Andre Noel Dickinson ν. Νίκος Παπακλεοβούλου, Αρ. Αγωγής: 579/2013, 17/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 579/2013 Μεταξύ:
- Andre Noel Dickinson
- Margaret Mary Dickinson
- Andrew Noel Dickinson
- Richard John Dickinson Όλοι από το από Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων - και - Νίκος Παπακλεοβούλου, από την Πάφο Εναγόμενου -------------------- Αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση του εναγόμενου που καταχώρησε στην αίτηση των εναγόντων ημερ. 24.6.2015 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Μ. Κορακίδου για Αναστάσιος Ζ. Μυλωνάς, Αναστάσιος Μυλωνίας & Σια ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση: κ Νίκος Παπακλεοβούλου για Νίκος Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ και για κ. Ανδρέα Πολυδώρου -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου, απόφαση για επιδίκαση ποσού ύψους €120,790.55 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή δια αμέλεια του εναγόμενου. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, στις 24.6.2015, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στον εναγόμενο να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει ακίνητη περιουσία του, ως αυτή περιγράφεται στην αίτηση. Στην έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στις 24.8.2015 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν, την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την παρουσία του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση κατά την ακρόαση της αίτησης ώστε να αντεξεταστεί για συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλει στην πιο πάνω ένορκη δήλωση του. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, η οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων και υποστηρίζει ότι «είναι πολύ σημαντικό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αντεξέτασης στα σημεία που αναφέρονται στην εν λόγω Αίτηση καθώς ο εναγόμενος /Καθ΄ου η αίτηση προβαίνει συνεχώς σε αντιφάσεις και ισχυρίζεται γεγονότα τα οποία όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά ούτε στηρίζονται σε οιανδήποτε Τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση του.» Σύμφωνα με την αίτηση, οι ενάγοντες επιθυμούν να αντεξέτασουν τον εναγόμενο στα ακόλουθα σημεία της ένορκης δήλωσης του: (α) Αναφορικά με την παράγραφο 2(α) σε σχέση με τους ισχυρισμούς του:
- Ότι την 04/02/20013 οι Ενάγοντες του απέστειλαν στο ισχυριζόμενο τηλεομοιότυπο.
- Ότι το τηλεομοιότυπο αναιρεί όλο το υπόβαθρο της αξίωσης των εναγόντων.
- Το γεγονός ότι δεν μας αναφέρει κατά πόσο απάντησε στο εν λόγο τηλεομοιότυπο των εναγόντων και/ή για το πώς ξεκίνησε η συνεργασία τους. (β) Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του στην παράγραφο 2(β) της ενόρκου δηλώσεως του και/η το Τεκμήριο Β που επισυνάπτει σε αυτή. (γ) Αναφορικά με την παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως του με σχέση με τους ισχυρισμούς του ως ακολούθως:
- Ότι η αξία της περιουσίας του δεν είναι ευκαταφρόνητη.
- Ότι δεν αναφέρεται κάποιος λόγος που να αναδείχνει πιθανή οικονομική του αδυναμία στο να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις. (δ) Αναφορικά με την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του με σχέση με τους ισχυρισμούς του περί πρόθεσης αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του και/ή για τις αγωγές που έχει εναντίον του. Αναφορικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου που επιθυμούν οι ενάγοντες να αντεξεταστεί, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στις παρ. 5 - 8 τα ακόλουθα:
- Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου / καθ΄ ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση του, περιέχονται γεγονότα τα οποία είναι ψευδείς και ανακριβείς με αποτέλεσμα να χρήζουν άμεσης αντεξέτασης από τους ενάγοντες - αιτητές.
- Στην ένορκη δήλωση του ο κ. Νίκος Παπακλεοβούλου ισχυρίζεται στην παράγραφο 2 (α) ότι οι ενάγοντες/αιτητές του έστειλαν τηλεομοιότυπο ημερ.04.02.2003, το οποίο επισυνάπτει ως τεκμήριο Α αλλά ως τεκμήριο Α είναι ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.04.02.
- Είναι η θέση των εναγόντων /αιτητών ότι θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να εξετάσουν ενόρκως τα γεγονότα που απαρτίζουν τον τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του εναγομένου /καθ΄ ου η αίτηση καθώς είναι η θέση των εναγόντων/αιτητών ότι είναι οξύμωρο το γεγονός ότι ενώ υπάρχει πληρεξούσιο έγγραφο ημερ.24.09.2002 με το οποίο η ενάγουσα/αιτήτρια 2 διόριζε τον εναγόμενο /καθ΄ ου η αίτηση ως πληρεξούσιο της, να αναγράφεται στο τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του εναγομένου/καθ΄ ου η αιτηση ότι οι εναγόντες /αιτητές 1 και 2 βρήκαν το όνομα του από το διαδίκτυο και να του ζητούν όπως τους βοηθήσει. Επιπλέον είναι η θέση των εναγόντων/αιτητών ότι ο εναγόμενος /καθ΄ ου η αίτηση απέφυγε να αναφέρει κατά πόσο επικοινώνησε και πως επικοινώνησε με τους ενάγοντες/αιτητές μετά τη λήψη του τεκμηρίου Α της ένορκης δήλωσης του και με ποιο τρόπο ξεκίνησε η συνεργασία τους, αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο να δώσει σαφείς απαντήσεις σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα που απαρτίζουν την παρούσα υπόθεση. Επίσης ο εναγόμενος /καθ΄ ου η αίτηση απέφυγε να σχολιάσει και/ή δώσει οιανδήποτε εξήγηση για την ύπαρξη του πληρεξούσιου έγγραφου με ημερομηνία προγενέστερη του τεκμηρίου Α της ένορκης δήλωσης του.
- Στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος /καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 2(β), ενώ επισυνάπτει ως τεκμήριο Β ένα τηλεομοιότυπο ημερ.17.02.2003 από τους ενάγοντες /αιτητές που όπως εμφαίνεται είναι απάντηση σε ηλεκτρονικό μήνυμα του εναγομένου/καθ΄ ου η αίτηση ιδίας ημερομηνίας, ο εναγόμενος/καθ΄ου η αίτηση δεν μας παρουσιάζει παράλληλα το ηλεκτρονικό μήνυμα που τους απέστειλε που είχε ως απάντηση το τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης του, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ερωτηματικά για τους λόγους που δεν το επισύναψε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του.
- Παράλληλα με τα πιο πάνω, θα πρέπει να δοθεί στους ενάγοντες/αιτητές η ευκαιρία να αντεξετάσουν τον εναγόμενο/καθ΄ ου η αίτηση σχετικά με τους ισχυρισμούς του στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης του ότι έχει ευκαταφρόνητη περιουσία και δεν έχει οιανδήποτε οικονομική δυσχέρεια και/ή αδυναμία. Ο εναγόμενος αμφισβητεί την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και με την ένσταση του εγείρει του ακόλουθους λόγους ένστασης:
(1)Συντάκτης των ΤΕΚΜ. «Α» & «Β» δεν είναι ο εναγόμενος ούτε και ο αποστολέας. Το δε περιεχόμενο τους αναγιγνώσκεται και μιλά από μόνο του.
(2)Η χρονική τοποθέτηση των τεκμηρίων τούτων αλληλοσυνδέεται και εξάγεται με αντιπαραβολή τους τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις ημερομηνίες των τεκμηρίων 2 & 3 που συνήψαν οι ενάγοντες.
(3)Το ίδιο εξάγεται για τη έναρξη των συμφωνιών με τον «οίκο» Λιασίδη και τη ροή των ανταλλαγμάτων.
(4)Τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου. Οι εναγόντες είναι που επέλεξαν να τα αναφέρουν καθως και να επεκταθούν και στην επί μέρους αξία τους.
(5)Οι αιτητές δεν έχουν αναφερθεί σε καμιά έναρξη πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας, ώστε να υφίσταται παρών ένας τέτοιος κίνδυνος.
(6)Η γνώση για δήθεν πολλές παρόμοιες αγωγές είναι απροσδιόριστης προέλευσης και δεν δικαιολογεί ως βάση τέτοιο διάβημα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου καθ΄ου η αίτηση με την οποία επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης του. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, και οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Νομική Πτυχή Η Διαταγή 48 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως ακολούθως: «........ Η ακρόασης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Ο πιο πάνω κανονισμός 4 της Διαταγής 48, τέθηκε σε εφαρμογή την 23.12.1999, με σκοπό να διευκολύνει τη διαδικασία και να ανατρέψει τη νομική θέση που ίσχυε προηγουμένως, όπως έχει νομολογηθεί στις υποθέσεις Stylianou v. Stylianou
(1998)1 AAΔ.520, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ.
- H εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα πηγάζει από την Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Upon an application evidence may be given by affidavit but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination" Το ζήτημα συνεπώς της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, εφόσον στην Δ.39 θ.1 γίνεται χρήση της λέξης «may», εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που θα στηριχθεί το Δικαστήριο για να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούνται σε αίτηση ή ένσταση δεν καθορίζονται και δεν απαριθμούνται στην Δ.
- θ
- Σύμφωνα όμως με την νομολογία (βλ. Rana (Αρ.1)
(2004)1 (Γ) AAΔ 1660, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου
(2008)1 Α ΑΑΔ 280, Berkley Hotel Co Ltd v. Berkley International (Mayfair) Ltd
(1971)RPC 237, R.v Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137 και R.v Stokesley Justices
(1956)1 W.L.R. 254), η αντεξέταση σε ένορκες δηλώσεις που χρησιμοποιούνται σε ενδιάμεσα διατάγματα πολύ σπάνια επιτρέπεται και για να γίνει δεκτή τέτοια αίτηση θα πρέπει να υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις. Όπως έχει επίσης υποδειχθεί στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 311: «Cross examination is very rare on affidavits used in applications for interlocutory injunctions». Στην αίτηση 18/08 Λ. Μήλιου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 όπου εξετάστηκε η ορθότητα ή μη της απόρριψης του αιτήματος γι' αντεξέταση, το Εφετείο επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στη Δ.39 θ.1, παρείχε τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με βάση την πιο πάνω νομολογία, θα πρέπει να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση, εάν υφίστανται περιστάσεις τέτοιες, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικές ούτως ώστε να επιτραπεί το αίτημα. Θεωρώ σκόπιμο και ορθό να σχολιάσω πρωτίστως τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι των αιτητών και άπτονται του νομότυπου και κανονικού της ένστασης που έχει καταχωρήσει ο εναγόμενος. Αρχικά η θέση των εναγόντων - αιτητών ότι η ένσταση του εναγόμενου που καταχωρίστηκε στις 23.9.2015 θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι δεν έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με την προθεσμία που τάσσει η Δ.48.θ4, δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο του φακέλου και στην διαταγή του δικαστηρίου ημερ. 16.9.2015 που σύμφωνα με την οποία δόθηκε χρόνος για την καταχώρηση της μέχρι την 23.9.
- Σε ότι αφορά τις θέσεις του καθ΄ου η αίτηση ότι η αίτηση είναι παράτυπη ως μη συνάδουσα με την Δ.48 θ. 1, αυτές με βάση την αγόρευση του, αφορούν την αίτηση ημερ,. 24.6.2015 η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας παρά το ότι αποτελεί το υπόβαθρο της υπό κρίσης αίτησης. Σε ότι αφορά την υπό κρίση αίτηση, στην νομική βάση αυτής γίνεται αναφορά τόσο στην Δ.48 όσο και στην Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς θεωρώ ότι δεν τίθεται ανάλογο ζήτημα όπως πιο πάνω έχει θιχτεί. Σε ότι αφορά την αίτηση ημερ. 24.6.2015 αυτή θα αποφασιστεί στο κατάλληλο στάδιο. Είναι η θέση των εναγόντων ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, καθότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου/καθ΄ ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση του εναντίον της αίτησης των εναγόντων ημερ. 24.6.2015 είναι καθ όλα ψευδείς και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η ανάγκη για άμεση αντίκρουση τους από τους ενάγοντες, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να γνωρίζει με πάσα λεπτομέρεια τα αληθινά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Όπως ανωτέρω λέχθηκε, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήματος ως η κρινόμενη αίτηση δεν είναι ασύνδετη αλλά άρρηκτα συνυφασμένη με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης κάθε φορά διαδικασίας. Εδώ, για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, προβάλλει η εντύπωση πως η θέση των εναγόντων και ο σκοπός για τον οποίο ζητείται η αντεξέταση του εναγόμενου, είναι για να αποκαλυφθούν μέσα από την αντεξέταση του και να προβληθούν προς το Δικαστήριο οι διαφορές τους και τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στην ένορκη δήλωση πως με την αντεξέταση επιδιώκεται να αμφισβητηθούν γεγονότα και σκοπό έχει να διαφανούν τα αληθινά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Από την νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί ότι σε αιτήσεις ενδιάμεσων διαταγμάτων το καθήκον του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση της τήρησης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
- (βλ. Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557), ενώ η εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται (Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263). Η διαδικασία που αφορά την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σύμφωνα με την νομολογία δεν προσφέρεται για την εξέταση και διαπίστωση αμφισβητούμενων γεγονότων (Bacardi & Co Ltd v. Vinco LTD
(1996)1 (B) AAΔ.788, 797) Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με το Τεκμήριο Α που ο εναγόμενος επισυνάπτει στην ένσταση του, υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση ότι ενώ ο εναγόμενος/ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες του έστειλαν τηλεομοιότυπο ημερ.04.02.2003 επισυνάπτει ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.04.02.
- Τούτο όμως δεν ισχύει εφόσον το Τεκμήριο Α φέρει ημερομηνία 4.2.
- Ενώ σε σχέση με τα γεγονότα που απαρτίζουν το Τεκμήριο Α , εφόσον δεν αμφισβητείται ουσιαστικά ότι αυτό στάληκε από τους ενάγοντες ποια είναι η σκοπιμότητα της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένστασης ως προς τα γεγονότα που το απαρτίζουν εφόσον δεν είναι το πρόσωπο του το συνέταξε; Σε ότι αφορά την παρ. 4 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου και τους ισχυρισμούς που σε αυτή περιλαμβάνονται και αφορούν την περιουσία του, πρόκειται για απάντηση στους ισχυρισμούς των εναγόντων και δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα ώστε θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση επί αυτών των σημείων όταν μάλιστα πρόκειται για βασικές θέσεις των εναγόντων που σκοπό έχουν την υποστήριξη της αίτησης τους και την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνεπώς έχοντας υπόψη μου την φύση της αίτησης, ως ενδιάμεσης, των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν είναι η περίπτωση αυτή περίπτωση στην υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις. Με το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω πως ότι η αίτηση των εναγόντων δεν δικαιολογείται και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης ημερομηνίας 24.6.2015 τα οποία όμως δεν θα είναι εις βάρος του εναγόμενου - καθ΄ ου η αίτηση. Η αίτηση ημερομηνίας 24.6.2015 ορίζεται για ακρόαση την 15.12.2015 και ώρα 10:
- (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο