← Κύπρος

ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. KOUROUSHIS LION RESORTS LIMITED κ.α., Αγ. Αρ.: 1946/2013, 26/11/2015

ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. KOUROUSHIS LION RESORTS LIMITED κ.α., Αγ. Αρ.: 1946/2013, 26/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1946/2013 Μεταξύ: ΒΑΝΚ ΟF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED από τη Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. KOUROUSHIS LION RESORTS LIMITED από την Πάφο
  2. T.K. KOUROUSHISPLAN LIMITED από την Πάφο
  3. TRIANDIC ESTATES LIMITED από την Πάφο
  4. LION TRAVEL SERVICES LIMITED από την Κ. Πάφο
  5. AΔΕΛΦΟΙ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ ΛΙΜΙΤΕΔ από την Πάφο
  6. Πολύμνια Λεοντίου Ιωάννου από την Πάφο
  7. Κύπρος Κουρούσιης από την Πάφο
  8. Χρυσόστομος Κουρούσιης από την Πάφο
  9. Andrew Chapman από την Πάφο
  10. Jack (Christopher) Malby από την Πάφο
  11. LION RESORTS (CYPRUS) LIMITED από την Πάφο
  12. CAPITAL ACCOMODATION (CYPRUS) LIMITED από την Πάφο
  13. Κυριακή Κουρούσιη από την Πάφο
  14. LION RESORTS LIMITED από το Γιβραλτάρ --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/07/2014 Ημερομηνία: 26/11/
  15. Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους - αιτητές: κ. Α. Μαθηκολώνης Για την ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση: κα Κ. Χριστοφόρου για κα Α. Κορακίδου . Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι - αιτητές (θα αναφερθώ κατωτέρω στο θέμα αναφορικά με ποιους εναγομένους αφορά η παρούσα αίτηση καθότι δεν διευκρινίζεται στο αιτητικό της αίτησης και αποτελεί και λόγο ένστασης) με την υπό κρίση αίτηση, εξαιτούνται από το Δικαστήριο την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό (set aside) της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή κατά την 07/10/
  16. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17, Θ.10, Δ.48, Θ. 1-9, ως και επί της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε, από την ένορκη ομολογία του κ. Κύπρου Κουρούσιη, εναγομένου αρ. 7 και σε αυτή εκτίθενται τα γεγονότα και oι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης και που υποστηρίζουν το αίτημα. Η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι μακροσκελής και σε αυτή επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Τόσο η ένορκη δήλωση όσο και τα σχετικά τεκμήρια έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητό στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να μεταφέρω αυτολεξεί όλους τους ισχυρισμούς του εναγομένου αρ.
  17. Θα αναφερθώ κατωτέρω σε μια σύνοψη των γεγονότων που αναφέρει και που κατά την άποψη του αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση καθώς επίσης και των θέσεων του σε σχέση με τους λόγους που δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Κατ' αρχή όμως, αναφορά θα πρέπει να γίνει στην αγωγή η οποία στράφηκε εναντίον των εναγομένων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες αξίωσαν εναντίον των εναγομένων αρ. 1,2,3,4,5,7,8,9,10,11,12 και 14 το ποσό των CHF 30.478.230,67 πλέον τόκους προς 9,612% το χρόνο επί του ποσού των CHF 29.154.890,20 από 20/06/2013 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους ή το ισάξιο σε ευρώ σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων την ημερομηνία της εξόφλησης. Εναντίον της εναγομένης αρ. 6, το ποσό των €683.440,57 πλέον τόκους προς 4,53% το χρόνο από 16/03/2006 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους εναγομένους. Εναντίον της εναγομένης αρ. 13, το ποσό των €691.983,58 πλέον τόκους προς 4,53% το χρόνο από 17/03/2006 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους εναγομένους. Περαιτέρω, αξιώνονταν διάφορα διατάγματα εκποίησης υποθηκών των εναγομένων αρ. 1, 2, 6 και
  18. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, οι αξιώσεις των εναγόντων προκύπτουν από Συμφωνία δανείου ημερομηνίας 16/03/2006 με την οποία χορήγησαν δάνειο σε ξένο νόμισμα στην εναγομένη 1 με σκοπό την ανέγερση τουριστικού συγκροτήματος ύψους CHF 27.500.000,00 με συγκεκριμένους όρους όπως δικογραφούνται. Οι εναγόμενοι 2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12 και 13 με εγγυητήρια έγγραφα εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις των εναγομένων
  19. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1,2,6 και 13 παρείχαν περαιτέρω εξασφάλιση του εν λόγω δανείου με σχετικές συμβάσεις υποθηκών. Στις 07/10/2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων αρ. 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 ως οι αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης πλέον διατάγματα εκποίησης των σχετικών Υποθηκών. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ: Ο εναγόμενος αρ. 7 στην ένορκη του ομολογία που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει ότι είναι ο διοικητικός σύμβουλος στις εναγόμενες αρ. 1, 2, 3, 5 και 12, είναι ο σύζυγος της εναγομένης αρ. 13 και αδελφός του εναγομένου αρ. 8 ενώ η εναγόμενη αρ. 6 είναι η σύζυγος του εναγομένου αρ.
  20. Αναφέρει επίσης, ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από όλους τους πιο πάνω εναγομένους να προβεί στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση τους για ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους. Ξεκινώντας από τους λόγους για τους οποίους δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τους εναγομένους στην παρούσα αγωγή, αναφέρει τα ακόλουθα: Η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους αρ. 1, 5, 7, 12 και 13 την 1ην/08/2013 και στις εναγόμενες αρ. 2, 3, 6 και 8 στις 07/08/
  21. Κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες αναφέρει επιδόθηκε και η αγωγή αρ. 1890/13 η οποία είχε καταχωρηθεί στις 24/07/2013 και οι αγωγές 1927/13 και 1962/13 που καταχωρήθηκαν στις 25/07/2013 και 31/07/2013 αντίστοιχα. Μόλις επιδόθηκε η παρούσα αγωγή στον ίδιο και στους εναγόμενους 1, 5, 7, 12 και 13 δηλαδή την 01ην/08/2013, ισχυρίζεται ότι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον δικηγόρο τους, τον κ. Ανδρέα Αλεξίου στον οποίο ανέφερε το γεγονός και τον πληροφόρησε ότι όλοι οι εναγόμενοι που αναφέρει ανωτέρω, επιθυμούσαν να προβάλουν υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις που είχαν εναντίον της Τράπεζας. Επειδή ο ίδιος εκείνη την ημέρα βρισκόταν σε θερινές διακοπές και απουσίαζε, του είπε να περάσει από το γραφείο του, να παραδώσει τα κλητήρια εντάλματα των αγωγών που παρέλαβαν και να υπογράψουν έντυπο διορισμού δικηγόρου. Την επομένη μέρα επισκέφθηκε το γραφείο του πιο πάνω δικηγόρου και παρέδωσε στην υπάλληλο του κ. Αλεξίου, ονόματι Λυδία Λαμπριανού, τα κλητήρια που τους είχαν επιδοθεί μέχρι τότε και ταυτόχρονα υπέγραψε και τα σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου. Ο ίδιος υπέγραψε και εκ μέρους των εταιρειών 1,2,3,5 και 12 ως διοικητικός σύμβουλος. Επίσης, αναφέρει ότι και οι υπόλοιποι εναγομένοι, όπως ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά αλλά και όπως του επιβεβαίωσαν και εκείνοι, μέχρι τις 09/08/2013 επισκέφθηκαν το γραφείο του κ. Αλεξίου και υπέγραψαν σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου. Μετά τα πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι όλοι ήταν με την εντύπωση ότι ο δικηγόρος τους θα καταχωρούσε σημείωμα εμφάνισης και δεν είχαν οποιαδήποτε έγνοια. Ενώ ήταν με την πιο πάνω εντύπωση, κατά ή περί τις 6/11/2013 έλαβαν για πρώτη φορά επιστολές από την ενάγουσα ημερομηνία 4/11/2013 με τις οποίες τους πληροφορούσαν ότι προχώρησαν σε εγγραφή ΜΕΜΟ επί ακίνητης περιουσίας των εναγομένων σε σχέση με τις αγωγές που είχαν καταχωρηθεί εναντίον τους και της παρούσας. Επισυνάπτει αντίγραφα δύο επιστολών ως τεκμήριο
  22. Αμέσως μετά την παραλαβή των εν λόγω επιστολών, αναστατώθηκαν διότι είχαν καταλάβει ότι εκδόθηκαν αποφάσεις εναντίον τους τόσο στην παρούσα αγωγή αλλά και στις υπόλοιπες και επικοινώνησε με τον κ. Αλεξίου και την επομένη επισκέφθηκε το γραφείο του οπόταν τότε τον πληροφόρησε ότι από λάθος της υπαλλήλου του, η οποία περί τις 13/08/2013 έλαβε την άδεια της για τις θερινές διακοπές της, ξέχασαν να καταθέσουν Σημειώματα Εμφάνισης στις αγωγές και εκδόθηκαν αποφάσεις εναντίον τους. Επίσης, τους ανέφερε ότι θα μπορούσαν να καταχωρίσουν αίτηση στο Δικαστήριο για να ακυρωθούν οι αποφάσεις εναντίον τους. Μετά τα πιο πάνω και αφού διαμαρτυρήθηκαν έντονα για το σοβαρό λάθος του δικηγόρου τους αποφάσισαν ότι θα ήταν καλύτερα να αναθέσουν την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο για τον περαιτέρω χειρισμό της. Στην συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρει τις ενέργειες που έκαναν για ανεύρεση άλλου δικηγόρου να χειριστεί την υπόθεση τους. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι επισκέφθηκαν τον κ. Πανίκο Κουρίδη στις 11/11/2013 και αφού του παράδωσαν τα κλητήρια εντάλματα και τα μελέτησε τους ανέφερε στις 15/11/2013 ότι δεν μπορούσε να αναλάβει την υπεράσπιση τους. Στις 19/11/2013 επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη από την Λάρνακα και διευθέτησαν συνάντηση μαζί του στις 20/11/2013 και του παράδωσαν τα κλητήρια εντάλματα για να τα μελετήσει και να τους συμβουλεύσει. Την επομένη μέρα επικοινώνησε μαζί τους και τους ζήτησε όπως εξασφαλίσουν αντίγραφα των εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κατά την διαδικασία απόδειξης των υποθέσεων για την έκδοση των αποφάσεων για να διαπιστωθεί αν είχαν καλές υπερασπίσεις. Στις 22/11/2013 αποτάθηκαν στο Πρωτοκολλητείο και ζήτησαν τα σχετικά αντίγραφα. Αφού τα παρέλαβαν, που σε αριθμό υπερέβαιναν τις 1000 σελίδες, στις 29/11/2013 του τα παρέδωσαν για να τα μελετήσει. Μετά την μελέτη των εν λόγω εγγράφων τους πληροφόρησε κατά ή περί τις 16/12/2013 ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να αναλάβει τις υποθέσεις τους ένεκα του μεγάλου όγκου εγγράφων που θα έπρεπε να μελετηθούν με μεγάλη προσοχή, ένεκα της πολυπλοκότητας και της ιδιομορφίας των γεγονότων, του μεγάλου αριθμού των εναγομένων και ένεκα άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων του και ότι κατά τη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων ο ίδιος θα απουσίαζε από το Γραφείο του. Ως εκ τούτου, τους συμβούλευσε να βρουν κάποιο άλλο δικηγόρο που θα είχε χρόνο να τους εξυπηρετήσει σωστά. Μετά τα πιο πάνω, στις 20/12/2013 επικοινώνησαν με τον κ. Γ. Χ΄΄ Νεοφύτου και αφού του παράδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα στις 09/01/2014 τους πληροφόρησε ότι ούτε αυτός ήθελε ή μπορούσε να αναλάβει την υπόθεση τους και στις 10/01/2014 επικοινώνησαν με τον κ. Λεωνίδα Γεωργίου στη Λευκωσία και συναντήθηκαν μαζί του στις 13/01/
  23. Περί το τέλος Ιανουαρίου του 2014, δυστυχώς και πάλι τους πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε ή και δεν επιθυμούσε να αναλάβει τις υποθέσεις τους για διάφορους προσωπικούς του λόγους ή και ένεκα κάποιας σχέσης που είχε με την Τράπεζα Κύπρου και τους προέτρεψε να προσπαθήσουν ξανά με τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη. Επικοινώνησαν εκ νέου με τον κ. Μαθηκολώνη στις 03/02/2014 εξηγώντας του το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν και στις 05/02/2014 που είχαν συνάντηση αποδέχθηκε να αναλάβει τις υποθέσεις τους. Τους ανέφερε όμως ότι ένεκα των γεγονότων που περιβάλουν τις υποθέσεις, των πολλών εγγράφων, των πολλών διαδίκων και διάφορα άλλα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, θα απαιτείτο αναπόφευκτα χρόνος για να αξιολογηθούν ορθά τα δεδομένα και στην συνέχεια θα έπρεπε να είχε επικοινωνίες με όλους τους εναγομένους αλλά και με τον κ. Αλεξίου και την υπάλληλο του, τους λογιστές των εταιρειών αλλά και τους δύο Άγγλους εναγομένους αρ. 9 και 10 οι οποίοι σε ουσιώδεις χρόνους ήταν διοικητικοί σύμβουλοι στην εναγομένη αρ. 1 εταιρεία. Έτσι ο χρόνος από τις 05/02/2014 μέχρι και τις αρχές Μαρτίου του 2014 δαπανήθηκε για να δοθεί η ευκαιρία και να μπορέσει ο κ. Μαθηκολώνης, αφ' ενός μεν να μελετήσει με προσοχή τον τεράστιο όγκο των εγγράφων και αφετέρου για να έχουν συναντήσεις μαζί του και να λάβει γραπτές οδηγίες, πληροφορίες και διευκρινήσεις από όλους τους εναγομένους για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τους ουσιώδεις χρόνους, δηλαδή πριν από 7 περίπου χρόνια αλλά και για να ενημερωθεί για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενες αρ. 6 και 13 αλλά και οι άλλοι εναγόμενοι παραχώρησαν τις εγγυήσεις και υποθήκες για εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης αρ. 1 έτσι ώστε να εξεταστεί η νομιμότητα ή και η εγκυρότητα ή και η ισχύς των εν λόγω εξασφαλίσεων ή και εγγυήσεων μέσα στο πλαίσιο των συνθηκών και των γεγονότων που περιέβαλλαν τα επίδικα θέματα. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι στο πλαίσιο των συναντήσεων τους με τον κ. Μαθηκολώνη τον ενημέρωσαν ότι η εταιρεία τους δεν είχε ζητήσει από την Τράπεζα Κύπρου δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα αλλά δάνειο σε Κυπριακές Λίρες. Ακολούθως και αφού ο κ. Μαθηκολώνης μελέτησε όλα τα έγγραφα που του διέθεσαν και όλες τις πληροφορίες που μπορούσαν, στις 10/03/2014 τους ανέφερε ότι ήταν αναγκαίο να διευθετηθεί επικοινωνία και συναντήσεις με τον κ. Αλεξίου και την υπάλληλο του Λυδία, τους λογιστές και ελεγκτές της εταιρείας αλλά και με τους Άγγλους εναγομένους που ήταν διοικητικοί σύμβουλοι στην εναγομένη αρ. 1 αλλά και σε άλλες εταιρείες και οι οποίοι δεν βρίσκονταν πλέον στην Κύπρο. Έτσι το επόμενο διάστημα μέχρι και περί το τέλος Μαρτίου 2014 χρησιμοποιήθηκε για να πραγματοποιηθούν επανειλημμένες συναντήσεις του κ. Μαθηκολώνη με τα πιο πάνω πρόσωπα και να δώσει σε αυτούς οδηγίες για να προβούν στις απαραίτητες έρευνες για την εξεύρεση όλων των αναγκαίων στοιχείων και πληροφοριών. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στα έγγραφα και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το αίτημα της εναγομένης αρ. 1 ήταν η παραχώρηση δανείου σε Κυπριακές Λίρες ύψους 10,000,000 καθώς επίσης και τη μελέτη που ετοίμασαν και υποβλήθηκε στην Τράπεζα και είχαν οι λογιστές τους. Επίσης, ζήτησε όπως εξευρεθούν καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού, διαχρονικές ισοτιμίες μεταξύ ελβετικού φράγκου, κυπριακής λίρας και του Ευρώ αργότερα και να υπολογίσουν την συναλλαγματική ζημιά που προέκυψε από τον επίδικο δανεισμό σε ελβετικά φράγκα. Τέλος, αναφέρει ότι ζητήθηκε να υπολογιστούν οι χρεώσεις τόκων και τόκων υπερημερίας ή και άλλων τυχόν εξόδων με τα οποία οι ενάγοντες επιβάρυναν ή και χρέωσαν τους εναγομένους αρ. 1 και γενικά να υπολογίσουν τη ζημιά που οι εναγόμενοι αρ. 1 και κατ' επέκταση οι υπόλοιποι εναγόμενοι υπέστηκαν συνεπεία της παραχώρησης του επίδικου δανεισμού. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι οι λογιστές ολοκλήρωσαν την πιο πάνω εργασία σε διάστημα δύο μηνών, απόλυτα αναγκαίο γι αυτή την εργασία και περί το τέλος Μαΐου του 2014 συναντήθηκαν με τον κ. Μαθηκολώνη και του κοινοποίησαν στην παρουσία του τα συμπεράσματα τους. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους τους να παρελκύσουν καθοιονδήποτε τρόπο τη διαδικασία ή να προκαλέσουν καθυστέρηση στην γρήγορη εκδίκαση και ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. Αντίθετα είναι φανερό ότι ευθύς εξ' αρχής η πρόθεση τους ήταν να εμφανιστούν στις εν λόγω αγωγές και να προβάλλουν τις υπερασπίσεις που έχουν. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ευθύς μόλις αντιλήφθηκαν την έκδοση των αποφάσεων εναντίον τους, ενέργησαν άμεσα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι δεν ήταν λογικό να αφήσουν να εκδοθούν αποφάσεις εναντίον τους για τόσο μεγάλα ποσά και με πολύ μεγάλες συνέπειες εναντίον τους για να έλθουν αργότερα να προσπαθούν να επιτύχουν ακύρωση των εν λόγω αποφάσεων. Όσον αφορά το χρόνο που μεσολάβησε από τις 6/11/2013 που έλαβαν γνώση για έκδοση των αποφάσεων εναντίον τους μέχρι και την υποβολή της αίτησης, το διάστημα αυτό είναι υπό τις συνθήκες απόλυτα και πλήρως δικαιολογημένο και εύλογο λαμβανομένων όλων των δεδομένων και εξηγήσεων και παραγόντων που ανέφερε. Πιο κάτω στην ένορκη του ομολογία, ο ενόρκως δηλών παραθέτει τους ισχυρισμούς του που κατά αυτό αποκαλύπτουν καλές υπερασπίσεις. Συνοπτικά αναφέρει ότι οι εναγόμενοι ήταν πελάτες των εναγόντων και είχαν σχέση Τραπεζίτη - Πελάτη και εν όψει των ουσιαστικών σχέσεων τους, είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στους ενάγοντες και αυτοί γνώριζαν ότι θα βασίζονταν στις δηλώσεις και/ή παραστάσεις τους. Ισχυρίζεται επίσης, ότι μέρος των εργασιών των εναγόντων ήταν η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στους πελάτες τους. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η παραχώρηση του επίδικου δανείου προς την εναγομένη αρ. 1 όπως επίσης και η παραχώρηση εγγυήσεων, υποθηκών και άλλων εξασφαλίσεων από τους εναγομένους ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένων ή ανακριβών συμβουλών, παροτρύνσεων ή προτροπών των εναγόντων προς τους εναγομένους αρ. 1 και/ή εναγομένους αρ. 6 και 7 και/ή αποτέλεσμα ψευδών και/ή δόλιων παραστάσεων ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 ζήτησαν δάνειο ύψους £10,000,000 και όχι δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Ετοίμασαν προς τούτο Έκθεση Βιωσιμότητας από τους λογιστές τους για την επένδυση που ζητούσαν χρηματοδότηση στις 13/02/2006 (βλ. τεκμήριο 9) και σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση ζητούσαν την χρηματοδότηση τους σε Λίρες Κύπρου. Οι ενάγοντες δια των αντιπροσώπων τους και υπαλλήλων τους, τους οποίους κατονομάζει, εξώθησαν και/ή έπεισαν τους εναγομένους αρ. 1 ότι είναι καλύτερα γι αυτούς και/ή ότι είναι προς όφελος τους η εξασφάλιση του δανείου σε ελβετικά φράγκα αντί σε Κυπριακές Λίρες. Λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπό τις συνθήκες υπήρχε μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων αρ. 1 και/ή των άλλων εναγομένων, οι εναγόμενοι αρ. 1 πείστηκαν ότι πράγματι ήταν προς το συμφέρον τους να εξασφαλίσουν τέτοιο δάνειο. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αποδοχή από μέρους των εναγομένων αρ. 1 του εν λόγω δανείου σε ελβετικά φράγκα και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων από τους υπόλοιπους εναγομένους ήταν αποτέλεσμα ψευδών και/ή δόλιων παραστάσεων και/ή δηλώσεων και/ή συμβουλών των εναγόντων και/ή το αποτέλεσμα δόλιας απόκρυψης και/ή απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων ή πληροφόρησης σχετικά με τον επίδικο δανεισμό και τους κινδύνους που εμπεριείχε η εξασφάλιση του. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τους παρέστησαν ότι τέτοιο δάνειο ήταν σημαντικά χαμηλότερου κόστους και ότι υπήρχε διαχρονικά σταθερότητα συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος του ελβετικού φράγκου και κυπριακού νομίσματος και/ή ότι ακόμη και σε περίπτωση αρνητικής διακύμανσης θα ήταν τέτοια που θα εξουδετερωνόταν από το χαμηλό κόστος του δανείου σε ελβετικά φράγκα. Οι εν λόγω συμβουλές, συνεχίζει, ήταν εν γνώσει των εναγόντων εσφαλμένες και/ή παραπλανητικές ή δόθηκαν χωρίς τη δέουσα επιμέλεια. Επισυνάπτει επίσης στην ένορκη του ομολογία ως τεκμήριο 10 αντίγραφο Έκθεσης Νομισματικής Πολιτικής του Τμήματος Οικονομικών Ερευνών της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκε το 2006 και που επισημαίνει ότι υπήρξε αύξηση στα δάνεια σε ελβετικό φράγκο λόγο των χαμηλών επιτοκίων και επισημαίνει ότι «φαίνεται οι δανειζόμενοι παραγνωρίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο που υιοθετούν με τέτοιες συναλλαγές καθότι η ισοτιμία ελβετικού φράγκου - λίρας Κύπρου παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις.» Το πιο πάνω γεγονός οι εναγόμενοι δεν τον γνώριζαν ενώ οι ενάγοντες οπωσδήποτε το γνώριζαν και/ή όφειλαν να το γνωρίζουν και παρά ταύτα το απέκρυψαν από τους εναγομένους με σκοπό να τους εξωθήσουν στην αποδοχή τέτοιου δανεισμού όπως ο επίδικος. Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κακόπιστα και εν πάση περιπτώσει εσφαλμένα και/ή αμελώς συμβούλευσαν τους εναγομένους να εξασφαλίσουν το επίδικο δάνειο σε ελβετικό φράγκο αντί σε κυπριακές λίρες υπερτονίζοντας τα οφέλη ενός τέτοιου δανεισμού και υποβαθμίζοντας τους κινδύνους από την εξασφάλιση τέτοιου δανείου χωρίς αντιστάθμιση του κινδύνου. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αναφέρουν στους εναγομένους για την ύπαρξη μηχανισμών για την εξασφάλιση τους από τους συναλλαγματικούς κινδύνους και/ή για το κόστος χρησιμοποίησης τέτοιων μηχανισμών και ενέργησαν έτσι διότι γνώριζαν ότι η χρήση τέτοιων μηχανισμών θα είχε ως αποτέλεσμα να ανεβάσει σημαντικά το κόστος δανεισμού και να καταστήσει τη χρηματοδότηση σε ελβετικά φράγκα ασύμφορη για τους εναγομένους αρ.
  24. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες λειτούργησαν σε σύγκρουση συμφερόντων κάτι που απέκρυψαν από τους εναγομένους καθότι μετά το δανεισμό αυτό θα εξασφάλιζαν μεγαλύτερα κέρδη και οφέλη ενώ παράλληλα μετέφεραν όλο τον κίνδυνο από την αρνητική διακύμανση της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων στους ώμους των εναγομένων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι με την εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού σε ελβετικά φράγκα υπέστηκαν και/ή θα υποστούν και/ή θα συνεχίσουν να υφίστανται πολύ μεγάλες ζημιές ένεκα της πολύ σημαντικής και ουσιαστικής αρνητικής για τους εναγομένους αρ. 1 εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και της Κυπριακής Λίρας και/ή του νομίσματος του Ευρώ, ζημιές για τις οποίες θα ανταπαιτήσουν αποζημιώσεις από τους ενάγοντες. Επισυνάπτεται στην ένορκη ομολογία σχετική Έκθεση των λογιστών των εναγομένων για τις εν λόγω ζημίες ως τεκμήριο
  25. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες μονομερώς και αυθαίρετα παραβίασαν και παρέβηκαν ουσιώδη όρο της επίδικης συμφωνίας που αφορούσε την υποχρέωση τους για εκταμίευση ολόκληρου του ποσού του δανείου με αποτέλεσμα να υποστούν τεράστιες ζημιές. Σύμφωνα, αναφέρει, με τους όρους της μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων αρ. 1 συμφωνίας όπως αυτοί φαίνονται στο έγγραφο που φέρεται ως «ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 8446 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3/3/2006 (βλ. τεκμήριο 12), οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να εκταμιεύουν το δάνειο ανάλογα με την εξέλιξη της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών για τις οποίες παραχωρήθηκε το εν λόγω δάνειο. Παρά την πιο πάνω συμφωνία και υποχρέωση των εναγόντων, οι τελευταίοι κατά ή περί τις 28/04/2006 μετέτρεψαν το δάνειο των ελβετικών φράγκων σε Λ.Κ. 9,969,960 τις οποίες κατάθεσαν σε λογαριασμό στο όνομα της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας μέσω του οποίου διενεργούσαν τις εκταμιεύσεις του δανείου. Κατά ή περί το τέλος του 2008 κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες αρνούνταν να συνεχίσουν την ομαλή εκταμίευση του δανείου με αποτέλεσμα η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία να μην μπορεί να προχωρήσει τις οικοδομικές εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο παραχωρήθηκε η επίδικη χρηματοδότηση και ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι αρ. 10 και 11 απεχώρησαν από την εταιρεία. Συνεπεία των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 υπέστηκαν τεράστιες ζημιές που υπερβαίνουν το ποσό των €3,000,000 ποσό το οποίο οι εναγόμενοι αρ. 1 προτίθενται να διεκδικήσουν ανταπαιτητικά κατά των εναγόντων. Επίσης, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 16/07/2009 οι ενάγοντες εντελώς αυθαίρετα και/ή μονομερώς τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου μεταφέροντας το ποσό των €6,964,326 από τον λογαριασμό στον οποίο ήταν κατατεθειμένο και πίστωσαν με το εν λόγο ποσό τον λογαριασμό δανείου της εναγομένης αρ. 1 δηλαδή του δανείου των ελβετικών φράγκων. Το ποσό αυτό στις 16/07/2009 ισούτο περίπου με 10,529,305.53 ελβετικά φράγκα. Με την εν λόγω ενέργεια οι ενάγοντες κατέστησαν αδύνατη πλέον την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο είχε παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο. Ισχυρίζεται επίσης, ότι με τις εν λόγω ενέργειες των εναγόντων οι εναγόμενοι απαλλάγηκαν από οποιαδήποτε ευθύνη εξ εγγυήσεως και/ή όλες οι εξασφαλίσεις ακυρώθηκαν. Συνεχίζει, αναφέροντας ότι οι εγγυητές στην παρούσα υπόθεση απαλλάγηκαν από τις εγγυήσεις τους καθότι οι ενάγοντες προχώρησαν στην εκταμίευση των ποσών του δανείου κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και μεταξύ άλλων επέτρεψαν την εκταμίευση χωρίς να έχει εξασφαλιστεί Άδεια Οικοδομής. Το γεγονός αυτό αναφέρει επηρεάζει και την εγκυρότητα των Υποθηκών και άλλων εξασφαλίσεων που πρόσφεραν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες. Όσον αφορά τις εναγόμενες αρ. 6 και 13, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι πέραν των πιο πάνω που αναφέρει, οι ενάγοντες παρέλειψαν να τους πληροφορήσουν και/ή να τους ενημερώσουν για τους σοβαρούς κινδύνους που διέτρεχαν από την παραχώρηση εγγυήσεων και/ή από την υποθήκευση ακίνητης περιουσίας τους για εξασφάλιση ενός τέτοιου δανείου ενώ υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες είχαν νομική υποχρέωση και/ή υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της επιείκιας να τις προειδοποιήσουν και να τις ενημερώσουν για τους εν λόγω κινδύνους τους οποίους αγνοούσαν παντελώς αφού ήσαν απλώς σύζυγοι των εναγομένων αρ. 7 και 8 και δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη εμπορική σχέση. Σε σχέση με τις υποθήκες που παραχώρησαν οι εναγόμενοι ως εξασφάλιση του δανείου, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι αυτές είναι άκυρες καθότι στη σύμβαση υποθήκης το ποσό το οποίο ο ενυπόθηκος οφειλέτης οφείλει να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21

(1)(γ) του Νόμου 9/65. Επίσης, αναφέρει ότι με βάση την εν λόγω σύμβαση υποθήκης, ο τόκος και/ή το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένος ούτε και δυνάμενος να προσδιορισθεί όπως προβλέπεται από το σχετικό άρθρο του Νόμου και ο καθορισμός του επιτοκίου στην επίδικη δήλωση ως κυμαινόμενου καθιστά το ποσοστό επιτοκίου μη καθορισμένο ούτε δυνάμενο να καθοριστεί. Επίσης, η σύμβαση υποθήκης καλύπτει υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών και/ή περιορισμών που τίθενται με βάση το άρθρο 21
(1)(γ) του Νόμου με βάση το οποίο η υποθήκη επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκους και έξοδα για την εκποίηση της υποθήκης. Τελειώνοντας και συνοψίζοντας ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η επίδικη συμφωνία είναι ακυρώσιμη ως αποτέλεσμα ότι η βούληση τους για την κατάρτιση της ήταν το αποτέλεσμα δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων των εναγόντων και/ή το αποτέλεσμα δόλιας απόκρυψης από τους ενάγοντες ουσιωδών γεγονότων που οι εναγόμενοι δεν είχαν τα μέσα ή την δυνατότητα να διαπιστώσουν την αλήθεια τους με εύλογη επιμέλεια. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 δικαιούνται να ζητήσουν από το Δικαστήριο όπως η επίδικη συμφωνία εκτελεστεί κατά τέτοιο τρόπο ως εάν οι δόλιες και οι ψευδείς παραστάσεις των εναγόντων προς τους εναγομένους αρ. 1 και/ή και τους υπόλοιπους εναγομένους ήταν ακριβείς και ορθές. Επίσης, ισχυρίζεται ότι δικαιούνται να ζητήσουν από το Δικαστήριο να διατάξει όπως η επίδικη συμφωνία εκτελεστεί με βάση τις ισοτιμίες του ελβετικού φράγκου και της Κυπριακής Λίρας ή και του Ευρώ κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται αποζημιώσεις για τις ζημιές και απώλειες που υπέστησαν και/ή θα υποστούν συνεπεία των δόλιων και/ή ψευδών παραστάσεων των εναγομένων και/ή της αμέλειας τους και/ή της παράβασης των καθηκόντων πίστεως και τιμιότητας των εναγόντων προς τους εναγομένους και/ή ένεκα εσφαλμένων συμβουλών των εναγόντων προς τους εναγομένους και/ή ένεκα της απόκρυψης ή αποσιώπησης από τους ενάγοντες ουσιωδών γεγονότων και περιστατικών και/ή ένεκα της άδικης και/ή ανέντιμης της συμπεριφοράς των εναγόντων προς τους εναγομένους. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 2,3,5,6,7,8,12 και 13 και οι εγγυήσεις και οι υποθήκες και οι άλλες εξασφαλίσεις που παραχώρησαν είναι άκυρες. Από την αντίπερα όχθη οι ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση, καταχώρισαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των αιτητών και προβάλλουν 18 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αυτοί εμφαίνονται στο σώμα της ένστασης. Ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα της αδικαιολόγητης μη εμφάνισης των εναγομένων στο Δικαστήριο και στην καθυστέρηση της καταχώρησης της παρούσας αίτησης που προσλαμβάνουν τη μορφή της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασία και των δικαιωμάτων των αιτητών. Επίσης, με τους λόγους ένστασης αμφισβητούνται τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα των αιτητών και ότι δεν αποκαλύπτουν καλή και συζητήσιμη υπόθεση. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η αίτηση δεν αναφέρει από ποιους εναγομένους γίνεται και ποιους αφορά. H ENOΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΤΑΣΗ: Η ένσταση των καθ' ών η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Ανδρόνικου Σταυρινού, υπαλλήλου τους και γνώστη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από το φάκελο και από πληροφορίες που έλαβε από τους λειτουργούς των εναγόντων κατά το χρόνο χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εναγομένη αρ. 1, Χάρη Νικολαϊδη, Δημήτρη Στυλιανού και Μιχάλη Εργατούδη. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η απόφαση ημερομηνία 07/10/2013 εκδόθηκε νομότυπα και σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μετά από την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους και οι οποίοι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Αναφέρει επίσης, ότι στην αίτηση δεν διασαφηνίζεται εκ μέρους ποιών εναγομένων έχει καταχωρηθεί η αίτηση και η απόφαση ημερομηνίας 07/10/2013 της οποίας επιζητείται ο παραμερισμός δεν αφορά τους εναγομένους 4, 9, 10 και
  1. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ένα σχεδόν χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 και 10 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Αρνείται τις ισχυριζόμενες ενέργειες στις οποίες προέβηκαν οι εναγόμενοι μετά την επίδοση της αγωγής. Ο κ. Αλεξίου αναφέρει, εξ' όσων γνωρίζει συνεργάζεται με τους αιτητές για εξωδικαστηριακές υποθέσεις και μόνο γιατί ο ίδιος δεν διεκπεραιώνει δικαστικές υποθέσεις. Ούτε αναφέρουν συνεχίζει κατά πόσο σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση προέβηκαν σε οποιαδήποτε πληρωμή του δικηγόρου που ισχυρίζονται ότι ανάθεσαν την υπόθεση. Επίσης, αναφέρει ότι οι αιτητές δεν αναφέρουν ποιες ενέργειες έκαναν από τον Αύγουστο του 2013 που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ανάθεσαν την υπόθεση στον κ. Αλεξίου μέχρι τον Νοέμβριο του 2013 που εκδόθηκε απόφαση για να ενδιαφερθούν για το τι έκανε ο δικηγόρος τους. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αμέλεια του δικηγόρου δεν μπορεί να είναι λόγος για ακύρωση της απόφασης. Η συμπεριφορά των αιτητών αναφέρει δείχνει παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των καθ' ών η αίτηση. Οι αιτητές δεν φρόντισαν να ενημερωθούν για την πορεία της υπόθεσης της οποίας τον χειρισμό είχαν δώσει στο δικηγόρο τους, ο οποίος ήταν σε θερινές διακοπές τον Αύγουστο του 2013 ως ισχυρίζονται μέχρι και τις 06/11/2013 ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν γνώση της απόφασης εναντίον τους. Πέρασαν 3 μήνες χωρίς να αναφέρουν για ποιο λόγο άφησαν να διαρρεύσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να διερωτηθούν για την πορεία της υπόθεσης τους. Επίσης, αναφέρει ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζει την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορούσε να εναγόμενος αρ. 7 να πληροφορήσει την γραμματέα του δικηγορικού γραφείου του κ. Αλεξίου ότι θα επισκέπτονταν το γραφείο του οι υπόλοιποι εναγόμενοι καθότι στου εναγομένους αρ. 2,3,6 και 8 δεν είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα πριν τις 07/08/
  2. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι από τον Νοέμβρη του 2013 που ανάθεσαν την υπόθεση στον κ. Μαθηκολώνη προσπάθησαν να αναθέσουν την υπόθεση σε άλλους δικηγόρους οι οποίοι αρνήθηκαν, αυτοί είναι ψευδείς με σκοπό να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Επίσης, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι αρ. 9 και 10 έπαψαν να είναι διευθυντές και μέτοχοι των εναγομένων εταιρειών στις 10/10/09 και επομένως ουδεμία ανάγκη υπήρξε επικοινωνίας με αυτούς ως ισχυρίζονται αναληθώς οι αιτητές (βλ. τεκμήριο 1). Περάν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι αιτητές δεν έχουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι καθ' ών η αίτηση δεν ενεργούν ως σύμβουλοι για επιχειρήσεις ή οικονομικές δοσοληψίες και σε καμία περίπτωση μια τέτοια γραμμή υπεράσπισης δεν μπορεί να θεωρηθεί συζητήσιμη. Μόνο από τον κύκλο εργασιών της εναγομένης αρ. 1 διαφαίνεται η γνώση της περί οικονομικών δοσοληψιών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και η υποστήριξη της συμβουλευτικά από ειδικούς. Αυτό μαρτυρεί το τεκμήριο 9 της αίτησης. Οι αιτητές, συνεχίζει, αόριστα αναφέρονται σε ψευδείς παραστάσεις και/ή συμβουλές και/ή δηλώσεις και/ή συμπεριφορές των καθ' ων η αίτηση και/ή των υπαλλήλων της χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένες ημερομηνίες και συγκεκριμένες παραστάσεις και/ή συμβουλές και/ή δηλώσεις στις οποίες βασίστηκαν. Το δάνειο αναφέρει ζητήθηκε σε ελβετικά φράγκα διότι οι αιτητές όπως και πολλοί άλλοι δανειολήπτες την χρονική εκείνη περίοδο γνώριζαν για την ευνοϊκή ισοτιμία μεταξύ του ελβετικού φράγκου και της κυπριακής λίρας και ήθελαν να επωφεληθούν. Οι αιτητές ήταν οι πλέον αρμόδιοι να αποφασίσουν για την παροχή του δανείου σε οιονδήποτε νόμισμα επιθυμούσαν και είχαν τη δυνατότητα να πάρουν τις απαιτούμενες συμβουλές από ανεξάρτητους συμβούλους και δικηγόρους ως έπραξαν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι πελάτες ζήτησαν όπως η χορήγηση δοθεί σε CHF αντί σε ΛΚ καθότι το επιτόκιο που ήταν τότε συνδεδεμένο με το Swiss Franc ήταν πολύ χαμηλότερο από αυτό της Τράπεζας για δάνεια σε ΛΚ. Συγκεκριμένα στις 27/04/2006 το 3m-Libor σε CHF ήταν 1,28% ενώ το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας ήταν 4,25%. Όσον αφορά τον συναλλαγματικό κίνδυνο, σε διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ των τότε αρμοδίων λειτουργών της Τράπεζας, των πελατών και των συμβούλων τους, Price Waterhouse Coopers έγινε σαφές προς τους πελάτες ότι με την χορήγηση του δανείου σε CHF εν απουσία εισοδημάτων στο ίδιο νόμισμα, ο συναλλαγματικός κίνδυνος ήταν υπαρκτός και ενδεχομένως μεγάλος. Παρά ταύτα οι πελάτες επέμεναν στην χορήγηση του δανείου σε CHF βασιζόμενοι στις συμβουλές του κ. Σάββα Μιχαήλ (Partner της PWC) ο οποίος τους συμβούλευσε ότι ο κίνδυνος ήταν μικρός, δεδομένης της σταθερότητας του συγκεκριμένου νομίσματος. Οι εναγόμενοι όντας επιχειρηματίες που χειρίζονται τέτοιου μεγέθους επιχειρήσεις έχουν την γνώση να αντιληφθούν τους κινδύνους των συναλλαγών στις οποίες εμπλέκονται και επίσης έχουν στην υπηρεσία τους αρμόδιους (λογιστές/δικηγόρους) για να τους συμβουλεύσουν δεόντως. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εκταμίευση των δανείων γινόταν πάντοτε σύμφωνα με τους όρους των Κοινοποιήσεων / Επιστολών Προσφοράς και ως φαίνεται από το περιεχόμενο συμφωνίας που έγινε μεταξύ των μετόχων, η αποχώρηση των μετόχων έγινε στα πλαίσια διευθέτησης χρεών που είχε η εταιρεία τους, Lion Resorts (Cyprus) Ltd προς την Kouroushis Lion Resorts Ltd. Ο συμψηφισμός του πιστωτικού υπολοίπου με τον χρεωστικό λογαριασμό του δανείου διενεργήθηκε μετά από παραβίαση των όρων της αρχικής συμφωνίας από μέρους των πελατών ως αναφέρονται στην κοινοποίηση της χορήγησης του δανείου και κυρίως του όρου που αναφέρει ότι με την πώληση των χρονο-μεριδίων το 55% της είσπραξης να κατατίθεται σε ξεχωριστό λογαριασμό κατάθεσης σε εγγύηση. Οι όροι χορήγησης προνοούσαν όπως οι πελάτες προσκομίσουν στην Τράπεζα την άδεια πολεοδομίας και την άδεια του ΚΟΤ και καμία αναφορά δεν γίνεται για την Άδεια Οικοδομής. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, οι πελάτες παραλάμβαναν καταστάσεις και ουδέποτε τις αμφισβήτησαν ή έφεραν οποιαδήποτε ένσταση για τις χρεώσεις, τα επιτόκια, τις ισοτιμίες ή τις μεταφορές. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι ισχυριζόμενες ζημιές των αιτητών από την παραχώρηση δανείου σε ξένο νόμισμα σε ουδεμία περίπτωση μπορεί να είναι ευθύνη της καθ' ής η αίτηση ούτε φέρει ευθύνη για τις κακές και/ή λάθος οικονομικές δοσοληψίες των δανειοληπτών. Επίσης, η καθ' ής η αίτηση κάλεσε όλους τους εγγυητές και ενυπόθηκους χρεώστες εναγομένους να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των εγγράφων πράγμα που έπραξαν. Οι διευθυντές των εναγομένων εταιρειών είναι οι εναγόμενοι αρ. 7,8,9,10 οι οποίοι έλαβαν και αυτοί νομική συμβουλή. Επίσης, αναφέρει ότι οι αιτητές έλαβαν από το φάκελο του Δικαστηρίου όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση από τον Νοέμβρη του 2013 ως ισχυρίζονται μεταξύ των οποίων και την κατάσταση λογαριασμού η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έκθεση του κ. Ξενοφώντος όσον αφορά τα επιτόκια που τόκισαν τον λογαριασμό. Ο λογαριασμός χρεώθηκε σύμφωνα με τις υπογραφείσες συμφωνίες και την ισχύουσα νομοθεσία. Η εκταμίευση του δανείου έγινε σύμφωνα με τις υπογραφείσες συμφωνίες και τις αποφάσεις της ενάγουσας 8446, 14669, 29893 οι οποίες υπεγράφησαν από την εναγομένη αρ. 1 και αφορούσαν τη λήψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα και σταδιακή εκταμίευση του. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι αιτητές είχαν και έχουν λογιστές οι οποίοι τους συμβουλεύουν αναφορικά με τις οικονομικές τους δοσοληψίες. Αυτό αποδεικνύουν τα τεκμήρια 9 και 11 στην αίτηση των αιτητών, η εναγόμενη είναι μεγάλη εταιρεία με οικονομικούς συμβούλους και σε καμία περίπτωση εμπιστεύτηκε τους υπαλλήλους της ενάγουσας των οποίων τα καθήκοντα δεν είναι να συμβουλεύουν τους πελάτες για επενδύσεις που θα κάνουν ή τους κινδύνους για τις επενδύσεις αυτές, ούτε έχουν τέτοιες γνώσεις. Οι αιτητές ισχυρίζεται περαιτέρω, δεν έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση αφού ουσιαστικά δεν αμφισβητούν το υπόλοιπο βάση των οποίων εξεδόθη η απόφαση εναντίον τους παρά μόνο καταπιάνονται με τη ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υπέστησαν δυνάμει του δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Οι δε αόριστοι ισχυρισμοί των αιτητών περί ακυρότητας των συμφωνιών δεν μπορούν να ληφθούν ως κατάδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους των αιτητών. Οι παραταθέντες ισχυρισμοί είναι γενικοί, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και αντιφατικοί. Οι αιτητές δεν αναφέρθηκαν σε γεγονότα ή νομικές αρχές και οι ισχυρισμοί τους περί ψευδών παραστάσεων και ισχυριζόμενης ευθύνης από την καθ' ής η αίτηση για την δική τους μη συμφέρουσα επιλογή να δανειστούν σε ξένο νόμισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί άξια λόγου και εξέτασης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς τους για την ακυρότητα των εγγράφων υποθήκης, οι αιτητές παραπλανούν καθότι ο Νόμος δεν αναφέρει αυτό που οι ίδιοι ισχυρίζονται στην ένορκη τους ομολογία και το ποσό είναι καθορισμένο και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου. Τέλος, ο μάρτυρας αναφέρει ότι στην Αγ. Αρ. 1962/13 η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη 2 δια του διευθυντή της Κύπρου Κουρούσιη την 01/08/2013 και αφορούσε δάνειο 21/06/2007 σε CHF, εγγύηση 21/06/2007 της εναγομένης 2 και υποθήκη 5/7/2007 της εναγομένης 2 εκδόθηκε απόφαση την 07/10/2013 λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εναντίον της εταιρείας. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις των μερών και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Η εν λόγω Διάταξη έχει ως ακολούθως: «Where judgment is entered pursuant to any proceeding rule of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ioannis Kotsapas and Sons Limited v Titan Construction and Engineering Company
(1961)A.A.Δ. 317, λέχθηκε ότι ο Θεσμός αυτός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Τόσο από την Αγγλική όσο και από την πλούσια Κυπριακή νομολογία που υπάρχει επί του θέματος φαίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις αυτές είναι απεριόριστη. Τα Δικαστήρια όμως, έχουν θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος και που έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646. Στην σελ. 479 ο Lord Atkins αναφέρει: « The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit of the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει ένορκος δήλωση επί της ουσίας. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικές επίσης είναι η Watt v. Barnett 32 Q.B.D. 363 και η Costas Christoforou v. Kyriacoulli
(1963)2 Α.Α.Δ. 161. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπιση του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση. (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Tράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Ο αιτητής στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά έχει υποχρέωση να αποδείξει με τα γεγονότα που παραθέτει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερής παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από την νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελής έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Xαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Στην Ντίνος Μουγής v. Xαράλαμπος Σπανούδη
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε 38 μήνες μετά την απόφαση και αφού είχαν μεσολαβήσει 7 διαβήματα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση αυτή καταλογίστηκε στον αιτητή παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 18 κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Πέρα από τα πιο πάνω, ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από την μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτηση.» Η ΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ ΥΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ: Θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, ξεκινώντας από τον λόγο ένστασης που σχετίζεται με το γεγονός ότι στην αίτηση δεν αναφέρονται οι αιτητές που αιτούνται την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 07/10/2013. Είναι γεγονός ότι στην αίτηση αναφέρεται γενικά ότι οι αιτητές αιτούνται την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 7/10/2013 χωρίς να συγκεκριμενοποιείται ποιοι είναι αυτοί οι αιτητές. Σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.2
(2)μια αίτηση δια κλήσεως θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον τύπο 46. Στον τύπο αυτό φαίνεται ότι θα πρέπει να αναφέρεται από ποιόν γίνεται η αίτηση και να αναφέρεται το όνομα του αιτητή. Προκύπτει με βάση τα πιο πάνω ότι η παρούσα αίτηση, με την αναφορά μόνο στο σώμα της ότι γίνεται από τους εναγομένους, οι οποίοι στην παρούσα αγωγή είναι 13 και η απόφαση ημερομηνίας 7/10/2013 δεν τους αφορά όλους, δεν είναι σύμφωνη με το συγκεκριμένο τύπο και κατ' επέκταση παράτυπη. Μετά την θέσπιση της νέας Δ.64 με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί κάτω υπό κάποιες περιστάσεις από το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια (βλ. επίσης ΕΤΑΙRIA DASAKI ENTERTAINMENT CO LTD V ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ,
(2009)1Α Α.Α.Δ. 356). Η Διάταξη αυτή όμως, δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, απλώς παρέχει ένα ένδικο μέσο για να θεραπεύονται τυχόν παρεκκλίσεις από τους Θεσμούς. Όπως έχει λεχθεί και στην Aννα Πετρίχου v Xατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει τις παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Ο τρόπος που ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις και οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη έχουν αναλυθεί στην Wunderlich κ.α v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Έχει λεχθεί ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του εναγομένου στην παρατυπία και κατά πόσο έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του επί της παρατυπίας. Επίσης, κατά πόσο θα υπάρξει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο από αυτή την παρατυπία. Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η εν λόγω παρατυπία προβάλλεται ως λόγος έντασης. Πέραν τούτου, φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης ότι οι εναγόμενοι 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 με αίτηση τους ημερομηνίας 25/02/2015 επιχείρησαν την τροποποίηση της αίτησης έτσι ώστε να αναφέρεται από ποιους εναγομένους γίνεται. Η αίτηση αυτή όμως τελικά αποσύρθηκε στις 28/04/2015 με δήλωση της συνηγόρου των καθ' ών η αίτηση ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος η παράλειψη αναφοράς των εναγομένων 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 στο σώμα της αίτησης τους οποίους εκπροσωπεί ο κ. Μαθηκολώνης. Εξετάζοντας την όλη κατάσταση στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ ότι η απόφαση ημερομηνίας 07/10/2013 της οποία ζητείται ο παραμερισμός αφορά τους εναγομένους 1,2,3,5,6,7,8,12 και
  2. Από την ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει και συγκεκριμένα στην παράγραφο 1 του ενόρκως δηλούντα ότι η παρούσα αίτηση γίνεται από όλους τους εναγόμενους εναντίον των οποίων εκδόθηκε απόφαση στις 07/10/
  3. Περαιτέρω, προκύπτει και σε άλλα σημεία της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι αφορά όλους τους εναγομένους και συγκεκριμένα στην παράγραφο 17 γίνεται αναφορά στις εναγόμενες 6 και 13 και στις εγγυήσεις και υποθήκες που παρείχαν και υπάρχουν επίσης άλλες αναφορές σχετιζόμενες με τους εναγομένους 7 και
  4. Θεωρώ ότι παρά το ότι δεν αναφέρεται ξεκάθαρα από ποιους εναγομένους γίνεται η παρούσα αίτηση στο σώμα της, είναι εμφανές από την ένορκη ομολογία ότι αυτή αφορά όλους τους εναγόμενους εναντίον των οποίων εκδόθηκε απόφαση στις 07/10/2013 και δεν φαίνεται να προκαλείται οποιαδήποτε σύγχυση στους καθ' ών η αίτηση σε σχέση με το ποιούς αφορά η αίτηση. Επίσης, με την ένσταση απαντούνται όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με την αίτηση και την ένορκη ομολογία και φαίνεται αυτοί να αφορούν όλους τους πιο πάνω εναγομένους. Επομένως, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε σύγχυση ή δυσμενής επηρεασμός των καθ' ών η αίτηση από αυτή την παρατυπία. Περαιτέρω, παρά το ότι το θέμα αυτό αποτελεί λόγο ένστασης εντούτοις δεν προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους καθ' ών η αίτηση και επίσης στις 28/04/2015 έγινε η ανωτέρω δήλωση από τη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση κατά την απόσυρση της σχετικής αίτησης. Από τα πιο πάνω ουσιαστικά προκύπτει η παραίτηση των καθ' ών η αίτηση από αυτή την παρατυπία, κάτι που αποτελεί καλό λόγο για άρση της από το Δικαστήριο. Εν όψει όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η εν λόγω παρατυπία μπορεί να αρθεί από το Δικαστήριο με την έκδοση σχετικού διατάγματος εφόσον η αίτηση θα έχει επιτυχή κατάληξη και υπό τις περιστάσεις δεν αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση της παρούσας αίτησης. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων που σχετίζονται με το πιο πάνω ζήτημα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά προκύπτουν και από την ένορκη ομολογία του εναγομένου αρ. 7 της οποίας έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή. Ουσιαστικά το κύριο το οποίο οι αιτητές προβάλλουν σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι ότι οι ενάγοντες συμβούλευσαν τους εναγομένους αρ. 1 και/ή τους παρότρυναν να λάβουν δάνειο σε ξένο νόμισμα και συγκεκριμένα σε ελβετικά φράγκα διότι αυτό ήταν χαμηλότοκο χωρίς να τους εξηγήσουν τους κινδύνους που εγκυμονούσαν από την συναλλαγματική ισοτιμία και αλλαγή αυτής. Ενώ το αίτημα τους αναφέρουν ήταν να εξασφαλίσουν δάνειο σε ΛΚ ύψους £10,000,000 τους έπεισαν και αυτοί βασιζόμενοι στα λεγόμενα τους, τελικά σύναψαν το εν λόγω δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές ζημιές από την αλλαγή στην ισοτιμία οι οποίες αναλύονται στην Έκθεση του λογιστή τους, τεκμήριο
  5. Από την αντίπερα όχθη οι ενάγοντες αρνούνται τους πιο πάνω ισχυρισμούς και παραθέτουν τα επιχειρήματα τους ως αναφέρθηκαν ανωτέρω και τους λόγους που κάτι τέτοιο δεν έγινε και ότι οι εναγόμενοι είχαν δικούς τους συμβούλους και λογιστές που τους συμβούλευαν ποιο ήταν το καλύτερο γι αυτούς να πράξουν. Οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγόντων λαμβάνονται υπόψη αλλά θα πρέπει να λεχθεί ότι στο παρόν στάδιο δεν αξιολογούνται οι εκατέρωθεν θέσεις. Παρόλο που στο στάδιο αυτό οι αιτητές δεν έχουν υποχρέωση να αποδείξουν την υπεράσπιση τους ούτε αξιολογούνται οι ισχυρισμοί τους (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094), εντούτοις θα πρέπει να προβάλουν κάποιους ισχυρισμούς οι οποίοι εκ πρώτης όψεως να τεκμηριώνονται και να καταδεικνύουν μια αληθοφανή και λογική υπεράσπιση. Επειδή με τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αιτητών αλλά και από αυτούς που προβάλλονται στην ένορκη ομολογία του εναγομένου αρ. 7 εγείρονται ζητήματα που αφορούν την δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, ότι υπήρξε από τους ενάγοντες καθήκον επιμέλειας προς τους εναγομένους και ότι οι ενάγοντες ασκούσαν εργασίες παροχής συμβουλευτικών εργασιών, θα εξετάσω τους ισχυρισμούς των αιτητών αναφερόμενος και στην νομική πτυχή των ζητημάτων αυτών για να σκιαγραφηθούν και οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να τεκμηριωθούν οι εν λόγω σχέσεις και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές. Είναι γεγονός και προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ότι οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός και οι εναγόμενοι αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των εναγόντων και οι τελευταίοι τους παραχώρησαν πιστωτική διευκόλυνση δυνάμει συμφωνίας δανείου με τις εγγυήσεις, υποθήκες και εξασφαλίσεις των υπόλοιπων εναγομένων. Ο εναγόμενος αρ. 7, άλλωστε στην παράγραφο 13.1 της ένορκης του ομολογίας αναφέρει ότι μεταξύ εναγόντων και εναγομένων υπήρχε σχέση τραπεζίτη - πελάτη. Πέραν από τα πιο πάνω, στην ίδια παράγραφο ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι πέραν της πιο πάνω σχέσης υπήρχε και σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εναγόντων και εναγομένων και ότι οι ενάγοντες όφειλαν να προασπίσουν τα συμφέροντα των εναγομένων και δεν το έπραξαν. Στην 1. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας APAK AGRO INDUSTRIES LTD 2. Aνδρέας Δημητριάδης v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 Α Α.Α.Δ. 322 σε σχέση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για την στοιχειοθέτηση καθήκοντος επιμέλειας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή που διατυπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Hendley Byrne (ανωτέρω) αναλύθηκε και συνοψίστηκε στην υπόθεση Premier (ανωτέρω). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντι του συμβατική ή άλλη ευθύνη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από συνθήκες που ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή εκείνος που ζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια. Η τυχόν παράλειψη του να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια στοιχειοθετεί αμέλεια, και αν το άλλο άτομο ενήργησε βασιζόμενο στις πληροφορίες και συμβουλές που του δόθησαν και υπέστη οικονομική ζημιά έχει αγώγιμο δικαίωμα. Στην υπόθεση Πενταλιώτη και Άλλου (ανωτέρω) υπογραμμίστηκε ότι για τη θεμελίωση του καθήκοντος επιμέλειας δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη δυνατότητας εύλογης πρόβλεψης πως θα επέλθει ζημιά. Απαιτείται και θεμελίωση εγγύτητας στις σχέσεις των διαδίκων και επιπλέον απαιτείται να ικανοποιείται το δικαστήριο πως είναι δίκαιο και εύλογο να επιβληθεί το ορισμένο καθήκον επιμέλειας, στη συγκεκριμένη περίπτωση.» Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς των εναγομένων, τόσο στην παράγραφο αυτή όσο και στις υπόλοιπες της ένορκης ομολογίας του ενόρκως δηλούντα, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι υπάρχουν ισχυρισμοί των εναγομένων ότι δημιουργήθηκε μια τέτοια σχέση ενόψει των πολύ ουσιαστικών σχέσεων και γενικά της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες. Επίσης, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες παρουσιάζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ο μεγαλύτερος χρηματοοικονομικός οργανισμός στην Κύπρο για την παροχή μεταξύ άλλων οικονομικών συμβουλών και γενικά συμβουλών σε παρεπόμενες των τραπεζικών εργασιών και δραστηριότητες και παρουσιάζονταν και/ή διαφήμιζαν ότι πρόσφεραν. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι τους είχαν εμπιστοσύνη και ότι θα βασίζονταν στις δηλώσεις και/ή παραστάσεις τους. Είναι γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν παραθέτουν περισσότερες λεπτομέρειες και στοιχεία αναφορικά με την συνεργασία που είχαν με τους ενάγοντες και ποιες ήταν οι ουσιαστικές τους σχέσεις. Παρόλα αυτά όμως ισχυρίζονται ότι μεταξύ άλλων παρείχαν και οικονομικής φύσεως συμβουλές κάτι το οποίο διαφήμιζαν. Παρά τις περί αντιθέτου θέσεις των εναγόντων όπως αναφέρονται στην ένσταση και ότι ουδεμία συμβουλή έδωσαν ή ήταν καθήκον τους να δώσουν στους ενάγοντες, εντούτοις για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν θα ήμουν διατεθειμένος ούτε και θα ήταν ορθό να υπεισέλθω περαιτέρω στο ζήτημα αυτό και να προβώ σε οποιαδήποτε διαπίστωση περί των αντικρουόμενων εκδοχών. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ως αναφέρονται ανωτέρω σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα που αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφορικά με τον τρόπο που τελικά η δανειοδότηση έγινε σε ελβετικό φράγκο είναι ικανοποιητικοί. Το κατά πόσο τελικά υπήρχε οποιαδήποτε σχέση εμπιστοσύνης ή εγγύτητας μεταξύ ων διαδίκων ή οι ενάγοντες παρείχαν και οικονομικές συμβουλές είναι κάτι που θα πρέπει να αποφασιστεί αφού αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν εκδοχές μέσα από τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί. Τυχόν οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, θεωρώ ότι θα ήταν εκτός των πλαισίων της παρούσας αίτησης και το Δικαστήριο ουσιαστικά θα προέβαινε σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Πέραν από τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αποτάθηκαν στους ενάγοντες και ζήτησαν δάνειο σε ΛΚ και όχι σε ελβετικά φράγκα όπως τελικά τους παραχωρήθηκε. Πέραν από τους ισχυρισμούς τους αυτούς επισυνάπτουν στην αίτηση το τεκμήριο 9 το οποίο είναι η Έκθεση Βιωσιμότητας για την Επένδυση τους η οποία ετοιμάστηκε από τους λογιστές τους και αυτή ήταν σε Λ.Κ. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τελικά εξασφάλισαν το επίδικο δάνειο σε ελβετικά φράγκα ένεκα των λανθασμένων και/ή κακόπιστων και/ή αμελών συμβουλών των εναγόντων και/ή των ψευδών παραστάσεων, του δόλου και/ή της απάτης τους. Για υποστήριξη της θέσης τους αυτές παραθέτουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες και αναφέρονται σε συγκεκριμένους υπαλλήλους των εναγόντων οι οποίοι τους παρότρυναν και/ή τους έπεισαν τελικά να εξασφαλίσουν την δανειοδότηση τους σε ελβετικά φράγκα αντί σε Λ.Κ. όπως αρχικά ήταν η πρόθεση τους. Περαιτέρω, επισυνάπτουν ως τεκμήριο 10 Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας για την περίοδο εκείνη στην οποία διαπιστώνεται η άνοδος στα δάνεια σε ελβετικό φράγκο λόγο των χαμηλών επιτοκίων και επισημαίνεται ότι οι δανειζόμενοι παραγνωρίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο που υιοθετούν λόγω των έντονων διακυμάνσεων της ισοτιμίας. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν για τους κινδύνους αυτούς και τους απέκρυψαν από τους εναγομένους και/ή τους εξώθησαν στο να δανειστούν σε ελβετικό φράγκο. Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω αλλά και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ. 7 είναι επαρκή στοιχεία και γεγονότα τα οποία αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Έλαβα υπόψη μου τους ισχυρισμούς της ένστασης ότι ουδεμία συμβουλή οι ενάγοντες έδωσαν στους εναγομένους, ότι από μόνοι τους προέβηκαν σε δανεισμό σε ελβετικό φράγκο λόγο του χαμηλού επιτοκίου και ότι είχαν οικονομικούς σύμβουλους που τους συμβούλευαν, καθώς επίσης ότι ήταν μια μεγάλη εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών και δεν θα βασίζονταν στις συμβουλές των εναγόντων, αλλά στο παρόν στάδιο δεν αξιολογούνται οι εκατέρωθεν εκδοχές. Εξετάζεται η επάρκεια των στοιχείων και γεγονότων που παρουσιάζουν οι αιτητές και κατά πόσο σε περίπτωση που αυτά γίνουν αποδεκτά θα συνιστούν υπεράσπιση. Θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών σε σχέση με τον τρόπο, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή τους, που συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση δανείου σε ελβετικά φράγκα, τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτουν και την σχετική έκθεση του λογιστή τους, τεκμήριο 11 αναφορικά με τις ζημιές που υπέστηκαν και τις χρεώσεις τόκων και το ύψος του επιτοκίου είναι ικανοποιητικά για να εγείρουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Στο στάδιο αυτό δεν αναμένεται από τον αιτητή να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Πρέπει όμως να παρατίθενται τέτοια στοιχεία, τα οποία αν κατά τη δίκη γίνουν πιστευτά να συνιστούν υπεράσπιση. Ο αιτητής θα πρέπει να πείσει με τα στοιχεία που παρουσιάζει ότι αυτά, χωρίς να κρίνεται η αξιοπιστία τους, είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν υπεράσπιση. Στην Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 793, στη σελ.799 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Επίσης, στην Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, στη σελ. 2124 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται». Επομένως, θεωρώ ότι σε αυτή την ενότητα των ισχυρισμών των εναγομένων αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το κατά πόσο οι ενάγοντες παρείχαν συμβουλευτικές υπηρεσίες ή κατά πόσο υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης ή εγγύτητας με τους εναγομένους και αν τελικά δόθηκαν οποιεσδήποτε λανθασμένες συμβουλές ή έγιναν ψευδείς και δόλιες παραστάσεις στους εναγομένους είναι κάτι το οποίο θα αξιολογηθεί κατά την δίκη, σε περίπτωση που επιτραπεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Περαιτέρω, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να πληροφορήσουν ή να ενημερώσουν τις εναγόμενες αρ. 6 και 13 για τους σοβαρούς κινδύνους που διέτρεχαν από την παραχώρηση των εγγυήσεων και την υποθήκευση ακίνητης περιουσίας για την εξασφάλιση ενός τέτοιου δανείου εν γνώσει τους ότι αυτές αγνοούσαν παντελώς τους εν λόγω κινδύνους και ότι ήταν απλώς σύζυγοι των εναγομένων 7 και 8 και δεν είχαν άλλη εμπορική σχέση με τους ενάγοντες. Είναι νομολογημένο ότι υπάρχει υποχρέωση τράπεζας ή πιστωτικού οργανισμού προς τους εγγυητές, δυνάμει του δικαίου της επιείκιας, για προειδοποίηση και προστασία των συμφερόντων των εγγυητών όπου η σχέση τους με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική (βλ. Alpha Bank Limited v. Γαλάτειας Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101, Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2) [2001] 4 ALL E.R. 440, Barclays Bank PLC v. O' Brian [1993] 4 ALL E.R. 417 και Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch [1997] 1 ALL E.R. 144). Από την αντίπερα όχθη, οι καθ' ών η αίτηση με την ένσταση τους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες προειδοποίησαν τις εναγόμενες αρ. 6 και 13 και αυτές έλαβαν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των εγγυήσεων και συμβάσεων υποθηκών. Με την αγόρευση της η συνήγορο παραπέμπει στα τεκμήρια 4 και 8 της ένορκης ομολογίας ημερομηνίας 23/08/2013 που στήριξε την αίτηση για έκδοση απόφασης. Φαίνεται από τα εν λόγω τεκμήρια ότι οι ενάγοντες πληροφόρησαν τις εναγομένες αρ. 6 και 13 για να εξετάσουν τις εν λόγω εγγυήσεις πριν τις υπογράψουν. Επίσης, προκύπτει ότι έλαβαν νομική συμβουλή από το δικηγόρο κ. Αλεξίου για τους κινδύνους που δυνατό να προκύψουν από την υπογραφή των εν λόγω εγγυήσεων. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ ότι δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα γι αυτό το ζήτημα, αφού οι εν λόγω θέσεις των εναγόντων δεν αντικρούονται ούτε αμφισβητούνται από τις εναγόμενες αρ. 6 και
  1. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παραβίασαν ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Η θέση τους αυτή, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους, βασίζεται στο γεγονός ότι προχώρησαν και εκταμίευσαν ολόκληρο το ποσό της χρηματοδότησης με αποτέλεσμα να υποστούν τεράστιες ζημιές ενώ η συμφωνία προέβλεπε ότι αυτό θα εκταμιευόταν σταδιακά ανάλογα με την εξέλιξη της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών. Προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής, επισυνάπτουν το τεκμήριο 12 το οποίο τιτλοφορείται ως «ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 8446 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3/3/
  2. Παρά την επισύναψη του εν λόγω τεκμηρίου που φαίνεται να περιλαμβάνει τους όρους παραχώρησης της επίδικης χρηματοδότησης, ουδεμία αναφορά ή παραπομπή γίνεται στον ουσιώδη αυτό όρο που αφορά τον τρόπο εκταμίευσης του δανείου και τον οποίο οι ενάγοντες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, παράβηκαν. Είναι η θέση των εναγομένων, στην παράγραφο 16.1 της ένορκης δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι στις 28/04/2006 οι ενάγοντες μετέτρεψαν το δάνειο ελβετικών φράγκων σε λίρες Κύπρου και τον κατάθεσαν σε λογαριασμό της εναγομένης αρ. 1 μέσω του οποίου διενεργούσαν τις εκταμιεύσεις. Η πιο πάνω θέση δεν επεξηγείται ούτε αναφέρεται ποιόν όρο του τεκμηρίου 12 παραβιάζει. Μελετώντας το τεκμήριο 12 προκύπτει να υπάρχει όρος ότι το εν λόγω δάνειο θα χρησιμοποιείτο για μερική κάλυψη του κόστους ανέγερσης του τουριστικού συγκροτήματος στην Κάτω Πάφο. Επίσης, στην ίδια σελίδα 2 του εν λόγω τεκμηρίου, κάτω από τον εν λόγο όρο αναφέρεται ότι το προϊόν του πιο πάνω δανείου να κατατεθεί σε λογαριασμό κατάθεσης σε εγγύηση και να αποσύρεται για την ανέγερση του τουριστικού συγκροτήματος στο leasehold τεμάχιο γης σύμφωνα με διατακτικό εκτελεσθείσας εργασίας για ολόκληρο το ποσό. Τα πιο πάνω, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί κατάθεσης του ποσού του δανείου σε λογαριασμό της εναγομένης κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας, αφού φαίνεται αυτό να προέβλεπε. Εν πάσει περιπτώσει ουδεμία αναφορά ή διευκρίνιση αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγομένων γίνεται σε συνάρτηση ή συσχέτιση με τους όρους της συμφωνίας. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται στην παράγραφο 16.2 της ένορκη δήλωσης του κ. Κουρούσιη ότι κατά ή περί το τέλος του 2008, οι ενάγοντες κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας αρνούνταν να συνεχίσουν την ομαλή εκταμίευση του δανείου. Η θέση αυτή, είναι επίσης γενική και αόριστη. Οι εναγόμενοι δεν επεξηγούν ούτε αναφέρουν κατά πόσο δικαιολογημένα ή όχι οι ενάγοντες προέβηκαν σε μια τέτοια ενέργεια, γιατί το 2008 αρνήθηκαν να εκταμιεύσουν το δάνειο και κατά πόσο οι ίδιοι είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της επίδικης συμφωνίας μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή. Δεν παρατίθενται στοιχεία ή γεγονότα, πέραν της πιο πάνω γενικής αναφοράς, τα οποία εκ πρώτης όψεως να αποκαλύπτουν συζητήσιμη παράβαση της επίδικης συμφωνίας από τους ενάγοντες. Πιο κάτω ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 16/07/2009 οι ενάγοντες εντελώς αυθαίρετα ή και μονομερώς τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και μετέφεραν το ποσό των €6.964.326 από το λογαριασμό που ήταν κατατεθειμένο και πίστωσε με το εν λόγω ποσό το λογαριασμό δανείου της εναγομένης αρ.
  3. Παρά την πιο πάνω θέση των εναγομένων, εντούτοις και σε αυτή την περίπτωση δεν δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες ούτε επεξηγείται η στάση αυτή των εναγόντων έτσι ώστε να καταδειχθεί το αυθαίρετο της ενέργειας τους αυτής. Ουδεμία αναφορά γίνεται σε συσχετισμό με τις συμφωνίες των μερών ή τουλάχιστον με το τεκμήριο 12 και τους αναφερόμενους σε αυτούς όρους και υποχρεώσεις των εναγομένων και κατά πόσο αυτοί έχουν εκπληρωθεί μέχρι και την ημερομηνία του τερματισμού της συμφωνίας έτσι ώστε να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως η οποιαδήποτε παράβαση της συμφωνία από τους ενάγοντες ή η αυθαίρετη ενέργεια τους σύμφωνα με τον ισχυρισμό. Δεν θεωρώ ότι είναι αρκετό να αναφέρονται κάποιες από τις ενέργειες των εναγόντων που αφορούν τη συμφωνία των μερών, να καταλογίζεται σε αυτούς παράβαση όρων της εν λόγω συμφωνίας χωρίς να παρατίθενται τουλάχιστον κάποια στοιχεία και γεγονότα που εκ πρώτης όψεως να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Συνεχίζοντας, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες επέτρεψαν την έναρξη της εκταμίευσης του επίδικου δανείου χωρίς να έχει εξασφαλιστεί Άδεια Οικοδομής κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας των μερών. Η θέση αυτή φαίνεται να είναι αντιφατική με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των εναγομένων αρ. 1 ότι οι ενάγοντες αυθαίρετα αρνήθηκαν την συνέχιση της εκταμίευσης τους δανείου. Διαβάζοντας όμως τις παραγράφους 16.5 και 16.6 της ένορκης δήλωσης, φαίνεται ότι αυτοί οι ισχυρισμοί σχετίζονται με τους εγγυητές και ότι ένεκα της παράβασης των όρων της συμφωνίας από τους ενάγοντες, αυτοί δικαιούνται σε απαλλαγή από τις εγγυήσεις τους. Ακόμη και έτσι να είναι, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να υπήρχε τέτοια παράβαση. Όσον αφορά το ζήτημα της εκταμίευσης χωρίς την εξασφάλιση άδειας οικοδομής από τους εναγομένους αρ.1, πάλι δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να στοιχειοθετείται η εν λόγω θέση. Αντιθέτως, με βάση τους όρους του τεκμηρίου 12 (βλ. σελ. 3) πριν αρχίσουν οι αποσύρσεις από το δάνειο οι εναγόμενοι αρ. 1 όφειλαν να παρουσιάσουν στους ενάγοντες την άδεια πολεοδομίας και την άδεια του ΚΟΤ. Πουθενά δεν αναφέρεται στους εν λόγω όρους για Άδεια Οικοδομής όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και εν πάσει περιπτώσει δεν έχει παραπεμφθεί το Δικαστήριο σε ένα τέτοιο όρο που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως ότι έχει παραβιασθεί. Επομένως, ούτε η θέση αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι συζητήσιμη. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι υποθήκες που υπέγραψαν οι εναγόμενοι είναι άκυρες και/ή παράνομες βάσει των προνοιών των άρθρων 4
(1), 5
(1)&
(2), 8 (α), (β) και (γ), 10 και 21(γ), (δ), (ε) και
(2)του Ν. 9/65. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης ή δήλωση που την συνοδεύει το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο και ή δυνάμενο να καθοριστεί καθότι με βάση τους όρους ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα που εν πάσει περιπτώσει δεν καθορίζονται ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν και με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποχρέωση να καταβάλει ποσό πέραν του ποσού της υποθήκης χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο ποσό της πιθανής υποχρέωσης του. Επίσης, ούτε ο τόκος ή και το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένος ούτε και δυνάμενος να προσδιοριστεί. Κατ' αρχή με την ένορκη δήλωση δεν διευκρινίζεται για ποια σύμβαση υποθήκης ο ενόρκως δηλών αναφέρεται. Στην παράγραφο 19Α αναφέρεται σε συμβάσεις υποθήκης των εναγομένων αρ. 1 ενώ στην αμέσως επόμενη παράγραφο 19Β αναφέρεται στους εναγομένους. Παρά ταύτα όμως, ο ενόρκως δηλών στην ένορκη του δήλωση δεν επισυνάπτει τις σχετικές υποθήκες για τις οποίες ισχυρίζεται ότι είναι άκυρες διότι παραβιάζουν τη νομοθεσία. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(γ) του Νόμου 9/65 το οποίο επικαλούνται οι εναγόμενοι ««21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηµατολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαµβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α)................ (β).................. (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν µελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού, δέον όπως τυγχάνη καθορισµού το µέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη· Παρά το ότι δεν επισυνάπτονται οι εν λόγω υποθήκες που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες, ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης και συγκεκριμένα στην αίτηση ημερομηνίας 23/08/2013 για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13, σε αυτή επισυνάπτονται ως τεκμήρια οι σχετικές υποθήκες που παραχωρήθηκαν από τους εναγομένους 1,2 και
  1. Από αυτά προκύπτει ότι στα έγγραφα υποθήκης και στις συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκευσης αρ. Υ1313/06, Υ4084/06, Υ4539/06, Υ4540/10 και Υ4543/10 που αφορούν την εναγομένη αρ. 2 αναφέρονται συγκεκριμένα ποσά και επιτόκια και εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να είναι αντίθετοι με οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια. Το ίδιο ισχύει και για τις υποθήκες αρ. Υ1311/06 και Υ1314/06 που αφορούν την εναγομένη 6 καθώς επίσης για την υποθήκη αρ. Υ2006/06 που αφορά την εναγομένη
  2. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι οι εναγόμενοι έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους που αφορούν την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας καθώς επίσης και για τα ζητήματα της ισοτιμίας με βάση την οποία θα πρέπει να γίνει η μετατροπή του ελβετικού φράγκου στο κυπριακό νόμισμα. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς τους και προτεινόμενες υπερασπίσεις αυτές δεν έχουν τεκμηριωθεί εκ πρώτης όψεως. Οι ισχυρισμοί τους για παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης από τους ενάγοντες παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και σε κάποιες περιπτώσεις συγκρούονται και με τα συμφωνηθέντα. Οι δε ισχυρισμοί που αφορούν τις εγγυήσεις και δει ότι αυτές είναι άκυρες λόγο παράβασης των όρων της συμφωνίας από τους ενάγοντες, δεν αποκαλύπτουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση αφού δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας πάντα, οι ισχυριζόμενες παραβάσεις. Τέλος, όσο αφορά το ζήτημα της ακυρότητας των συμβάσεων υποθήκης, ούτε και γι αυτό το ζήτημα εγείρεται καλή υπεράσπιση. Δεν συγκεκριμενοποιούνται οι κατ' ισχυρισμό άκυρες συμβάσεις υποθήκης και ποιους εναγομένους αφορούν, δεν επισυνάπτονται στην αίτηση οι εν λόγω συμβάσεις υποθήκης για να φανεί το λεκτικό τους και ο τρόπος σύνταξης τους έτσι ώστε να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως, συγκρινόμενες με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, ότι ενδεχομένως να την παραβαίνουν. Εν πάσει περιπτώσει από ότι προκύπτει από αυτές ανατρέχοντας στο φάκελο της διαδικασίας δεν καταδεικνύεται κάτι τέτοιο εκ πρώτης όψεως. ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΠΕΔΕΙΞΑΝ ΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: Παρά την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης σε κάποιες από τις εγειρόμενες και προτεινόμενες υπερασπίσεις, που είναι και το βασικό κριτήριο που επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντούτοις οι αιτητές θα πρέπει να καταδείξουν και επαρκή λόγο για την παράλειψη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο καθώς επίσης να δικαιολογήσουν και την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. F.P.P. Gish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Xρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941). Όπως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και από το φάκελο της διαδικασίας η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους 1, 5, 7, 12 και 13 την 01ην/08/2013 και στους εναγομένους 2, 3, 6 και 8 στις 07/08/2013. Η απόφαση εναντίον τους εκδόθηκε στις 07/10/2013, αυτοί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους έλαβαν γνώση για την εν λόγω απόφαση στις 06/11/2013 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 23/07/2014 δηλαδή σχεδόν ένα χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής προς αυτούς και δέκα μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και εννέα περίπου μήνες μετά που αυτοί έλαβαν γνώση γι αυτήν. Α) Ο ΛΟΓΟΣ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Οι εναγόμενοι ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι ο λόγος μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο οφείλεται στην αμέλεια του δικηγόρου κ. Αλεξίου του οποίου ανάθεσαν την παρούσα υπόθεση καθώς και άλλες που τους επιδόθηκαν το διάστημα εκείνο. Παρά το ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών δεν έτυχε αντεξέτασης από την πλευρά των εναγόντων για τους ισχυρισμούς του αυτούς, με την ένσταση η θέση αυτή αμφισβητείται. Επίσης, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι η συνεργασία του εν λόγω δικηγόρου με τους εναγομένους αφορούσε εξωδικαστηριακές υποθέσεις αφού ο ίδιος δεν ασχολείται με υποθέσεις Δικαστηρίου, θέση η οποία δεν απαντάται από τους αιτητές, είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση. Το βάρος απόδειξης των εν λόγω ισχυρισμών για τους λόγους μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης παραμένει στους ώμους των εναγομένων και το Δικαστήριο θα πρέπει να τους εξετάσει. Θεωρώ όμως ότι από τη στιγμή που ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά των καθ' ών η αίτηση για να διαφανεί το αληθές ή μη της εκδοχής αυτής των αιτητών, το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στην επάρκεια των στοιχείων που οι αιτητές αναφέρουν σε σχέση με το ζήτημα αυτό και στο κατά πόσο η δικαιολογία αυτή είναι λογική και ικανοποιητική, αφού λάβει υπόψη φυσικά και τους λόγους που προβάλλονται στην ένσταση (βλ.Irena Knitting Ltd κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2006)1Β Α.Α.Δ 816). Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι την 01η/08/2013 όταν επιδόθηκε η αγωγή τόσο σε αυτόν αλλά και τους εναγομένους αρ. 1, 5, 12 και 13 επικοινώνησε με το δικηγόρο κ. Αλεξίου ο οποίος ήταν σε διακοπές και ο τελευταίος του είπε να περάσει από το γραφείο του για να υπογράψει σχετικά διοριστήρια στην γραμματέα του κάτι το οποίο έπραξε όπως αναφέρει την επομένη μέρα και επίσης είπε στην γραμματέα ότι εντός των επόμενων ημερών θα επισκέπτονταν το γραφείο του κ. Αλεξίου και οι υπόλοιποι εναγόμενοι για να υπογράψουν σχετικά διοριστήρια. Προκύπτει από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου αλλά και από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή η αγωγή είχε επιδοθεί μόνο στους εναγομένους 1,5,7,12 και 13 ενώ η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους αρ. 2, 3, 6 και 8 στις 07/08/
  1. Παρά τη θέση που προβάλλεται με την ένσταση ότι η αγωγή στους υπόλοιπους εναγομένους επιδόθηκε μεταγενέστερα της ημερομηνίας που επισκέφθηκε το γραφείο του συγκεκριμένου δικηγόρου ο εναγόμενος αρ. 7, εντούτοις προκύπτει ότι όλοι οι αιτητές και εναγόμενοι δεν ήταν άσχετα πρόσωπα μεταξύ τους, ήταν εταιρείες με διοικητικούς συμβούλους τους ιδίους και οι εγγυήτριες σύζυγοι τους. Επομένως, δεν φαντάζει παράλογο να ανέμεναν την επίδοση της αγωγής και στους υπόλοιπους εναγομένους και γι αυτό ο εναγόμενος αρ. 7 να προέβηκε σε διευθετήσεις για την υπογραφή διοριστηρίων και από αυτούς κάτι που τελικά έγινε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στις 09/08/
  2. Πέραν τούτου, αναφέρει ότι είπε στον κ. Αλεξίου ότι πρόθεση των εναγομένων ήταν να καταχωρίσουν υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Είναι επίσης η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο κ. Αλεξίου ήταν σε διακοπές και απουσίαζε από το γραφείο του κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και έπραξαν ότι τους είπε με απώτερο σκοπό να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όταν επικοινώνησε με τον κ. Αλεξίου μετά που είχε λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, του είπε ότι ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης είναι διότι θεώρησε ότι η γραμματέας του είχε προχωρήσει στην καταχώρηση των εν λόγω σημειωμάτων εμφάνισης και η οποία είχε φύγει για τις θερινές της διακοπές όταν ο ίδιος επέστρεψε στο γραφείο του. Επίσης, αναφέρει ότι του είπε ο εν λόγω δικηγόρος ότι όταν επίστρεψε η γραμματέας του από την άδεια της, η ίδια θεώρησε ότι ο δικηγόρος είχε καταχωρήσει τα σημειώματα εμφάνισης. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι οι αιτητές προβάλουν την δικαιολογία ότι ο λόγος της μη εμφάνισης τους ήταν η παράλειψη του δικηγόρου τους να καταχωρίσει σημειώματα εμφάνισης, παρά τις οδηγίες τους. Η εξήγηση αυτή παρά το ότι αμφισβητείται με την ένσταση εντούτοις δεν φαντάζει παράλογη. Θα πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι παρέχονται ικανοποιητικά στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με τον χρόνο και τρόπο που αυτοί ήρθαν σε επαφή με το συγκεκριμένο δικηγόρο το όνομα του οποίου επίσης αναφέρουν. Παρά το ότι η αίτηση των αιτητών δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση του συγκεκριμένου δικηγόρου ή της γραμματέας του που να βεβαιώνει τους ισχυρισμούς αυτούς, εντούτοις, κρίνω ότι οι αιτητές παρέχουν ικανοποιητικά στοιχεία και λεπτομέρειες για το ζήτημα διορισμού του και μπορώ να αποδεχτώ την δικαιολογία αυτή (βλ. Salamis Shipping Services v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1767). Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η αμέλεια δικηγόρου από μόνη της δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την μη εμφάνιση στο Δικαστήριο έτσι ώστε να δικαιολογείται για το λόγο αυτό και μόνο το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης. Θα πρέπει να εξεταστεί και η μετέπειτα συμπεριφορά των αιτητών. Είναι η θέση των καθ' ών η αίτηση ότι από την 01ην/08/2013 μέχρι και τις 06/11/2013 που οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, ουδεμία ενέργεια έπραξαν για να ενδιαφερθούν για την υπόθεση τους και κατά πόσο τελικά καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών ότι μετά την υπογραφή σχετικών διοριστήριων στο συγκεκριμένο δικηγόρο δεν είχαν οποιαδήποτε έγνοια. Είναι γεγονός ότι ένας δικηγόρος στον οποίο ανατίθεται μια υπόθεση οφείλει να μεριμνήσει και να διασφαλίσει τα δικαιώματα του πελάτη του. Υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες όμως απαιτείται από ένα διάδικο να επιδείξει και ανάλογο ενδιαφέρον και να βεβαιωθεί ότι πράγματι καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Έτσι στην υπόθεση Ανδρούλλα Ευγενίου v. Ανδρούλλα Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 852 όπου η εφεσείουσα για επτά μήνες και πλέον δεν είχε ενδιαφερθεί να εξακριβώσει κατά πόσο ο γιος της είχε παραδώσει το κλητήριο στο δικηγόρο της, ούτε είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο της και ούτε είχε εξηγήσει γιατί δεν είχε προβεί στις ενέργειες που εύλογα αναμενόταν από αυτήν, κρίθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η εφεσείουσα ισοδυναμούσε με παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος (βλ. επίσης Fylactou v. Michael (ανωτέρω)). Στην παρούσα προκύπτει ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το γραφείο του συγκεκριμένου δικηγόρου μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μαζί του και υπέγραψαν σχετικά διοριστήρια και λογικά θα αναμενόταν αυτός να είχε προβεί στην καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Είναι γεγονός όμως ότι για μια περίοδο περίπου τριών μηνών, οι ίδιοι δεν φαίνεται να είχαν ενδιαφερθεί εκ νέου για την υπόθεση τους. Η πάροδος όμως του χρονικού αυτού διαστήματος δεν θεωρώ ότι είναι τέτοια που θα μπορούσα να καταλογίσω παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση τους. Δεν αναμένεται στο χρονικό αυτό διάστημα και αφού οι αιτητές είχαν προβεί σε σχετικές διευθετήσεις για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης ότι θα εκδιδόταν απόφαση εναντίον τους. Στην Βικα Πικα Ντισκο Λτδ και Άλλοι v. Χαπυ Στρητς Λτδ
(1997)1 Α Α.Α.Δ. 28 λέχθηκαν τα κάτωθι: «Οι εφεσίβλητοι μετά την επίδοση της αγωγής παρέδωσαν τα κλητήρια εντάλματα στο δικηγόρο τους. Ήταν λογικό, κατά τη γνώμη μας, να αναμένουν πως ο δικηγόρος τους θα ακολουθούσε την νενομισμένη δικαστική διαδικασία για να παρουσιαστεί και η υπεράσπιση τους στο δικαστήριο. Ο χρόνος των 3 μηνών που πέρασε δεν είναι κατά τη γνώμη μας τόσος που να δικαιολογεί οποιαδήποτε ανησυχία εκ μέρους των εφεσειόντων για την πορεία της υπόθεσης τους, ώστε να επικοινωνήσουν με το δικηγόρο τους για να πληροφορηθούν την εξέλιξή της. Δεν είχαν επιδείξει ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία. Συμπερασματικά, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ το γεγονός ότι οι αιτητές μετά την επίδοση σε αυτούς της παρούσας αγωγής προέβηκαν σε διορισμό του συγκεκριμένου δικηγόρου για τους υπερασπιστεί και ότι το χρονικό διάστημα των τριών μηνών μέχρι και την έκδοση της απόφασης εναντίον τους χωρίς οι ίδιοι να ενδιαφερθούν και να βεβαιωθούν για την καταχώριση εμφάνισης, δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να τους καταλογιστεί παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για την δικαστική διαδικασία. Παραπέμπω επίσης στην 1. Νίκος Σάββα Ευσταθίου 2. Ανδρέας Λαζούρας v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1007 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε πως με την αδιαμφισβήτητη ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο προς καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης ευλόγως δεν θα αναμενόταν, πάντως όχι πέντε μήνες αργότερα, έκδοση τελικής απόφασης για τέτοια παράλειψη. Η δε εξομοίωση, στην περίπτωση, της παράλειψης του δικηγόρου προς παράλειψη που αντανακλούσε περιφρονητική διαγωγή του διαδίκου, δεν εδικαιολογείτο.» Παρά το ότι εγείρονται διάφορα ερωτηματικά στην παρούσα περίπτωση σε σχέση με τον τρόπο διορισμού του συγκεκριμένου δικηγόρου - δεν τον είδαν και να του αναφέρουν τα γεγονότα που υποστήριζαν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, επρόκειτο για τέσσερις αγωγές και όπως ισχυρίζονται η μια εκ των οποίων η παρούσα που αναγνωρίζουν ότι ήταν σοβαρή και αφορούσε μεγάλα ποσά, ο δικηγόρος τους ήταν σε διακοπές - και κατά πόσο έπρεπε να θεωρήσουν ότι όλα ήταν εντάξει - εντούτοις δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό για το Δικαστήριο να αντικρίσει τους εν λόγω ισχυρισμούς με τόσο αυστηρό τρόπο από τη στιγμή που ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε (βλ.
  1. Νίκος Σάββα Ευσταθίου
  2. Ανδρέας Λαζούρας v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω). Β) ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί και ο τρόπος και χρόνος που οι αιτητές έδρασαν μετά που έλαβαν γνώση για την έκδοση της παρούσας απόφασης εναντίον τους. Ένας διάδικος ο οποίος επιζητεί το επανάγοιγμα της υπόθεσης του θα πρέπει να δρα άμεσα προς αυτήν την κατεύθυνση. Στην Mine & Quary Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) 1993 λέχθηκε ότι η «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση εκδόθηκε στις 07/10/2013 και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση στις 06/11/2013 με το τεκμήριο
  3. Το τεκμήριο 4 αποτελείται από δύο επιστολές από τους ενάγοντες προς τις εναγόμενες 1 και 5 στην παρούσα αγωγή με τις οποίες ενημερώνονταν ότι έχει εγγραφεί ΜΕΜΟ σε συγκεκριμένα ακίνητα, ένα για έκαστη από αυτές, στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 1927/2013 και 1962/2013 και δεν αναφέρονταν στην παρούσα αγωγή όπως ισχυρίζονται. Παρόλο που το τεκμήριο 4 δεν αφορούσε την παρούσα αγωγή εντούτοις ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών ότι κατάλαβαν ότι εκδόθηκε απόφαση και στην παρούσα διότι μαζί με αυτή ανάθεσαν και τις εν λόγω αγωγές στο συγκεκριμένο δικηγόρο. Θεωρώντας ορθή τη θέση αυτή, αφού δεν υπάρχει και δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το χρόνο που οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της παρούσας απόφασης εναντίον τους και εφόσον σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους μαζί με εκείνες τις αγωγές δόθηκε και η παρούσα στο δικηγόρο τους, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι αυτοί δεν προχώρησαν άμεσα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης παρά μόνο στις 23/07/
  4. Στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν όλο αυτό το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι δεν μπορούσαν να εξεύρουν δικηγόρο για να προωθήσει άμεσα το αίτημα τους στο Δικαστήριο. Παραθέτουν ονόματα δικηγόρων που επισκέφθηκαν με συγκεκριμένες ημερομηνίες και ημερομηνίες μέχρι να λάβουν την απάντηση τους ότι δεν ήταν σε θέση να χειριστούν την υπόθεση τους. Αρχίζουν με τον κ. Κουρίδη ο οποίος τελικά στις 15/11/2013 τους είπε ότι δεν μπορεί να αναλάβει την υπεράσπιση τους. Ακολούθως, αναφέρονται σε επίσκεψη τους στις 20/11/2013 στο νυν δικηγόρο τους που τελικά καταχώρησε την αίτηση τους, για να καταλήξουν στις 16/12/2013 και να αναφέρουν ότι τελικά τους είπε ότι δεν θα μπορούσε να αναλάβει την υπόθεση τους μετά που τους είχε δώσει οδηγίες για να παραλάβουν όλα τα σχετικά έγγραφα από το φάκελο της υπόθεσης και αφού είχαν συναντήσεις μαζί του. Δηλαδή, ισχυρίζονται ότι από τις 20/11/2013 και για ένα περίπου μήνα και αφού είχαν παραδώσει όλα τα σχετικά έγγραφα και συναντήθηκαν με τον συγκεκριμένο δικηγόρο, τελικά τους είπε ότι δεν θα μπορούσε να αναλάβει την υπόθεση τους. Μετά από αυτό παραθέτουν ονόματα άλλων δύο δικηγόρων οι οποίοι επίσης τους ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να χειριστούν την υπόθεση τους για να καταλήξουν αρχές Φεβρουαρίου του 2014 στο νυν δικηγόρο τους. Παρόλο που οι εν λόγοι ισχυρισμοί των αιτητών αμφισβητούνται με την ένσταση και υπάρχει η θέση ότι είναι αναληθείς εντούτοις δεν φαίνεται να προκύπτουν οποιαδήποτε άλλα γεγονότα που να τους καταρρίπτουν. Παρατίθενται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, ονόματα συγκεκριμένων δικηγόρων που οι αιτητές επισκέφθηκαν μετά την εναντίον τους απόφαση με συγκεκριμένες ημερομηνίες καθώς επίσης και τις ενέργειες που οι ίδιοι έπραξαν για να εξασφαλίσουν το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό που απαιτείτο για την καταχώριση της παρούσας αίτησης και τις απαντήσεις των συγκεκριμένων δικηγόρων και τους λόγους άρνησης τους στο να χειριστούν τις υποθέσεις τους. Παρά το ότι ενδεχομένως να εγείρονται κάποια ερωτηματικά αναφορικά με τις πιο πάνω ενέργειες των αιτητών για να εξεύρουν δικηγόρο και που παρουσιάζεται στο να καταλήξουν στο δικηγόρο που υπέβαλε εκ μέρους τους την παρούσα αίτηση και τον οποίο είχαν επισκεφθεί από τα αρχικά στάδια, εντούτοις φαίνεται να παρέχονται ικανοποιητικές, επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες για κάθε στάδιο των ενεργειών τους με την παράθεση συγκεκριμένων ονομάτων δικηγόρων που επισκέφθηκαν. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν ορθό να απορριφθούν οι πιο πάνω ενέργειες των αιτητών στην απουσία οποιασδήποτε αντίκρουσης ή άλλων στοιχείων. Πέραν τούτου, από το Φεβρουάριο του 2014 μέχρι και τα τέλη Μαϊου του 2014, ο ενόρκως δηλών εξηγεί τις ενέργειες οι οποίες έπρεπε να γίνουν με βάση τις υποδείξεις του δικηγόρου τους. Αναφέρεται στον όγκο των εγγράφων που σχετίζονταν τόσο με αυτή την υπόθεση όσο και με τις άλλες στις οποίες είχαν αντιδικία με τους καθ' ών η αίτηση και υπήρχε κάποιος συσχετισμός, στις συναντήσεις οι οποίες έπρεπε να γίνουν με όλους τους εμπλεκόμενους, στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης, στην αναγκαιότητα αναζήτησης του αναγκαίου μαρτυρικού υλικού και συγκεκριμένα στην Έκθεση Βιωσιμότητας που ετοιμάστηκε για σκοπούς σύναψη της συμφωνίας δανείου 7 χρόνια προηγουμένως και στη δυσκολία ανεύρεσης της, στην Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας καθώς επίσης στις καταστάσεις λογαριασμού και στο χρόνο που απαιτείτο για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης από τον λογιστή τους. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδέχεται το κάθε τι που ένας αιτητής προβάλλει στο Δικαστήριο για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό μιας απόφασης χωρίς την αναγκαία τεκμηρίωση και την παροχή επαρκών στοιχείων και λεπτομερειών. Στην παρούσα περίπτωση, οι αιτητές κρίνω ότι παρέχουν επαρκείς λεπτομέρειες των ενεργειών τους για την υποβολή της αίτησης για παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Στις σελίδες 7 - 23 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση παρατίθενται πλήρης και επαρκείς λεπτομέρειες για το χρόνο που διέρρευσε μέχρι και το τέλος Μαϊου, τις προσπάθειες τους για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν για την υποβολή της παρούσας αίτησης. Πέραν από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν για την άμεση εξεύρεση δικηγόρου, του χρόνου που χρειάστηκε για την συλλογή του απαραίτητου μαρτυρικού υλικού και μελέτη του, χρειάστηκε και η εμπλοκή των λογιστών τους για την ετοιμασία σχετικής έκθεση αναφορικά τη ζημιά την οποία κατά τη θέση τους υφίστανται από την αλλαγή στην ισοτιμία του ελβετικού φράγκου με το κυπριακό νόμισμα και την χρέωση τόκων. Επίσης, προκύπτει και κάποιου είδους πολυπλοκότητα της παρούσας αγωγής αφού η συμφωνία δανείου προέβλεπε διάφορους όρους σε σχέση με την παραχώρηση του, τον τρόπο εκταμίευσης του, ακολούθησαν τροποποιητικές συμφωνίες καθώς επίσης συνοδεύεται από εγγυήσεις και συμβάσεις υποθήκης πολλών προσώπων. Παρά το ότι ενδεχομένως να εγείρονται κάποια ερωτηματικά αναφορικά με τον χρόνο που χρειάστηκε στο να καταλήξουν στο δικηγόρο που υπέβαλε εκ μέρους τους την παρούσα αίτηση και τον οποίο είχαν επισκεφθεί από τα αρχικά στάδια εντούτοις φαίνεται να παρέχονται ικανοποιητικές, επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες για κάθε στάδιο των ενεργειών τους με την παράθεση συγκεκριμένων ονομάτων δικηγόρων που επισκέφθηκαν. Επίσης, δίνονται δικαιολογίες σε σχέση με το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε μέχρι να εξασφαλιστούν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και να είναι έτοιμη η αίτηση για παραμερισμό, που εν όψει των περιστάσεων δεν είναι εκτός των παραδεκτών πλαισίων. Εκείνο το οποίο παρατηρείται όμως, είναι ότι ενώ τελικά η έκθεση του λογιστή τους ήταν έτοιμη περί τα τέλη Μαϊου του 2014 και όπως προκύπτει είχαν στην κατοχή τους όλα τα αναγκαία στοιχεία, εντούτοις η αίτηση καταχωρείται στις 23/07/
  5. Η μελέτη όλων των σχετικών στοιχείων είχε ήδη αρχίσει από το Μάρτιο του 2014 γι αυτό και δόθηκαν και οδηγίες για ετοιμασία σχετικής έκθεσης των λογιστών των εναγομένων η οποία ετοιμάστηκε μετά από πάροδο δύο σχεδόν μηνών. Επομένως, δεν θεωρώ ότι χρειαζόταν άλλος χρόνος για μελέτη και εκείνο που απόμενε ήταν η άμεση καταχώριση της αίτησης. Η δικαιολογία που προβάλλεται ότι ο χρόνος αυτός απαιτείτο λόγο των άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων του δικηγόρου τους δεν θεωρώ ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όφειλαν οι αιτητές να καταχωρίσουν στο Δικαστήριο άμεσα την αίτηση τους μετά από αυτό το χρονικό διάστημα και όχι να παρέλθει διάστημα σχεδόν 1 ½ μηνός. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι αιτητές μετά που αυτοί έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους προβαίνουν σε ενέργειες διορισμού άλλου δικηγόρου με σκοπό να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης και στις 22/11/2013 ζητούν από το Δικαστήριο τα έγγραφα με βάση τα οποία εκδόθηκε μονομερώς η απόφαση εναντίον τους. Στην προσπάθεια τους αυτή επισκέπτονται συγκεκριμένους δικηγόρους χωρίς να γίνει κατορθωτό μέχρι και τις αρχές Φεβρουαρίου του 2014 κάποιος από αυτούς να αναλάβει την υπόθεση τους. Μετέπειτα και αφού κατέληξαν στον νυν δικηγόρο τους αναζητείται περαιτέρω μαρτυρικό υλικό για να στηρίξουν το αίτημα τους και χρόνος για μελέτη αυτού για να διαμορφωθούν οι υπερασπίσεις που θα στήριζαν το αίτημα τους. Περί τα τέλη Μαϊου του 2014 ετοιμάστηκε και η ζητηθείσα έκθεση του λογιστή τους. Από το χρόνο αυτό όμως μεσολαβεί περίπου 1 ½ μήνας για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση χωρίς επαρκή δικαιολογία, τουλάχιστον για όλο αυτό το χρονικό διάστημα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΠΕΙΞΑΝ ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΤΑΦΩΡΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η συμπεριφορά των αιτητών δεν είναι τέτοια η οποία καταδεικνύει περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Προκύπτει ότι αυτοί από την επίδοση της παρούσας αγωγής ενδιαφέρθηκαν και προέβηκαν σε συγκεκριμένα διαβήματα για να διορίσουν δικηγόρο για να υπερασπιστούν την αγωγή. Όσον και αν η δικαιολογία αυτή δεν είναι επαρκής για την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο δεν θα μπορούσε από μόνη της να δικαιολογήσει συμπέρασμα περιφρονητικής διαγωγής των αιτητών. Τρεις μήνες μετά και αφού λαμβάνουν γνώση για την έκδοση της απόφασης εναντίον τους και χωρίς να προηγηθεί οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της στην παρούσα αγωγή προβαίνουν σε ενέργειες διορισμού άλλου δικηγόρου. Αφού επισκέπτονται διάφορους δικηγόρους αφήνοντας τους το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής και τα σχετικά έγγραφα με τα οποία εκδόθηκε η εναντίον τους απόφαση για μελέτη, τελικά πληροφορούνται ότι δεν ήταν σε θέση να τους εκπροσωπήσουν και τελικά καταλήγουν στο διορισμό δικηγόρου αρχές Φεβρουαρίου του
  6. Από εκεί και πέρα αρχίζει η προετοιμασία για τη σύνταξη της παρούσας αίτησης και η συλλογή όλων των απαραίτητων στοιχείων και τεκμηρίων κάτι το οποίο ολοκληρώνεται περί τα τέλη Μαϊου του
  7. Τελικά η αίτηση καταχωρείται στις 23/07/2014, δηλαδή 10 περίπου μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον τους και 9 περίπου μήνες μετά που αυτοί έλαβαν γνώση γι αυτήν. Η πιο πάνω συμπεριφορά των αιτητών έναντι της δικαστικής διαδικασίας δεν θεωρώ ότι μπορεί να θεωρηθεί καταφρονητική ή περιφρονητική υπό τις περιστάσεις. Από την αρχή όταν επιδόθηκε η αγωγή σε αυτούς έδρασαν άμεσα και προσπάθησαν να διορίσουν δικηγόρο και μετά που έλαβαν γνώση για την εναντίον τους απόφαση, με τον τρόπο που έλαβαν γνώση και χωρίς να προηγηθεί οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης στην παρούσα αγωγή, δεν παρέμειναν απαθής και ενέργησαν προς την κατεύθυνση της καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Η παράλειψη ή καλύτερα η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του μικρού αυτού χρονικού διαστήματος του 1 ½ περίπου μηνός από το χρόνο που υπήρχαν όλα τα στοιχεία για την καταχώριση της παρούσας αίτησης δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να προσδώσει περιφρονητική συμπεριφορά στους αιτητές έναντι των δικαστικών διαδικασιών. Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους της μη εμφάνισης των αιτητών στο Δικαστήριο και την μετέπειτα συμπεριφορά τους και τους λόγους που προβάλλουν για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης κρίνω ότι δεν διαπιστώνεται αδιαφορία για την αγωγή, η οποία να προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζω ότι χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος μετά που η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στους αιτητές και εννέα μήνες μετά που αυτοί έλαβαν γνώση για την απόφαση εναντίον τους να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση, όμως παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες και δικαιολογίες γι αυτή την καθυστέρηση. Η νομολογία δεν καθορίζει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που μια τέτοια αίτηση πρέπει να καταχωρείται και εναπόκειται στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κατά πόσο θα επιτραπεί το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης. Στην Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κουρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 λέχθηκε ότι «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγοντας, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενοι, έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, τουλάχιστον για κάποιες από τις προτεινόμενες υπερασπίσεις που είναι και η βασική προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω η συμπεριφορά τους δεν απολήγει στο να είναι καταφρονητική ή περιφρονητική προς τις δικαστικές διαδικασίες. Ισοζυγίζοντας από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών και τα δικαιώματα των εναγόντων κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος των εναγομένων. Προτού το πράξω όμως, θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα άρσης της παρατυπίας που φέρει η αίτηση ως ανωτέρω αναφέρθηκε και εκδίδεται ανάλογο διάταγμα. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. H απόφαση ημερομηνίας 07/10/2013 που αφορά τους εναγομένους 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 παραμερίζεται. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα έξοδα τα οποία σπαταλήθηκαν μέχρι στιγμής (thrown away) λόγω της παράλειψης των εναγομένων - αιτητών να εμφανιστούν στην διαδικασία επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καθότι οι ενάγοντες δεν φέρουν καμία ευθύνη για την δημιουργηθείσα κατάσταση. H πιο πάνω απόφαση όμως παραμερίζεται και οι εναγόμενοι αρ. 1,2,3,5,6,7,8,12 και 13 θα έχουν δικαίωμα να καταχωρίσουν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αφού προηγηθεί φυσικά σημείωμα εμφάνισης, υπό τον όρο ότι θα καταβάλουν στους ενάγοντες όλα τα έξοδα ως ανωτέρω εντός 30 ημερών από την γνωστοποίηση τους σε αυτούς από τους ενάγοντες. Νοείται ότι οι ενάγοντες θα προχωρήσουν το συντομότερο δυνατό με την καταχώριση σχετικού καταλόγου εξόδων στον Πρωτοκολλητή για τον υπολογισμό των εξόδων (βλ. Ανδρέας Κλεάνθους v. Τradex Ltd
(1998)1 B A.A.Δ. 988). (Υπ.)............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi set aside cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.