτε δήλωσε τα χρήματα τα οποία επένδυσε στην εναγομένη 2 εταιρεία στο γραφείο του φόρου εισοδήματος και έτσι προέβηκε σε καταγγελία μόλις το ανακάλυψε. Αφού ο ίδιος επένδυσε τα χρήματα του στην εναγόμενη 2 εταιρεία και έγινε μέτοχος της, ο εναγόμενος 1 άρχισε να αγοράζει πολύ ακριβά προσωπικά αντικείμενα π.χ. αυτοκίνητο πολυτελείας παρόλο που του παρουσίαζε ότι η εναγόμενη 2 δεν είχε έσοδα. Επίσης ο εναγόμενος 1 δεν τον ενημέρωνε για τις εργασίες της εταιρείας και δεν συνεννοούνταν για οτιδήποτε. Έτσι ζήτησε από τον κ. Ray Green ο οποίος κρατούσε τα λογιστικά βιβλία της εναγομένης 2 εταιρείας να τον ενημερώσει για τα οικονομικά της εταιρείας. Από τον έλεγχο που έκανε ο ίδιος ανακάλυψε ότι ο εναγόμενος 1 έκλεβε από την εναγομένη 2 εταιρεία, τον ίδιο και τους υπαλλήλους της εναγομένης 2 και οικειοποιείτο και καταχραζόταν χρήματα τα οποία ανήκαν στην εταιρεία. Συγκεκριμένα ο κ. R. Green τον ενημέρωσε ότι οι περισσότερες οικονομικές συναλλαγές της εταιρείας γίνονταν σε μετρητά και έτσι δεν φαίνονταν στους λογαριασμούς της εταιρείας. Για το σκοπό αυτό ο εναγόμενος 1 έδωσε οδηγίες σε όλο το προσωπικό της εταιρείας να πληρώνεται σε μετρητά από τους πελάτες και να μην εκδίδονται τιμολόγια και αποδείξεις για τις συναλλαγές αυτές. Έτσι μπορούσε να κρύβει τις εισπράξεις από το ΦΠΑ, το φόρο εισοδήματος και να κλέβει την εταιρεία. Ακόμα χρησιμοποιούσε την εμπορική εύνοια, τον εξοπλισμό, το προσωπικό της εταιρείας για ίδιον όφελος και εισέπραττε ο ίδιος όλα τα χρήματα από τις εργασίες της εταιρείας. Ο κ. Ray Green τον ενημέρωσε ότι εκκρεμούσαν απλήρωτα τιμολόγια της τάξεως των €50.000 από το 2014 τα οποία πληρώθηκαν από τους πελάτες σε μετρητά όμως ουδέποτε δόθηκαν αυτά τα χρήματα από τον εναγόμενο 1 στην εναγόμενη 2 προς εξόφληση των τιμολογίων. Ο ενάγοντας στη συνέχεια αναφέρει ότι οι λογαριασμοί της εταιρείας επίσης ελέγχθηκαν και από την κα Μαρία Ιωάννου η οποία είναι λογίστρια και εργάζεται στο λογιστήριο των δικηγόρων του σε συνεργασία με τον κ. Ray Green όπου κατά τον έλεγχο ανακαλύφθηκε ότι: · Τα συμβόλαια μεταξύ των πελατών της εναγόμενης 2 και των τιμολογίων που υπήρχαν στην εταιρεία δεν ταίριαζαν. Έτσι φαίνονταν συμφωνίες με πελάτες χωρίς τιμολόγια και τιμολόγια χωρίς συμφωνίες. · Παρόλο που υπήρχαν συμφωνίες με επιπρόσθετα έξοδα για την εταιρεία, μόνο οι ετήσιες υπηρεσίες συντήρησης τιμολογήθηκαν π.χ. η παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και όχι οι εγκαταστάσεις κάμερας, συναγερμών και συστημάτων παρακολούθησης. · Οι πιστωτές της εταιρείας αυξήθηκαν κατά €75.493 το 2014 σε σύγκριση με το 2013 και έτσι αναμένεται ότι θα υπήρχε και η αντίστοιχη αύξηση στις πωλήσεις ή στους χρεώστες ή στα αποθέματα της εταιρείας· κανένα όμως από τα τρία δεν είχε την αντίστοιχη αύξηση, πράγμα που υποδεικνύει ότι αγοράζονταν εμπορεύματα από την εταιρεία όμως δεν παρέμεναν στην εταιρεία ούτε πωλούνταν από την εταιρεία αλλά από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 προσωπικά. Ανέφερε στον εναγόμενο 1 τις ανησυχίες του και του ζήτησε εξηγήσεις χωρίς όμως να λάβει καμία εξήγηση. Κατά τον έλεγχο που έκανε ανακάλυψε ότι δεν υπήρχε σύστημα μισθοδοσίας του προσωπικού. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 πλήρωνε τους προσωπικούς του λογαριασμούς από τα χρήματα της εταιρείας. Έδειχνε ακόμα στα βιβλία της εταιρείας ότι η εταιρεία έλαβε δάνειο από τον ίδιο της τάξεως των €100.000 το οποίο ουδέποτε έγινε και για το οποίο δεν έλαβε συγκατάθεση και έγκριση από αυτόν ούτε ποτέ ενημερώθηκε για κάτι τέτοιο. Ο εναγόμενος 1 δεν του έδινε εξηγήσεις για όλα αυτά και δεν συνεργαζόταν μαζί του κατ΄ ουδένα τρόπο. Περαιτέρω ενημερώθηκε από υπαλλήλους της εναγόμενης 2 όπως ο κος Paul Backhouse συγκεκριμένα ο οποίος τοποθετούσε κάμερες και συστήματα συναγερμών και ασφαλείας σε πελάτες της εναγόμενης 2 ότι ο εναγόμενος 1 του έδωσε εντολή να τοποθετεί τις κάμερες και τα συστήματα ασφαλείας και να ζητά από τους πελάτες να τον πληρώνουν σε μετρητά. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 αγόραζε τον εξοπλισμό με μετρητά και πληρωνόταν σε μετρητά ή επιταγές στο όνομα του προσωπικά τόσο για τα έξοδα αγοράς των συστημάτων ασφαλείας όσο και για την τοποθέτηση τους και δεν κατέβαλλε τα χρήματα στην εταιρεία. Ακόμα ο εναγόμενος 1 πολλές φορές ζητούσε λευκές επιταγές για να συμπληρώνει ο ίδιος το όνομα του δικαιούχου. Ο κος Paul Backhouse του ετοίμασε λίστα από συγκεκριμένους πελάτες που τοποθέτησε κάμερες και συστήματα παρακολούθησης κατά την περίοδο Ιουνίου 2014 - Μαρτίου 2015 και εισέπραξε τα χρήματα σε μετρητά και δεν τα κατέθεσε στους λογαριασμούς της εταιρείας. Οι συγκεκριμένοι πελάτες είναι σε θέση να δώσουν μαρτυρία στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Περαιτέρω βάση υπολογισμών του κ. Paul Backhouse, o εναγόμενος 1 κατά την συγκεκριμένη περίοδο οικειοποιήθηκε χρήματα τα οποία ανήκαν στην εναγόμενη 2 τα οποία εισέπραξε από πελάτες της εναγόμενης 2 σε μετρητά για τοποθέτηση συναγερμών και συστημάτων παρακολούθησης της τάξεως των €295.
  13. Τα περισσότερα χρήματα τα κατέθετε στους "offshore" λογαριασμούς του στο εξωτερικό σε στερλίνες. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλλε τις κοινωνικές ασφαλίσεις των εργοδοτούμενων της εταιρείας. Συγκεκριμένα του κου Paul Backhouse ενώ ο μισθός του ήτο €1.200 του κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις για €600 και του απέκοπτε €200 μηνιαίως από τον μισθό του με το πρόσχημα ότι ήταν για τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Αυτό το ανακάλυψε όταν ο εναγόμενος 1 τον εξανάγκασε σε παραίτηση και αποτάθηκε για να εγγραφεί στο ταμείο ανεργίας. Ο κ. Paul Backhouse του ανέφερε ότι τόσο ο δικός του μισθός όσο και των υπολοίπων υπαλλήλων καταβάλλετο πάντα σε μετρητά. Τόσο αυτός όσο και ο κ. Paul Backhouse και άλλοι υπάλληλοι της εναγόμενης 2 έχουν προβεί σε επίσημη καταγγελία στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων για τις συγκεκριμένες οικονομικές ατασθαλίες αναφορικά με τα οικονομικά και την κακοδιαχείριση της εναγόμενης 2 και αναμένουν την διεξαγωγή έρευνας. Ο ενάγων αναφέρει επίσης ότι κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε προέβηκε σε σχετική καταγγελία στο ΤΑΕ Πάφου (Απόδειξη Παραλαβής Τεκμηρίων-Τεκμήριο 6). Περαιτέρω αναμένει τη διεξαγωγή έρευνας εκ μέρους του Τμήματος Φορολογίας και ΦΠΑ με την οποία θα φανεί το ακριβές ποσό το οποίο ο εναγόμενος 1 οικειοποιήθηκε (έντυπο Κ.Ε 454 του Τμήματος Φορολογίας-Τεκμήριο 7). Μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 6.3.2015 (Τεκμήριο 8) ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 για τα όσα είχε ανακαλύψει και τον κάλεσε σε διαπραγμάτευση και συζήτηση για το μέλλον της εναγόμενης 2 η οποία κινδύνευε να καταγγελθεί από τις αρμόδιες αρχές λόγω των οικονομικών ατασθαλιών και της κακοδιαχείρισης από αυτόν χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τον ενάγοντα είναι πολύ επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς γιατί ο εναγόμενος 1 ετοιμάζεται να φύγει από την Κύπρο για το εξωτερικό όπως ο ίδιος του είχε αναφέρει και αποτέλεσμα τούτου όπως πληροφορήθηκε ήτο η διευθέτηση των τραπεζικών του λογαριασμών ή και το κλείσιμο τους καθώς και η μεταφορά των υπολοίπων τους σε τράπεζες στο εξωτερικό. Η ενδεχόμενη εγκατάλειψη της Κύπρου από τον εναγόμενο 1 ενδέχεται να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν ασχολείται πλέον με τα συστήματα ασφαλείας ως επίσης δεν ανταποκρίνεται σε κλήσεις υφιστάμενων πελατών της εναγόμενης 2 αναφορικά με κλοπές που έχουν υποστεί και οφείλει να τους συνδράμει. Περαιτέρω έχει παγώσει ή και παύσει την οποιαδήποτε αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου του στην Τράπεζα Κύπρου η οποία προτίθεται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε όλα τα χρήματα από τις εισπράξεις των πελατών της εναγόμενης 2 εταιρείας στους προσωπικούς του λογαριασμούς που αναφέρονται στα εκδοθέντα διατάγματα όπως τροποποιήθηκαν την 7.8.
  14. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί κραυγαλέα περίπτωση παράβασης των καθηκόντων του εναγομένου 1 ως διευθυντή της εναγόμενης 2 ή και παράβασης των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγομένη 2 ή και κλοπής υπό αντιπροσώπου ή και καταδολίευσης των συμφερόντων του ως μετόχου και των συμφερόντων της εναγόμενης 2 ή και απώλειας συνεπεία απάτης ή και δόλου ή και παράβασης καθήκοντος διευθυντή ή και αμέλειας ή και σφετερισμού ή και αποξένωσης χρημάτων ή και περιουσίας δικής του και της εναγόμενης 2 ή και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και παράβασης σύμβασης και υπάρχει πολύ καλή υπόθεση με σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Πιστεύει ότι ο εναγόμενος 2 υπέχει υποχρέωσης να τον προμηθεύσει με πλήρη στοιχεία, να αποδώσει λογαριασμό σε σχέση με τα χρήματα που εισέπραξε ή και τα κέρδη που αποκόμισε. Η επένδυση του στην εναγόμενη 2 παρέμεινε λόγω των πιο πάνω, σε σημαντικό βαθμό, χωρίς οποιαδήποτε αξία. Ακόμη ο ίδιος και η εναγόμενη 2 βρίσκονται σε κίνδυνο να καταγγελθούν από τις αρμόδιες αρχές, Τμήμα Φορολογίας, ΦΠΑ, Κοινωνικές Ασφαλίσεις λόγω των οικονομικών ατασθαλιών και τη κακοδιαχείριση του εναγομένου 1 και κατ΄ επέκταση να ζημιώσουν πολύ περισσότερο. Το διάταγμα επιζητείται προς υποστήριξη της παράγωγης αγωγής που έχει καταχωρηθεί από τον ίδιο και επιζητά αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων του εναγομένου 1-καθ΄ου η αίτηση 1 και απόδοση λογαριασμού από τον καθ΄ου η αίτηση 1 σε σχέση με τα κέρδη που έχει αποκομίσει από τις παράνομες του πράξεις. Ο ενάγοντας χαρακτηρίζει το θέμα εξαιρετικά επείγον ενόψει των γεγονότων που παραθέτει πιο πάνω και ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο εναγόμενος 1 να προσπαθήσει να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία μόλις ειδοποιηθεί για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο εναγόμενος 1 (α) δεν διαμένει στην Κύπρο συνεχώς αλλά λείπει αρκετό καιρό στο εξωτερικό (β) όπως περιγράφεται πιο πάνω είναι ικανός να λάβει τα οποιαδήποτε αναγκαία μέτρα για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του (γ) όλα τα χρήματα που εισέπραττε από τις πωλήσεις της εταιρείας τα κατέθετε στους προσωπικούς του λογαριασμούς. Επομένως εύλογα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι μπορεί με ευκολία να διαθέσει ή να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Συγκεκριμένα όταν έμαθε ότι θα κινηθεί εναντίον του δικαστικώς και ότι τον κατάγγειλε στις αρμόδιες αρχές τον απείλησε ότι θα εξαφανιστεί και θα αποξενώσει όλα τα χρήματα που έχει στους λογαριασμούς του και δεν θα μπορέσει να διεκδικήσει οτιδήποτε. Περαιτέρω έχει απειλήσει την ζωή και την σωματική ακεραιότητα του Paul Backhouse, γεγονός που προτίθεται να καταγγείλει στην Αστυνομία. Ο ενάγοντας καταλήγει ότι είναι δίκαιο και βολικό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (α) Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα διασφαλιστεί ότι ο καθ΄ου η αίτηση 1 θα έχει περιουσιακά στοιχεία αξίας επί των οποίων να δύναται να εκτελεστεί η οποιαδήποτε απόφαση, γεγονός που είναι ύψιστης σημασίας καθότι σε διαφορετική περίπτωση η οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί στο τέλος της αγωγής θα είναι άνευ ουσίας. (β) Η οποιαδήποτε ταλαιπωρία που μπορεί να υποστεί ο καθ΄ου η αίτηση 1 είναι πολύ μικρότερη από την ταλαιπωρία και την αδικία που θα υποστεί ο ίδιος και η καθ΄ης η αίτηση 2 από μια αποξένωση περιουσιακών στοιχείων που θα καταστήσει την οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί άνευ σημασίας. Η αίτηση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση του Paul Backhouse στην οποία αναφέρει ότι εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη 2 κατά την 1.6.2014 ως τεχνικός. Ο μισθός του συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου 1, διευθυντή και μετόχου της εναγόμενης 2, σε €1.200 ακάθαρτα μηνιαίως (Συμφωνία Εργοδότησης-Τεκμήριο 1Α). Ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν η αγορά από προμηθευτές εξοπλισμού ασφαλείας και η τοποθέτηση του ως επίσης η πληρωμή από τους πελάτες με την ολοκλήρωση της εργασίας του. Ο Paul Backhouse αναφέρει στη συνέχεια ότι ο εναγόμενος 1 του έδωσε εντολές να πληρώνει τους προμηθευτές και να πληρώνεται από τους πελάτες πάντα σε μετρητά και να λέει στους τελευταίους ότι αν πλήρωναν σε μετρητά η εναγόμενη 2 δεν θα τους χρέωνε ΦΠΑ και έτσι θα πλήρωναν λιγότερα. Ακόμα του έδωσε εντολή να λέει στους πελάτες που επέμεναν να πληρώσουν με επιταγή να αφήνουν κενό το χώρο όπου αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου και ότι θα τοποθετείτο σφραγίδα της εναγόμενης 2 ως επίσης να μην δίδει αποδείξεις και ότι σε περίπτωση που πίεζαν οι πελάτες για έκδοση απόδειξης να τους έδινε απλά τη σελίδα της έκθεσης του τεχνικού. Σε περίπτωση που οι πελάτες επέμεναν να προβούν σε πληρωμή μέσω εμβάσματος σε τραπεζικό λογαριασμό ο εναγόμενος 1 του έδωσε οδηγίες να τους δίνει πάντοτε τον προσωπικό του λογαριασμό στο Ηνωμένο Βασίλειο και να λέει στους πελάτες να πληρώνουν σε στερλίνες. Όλες οι αποδείξεις για την αγορά εξοπλισμού δίνονταν στη γραμματέα του εναγόμενου 1 κα Τζίνα Κέλπη και όλες τις πληρωμές είτε μετρητά είτε λευκές επιταγές τις παρέδιδε πάντοτε στον εναγόμενο 1 είτε στο γραφείο είτε στο σπίτι του. Όταν ο ενάγοντας κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την εναγόμενη 2 εταιρεία, συνεχίζει ο P. Backhouse και προέβηκε σε έλεγχο, ο ίδιος του ανέφερε τα πιο πάνω ενώ όταν ο εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε τι έγινε τον εξανάγκασε σε παραίτηση και δεν του έδωσε τον προσωπικό εξοπλισμό του, δηλαδή ένα τρυπάνι και του κατακράτησε το ποσό των €350 που αφορούσε την άδεια φρουρού που όπως είχαν συμφωνήσει θα το κατέβαλε η εταιρεία. Ο P. Backhouse αναφέρει επίσης ότι ετοίμασε λίστα με συγκεκριμένους πελάτες στους οποίους τοποθέτησε κάμερες και συστήματα παρακολούθησης κατά την περίοδο Ιουνίου 2014-Μαρτίου 2015 και εισέπραξε χρήματα σε μετρητά τα οποία ο εναγόμενος 1 δεν κατέθεσε σε λογαριασμούς της εναγόμενης 2 εταιρείας (Τεκμήριο 2Α). Οι συγκεκριμένοι πελάτες είναι σε θέση να δώσουν μαρτυρία στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Βάσει των υπολογισμών του ο εναγόμενος 1 οικειοποιήθηκε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ποσό €295.000 που ανήκαν στην εναγομένη
  15. Ακόμα ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλλε τις κοινωνικές ασφαλίσεις των εργοδοτουμένων της εναγόμενης
  16. Συγκεκριμένα, ενώ του ιδίου ο μισθός του ήτο €1.200 του κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις για ποσό €600 ενώ του απέκοπτε ποσό €200 μηνιαίως από τον μισθό του με το πρόσχημα ότι αφορούσε τις κοινωνικές ασφαλίσεις και το ανακάλυψε όταν αποτάθηκε για να εγγραφεί στο ταμείο ανεργίας όταν ο εναγόμενος 1 τον εξανάγκασε σε παραίτηση (Αναλυτική κατάσταση αποδοχών - Τεκμήριο 3Α). Ο εναγόμενος 1 του κατέβαλε το ποσό των €48 για τον μήνα Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 2014 ενώ θα έπρεπε να του καταβάλει το διπλάσιο, ενώ δεν του κατέβαλε κοινωνικές ασφαλίσεις για τους μήνες Νοέμβριο έως Μάρτιο. Τόσο ο δικός του μισθός όσο και των υπολοίπων υπαλλήλων της εναγομένης 2 καταβάλλετο πάντα σε μετρητά. Ακόμα τόσο ο ίδιος και ο ενάγοντας όσο και άλλοι υπάλληλοι της εναγόμενης 2 έχουν προβεί σε επίσημη καταγγελία στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων για τις συγκεκριμένες οικονομικές ατασθαλίες σε σχέση με τα οικονομικά και την κακοδιαχείριση της εναγόμενης 2 εκ μέρους του εναγομένου
  17. Περαιτέρω ο ίδιος έχει εύλογες υποψίες ότι ο εναγόμενος 1 θα εγκαταλείψει την Κύπρο και την εναγόμενη 2 αφού άρχισε να μην ανταποκρίνεται σε κλήσεις πελατών της εναγόμενης 2 εταιρείας και δεν ασχολείται καθόλου με τις υποθέσεις της ενώ στέλνει περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό. Ο P. Backhouse αναφέρει ακόμα ότι τον Ιούνιο του έτους 2014 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς κάποιος ο οποίος του ανέφερε ότι ήτο συνεργάτης του εναγομένου 1 και του ζήτησε να συναντηθούν για να συζητήσουν τα προβλήματα που είχε με τον εναγόμενο 1 και την εναγόμενη
  18. Συνάντησε τον άνθρωπο αυτό σε συγκεκριμένο εστιατόριο στους Τάφους των Βασιλέων ο οποίος απείλησε τη ζωή του και τη σωματική του ακεραιότητα και του ανέφερε ότι έμπλεξε με λάθος άτομο εννοώντας τον εναγόμενο 1 και ότι θα τον εξαφανίσει αν συνεχίσει και αν τον καταγγείλει. Τέλος, η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Raymond Green. Ο Raymond Green αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη 2 εταιρεία κατά τον Ιούλιο του έτους 2014 και ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να κρατεί τα λογιστικά βιβλία της εναγόμενης
  19. Ο R. Green αναφέρει στη συνέχεια ότι ο ενάγοντας του ζήτησε να προβεί σε έλεγχο των οικονομικών της εναγόμενης 2 εταιρείας γιατί υποψιαζόταν ότι ο εναγόμενος 1 οικειοποιείτο χρήματα της εναγόμενης
  20. Από τον έλεγχο τον οποίο διενήργησε ανακάλυψε ότι ο εναγόμενος 1 έκλεβε από την εναγομένη 2 εταιρεία, τον ενάγοντα, το ΦΠΑ, το φόρο, τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τους υπαλλήλους της εναγόμενης 2 και οικειοποιείτο και καταχραζόταν χρήματα τα οποία ανήκαν στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Συγκεκριμένα οι περισσότερες οικονομικές συναλλαγές της εταιρείας γίνονταν σε μετρητά και έτσι δεν φαίνονταν στους λογαριασμούς της εταιρείας. Όλα τα χρήματα από τις εργασίες της εταιρείας τα εισέπραττε ο ίδιος ο εναγόμενος
  21. Περαιτέρω εκκρεμούσαν απλήρωτα τιμολόγια της τάξης των €50.000 από το 2014 τα οποία πληρώθηκαν από τους πελάτες σε μετρητά, όμως δόθηκαν ανεπαρκή χρήματα από τον εναγόμενο 1 στην εναγόμενη 2 προς εξόφληση των τιμολογίων. Ο R. Green αναφέρει επίσης ότι οι λογαριασμοί της εταιρείας επίσης ελέγχθηκαν και από την κα Μαρία Ιωάννου η οποία είναι λογίστρια και εργάζεται στο λογιστήριο των δικηγόρων του ενάγοντα σε συνεργασία με τον ίδιο όπου κατά τον έλεγχο ανακαλύφθηκαν τα κατωτέρω: · Τα συμβόλαια μεταξύ των πελατών της εναγόμενης 2 και των τιμολογίων που υπήρχαν στην εταιρεία δεν ταίριαζαν. Έτσι φαίνονταν συμφωνίες με πελάτες χωρίς τιμολόγια και τιμολόγια χωρίς συμφωνίες. · Παρόλο που υπήρχαν συμφωνίες με επιπρόσθετα έξοδα για την εταιρεία, μόνο οι ετήσιες υπηρεσίες συντήρησης τιμολογήθηκαν π.χ. η παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και όχι οι εγκαταστάσεις κάμερας, συναγερμών και συστημάτων παρακολούθησης. · Οι πιστωτές της εταιρείας αυξήθηκαν κατά €75,493 το 2014 σε σύγκριση με το 2013 και έτσι αναμένετο ότι θα υπήρχε και η αντίστοιχη αύξηση στις πωλήσεις ή στους χρεώστες ή στα αποθέματα της εταιρείας, κανένα όμως από τα τρία δεν είχε την αντίστοιχη αύξηση, πράγμα που υποδεικνύει ότι αγοράζονταν εμπορεύματα από την εταιρεία όμως δεν παρέμεναν στην εταιρεία ούτε πωλούνταν από την εταιρεία αλλά από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 προσωπικά. Περαιτέρω ο R. Green αναφέρει ότι δεν υπήρχε σύστημα μισθοδοσίας του προσωπικού. Επίσης ο εναγόμενος 1 πλήρωνε κάποιους από τους προσωπικούς του λογαριασμούς από τα χρήματα της εταιρείας. Περαιτέρω έδειχνε στα βιβλία της εταιρείας ότι η εταιρεία έλαβε δάνειο από τον ίδιο της τάξεως των €100.000 το οποίο συσσωρεύτηκε μεταφέροντας κάποια χρήματα από τον προσωπικό του λογαριασμό στην εναγομένη 2 ή καταθέτοντας προσωπικά του χρήματα στον λογαριασμό της εναγόμενης 2 και για το οποίο δεν έλαβε συγκατάθεση και έγκριση από τον ενάγοντα ούτε ποτέ ενημέρωσε τον οποιονδήποτε για κάτι τέτοιο. Αναφέρει επίσης ότι η εξήγηση του εναγομένου 1 για όλα αυτά ήταν ότι το έκανε αυτό για να καλύψει κάποια έξοδα της εναγόμενης 2 εταιρείας γιατί όπως έλεγε η εναγομένη 2 χρειαζόταν χρήματα για να διεξάγει τις εργασίες της που δεν μπορούσε να τα καλύψει, όμως αυτό το πρόβλημα το δημιούργησε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 με τις πράξεις του. Αναφέρει ακόμα ότι ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του επαρκή στοιχεία για να καταλήξει με βεβαιότητα στο ακριβές ποσό που ο εναγόμενος 1 καταχράστηκε και ζημίωσε την εναγόμενη 2 εταιρεία. Έγινε όμως επίσημη καταγγελία εκ μέρους του ενάγοντα στην Αστυνομία και στο ΦΠΑ και αναμένεται να διεξαχθεί έρευνα. Τέλος, ο R. Green αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε τις κοινωνικές ασφαλίσεις των εργοδοτουμένων της εναγόμενης 2 και γενικά πλήρωνε τους μισθούς σε μετρητά ως επίσης κατέθετε όλα τα χρήματα από τις εισπράξεις των πελατών της εναγόμενης 2 στους προσωπικούς του λογαριασμούς και ότι ο ίδιος έπαυσε να εργάζεται στην εναγόμενη 2 εταιρεία από το Μάρτιο του έτους 2015 λόγω των πιο πάνω. Την 29.7.2015 ο ενάγοντας και ο P. Backhouse προχώρησαν σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Ο ενάγοντας αναφέρει στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση ότι μετά την επιστολή του ημερομηνίας 6.3.15 προς τον εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 8 στην αρχική του ένορκη δήλωση) για συνάντηση και επίλυση των θεμάτων που αφορούσαν την εναγομένη 2 εταιρεία, στην οποία δεν έλαβε κάποια θετική απάντηση, ζήτησε στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε, από τον κ. R. Green και τη λογίστρια Μ. Ιωάννου να του ετοιμάσουν έκθεση αναφορικά με τα οικονομικά της εναγόμενης 2 με όσα στοιχεία είχαν στην κατοχή τους. Ακολούθως λόγω του ότι δεν έτυχε θετικής ανταπόκρισης από τον εναγόμενο 1, την 6.4.2015 επισκέφθηκε το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Πάφο όπου προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του εναγομένου 1 και την ίδια μέρα επισκέφθηκε το ΤΑΕ Πάφου για να προβεί σε καταγγελία αλλά του ανέφεραν να πάει ξανά την 28.4.2015 γιατί δεν μπορούσαν να του λάβουν κατάθεση εκείνη την μέρα. Την 8.4.2015 επισκέφθηκε το Τμήμα Φορολογίας και το ΦΠΑ όπου προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του εναγομένου 1 και του ζήτησαν να ξαναπάει την 27.4.15 για να τους παραδώσει τα στοιχεία που αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 της αρχικής του ένορκης δήλωσης, πράγμα που έπραξε. Την 28.4.2015 επισκέφθηκε την Αστυνομία αφού ετοιμάστηκε η πιο πάνω έκθεση από την κα Μ. Ιωάννου και τον κ. R. Green και παρέδωσε τα στοιχεία που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 της αρχικής του ένορκης δήλωσης. Μετέβηκε και πάλι στο ΤΑΕ Πάφου την 25.6.2015 για να δώσει επίσημη κατάθεση πράγμα που έπραξε. Ο εναγόμενος 1 δεν γνώριζε ότι ο ίδιος προέβηκε στις πιο πάνω καταγγελίες. Ο ενάγοντας αναφέρει επίσης ότι δεν κίνησε νωρίτερα αγωγή λόγω του ότι ανέμενε να ξεκινήσουν οι έρευνες των αρμοδίων αρχών και να εξακριβωθεί το ακριβές ποσό που ο εναγόμενος 1 καταχράστηκε από την εναγομένη 2 εταιρεία και να έχει ο ίδιος ακριβέστερα στοιχεία για να προχωρήσει. Αντιλήφθηκε όμως μια κάποια καθυστέρηση σε σχέση με τις πιο πάνω έρευνες. Μια εβδομάδα πριν από την 29.7.2015 ρώτησε τον εναγόμενο 1 γιατί δεν ανταποκρίνεται σε τηλεφωνήματα πελατών της εναγόμενης 2 οι οποίοι αντιμετώπιζαν προβλήματα με τους συναγερμούς τους και του ανέφερε ότι θα τον καταγγείλει αν συνεχίσει, όμως αυτός τον απείλησε ότι θα φύγει από την Κύπρο και θα εξαφανίσει τα περιουσιακά του στοιχεία αν προχωρήσει με οποιεσδήποτε καταγγελίες, πράγμα που έκανε στο παρελθόν όταν βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, και ότι δεν θα κατάφερνε οτιδήποτε. Ο ενάγοντας αναφέρει ακόμα ότι μια βδομάδα πριν από την 29.7.2015 πληροφορήθηκε από πελάτες της εναγομένης 2 ότι ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίνετο στα τηλεφωνήματά τους και στις ειδοποιήσεις των συναγερμών ασφαλείας τους και τον ρώτησαν αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα με την εναγόμενη 2 γιατί έμαθαν από άλλους πελάτες ότι ο εναγόμενος 1 ετοιμάζεται να αναχωρήσει μόνιμα για το εξωτερικό. Ο εναγόμενος 1 σύμφωνα με τον ενάγοντα έχει επιδείξει τέτοια συμπεριφορά στο παρελθόν και αναφέρει διάφορες εταιρείες στις οποίες ήταν μέτοχος στο Ηνωμένο Βασίλειο δίδοντας λεπτομέρειες. Ο ενάγοντας αναφέρει στη συνέχεια ότι η συμπεριφορά του εναγομένου 1 δείχνει ότι ήδη προετοιμάζει το έδαφος για μόνιμη αναχώρηση του για το εξωτερικό γιατί υποψιάζεται τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Περαιτέρω μόλις του επιδοθεί η παρούσα αγωγή θα αποξενώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία για να μην μπορέσει να εκτελεστεί τυχόν απόφαση εναντίον του όπως ο ίδιος τον απείλησε μια εβδομάδα πριν από την 29.7.
  22. Ο ενάγοντας στη συνέχεια της ένορκης δήλωσής του αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να εκδοθεί μαζί με το αιτούμενο διάταγμα τύπου mareva και το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης. Ο P. Backhouse στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 29.7.15 ουσιαστικά επαναλαμβάνει και ενισχύει τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 29.7.15 και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν αναλυτικά. Οι εναγόμενοι 1 και 2-καθ΄ ων η αίτηση στην ένσταση τους προβάλλουν ως λόγους ένστασης ότι δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, ότι δεν νομιμοποιείται ο ενάγοντας-αιτητής να εγείρει την παρούσα αγωγή και να απαιτεί όσα αναφέρονται στη Γενική Οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, ότι δεν τεκμηριώνεται ούτε στοιχειοθετείται το κατεπείγον της αίτησης που παρουσιάζει ο ενάγοντας-αιτητής, ότι ο ενάγοντας-αιτητής έχει αποκρύψει ή και δεν έχει αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα ή και έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα για την παρούσα υπόθεση όπως είχε υποχρέωση με αποτέλεσμα να μην έχει το Δικαστήριο ενώπιον του τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι ο ενάγοντας καταχρηστικά ή και αυθαίρετα αιτείται την δέσμευση ή και παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων πολλαπλάσιων από την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη απαίτηση του, ότι ο ενάγοντας με την αίτηση του αυθαίρετα ή και παράνομα έχει δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία τρίτων προσώπων μη εμπλεκομένων στην παρούσα υπόθεση και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι αξιόχρεοι. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 (ως επίσης της Γεωργίας Κέλπη και του David Paraskevov) ο οποίος παραδέχεται ότι είναι ένας από τους δύο διευθυντές και μέτοχος κατά 50% της εναγόμενης 2 εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 αρνείται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του ενάγοντα, του P. Backhouse και του R. Green (κατά το μέρος που είναι αντίθετες ή ασυμβίβαστες με τους ισχυρισμούς του στην δική του ένορκη δήλωση). Ο εναγόμενος 1 αναφέρει στη συνέχεια στην ένορκη δήλωσή του ότι κατά το Σεπτέμβριο του έτους 2013 παρείχε υπηρεσίες ασφαλείας στην οικία του ενάγοντα. Τις επόμενες εβδομάδες ο ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι είναι και ο ίδιος ιδιοκτήτης εταιρείας ασφάλειας στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι ενδιαφέρεται και επιθυμεί να συμμετάσχει στην εναγομένη 2 εταιρεία. Σε καμία περίπτωση παρότρυνε τον ενάγοντα ο ίδιος να επενδύσει στην εταιρεία και είναι μετά από την επιμονή του ενάγοντα και παρότρυνσης του ότι θα βοηθούσε στα καθήκοντα και τις καθημερινές εργασίες, υποχρεώσεις, ανάγκες και στη λειτουργία της εναγόμενης 2 εταιρείας που αποφάσισε τη μερική πώληση μετοχών του προς αυτόν. Δεν υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι υπήρχαν πιθανότητες τεράστιου κέρδους ούτε συζήτησαν για πιθανούς πελάτες και έσοδα. Είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που επέμενε να αγοράσει περαιτέρω μετοχές από τον ίδιο ώστε να θεωρούνταν ίσοι συνέταιροι στην επιχείρηση αυτή. Ο ενάγοντας δεν επένδυσε στην εναγόμενη 2 εταιρεία από το έτος 2012 αφού τότε ούτε καν τον γνώριζε. Με τη συμφωνία ημερ. 13.2.2014 (Τεκμήριο 2 στην αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα) είχε καταβληθεί μόνο το ποσό των £17,000 στερλινών και οποιαδήποτε άλλη αναφορά περί προηγούμενης πληρωμής δεν ευσταθεί. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει στη συνέχεια ότι στις 15.7.2014 όντως υπογράφηκε συμφωνία - Τεκμήριο 4 στην αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα - αλλά αυτή δεν ετοιμάστηκε στο δικηγορικό γραφείο ECONOMIDES, KRANOS & CO οι οποίοι είναι οι δικηγόροι των εναγομένων 1 και 2 καθ΄ων η αίτηση αφού η κα Jeannette Truscott δεν εργαζόταν στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο και ούτε έγινε οποιαδήποτε συνάντηση σ΄ αυτό. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει ακόμα ότι τα ποσά των πληρωμών που ο ενάγοντας αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του δεν συνάδουν με τα τεκμήρια που ο ίδιος έχει καταθέσει. Τονίζει ότι σε καμία περίπτωση ανέφερε στον ενάγοντα να πληρώσει τα ποσά σε λογαριασμούς στο εξωτερικό για αποφυγή φόρων αλλά αντίθετα του υπέδειξε προσωπικούς του λογαριασμούς για πληρωμή της αξίας της πώλησης των μετοχών του προς τον ίδιο. Τα οποιαδήποτε ποσά κατέβαλε ο ενάγοντας ήταν προσωπικά στον ίδιο και δεν αφορούσε ποσό επένδυσης προς την εταιρεία με έκδοση νέων μετοχών. Ήταν αποκλειστικά προσωπική συμφωνία πώλησης ιδιωτικών μετοχών και ως εκ τούτου το ποσό πώλησης μεταβιβάστηκε σε προσωπικούς του λογαριασμούς. Ουδέποτε ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα κατέβαλλε τα ποσά αυτά στην εταιρεία. Αρκετές φορές κατέβαλε ποσά από τα προσωπικά του χρήματα στην εναγομένη 2 εταιρεία ως δάνειο για την επιβίωση της. Επομένως ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι το ποσό πώλησης μετοχών θα επενδυόταν στην εναγομένη 2 εταιρεία και επομένως η αναφορά του ενάγοντα στην ένορκη δήλωσή του ότι επένδυσε στην εναγομένη 2 εταιρεία είναι λανθασμένη και παραπλανητική. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει επίσης ότι η αναφορά του ενάγοντα στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του ότι δήθεν ήταν μη εκτελεστικός διευθυντής (sleeping director) είναι παραπλανητικός. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ημερομηνίας 13.2.14, Τεκμήριο 2 στην αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα και συγκεκριμένα του όρου 4 καθώς επίσης και το όρου 3 της συμφωνίας ημερομηνίας 15.7.14, Τεκμήριο 4 της ίδιας ένορκης δήλωσης, ότι ο ενάγοντας θα είχε αμέσως εκτελεστικό ρόλο στη λειτουργία και έλεγχο της εταιρείας. Περαιτέρω, συνεχίζει ο εναγόμενος 1, τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5 αρχικής ένορκης δήλωσης του ενάγοντα τα αρνείται ως αναληθή. Ουδέποτε είχε συμφωνήσει ότι θα κατέθετε τα εν λόγω ποσά στην εταιρεία. Όπως έχει αναφέρει η πώληση αφορούσε πώληση μετοχών οι οποίες του ανήκαν. Αυτό που είχε αναφέρει στον ενάγοντα και κάτι το οποίο έπραττε, ήταν όποτε είχε ανάγκη η εταιρεία από ρευστότητα έκανε μεταφορές χρημάτων προς την εναγόμενη 2 για την βιωσιμότητα της τα οποία ποσά λογίζονταν ως μέρος του δανείου που είχε κάνει προς την εναγομένη 2 εταιρεία. Οι οποιεσδήποτε καταγγελίες από τον ενάγοντα στον φόρο εισοδήματος είναι παντελώς αβάσιμες και ανυπόστατες και μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει καμία παρανομία από μέρους του. Αρνείται ακόμα όσα αναφέρει ο ενάγοντας στην παράγραφο 6 της αρχικής του ένορκης δήλωσης. Το οποιοδήποτε προσωπικό του βιοτικό επίπεδο δεν είχε να κάνει με οποιαδήποτε κλοπή ή αυθαιρεσία από μέρους του εναντίον της εναγόμενης 2 ή του ενάγοντα. Μέσα στα τελευταία 15-20 χρόνια της καριέρας του κατάφερε να διαφυλάξει κάποια κεφάλαια αλλά και να επενδύσει σε ακίνητα τα οποία κατέχει και δημιούργησε πριν από χρόνια και πολύ πριν γνωρίσει τον ενάγοντα. Αναφορικά με το όχημα το οποίο ισχυρίζεται ο ενάγοντας παρουσιάζει σχετικές αποδείξεις πληρωμής για την αγορά και για την αξία του το οποίο το πλήρωσε από προσωπικό του λογαριασμό και προσωπικά του χρήματα ως Τεκμήριο
  23. Επιπλέον αναφέρει ότι ο ενάγοντας ενώ θα έπρεπε να είχε καθημερινό έλεγχο και λόγο στη λειτουργία της εταιρείας από την απάθεια του ο ίδιος ουδέποτε ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την εταιρεία και έβγαλε τα αυθαίρετα και ανυπόστατα συμπεράσματα ότι δήθεν αυτός έκλεβε την εταιρεία αφού απλούστατα ο ενάγοντας ανέμενε κέρδη χωρίς να συμβάλλει στην εταιρεία. Όσα δε ο ενάγοντας αναφέρει στην παράγραφο 6 της αρχικής ένορκης δήλωσής του περί μη ενημέρωσης του δεν ευσταθούν αφού ο ίδιος επέλεξε να μην ασχολείται με τις καθημερινές εργασίες της εταιρείας. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι ο Ray Green δεν κρατούσε όλα τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Το εν λόγω άτομο ανέλαβε εργασία ώστε να κάνει συγκεκριμένες λογιστικές εργασίες και η οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του ήταν προσωρινή. O κ. Ray Green δεν ήταν ο λογιστής και ούτε είχε πλήρη εικόνα των λογιστικών και οικονομικών της εταιρείας. Περαιτέρω ο κ. Ray Green παρουσιάστηκε στην εταιρεία μέσω κάποιου τρίτου προσώπου γνωστού του ενάγοντα. Από την ημέρα που ξεκίνησαν οι διαφορές του με τον ενάγοντα ο κ. Ray Green εξαφανίστηκε και έκτοτε δεν έχει καμία επαφή μαζί του. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό ότι οι συναλλαγές της εναγομένης 2 εταιρείας γίνονταν σε μετρητά τις περισσότερες φορές και έτσι δεν φαίνονταν στους λογαριασμούς, αυτό δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα ο κάθε πελάτης της εταιρείας έχει τρεις επιλογές πληρωμής: είτε με έμβασμα στον λογαριασμό της εταιρείας, είτε με επιταγή είτε με μετρητά. Όλες οι συναλλαγές καταγράφονται πάντοτε στα βιβλία και στο αρχείο της εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση που οι πελάτες πλήρωναν μετρητά πάντοτε η εταιρεία έστελνε σχετική εξοφλητική απόδειξη. Αρκετές φορές τα μετρητά τα οποία η εταιρεία εισέπραττε από τους πελάτες, αφού γινόταν η σχετική εγγραφή στα βιβλία και λογαριασμούς, αυτά είτε καταθέτονταν στον λογαριασμό της εταιρείας είτε χρησιμοποιούνταν από το ταμείο της εταιρείας για άλλες εμπορικές συναλλαγές για καθημερινά έξοδα. Όλες οι εγγραφές ήταν πάντοτε εγγεγραμμένες στα ανάλογα βιβλία και λογαριασμούς και ουδέποτε κατακρατούσε προσωπικά το οποιοδήποτε ποσό. (Επισυνάπτεται Δέσμη αποδείξεων πληρωμών από πελάτες και είσπραξης - Τεκμήριο 2 και Δέσμη ενδεικτικών εγγράφων από εγγραφές και πληρωμές εξόδων εταιρείας σε μετρητά - Τεκμήριο 3). Είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες στο προσωπικό της εναγόμενης 2 να πληρώνεται σε μετρητά και να μην εκδίδονται τιμολόγια και αποδείξεις και ότι η πρακτική της εναγόμενης 2 ήταν να δέχεται πληρωμές με τους τρεις τρόπους που αναφέρει πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει τα οποιαδήποτε μετρητά δεν τα λάμβανε ο ίδιος αλλά μεταφέρονταν από τους πωλητές στην υπεύθυνη που χειρίζεται τα οικονομικά της εταιρείας κα Γεωργία Κέλπη (επισυνάπτονται ενδεικτικά καταθέσεις μετρητών στο λογαριασμό της εναγόμενης 2 εταιρείας προς αντίκρουση του ισχυρισμού ότι κατακρατούσε μετρητά - Τεκμήριο 4). Ο ισχυρισμός ότι υπήρχαν €50.000 απλήρωτα τιμολόγια από το 2014 τα οποία πληρώθηκαν σε μετρητά είναι παντελώς ανυπόστατος και ψευδής και η πλευρά του ενάγοντα δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό. Τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγοντας στην παράγραφο 8 της αρχικής ένορκης δήλωσής του ότι προέκυψαν από τον έλεγχο των λογαριασμών της εναγόμενης 2 εταιρείας από την κα Μ. Ιωάννου σε συνεργασία με τον κ. Ray Green είναι εντελώς ανυπόστατα και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Τίθεται σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 και ζήτημα προσωπικών δεδομένων αφού χωρίς τη συγκατάθεσή του ο ενάγοντας παρουσίασε τα οποιαδήποτε δεδομένα της εναγομένης 2 εταιρείας και των πελατών της εταιρείας σε τρίτα πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα. Ακόμη ο κ. Ray Green και η κα Μαρία Ιωάννου δεν είχαν στην κατοχή τους όλα τα οικονομικά δεδομένα και επομένως τα ευρήματά τους δεν ευσταθούν. Η διευθύντρια του γραφείου που χειρίζεται το θέμα των λογαριασμών και τα οικονομικά της εναγόμενης 2 εταιρείας είναι η κα Γεωργία Κέλπη από την οποία δεν ζητήθηκαν στοιχεία. Ουδέποτε πλήρωσε προσωπικούς λογαριασμούς με χρήματα της εναγόμενης 2 εταιρείας και να μην καταγραφούν οι συγκεκριμένες συναλλαγές. Η αναφορά για δάνειο £100.000 στερλινών προς την εναγομένη 2 εταιρεία έγινε πριν από έξι περίπου χρόνια (προτού ο ενάγοντας γίνει μέλος της εταιρείας) όταν δημιούργησε την εταιρεία με δικά του προσωπικά χρήματα. Ουδέποτε έδωσε οδηγίες στους υπαλλήλους της εναγόμενης 2 εταιρείας να ζητούν μετρητά από τους πελάτες ή λευκές επιταγές δηλαδή χωρίς το όνομα του δικαιούχου και ουδέποτε έλαβε μετρητά της εναγόμενης 2 προς όφελος του και οι σχετικοί ισχυρισμοί της πλευράς του ενάγοντα είναι ψευδείς και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Περαιτέρω ουδέποτε κατέθεσε χρήματα της εναγόμενης 2 εταιρείας ή επιταγές πελατών της σε προσωπικό του λογαριασμό ενώ οι ισχυρισμοί περί κάρπωσης ποσού €295.000 είναι εντελώς ψευδείς. (Δέσμη προσωπικών καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών του - Τεκμήριο 5). Οι προσωπικοί του λογαριασμοί πιστώνονταν μόνο με ποσά από τη σύνταξη πολέμου από την Βρετανική Κυβέρνηση και καθαρά έσοδα από ενοίκια από τα τέσσερα ακίνητα τα οποία διαθέτει στο Ηνωμένο Βασίλειο τα οποία αγοράστηκαν πριν 15-20 χρόνια και είναι υποθηκευμένα. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει στη συνέχεια ότι όλες οι πληρωμές μισθών γίνονταν νόμιμα και όπως είχαν συμφωνηθεί με τον κάθε υπάλληλο. Όσον αφορά τον P. Backhouse ενώ είχαν αρχικά συμφωνήσει ποσό μισθού €1.200 ακάθαρτο, ο μισθός του είχε μειωθεί στα €600 μηνιαίως λόγω του ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν κατείχε τη συγκεκριμένη άδεια τεχνικού ασφάλειας όπως ο ίδιος είχε ισχυριστεί. Αρνείται τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία πλήρωνε πάντα τους μισθούς σε μετρητά όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας και επισυνάπτει πρόσφατο τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 2 όπου εμφαίνονται πληρωμές υπαλλήλων με εμβάσματα (Τεκμήριο 6). Σε περίπτωση που μισθοί καταβάλλονταν με μετρητά αυτά ήταν πλήρως δικαιολογημένα και καταχωρημένα στα βιβλία και λογαριασμούς της εναγομένης 2 εταιρείας. Έχει ήδη προσκομίσει όλα τα έγγραφα στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και δεν τον έχουν ενημερώσει αν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα. Όσον αφορά τις ισχυριζόμενες καταγγελίες στην αστυνομία ο ίδιος δεν έχει λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση ή ειδοποίηση από την Αστυνομία. Έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 6.3.2015 γεγονός που του προκάλεσε έκπληξη. Όμως η επιστολή αυτή δεν έμεινε χωρίς κανένα αποτέλεσμα ή ανταπόκριση όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Απάντησε στην επιστολή μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 11.3.2015 (Τεκμήριο 7) και έλαβε νέα επιστολή ημερ. 24.3.2015 από τους δικηγόρους του ενάγοντα (Τεκμήριο 8). Οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις και διαφορές με τον ενάγοντα προέκυψαν πολύ πριν την 11.3.2015 αφού όπως ο ίδιος αναφέρει προέβαινε σε ενέργειες έρευνας και καταγγελιών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει θέμα κατεπείγοντος στην παρούσα διαδικασία αφού έχουν ήδη περάσει πέντε και πλέον μήνες από την έναρξη των διαφορών του με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας απλούστατα φαίνεται ότι είχε διαφορές μαζί του και έχει δημιουργήσει όλο αυτό το πλασματικό γεγονός περί κλοπής και κατάχρησης από τον ίδιο εκδικητικά. Είναι εμφανές από τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωσή του ότι ήθελε να διαπραγματευτεί και ως εκ τούτου πρόκειται για θέμα διαπραγμάτευσης των διαφορών τους και όχι κλοπής ή κατάχρησης από τον ίδιο. Ο ίδιος δεν ετοιμάζεται ούτε έχει πλάνο να φύγει από την Κύπρο στην οποία βρίσκεται εδώ και 7-8 χρόνια, έχει αγοράσει σπίτι και έχει εγκατασταθεί μόνιμα με την οικογένεια του. Δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε διευθέτηση λογαριασμών για να εγκαταλείψει την Κύπρο. Ο ισχυρισμός περί εγκατάλειψης της ενασχόλησης του με τα συστήματα ασφάλειας είναι εντελώς ανυπόστατος αφού ακόμη ασχολείται ενεργά με την εναγόμενη 2 εταιρεία. Ο ισχυρισμός περί παύσης πληρωμής του στεγαστικού του δανείου δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει έχει διαφορές με την Τράπεζα λόγω του ότι το εν λόγω δάνειο είναι σε ελβετικά φράγκα και του προκλήθηκε παράνομη και αδικαιολόγητη ζημία από τις ενέργειες και παραλείψεις της Τράπεζας. [Δέσμη εγγράφων που δείχνουν ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία δραστηριοποιείται (όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο 6) - Τεκμήριο 9]. Όσον αφορά τα κίνητρα του ενάγοντα και του P. Backhouse o εναγόμενος 1 αναφέρει ότι όλες οι ενέργειες του ενάγοντα είναι κακόπιστες και με εκδικητικό τρόπο προσπαθεί να καταστρέψει αυτόν και την εναγομένη 2 εταιρεία. (Επισυνάπτονται σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία στάλθηκαν τηλεφωνικώς και με τα οποία γίνονται καταστροφικά σχόλια για την εταιρεία -Τεκμήριο 10). Περαιτέρω παρουσιάζει ως Τεκμήριο 11 αριθμό μηνυμάτων τα οποία στάληκαν από τον κ. Paul Backhouse πριν και μετά την λήψη δικαστικών μέτρων που αποδεικνύουν το προσωπικό μίσος και βεντέτα που υπάρχει απέναντι του και το σχέδιο οικονομικής καταστροφής τόσο του ιδίου όσο και της εναγόμενης 2 εταιρείας. Παρουσιάζει επίσης ως Τεκμήριο 12 επιστολή από πελάτες οι οποίοι έλαβαν τα εν λόγω μηνύματα και ως εκ τούτου τερμάτισαν τις υπηρεσίες τους με την εναγομένη 2 εταιρεία και τώρα έχουν συμβληθεί με εταιρεία που εργάζεται ο κ. Paul Backhouse. Ο εναγόμενος 1 στη συνέχεια της ένορκης δήλωσής του επαναλαμβάνει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση περί κάρπωσης από μέρους του ποσών παράτυπα ή ότι έχει κλέψει ή έχει προβεί σε κατάχρηση χρημάτων ή ότι έχει παραβιάσει καθήκοντα εμπιστοσύνης προς την εναγόμενη 2 εταιρεία και παραπέμπει στα Τεκμήρια 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσής του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί κινδύνου να καταγγελθούν τα μέρη στα αρμόδια κυβερνητικά τμήματα υπάρχει η ειρωνεία ότι είναι ο ενάγοντας που προβαίνει σε διάφορες ανυπόστατες καταγγελίες με σκοπό να καταστρέψει τον ίδιο. Οι κακόπιστες ενέργειες του ενάγοντα, συνεχίζει ο εναγόμενος 1, καταδεικνύουν ότι δεν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά αντίθετα κακόπιστα χρησιμοποιεί τη διαδικασία του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος για να τον καταστρέψει. Με το μονομερές διάταγμα το οποίο εκδόθηκε η εναγομένη 2 εταιρεία και ο ίδιος προσωπικά καταστρέφονται αφού έχει τόσο ακραία ισχύ με αποτέλεσμα να επηρεάζει τη λειτουργία της εναγόμενης 2 εταιρείας καθώς και την προσωπική ζωή του ιδίου και της οικογένειας του αφού σχεδόν όλοι τους οι λογαριασμοί έχουν παγοποιηθεί (ακόμα και ο κοινός λογαριασμός του με τη σύζυγό του ο οποίος εν πάση περιπτώσει είναι κλειστός) με εξαίρεση περιορισμένων αναλήψεων. Δεν διαφαίνεται καλή υπόθεση από μέρους του ενάγοντα και δεν πρόκειται να πετύχει η οποιαδήποτε αγωγή του ενώ η παρούσα διαδικασία δεν γίνεται με σκοπό να υποβοηθήσει την κυρίως αγωγή αλλά για να επιβληθεί ένα ακραίο και εξαιρετικό μέτρο πίεσης και εκδίκησης εναντίον μου. Ουδέποτε απείλησε ότι θα αποξενώσει στοιχεία ούτε ότι θα φύγει από την Κύπρο. Μέσα σε επτά χρόνια έχει ίσως ταξιδέψει εκτός Κύπρου μόνο δύο φορές για ολιγοήμερες διακοπές. Ουδέποτε απείλησε τη ζωή του ενάγοντα ή του P. Backhouse. Η ταλαιπωρία η οποία προκαλείται σε βάρος του ιδίου και της οικογένειας του είναι πολύ μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε πιθανή και απόμακρη ταλαιπωρία μπορεί να υποστεί ο ενάγοντας. Η οποιαδήποτε εγγύηση έχει δοθεί από τον ενάγοντα δεν είναι επαρκής να καλύψει τις ζημιές τις οποίες προκαλεί στον ίδιο και την εναγομένη
  24. Εν πάση περιπτώσει ο ενάγοντας δεν είναι αξιόχρεος και δεν έχει παρουσιάσει περιουσιακά του στοιχεία που να δηλώνουν την επάρκεια του να καταβάλει την οποιαδήποτε εγγύηση ή αποζημίωση. Δεν υπάρχει πρόθεση αποξένωσης περιουσίας και αν σκόπευε να αποξενώσει περιουσία, αυτό θα μπορούσε να το πράξει από τις αρχές Μαρτίου του έτους 2015 μέχρι σήμερα, γεγονός που καταδεικνύει τις καλές του προθέσεις περί επίλυσης της οποιασδήποτε διαφοράς του με τον ενάγοντα ως επίσης ότι δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε ζήτημα κατεπείγοντος για αποξένωση. Έχει προσκομίσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι δεν είναι αφερέγγυος. Όσον αφορά το περιεχόμενο των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης του P. Backhouse το χαρακτηρίζει ανυπόστατο και υποστηρίζει ότι: α. Το εν λόγω άτομο έχει σκοπιμότητα να προβαίνει σε αναληθή σχόλια εναντίον του λόγω του ότι μετά από επανειλημμένες παραβιάσεις εκτέλεσης των καθηκόντων του και ψέματα αναφορικά με την κατοχή άδειας ασφάλειας του, του είχε δώσει προειδοποίηση ότι εάν επαναλαμβάνονταν οι συμπεριφορές του και παραλείψεις του θα προχωρούσε σε απόλυσή του. Τελικά αποφάσισε ο ίδιος να τερματίσει την εργασία του και από τότε μαζί με τον ενάγοντα προβαίνουν σε εκδικητικές ενέργειες και κακόφημα σχόλια για τον ίδιο και την εναγόμενη 2 εταιρεία. (Σχετικές προειδοποιητικές επιστολές και μητρώο συμπεριφοράς του στην εναγόμενη 2 - Τεκμήριο 13). β. Όλες οι πληρωμές μισθών γίνονταν νόμιμα όπως είχε συμφωνηθεί με τον κάθε υπάλληλο. Όσον αφορά τον P. Backhouse ενώ είχαν αρχικά συμφωνήσει σε μισθό €1.200 ακάθαρτα ο μισθός του μειώθηκε στα €600 ακάθαρτα μηνιαίως λόγω του ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος δεν κατείχε τη συγκεκριμένη άδεια τεχνικού ασφαλείας όπως αρχικά είχε ισχυριστεί και ως εκ τούτου ο μισθός του έπρεπε να μειωθεί. (Δέσμη επιστολών αναφορικά με την μη εξασφάλιση και κατοχή της άδειας του - Τεκμήριο 14). Τα καθήκοντα του συνίσταντο σε εγκατάσταση εξοπλισμού, συντήρηση και επιδιόρθωσή του. Ουδέποτε του έδωσε εντολές να πληρώνει πάντα με μετρητά τους προμηθευτές και να πληρώνεται πάντα σε μετρητά από τους πελάτες χωρίς ΦΠΑ ή να μένει λευκό στις επιταγές το όνομα του δικαιούχου και να μην εκδίδονται αποδείξεις και όλοι οι υπόλοιποι σχετικοί ισχυρισμοί του είναι αναληθείς. Ο ενάγοντας προσθέτει ότι οι ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από την κα Τζ. Κέλπη και παραπέμπει στη δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο
  25. Το τρυπάνι στο οποίο αναφέρεται ο κ. Backhouse βρίσκεται στην κατοχή της εναγόμενης 2 εταιρείας εν αναμονή της επιστροφής από τον ως άνω P. Backhouse τρυπανιού ιδίας μάρκας το οποίο ανήκει στην εναγόμενη 2 και το κατακρατεί παράνομα. Το Τεκμήριο 2Α στην ένορκη δήλωση του P. Backhouse είναι αορίστου περιεχομένου. Περαιτέρω τα όσα αναφέρει για την περίοδο Ιουνίου 2014 - Μαρτίου 2015 δεν ευσταθούν αφού ως τεχνικός δεν είχε πρόσβαση στους λογαριασμούς ή πληρωμές όλων των πελατών της εναγόμενης 2 εταιρείας και στα λογιστικά και οικονομικά δεδομένα της. Περαιτέρω τα όσα αναφέρει για παραβίαση εκ μέρους του ή της εναγόμενης 2 για μισθούς ή ότι θα εγκαταλείψει την Κύπρο είναι αυθαίρετα και ανυπόστατα χωρίς να υποστηρίζονται από στοιχεία. Ούτε ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ότι τον απείλησε. Αν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο τότε γιατί δεν τον κατήγγειλε στην αστυνομία; Όσον αφορά το περιεχόμενο των ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση του R. Green ο εναγόμενος 1 το χαρακτηρίζει ανυπόστατο αναφέροντας ακόμα ότι: - Το εν λόγω πρόσωπο ουδέποτε ήταν υπάλληλος της εναγόμενης 2 εταιρείας. Αντίθετα η εναγομένη 2 έκανε συμφωνία μαζί του για παροχή συγκεκριμένων μερικών υπηρεσιών. Επομένως δεν γνώριζε τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της εταιρείας. Δέσμη εγγράφων για τις υπηρεσίες του - Τεκμήριο
  26. - Το εν λόγω πρόσωπο παράνομα προέβηκε σε έλεγχο της εναγόμενης 2 εταιρείας χωρίς τη συγκατάθεση της εναγόμενης 2 ή του ιδίου παραβιάζοντας τα προσωπικά τους δεδομένα. Σημειώνει πάντως ότι το εν λόγω πρόσωπο ποτέ δεν είχε πρόσβαση σε όλα τα οικονομικά και λογιστικά δεδομένα της εναγόμενης 2 εταιρείας και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να διεκπεραιώσει ολοκληρωμένη και ορθή μελέτη και έρευνα. Μάλιστα ο ίδιος παραδέχεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του ότι δεν είχε όλα τα επαρκή στοιχεία. Καμία ατασθαλία βρίσκεται στα λογιστικά βιβλία της εναγόμενης 2 και οι ισχυρισμοί του R. Green είναι αόριστοι. Ουδέποτε καρπώθηκε χρήματα της εναγόμενης 2 εταιρείας και οι συναλλαγές ήταν πάντοτε δικαιολογημένες και καταχωρημένες στα βιβλία και λογαριασμούς της εναγόμενης 2 εταιρείας. Όσον αφορά το δάνειο των €100.000 από προσωπικά του χρήματα προς την εναγόμενη 2 εταιρεία, αυτό έγινε στα πρώτα χρόνια λειτουργία της εναγόμενης 2 εταιρείας όταν ο ενάγοντας δεν ήταν μέλος της. - Έχουν γίνει όλες οι διευθετήσεις και ενέργειες με τα κυβερνητικά τμήματα και δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο θέμα σε εκκρεμότητα αφού τα όσα ζητήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές τους έχουν δοθεί. - Τα όσα αναφέρει ο R. Green περί κατάθεσης χρημάτων της εναγόμενης 2 εταιρείας σε προσωπικούς του λογαριασμούς αποτελούν παραπλάνηση του Δικαστηρίου και παραπέμπει στα Τεκμήρια 3, 4 και 6 της ενόρκου δηλώσεως του. Αποτελεί θέση του εναγομένου 1 ότι οι ενόρκως δηλούντες στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ξεκίνησαν συνεννοημένα τον Μάρτιο του 2015 μια οργανωμένη επίθεση εναντίον του προσωπικά με διάφορα ψέματα προσπαθώντας να καταστρέψουν τον ίδιο και την εναγομένη 2 εταιρεία. Περαιτέρω ο ενάγοντας και ο P. Backhouse καθώς και άτομα του κύκλου του από την ημερομηνία που εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα προβαίνουν σε κακόπιστες και παραπλανητικές ανακοινώσεις προς τους πελάτες της εναγόμενης 2 εταιρείας και σε αναρτήσεις στο διαδίκτυο προσπαθώντας να επιφέρουν περαιτέρω ζημιά στον ίδιο και ειδικότερα στην εναγομένη 2 εταιρεία και παραπέμπει στα Τεκμήρια 10 και
  27. Τόσο ο ίδιος όσο και η εναγομένη 2 εταιρεία έχουν δεχθεί αριθμό μηνυμάτων από παράπονα για την συμπεριφορά του ενάγοντα και του κ. P. Backhouse. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει ακόμα ότι ο P. Backhouse δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι τώρα εργάζεται σε άλλη εταιρεία παροχής ασφάλειας την οποία κατονόμασε. Τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη των δικαστικών διαδικασιών το εν λόγω πρόσωπο προβαίνει σε συνεχείς προσπάθειες και συγκεκριμένες ενέργειες για ενημέρωση των πελατών της εναγόμενης 2 εταιρείας για τα δικαστικά θέματα με απώτερο σκοπό να τους πείσει να τερματίσουν τις υπηρεσίες τους με την εναγομένη 2 εταιρεία και να προχωρήσουν σε συμφωνία με την εταιρεία που τώρα εργάζεται. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους η παρούσα αίτηση δεν θα πρέπει να επιτύχει και τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν. Σημειώνεται η θέση του εναγομένου 1 ότι ο ενάγοντας δεν αποκάλυψε ότι ο λογαριασμός στην HSBC με αριθμό 12293420 είναι και της συζύγου του με αποτέλεσμα να παγώσουν οι λογαριασμοί της οικογένειας του ώστε να μην μπορούν να ζουν ελεύθερα. Τέλος, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η έκδοση των διαταγμάτων διαταράσσει παρά διατηρεί την υπάρχουσα κατάσταση (status quo) και ουσιαστικά καταδικάζει σε καταστροφή και δεσμεύει τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ιδίου και της συζύγου του για τα επόμενα χρόνια μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης των διαταγμάτων διαφορετικά θα πληγεί περισσότερο ο ίδιος και η εναγομένη 2 εταιρεία και θα οδηγηθούν σε οικονομική καταστροφή γεγονός που θα οδηγούσε σε κλείσιμο της επιχείρησης. Η Γεωργία Κέλπη αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της ότι είναι Γενική Διευθύντρια και Διαχειρίστρια της εναγόμενης 2 εταιρείας. Αρνείται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του ενάγοντα, του P. Backhouse και του R. Green. Αναφέρει στη συνέχεια ότι λόγω του ότι η εναγομένη 2 είναι μικρή εταιρεία η ίδια γνωρίζει προσωπικά την κάθε κίνηση του εναγομένου 1 και χειρίζεται προσωπικά και ελέγχει όλες τις πληρωμές των πελατών, τιμολόγια, αποδείξεις και τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας. Στη συνέχεια υποστηρίζει και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 όσον αφορά τις πληρωμές προς την εναγομένη 2 ως επίσης την έκδοση τιμολογίων, αποδείξεων κλπ και τον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων που λάμβανε η εναγομένη 2 εταιρεία. Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε ατασθαλία ή ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε χρήματα που ανήκαν στην εναγομένη 2 εταιρεία. Αναφέρει επίσης ότι ο ενάγοντας ουδέποτε ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την εναγομένη 2 εταιρεία και ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2015 αποφάσισε να απομακρυνθεί εντελώς από την εναγομένη
  28. Από τότε έχει ξεκινήσει ένα πόλεμο εναντίον της εναγόμενης 2 και ιδιαίτερα εναντίον του εναγομένου 1 συμπαρασύροντας τους P. Backhouse και R. Green. Έχει από τότε ξεκινήσει μια προσωπική βεντέτα ανάμεσα στον ενάγοντα και τον P. Backhouse εναντίον του εναγομένου 1 αναρτώντας διάφορα σχόλια σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και μέσω μηνυμάτων προς τους πελάτες της εναγόμενης 2 εταιρείας. Τέλος, η Γ. Κέλπη αναφέρει ότι η πλευρά του ενάγοντα έχει παρουσιάσει μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση μια ψευδή κατάσταση πραγμάτων παραπλανώντας το Δικαστήριο ότι πρόθεσή του είναι να προστατέψει την εναγομένη 2 εταιρεία από τον εναγόμενο 1 ενώ στην πραγματικότητα μέσω των εκδοθέντων διαταγμάτων την καταστρέφει. Ο David Paraskevov αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι είναι υπεύθυνος πωλήσεων και εξυπηρέτησης πελατών της εναγόμενης 2 εταιρείας. Αρνείται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση ως επίσης υποστηρίζει και ενισχύει και αυτός τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του όσον αφορά τη λήψη χρημάτων εκ μέρους της εναγομένης 2 από τους πελάτες της και την έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων. Ο David Paraskevov αναφέρει στη συνέχεια ότι οι διαφορές του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 ξεκίνησαν από τις αρχές Μαρτίου του έτους
  29. Δηλώνει ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει σκοπό να εγκαταλείψει την Κύπρο ή την εναγομένη 2 εταιρεία. Υποστηρίζει ότι όλες οι πράξεις και ενέργειες του ενάγοντα καταστρέφουν τόσο τον εναγόμενο 1 όσο και την εναγομένη 2 εταιρεία. Αναφέρει ακόμη ότι μέχρι πρόσφατα συζητούσε με τον εναγόμενο 1 για ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν ως επίσης για σχέδια με σκοπό τη βελτίωση των υπηρεσιών της εναγόμενης 2 εταιρείας και απόκτηση νέων πελατών. Καταλήγει ότι καμιά αυθαιρεσία ή παρανομία διαπράχθηκε από την εναγομένη 2 εταιρεία και ότι ουδέποτε ο εναγόμενος 1 προέβηκε σε κατάχρηση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 2 εταιρείας. Ο ενάγοντας και ο P. Backhouse προχώρησαν, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, σε νέες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 28.8.
  30. Ο ενάγοντας αναφέρει στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 28.8.15 ότι αρνείται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του εναγομένου 1, της Γ. Κέλπη και του David Paraskevov. Αναφέρει επίσης ότι γνώρισε τον εναγόμενο 1 τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 όταν πήγε να εγκαταστήσει σύστημα πόρτας εισόδου στο σπίτι του. Κάποια μέρα συνόδευσε τον εναγόμενο 1 στη Λευκωσία και τότε ο εναγόμενος 1 τον ρώτησε αν ενδιαφέρεται να επενδύσει στην εναγομένη 2 εταιρεία. Του ανέφερε ότι η εναγομένη 2 εταιρεία χρειαζόταν μετρητά και ένα όχημα. Το Νοέμβριο του έτους 2012 του δάνεισε €3,000 για να αγοράσει όχημα. Όταν επέστρεψε από το Ηνωμένο Βασίλειο και αφού προηγήθηκαν πολλά τηλεφωνήματα από τον εναγόμενο 1, κατέβαλε το συνολικό ποσό των £40.000 στερλινών για το 20% των μετοχών της εναγόμενης
  31. Δεν μπορεί να παρουσιάσει όλα τα εμβάσματα από την τράπεζα λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου. Ο ενάγοντας παραδέχεται ότι η J. Truscott δεν εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο ECONOMIDES KRANOS & CO. αλλά στην νομική εταιρεία SOTERIS ARGYROU LAWYERS L.C. και είναι από λάθος ή και αβλεψία που γράφτηκε ότι εργάζεται στο πιο πάνω δικηγορικό γραφείο στην αρχική ένορκη δήλωσή του (επαγγελματική κάρτα - Τεκμήριο 1Δ). Πρόθεσή του ήτο να επενδύσει στην εναγομένη 2 εταιρεία και σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 στην αρχική ένορκη δήλωσή του υπήρχε σχέδιο επενδυτικών πληρωμών (Appendix A "Schedule of Investment Payments to Akme Securitas (Cyprus) Ltd"). H Γ. Κέλπη εργαζόταν στο χώρο υποδοχής, δεν ήταν λογίστρια της εταιρείας και δεν ασχολείτο με τα λογιστικά της εταιρείας και δεν έχει πτυχίο λογιστικής. Η μοναδική της σχέση με τα λογιστικά της εναγόμενης 2 εταιρείας ήτο η κατοχή από μέρους της ενός κενού μπλοκ αποδείξεων για όσους πελάτες πλήρωναν σε μετρητά ή με επιταγή ή να καταθέσουν χρήματα στο λογαριασμό της εναγόμενης 2 και επέμεναν στην έκδοση αποδείξεων. Λογιστής της εναγόμενης 2 ήτο ο κ. Ray Green. Η δέσμη αποδείξεων που επισυνάπτει ο εναγόμενος 1 στο Τεκμήριο 2 στην παράγραφο 18 της ενόρκου δηλώσεως του αφορά μια πολύ μικρή μερίδα πελατών της εναγόμενης 2 αφού έπρεπε να δικαιολογεί και κάποια έσοδα για την εταιρεία. Το Τεκμήριο 3 αφορά αρχείο και αποδείξεις αναφορικά με έξοδα της εταιρείας αλλά όχι με έσοδα ενώ το Τεκμήριο 4 αφορά δύο μεμονωμένες καταθέσεις χρημάτων αφού ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο περισσότερες αποδείξεις γιατί δεν κατέθετε τα όσα εισέπραττε και ούτε εξέδιδε τιμολόγια και αποδείξεις. Το Τεκμήριο 5 δεν αποδεικνύει τίποτε αφού αποτελεί κίνηση λογαριασμών Ιουνίου, Ιουλίου 2015 αφού είχε προειδοποιηθεί ο εναγόμενος 1 με προειδοποιητική επιστολή των δικηγόρων του από τον Μάρτιο του 2015 αναφορικά με οικονομικές ατασθαλίες. Περαιτέρω η εναγομένη 2 εταιρεία εργοδοτούσε πέραν των 30 υπαλλήλων και ο εναγόμενος 1 δεν επισύναψε ούτε κατάσταση της μισθοδοσίας τους ούτε κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας αναφορικά με την καταβολή του μισθού τους. Ο ίδιος δεν απέκρυψε από το Δικαστήριο οτιδήποτε. Αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι οι δικηγόροι του απέστειλαν την 6.3.2015 στον εναγόμενο 1 επιστολή για να διαπραγματευτούν χωρίς αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι του απάντησαν αρνητικά και δεν το αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του δεν σημαίνει ότι απέκρυψε οτιδήποτε αφού σημασία έχει ότι η προσπάθεια του δεν έφερε αποτέλεσμα. Ο εναγόμενος 1 έχει εγκαταλείψει τις εργασίες της εναγόμενης 2 αφού ούτε καν ανανέωσε την άδεια ιδιωτικού γραφείου παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για να μπορεί να δραστηριοποιείται η εναγομένη 2 εταιρεία. (Κατάλογος του Τμήματος Ανιχνεύσεων Εγκλημάτων - Τεκμήριο 2 Δ). Αυτό το γεγονός το ανακάλυψε πολύ πρόσφατα και ενισχύει τη θέση του ότι πρόθεση του εναγομένου 2 είναι να εγκαταλείψει την Κύπρο και την εναγομένη 2 και να αποξενώσει περιουσιακά του στοιχεία. Το Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 είναι πλασματικό και εκ των υστέρων κατασκεύασμα του. Ο P. Backhouse στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 28.8.15 ενισχύει και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του ίδιας ημερομηνίας. Ο P. Backhouse αναφέρει στη συνέχεια ότι ο εναγόμενος 1 δεν του έκανε μείωση μισθού στα €600 και ουδέποτε ο ίδιος του ανέφερε ότι κατείχε ειδική άδεια τεχνικού ασφαλείας ή άδεια φρουρού ασφαλείας ή οποιαδήποτε άλλη άδεια. Στο συμβόλαιο εργοδότησής του δεν αναφέρει κάτι τέτοιο εφόσον τα καθήκοντά του ήταν καθήκοντα τεχνικού. Ο ίδιος απλά αποτάθηκε για έκδοση άδειας φρουρού ασφαλείας ως επιπρόσθετο προσόν. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 Γ έγγραφο των κοινωνικών ασφαλίσεων που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 υπέγραψε όπου αναφέρεται ότι ο μισθός του πριν τον τερματισμό της απασχόλησής του ήτο €1.200 και κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας του για την περίοδο 1.1.2015-31.1.2015 όπου φαίνεται ότι ο εναγόμενος 1 τον πλήρωσε όχι σε μετρητά όπως συνήθιζε αλλά με επιταγή το ποσό των €1,000 (Τεκμήριο 2Γ). Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ο εναγόμενος 1 τον προσέγγισε και προσπάθησε να τον δωροδοκήσει προσφέροντας του το ποσό των €20.000 για να αποσύρει την καταγγελία στις κοινωνικές ασφαλίσεις και να αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του. Ο ίδιος ουδέποτε παραβίασε τα εργασιακά καθήκοντά του και τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1 είναι πλασματικά και εκ των υστέρων κατασκευάσματά του. Επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος εργοδοτήθηκε ως τεχνικός και δεν χρειαζόταν καμία ειδική άδεια. Δεν κατακρατεί οποιοδήποτε τρυπάνι της εναγόμενης 2 και το τρυπάνι που αναφέρει ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωσή του βρίσκεται σε τεχνικό για συντήρηση και έχει αφήσει σχετική απόδειξη στο όχημα της εναγόμενης 2 το οποίο οδηγούσε. Ο P. Backhouse αναφέρει ακόμα ότι ζήτησε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία (αφού κάλεσαν τον ενάγοντα για να δώσει κατάθεση) και αναμένει να κληθεί από την αστυνομία. Περαιτέρω παραδέχεται ότι έχει αναφέρει σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι ο εναγόμενος 1 έχει κλέψει χρήματα από τον ίδιο, ότι είχε πληρώσει μόνο τα μισά στο ασφαλιστικό του ταμείο και ότι δεν είχε καταβάλει τίποτα για τους υπόλοιπους πέντε μήνες. Έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η οποία ανέφερε ουσιαστικά ότι είχε υποπέσει σε «συκοφαντική δυσφήμιση και προσβολή προσωπικότητας». Η απάντησή του ήταν ότι θα τα πουν στα Δικαστήρια καθώς επίσης ότι όλα όσα είχε γράψει στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης είναι αληθή. Τέλος, ο P. Backhouse αναφέρει ότι σήμερα δεν εργάζεται και λαμβάνει επίδομα ανεργίας κάτι που διαπιστώνεται και από το Τεκμήριο 1 Γ. Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε και αυτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου νέα ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.9.2015 στην οποία αρνείται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του ενάγοντα και του P. Backhouse κατά το μέρος που είναι αντίθετοι ή ασυμβίβαστοι ή δεν συμφωνούν ή δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση του ιδίου, της Γ. Κέλπη και του David Paraskevov ημερομηνίας 17.8.
  32. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε σχέση με το διάταγμα της παραγράφου 4, όπως διαμορφώθηκε την 7.8.15, ο εναγόμενος 1 καταχώρησε σχετική ένορκη δήλωση την 17.8.
  33. Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  34. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd & Another

(1982)1 C.L.R. 557 και σε πληθώρα άλλων αποφάσεων. Αρκεί να λεχθεί ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού προτού εξεταστούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρτικό αυτό στάδιο (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και είναι αρκετό να επιδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με σκοπό την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων είτε επί του πραγματικού είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Βεβαίως κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (ανωτέρω)). Ο παράγων του χρόνου μπορεί επίσης να είναι σημαντικός και ο αιτητής θα πρέπει να δείξει κατά το μονομερές στάδιο το επείγον του θέματος, παρακάμπτοντας έτσι την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του έτερου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο μπορεί για τον λόγο αυτό να ακυρώσει το διάταγμα, λόγω του ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση [Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 AAΔ 836, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947)]. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας [βλ. Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ. ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578]. Eξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστεί πρώτα το θέμα του κατά πόσον υπήρξε τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να προχωρήσει καν στην εξέταση της ουσίας του. (βλ. μεταξύ άλλων Pescara Inv. Ltd v. Πλοίου Ganza,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1454, A. Elia & Co. Ltd (Aρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 428, Χριστοφόρου v. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 224, Larissa (Αρ. 2)
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1333, Attorney-General and Another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ημερ. 28.7.15 στην παράγραφο 13, ο ενάγοντας με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 6.3.15 ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 για τα όσα είχε ανακαλύψει και τον κάλεσε όπως έρθει να διαπραγματευτούν και να συζητήσουν αναφορικά με το μέλλον της εναγόμενης 2 η οποία κινδύνευε να καταγγελθεί στις αρμόδιες αρχές λόγω των ατασθαλιών και της κακοδιαχείρισης του εναγομένου 1 χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η επιστολή με την ένορκο δήλωση επίδοσης της επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τον ενάγοντα ο ίδιος είχε ανησυχίες για το ζήτημα αυτό και πριν από την αποστολή της πιο πάνω επιστολής και τις ανάφερε στον εναγόμενο 1 ζητώντας του εξηγήσεις χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε εξήγηση. Σε έλεγχο που προέβηκε ανακάλυψε τα όσα αναφέρει στην αρχική ένορκη δήλωσή του. Ο ενάγοντας όμως δεν αποκαλύπτει στην ως άνω ένορκη δήλωσή του ότι ο εναγόμενος 1 μέσω των δικηγόρων του απέστειλε στους δικούς του δικηγόρους απαντητική επιστολή ημερομηνίας 11.3.15 [Τεκμήριο 7 (με απόδειξη αποστολής) στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1] απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και θέτοντας τις δικές του θέσεις. Ακολούθησε η αποστολή εκ μέρους των δικηγόρων του ενάγοντα της επιστολής ημερ. 24.3.15 (Τεκμήριο 8) στην ίδια ένορκη δήλωση ως απάντηση της επιστολής ημερ. 11.3.
  2. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη των πιο πάνω επιστολών αφορά ουσιώδες θέμα αφού σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση CΟΜΜΕRΖΒΑΝΚ ΑUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.ά. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.02.2015 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής.» Η μη αποκάλυψη των πιο πάνω επιστολών εκ μέρους της πλευράς του ενάγοντα αφορά ουσιώδες θέμα. Καταδεικνύει ότι η πλευρά του ενάγοντα μέσω της πιο πάνω επιστολής ημερ. 6.3.15 ενημέρωσε την πλευρά του εναγομένου 1 για τις θέσεις του ενάγοντα και τις προθέσεις του ότι δηλαδή θα ερευνούσε την τότε κατάσταση της εναγόμενης 2 εταιρείας και θα προχωρούσε σε καταγγελία των ισχυριζόμενων ατασθαλιών σ΄ αυτήν στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας. Αναφέρεται συγκεκριμένα: «Mr Terrance Michael Ling has instructed us to investigate the present Company's situation, taking into consideration our findings. We intend to advise our client to resign as Director of the Company and proceed with all the necessary measures to report the companies' inconsistencies with the appropriate Authorities in Cyprus and to instruct them to dissolve the company.» Η πλευρά του εναγομένου 1 γνώριζε επομένως τις προθέσεις του ενάγοντα και μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 11.3.15 έθεσε τις δικές της θέσεις μη αποδεχόμενη τις θέσεις του ενάγοντα. Η πλευρά του ενάγοντα επανέλαβε τις προθέσεις της και στην επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 24.3.
  3. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω το επιχείρημα της πλευράς του εναγομένου 1 ότι ο εναγόμενος 1 αν το επιθυμούσε είχε όλο το χρόνο να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία είτε της εναγόμενης 2 εταιρείας είτε δικά του βρίσκει έρεισμα. Βρίσκει επίσης έρεισμα η θέση της πλευράς του εναγομένου 1 ότι το όλο ζήτημα που προέκυψε είναι θέμα διαπραγμάτευσης μεταξύ του ενάγοντα και του ιδίου αναφορικά με τις διαφορές που φαίνεται να είχε ο ενάγοντας μαζί του και όχι θέμα κλοπής ή κατάχρησης από μέρους του. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που κρίνεται ότι η παράλειψη αποκάλυψης των πιο πάνω επιστολών αφορά ουσιώδες θέμα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα πιο πάνω αφορούν τόσο το κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος δεν θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο όσο και κατά πόσο πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο η υπόθεση του ενάγοντα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η εικόνα επομένως που παρουσίασε ο ενάγοντας αιτητής στο Δικαστήριο δεν ήταν πλήρης και επομένως αν τα πιο πάνω γεγονότα τίθεντο ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης η κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών ενδεχομένως να ήταν διαφορετική. Η μη αποκάλυψη όμως των πιο πάνω γεγονότων έχουν σχέση και με το ζήτημα του κατεπείγοντος. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ο ενάγων είχε ανησυχίες για οικονομικές ατασθαλίες σε σχέση με την εναγομένη 2 εταιρεία ακόμα και πριν από τις 6.3.2015 όταν οι δικηγόροι του απέστειλαν την ως άνω επιστολή ιδίας ημερομηνίας. Προκύπτει επίσης ότι από την πιο πάνω περίοδο είχε διαφορές με τον εναγόμενο 1 και τον κάλεσε σε διαπραγματεύσεις με σκοπό τον συμβιβασμό τους. Ο εναγόμενος 1 μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 11.3.15 αρνήθηκε τις θέσεις του ενάγοντα αναφέροντας ότι ενδεχόμενη αναζήτηση συμβιβασμού δεν θα είχε νόημα εκτός εάν συμφωνούντο προηγουμένως τα σημεία της διαφοράς. Η πλευρά του ενάγοντα τόσο μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 6.3.15 όσο και μέσω της επιστολής τους ημερ. 24.3.2015 ανέφερε στην πλευρά του εναγομένου 1 ότι θα προέβαινε σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ο ενάγοντας άφησε να παρέλθουν πέντε και πλέον μήνες για να αποταθεί στο Δικαστήριο; Παρόλο που η πλευρά του ενάγοντα δίδει κάποιες εξηγήσεις, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να ήτο γνώστης της όλης ανταλλαγείσας αλληλογραφίας για να εξασκήσει την κρίση του. Η πλευρά του ενάγοντα είχε και δεύτερη ευκαιρία για αποκάλυψη των πιο πάνω γεγονότων όταν το Δικαστήριο εξέφρασε τις αμφιβολίες του κατά πόσο εστοιχειοθετείτο το ζήτημα του κατεπείγοντος όταν επιλήφθηκε της αίτησης στις 28.7.
  4. Η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε και έλαβε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων οι οποίες καταχωρήθησαν (από ενάγοντα και P. Backhouse) την 29.7.2015, όμως και πάλι δεν το έπραξε. Είναι επομένως η κατάληξή μου ότι η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή έχει παραβεί το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το θέμα του κατεπείγοντος σημειώνεται ότι ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 28.7.2015 αναφέρει ότι έδωσε κατάθεση στην αστυνομία την 25.6.
  5. Ακόμη και τότε δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο. Η εξήγηση που δίνει ότι ανέμενε από τις αρμόδιες αρχές να προχωρήσουν στην διεξαγωγή έρευνας για να εξακριβωθεί το ακριβές ποσό που ο ενάγοντας καταχράστηκε δεν είναι πειστική. Οι ισχυρισμοί του ότι ο ενάγοντας ετοιμάζεται να αναχωρήσει μόνιμα για το εξωτερικό και έχει σκοπό να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της εναγόμενης 2 εταιρείας πέραν του ότι αμφισβητούνται σφοδρά από την πλευρά του εναγομένου 1 δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Ο ισχυρισμός του ότι η άδεια της εναγομένης 2 εταιρείας έληξε την 16.7.15 δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός αυτό δεν ερμηνεύεται μόνο όπως εισηγείται η πλευρά του ενάγοντα ότι δηλαδή ενισχύει τη θέση της πλευράς του ότι ο εναγόμενος 1 ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την εναγόμενη 2 και την Κύπρο αλλά επιδέχεται και άλλες ερμηνείες, π.χ. προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1 και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 12 ότι έχει υποβληθεί αίτηση ανανέωσης της άδειας. Κρίνω επομένως ότι ούτε το στοιχείο του κατεπείγοντος ικανοποιείται. Θα ήταν καλό να σημειωθούν εν συντομία και τα ακόλουθα όσον αφορά την ουσία της αίτησης: Η πρώτη προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνω ότι ικανοποιείται. Οι αξιώσεις του ενάγοντα βασίζονται σε ισχυριζόμενη παράβαση καθήκοντος του εναγομένου 1 ως διευθυντή της εναγομένης 2 ή και παράβασης του καθήκοντος εμπιστοσύνης προς την εναγόμενη 2 ή και για απάτη ή και για δόλο κλπ. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση όλοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του ενάγοντα όχι μόνο δεν είναι αποδεκτοί από την πλευρά του εναγομένου 1 ο οποίος τους αρνείται πλήρως αλλά η πλευρά του εναγομένου 1 δίδει τις δικές της εξηγήσεις και απαντήσεις παρουσιάζοντας διάφορα τεκμήρια π.χ. δεν φαίνεται στις συμφωνίες 13.2.14 και 15.7.14 (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα στην αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα) ότι ο ενάγοντας θα γινόταν μη εκτελεστικός διευθυντής (sleeping director), αντίθετα οι πιο πάνω συμφωνίες προνοούν ακριβώς την άμεση εμπλοκή του ενάγοντα στη λειτουργία και διεύθυνση της εναγόμενης 2 εταιρείας, δεν προκύπτει πουθενά από αυτές τις συμφωνίες ότι ο εναγόμενος 1 θα κατέθετε το τίμημα πώλησης των μετοχών στην εναγόμενη 2 εταιρεία, ο εναγόμενος 1 παρουσιάζει αποδείξεις για την αγορά του αυτοκινήτου του, ο εναγόμενος 1 δίδει εξηγήσεις για τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί €50.000 απλήρωτων τιμολογίων το έτος 2014 και ότι υπάρχουν τιμολόγια που δεν ταιριάζουν, περί δανείου ύψους €100.000 από αυτόν προς την εναγόμενη 2 εταιρεία, για το στεγαστικό του δάνειο, ότι ο ενάγοντας δεν ήταν ενήμερος σε σχέση με την εναγόμενη 2 εταιρεία γιατί δεν έδειχνε ενδιαφέρον, περί οικειοποίησης χρημάτων εκ μέρους του εναγομένου 1 ύψους €295.000 παρουσιάζοντας καταστάσεις προσωπικών του λογαριασμών ( Τεκμήριο 5 στην ένορκο δήλωση του εναγομένου 1) κλπ. Παρόλο που η πλευρά του ενάγοντα τα αμφισβητεί εντούτοις δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε ουσιαστικά στοιχεία πέραν των αναφορών στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση προς ενίσχυση των ισχυρισμών του. Για τα πιο πάνω ζητήματα φαίνεται όντως να υπάρχει αλληλοσυγκρουόμενη μαρτυρία. Το βάρος όμως απόδειξης του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις το έχει η πλευρά του ενάγοντα. Υπενθυμίζεται ότι οι ενόρκως δηλούντες δεν έχουν αντεξεταστεί και ότι η πλευρά του εναγομένου 1 έχει παρουσιάσει αρκετά τεκμήρια τόσο για υποστήριξη των ισχυρισμών της όσο και για απάντηση των ισχυρισμών του ενάγοντα. Επομένως η πλευρά του ενάγοντα βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση σε σχέση με την πλευρά του εναγομένου 1 και κρίνω ότι δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται. Τα ίδια ισχύουν και για την τρίτη προϋπόθεση. Η πλευρά του ενάγοντα πέραν από τους ισχυρισμούς των ενόρκων δηλούντων δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία προς υποστήριξη του κύριου ισχυρισμού της ότι ο εναγόμενος 1 προτίθεται να εγκαταλείψει την εναγομένη 2 και την Κύπρο και ότι θα αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 2 και δικά του. Αντίθετα η πλευρά του εναγομένου 1 έχει παρουσιάσει έγγραφα προς υποστήριξη της θέσης της ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία δραστηριοποιείται και λειτουργεί (Τεκμήρια 6 και 9 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1). Τα όσα ισχυρίζεται ο P. Backhouse για τον εναγόμενο 1 και αντιστρόφως δεν μπορούν να επηρεάσουν την τύχη της αίτησης. Είναι φανερό ότι η κάθε πλευρά έχει παρουσιάσει κάποια στοιχεία προς υποστήριξη των θέσεων της όμως το τι μπορεί να συμβαίνει ανάμεσα στον εναγόμενο 1 και την εναγόμενη 2 εταιρεία από την μια και ενός πρώην υπάλληλου της από την άλλη κρίνω ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την τύχη της παρούσας αίτησης. Καταλήγω επομένως ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω τα ως άνω προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται και η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση-εναγομένων 1 και 2 και σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.