Επί τοις αφορώσι τoν Κωνσταντίνο Παπαχριστοφόρου, Αρ. Αίτ. Πτώχευσης 17/2014, 26/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αίτ. Πτώχευσης 17/2014 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Επί τοις αφορώσι τoν Κωνσταντίνο Παπαχριστοφόρου (ΑΤ 816470), από την Πάφο ---------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.11.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές : κ. Ι. Τηλεμάχου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για τον καθ΄ου η αίτηση: κ. Α. Παπαγεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, ζητά από το Δικαστήριο, την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε σχέση με την περιουσία του Κωνσταντίνου Παπαχριστοφόρου από την Πάφο, ο οποίος σύμφωνα με την αίτηση, διέπραξε πράξη πτώχευσης, αφού παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης η οποία του επιδόθηκε. Επίσης, σύμφωνα με την αίτηση, ο καθ΄ου η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει στους αιτητές το ποσό των €15,975 δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 10.10.2007 στην Αγωγή με αριθμό 1921/2007 Ε.Δ. Πάφου. Ο καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή Νομική Βάση και/ή η βάση της είναι ελλιπής.
- Δεν πληρούνται οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη.
- Οι αιτητές δεν έχουν προχωρήσει με οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι σήμερα.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση δύναται να πληρώνει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις.
- Ο καθ΄ου η αίτηση δεν έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης αφού έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους του έχει καταβάλει στους αιτητές σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €1400.-
- Η ως άνω αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική και χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης του. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, σημειώνω παρενθετικά τα εξής. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 3, 4, 5 και 6 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Η εκδίκαση της αίτησης ξεκίνησε πριν την έναρξη ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 (Ν.61(Ι)/2015)και δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι την ημερομηνία που αυτός τέθηκε σε ισχύ. Εφαρμόζεται επομένως στην παρούσα περίπτωση η μεταβατική πρόνοια του άρθρου 128(α) του Κεφ. 5 που προβλέπει ότι: «Οποιαδήποτε διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη, η οποία άρχισε αλλά δεν έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, συνεχίζεται ως διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου, χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών δικογράφων». Συνεπώς, εάν η αίτηση είναι επιτυχής για τους Πιστωτές, τότε αυτή θα καταλήξει στην κήρυξη του Χρεώστη σε πτώχευση και συνακόλουθη έκδοση διατάγματος πτώχευσης, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4
(1)του Κεφ. 5, ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 61(Ι)/
- Επί αυτού του σημείου να αναφέρω ότι, πρώτος λόγος της ένστασης που αφορά την νομική βάση της αίτησης έχοντας υπόψη μου αυτή και τα όσα περιλαμβάνει κρίνω ότι είναι ανεδαφικός. Κατά την ακρόασης της αίτησης, δεν έχουν αμφισβητηθεί και συνεπώς έχουν καταστεί ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: Στις 10/10/2007 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή 1921/2007 Ε.Δ. Πάφου, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 2, 3 και 4 και για το ποσό των Λ.Κ. 7548,68 πλέον τόκους πλέον έξοδα, η οποία επισυνάπτεται με την αίτηση των Αιτητών. Στις 19.5.2014 επιδόθηκε προσωπικά στον καθ΄ ου η Αίτηση η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 27/14, η οποία καταχωρίστηκε στις 24.4.
- Η αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε στις 25.6.
- Η μαρτυρία του Μ.1, Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου, αφορούσε τα πιο πάνω. Ο Μ.1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 τον φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης 27/14 και δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τον συνήγορο του καθ΄ου η αίτηση. Ως Μ.2 για τους αιτητές, κατάθεσε ο Ευγένιος Γεωργίου, Επαρχιακός Διευθυντής της Μινέρβα στην Πάφο, ο οποίος κατάθεσε αναφορικά με το οφειλόμενο δυνάμει της δικαστικής απόφασης ποσό από τον καθ΄ου η αίτηση προς τους αιτητές αναφέροντας επίσης ότι μετά την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης και μέχρι σήμερα ο καθ΄ου η αίτηση δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ο Μ.1 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του καθ΄ου η αίτηση και συμφώνησε ότι μετά την έκδοση της απόφασης ο καθ΄ου η αίτηση κατάβαλε έναντι του εξ΄αποφάσεως χρέους του το ποσό των €
- Προέκυψε επίσης, με βάση αυτά που ανάφερε ο Μ.1 κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ότι υποβλήθηκε από τον καθ΄ου η αίτηση πρόταση προς διευθέτηση του χρέους του αλλά επειδή δεν συμμορφώθηκε υποβλήθηκε η αίτηση πτώχευσης εναντίον του. Στην ένορκη κατάθεση του ο καθ΄ου η αίτηση, ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι μετά την 20.
- 2014 που πλήρωσε το τελευταίο ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του, στις 5.2.2014 είχε ατύχημα στο κυνήγι, εκπυρσοκρότησε το όπλο και τραυματίστηκε στα δύο του πόδια. Αφού περιέγραψε τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε, ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον Διευθυντή των αιτητών στην Λεμεσό και ζήτησε χρόνο έξι μηνών για να μπορέσει να ξεκινήσει να πληρώνει τις δόσεις του αλλά υπήρξε πίεση από μέρους τους να πληρώσει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Σε ότι αφορά την εργασία του, ανάφερε ότι έχει απολέσει αυτή ως υπάλληλος στο αεροδρόμιο Πάφου και αναμένει να λάβει αποζημιώσεις ενώ ότι πρόσφατα έχει εργοδοτηθεί σε καφετέρια και θεωρεί ότι είναι σε θέση να πληρώνει το χρέος τους ενώ σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος παραλαβής τη περιουσίας του αυτό θα είναι καταστροφικό για τον ίδιο. Ο Μ.1 παρά το ότι παρουσίαζε μια σύγχυση, επιβεβαίωσε τα αναγκαία της αίτησης στοιχεία και γεγονότα και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Δεν ήταν όμως σε θέση να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο και εάν υπήρξε κάποια συμφωνία μεταξύ του καθ΄ου η αίτηση και των αιτητών για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του, επί αυτού του σημείου απαντούσε με γενικό και αόριστο τρόπο. Σε ότι αφορά τον καθ΄ου η αίτηση, εξέτασα με προσοχή την μαρτυρία του δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του, υπήρξε σταθερός, ήταν ειλικρινής και απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές και με ειλικρίνεια. Αποδέχομαι ως αληθινά τα όσα έχει αναφέρει, πλην της θέσης ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και δεν είναι νόμιμη απαντώντας σε σχετική υποβολή στην αντεξέταση του, καθότι πρόκειται για προσωπική άποψη και θέση του. Οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους τις θέσεις τους. Ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω όπου τούτο θεωρηθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή του θέματος: Ο περί Πτωχεύσεως Νόμος Κεφ. 5 είναι στην ουσία αντιγραφή του αγγλικού Bankruptcy Act
- Η πτώχευση έχει χαρακτήρα οιονεί ποινικό και αποτελεί δυσμενή εξέλιξη στην υπόσταση του χρεώστη (βλ. Αρέστη ν. Λαική,
(2002)ΑΑΔ 1 (Β) 1258). Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρ. Παπαδόπουλου,
(2002)ΑΑΔ 1(Γ) 1699, είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ΄ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ισονομία όλων των πιστωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 5, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει «εκτός», αν προϋπάρχουν κάποιες προυποθέσεις. Όπως προσδιορίστηκε στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση σελ 44, η λέξη ¨εκτός¨ (unless), που χρησιμοποιείται στο αντίστοιχο αγγλικό άρθρο 4
(1)του Bankruptcy Act 1914, πρέπει να θεωρείται ως νομική αρχή, που επιβάλλει το βάρος απόδειξης της κάθε μίας από τις προϋποθέσεις του Νόμου, στον πιστωτή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 5, για την υποβολή αίτησης πτώχευσης εναντίον χρεώστη πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει χρέος το οποίο να υπερβαίνει τις €15.000, (β) το χρέος να είναι για εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση πτώχευσης να έχει διαπραχθεί εντός έξη μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης, και (δ) ο Χρεώστης να είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο για περίοδο ενός έτους πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης. Το άρθρο 6
(2)του Κεφ. 5 προνοεί, μάλλον επιτακτικά, ότι όταν το Δικαστήριο, ικανοποιηθεί, με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση. Ποια είναι η «τέτοια απόδειξη»; Στο άρθρο 6
(2)υπάρχει ξεκάθαρη η απάντηση. « Κατά την ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη (α) του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούνται πιστωτή (β) της επίδοσης της αίτησης και (γ) της πράξης πτώχευσης .» Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5, ένας χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης: «(ε) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και αυτός παραλείπει μέσα σε επτά ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, ή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα.» Όπως προσδιορίστηκε στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy 19η σελ. 44 και 45 το χρέος πρέπει να είχε προέλθει πριν από την πράξη πτώχευσης. Να ήταν πληρωτέο πριν την πράξη πτώχευσης και πρέπει να διατηρείται πληρωτέο μέχρι το στάδιο της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης και ακόμα στο στάδιο της έκδοσης του διατάγματος παραλαβής. Αν στο μεταξύ το χρέος πληρωθεί δεν εκδίδεται διάταγμα. Η έκδοση ενός διατάγματος παραλαβής αποτελεί αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 5 το οποίο διαλαμβάνει ως εξής: «Τηρουμένων των πιο πάνω ορισμένων όρων, αν χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν υποβολής αίτησης πτώχευσης είτε από τον πιστωτή είτε από το χρεώστη να εκδώσει διάταγμα, το οποίο στον Νόμο αυτό καλείται «διάταγμα παραλαβής», για την προστασία της περιουσίας του χρεώστη. Σχετική αναφορά, ως προς την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου σε περίπτωση διάπραξης πράξης πτώχευσης να εκδώσει διάταγμα παραλαβής για τη προστασία της περιουσίας χρεώστη γίνεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2, παράγραφος
- Στην υπό κρίση περίπτωση, το χρέος που ισχυρίζονται οι Πιστωτές υπερβαίνει τις €15.000 και αφορά εκκαθαρισμένο ποσό το οποίο είχε καταστεί πληρωτέο με την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 1921/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Επιπρόσθετα, δεν αμφισβητείται ότι ο Χρεώστης είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο για 12 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης. Τέλος η αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε στις 25.6.2014 ενώ η ειδοποίηση πτώχευσης είχε επιδοθεί στον Χρεώστη προσωπικά στις 15.5.
- Αυτό συνεπάγεται ότι αν έχει διαπραχθεί πράξη πτώχευσης, αυτή διαπράχθηκε εντός των 6 μηνών που προηγήθηκαν της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης. Ο καθ΄ου η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης αφού έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους του έχει καταβάλει στους αιτητές σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €1400.-. Σύμφωνα με την υπόθεση Αlpha Bank Cyprus Ltd v Αναφορικά με τον Κώστα Αριστείδη, ECLI:CY:AD:2015:A355, Πολιτική Έφεση 200/10, ημερομηνίας 20.5.2015, αποτελεί καθήκον των Πιστωτών να καθορίσουν ορθά και επακριβώς το οφειλόμενο ποσό. Η απόφαση εκείνη αφορούσε αίτηση για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης. Όμως η πιο πάνω αρχή που επιβεβαιώνεται από το Εφετείο, δεν μπορεί παρά να τυγχάνει αντίστοιχης εφαρμογής και σε αιτήσεις πτώχευσης. Σύμφωνα αίτηση, η οφειλή που αποτελούσε το αντικείμενο της ειδοποίησης πτώχευσης ήταν απόρροια Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 10.10.
- Σύμφωνα με την απόφαση, ο εναγόμενος 1 οφείλει αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τονς εναγόμενους 1 το ποσό Λ.Κ.7.548.68 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 31/5/2007 μέχρι εξόφλησης, πλέον Λ.Κ.445.50 έξοδα πλέον τόκο επί των εξόδων προς 8% ετησίως από 31.5.2007 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α, πλέον Λ.Κ.27 έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με τα τεκμήρια 2 (α) και 2 (β) που είναι οι αποδείξεις πληρωμής συνολικού ποσού €1400 προς του αιτητές έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του τις οποίες παρουσίασε ο καθ΄ου η αίτηση, οι πληρωμές έγιναν πριν από την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, αφού η τελευταία απόδειξη φέρει ημερομηνία 20.1.2014 και οι προηγούμενες 3.12.2013 και 3.9.2013 . Στην αίτηση των αιτητών, πέραν της αναφοράς στο ποσό της απόφασης, γίνεται αναφορά στο οφειλόμενο ποσό που προκύπτει μετά από πληρωμές που έχουν γίνει έναντι και αυτό είναι το ποσό των €15.
- Ο καθ΄ου η αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει ότι αυτό το ποσό σήμερα οφείλεται σήμερα στους αιτητές πέραν του ότι πληρώθηκε το πόσο των €500.- κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης (Τεκμήριο 4) και συνεπώς ανάλογα μειώνεται το οφειλόμενο ποσό. Με βάση τις πληρωμές που έχουν γίνει δεν τίθεται ζήτημα μείωσης του ποσού σε τέτοιο ποσό ώστε να μην ανταποκρίνεται στο ποσό που απαιτεί ο νόμος, ούτε συμμόρφωσης με την ειδοποίηση πτώχευσης. Με αυτά τα δεδομένα, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του ότι οι αιτητές κωλύονται στην προώθηση της παρούσας αίτησης καθότι δεν έχουν προχωρήσει με οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι σήμερα, αυτός δεν ευσταθεί, αρχικά γιατί δεν αποτελεί προϋπόθεση ή εμπόδιο στην προώθηση της αίτησης ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 έχει εκδοθεί διάταγμα εναντίον του για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις των €300.- από 1.3.2013 και κάθε πρώτη ημέρα επόμενου μήνα μέχρι την εξόφληση του καθώς και των εξόδων της αγωγής. Ο τρείς πληρωμές που έγιναν από τον καθ΄ ου η αίτηση, στις 3.9.2013, 3.12.2013 και 20.1.2014 έγιναν μετά τον χρόνο που καθορίζει το πιο πάνω διάταγμα και πριν την έκδοση και επίδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης. Ισχυρίζεται ο καθ΄ου η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει ως καταχρηστική να απορριφθεί. Ο λόγος είναι ότι σκοπός της αίτησης είναι η καταπίεση του και ότι χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς. Στην υπόθεση London Clubs Ltd (ανωτέρω), τονίστηκε πως η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεύει στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε ειδοποιήσεις πτώχευσης. Υποβλήθηκε αίτηση ακυρώσεως των επιδοθεισών ειδοποιήσεων πτώχευσης επειδή συνιστούσαν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο ειδοποιήσεις πτωχεύσεως οι οποίες αποσύρθηκαν από τους αιτητές αφού ο καθ΄ου η αίτηση συμφώνησε να πληρώνει το ποσό μηνιαίων δόσεων τριπλάσιο από εκείνο που είχε αρχικά συγκατατεθεί να πληρώνει. Το Εφετείο παρατήρησε πως δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο γιατί δεν είχε προωθηθεί η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσίβλητου μετά που αυτός αμέλησε να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις του. Παρά το ότι υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για μηνιαίες δόσεις, οι εφεσείοντες δεν το προώθησαν προς εκτέλεση. Πέραν τούτου οι εφεσείοντες είχαν αποσύρει, προηγουμένως, τις δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, με αντάλλαγμα την αύξηση του ποσού των δύο διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων από Λ.Κ.100.- το καθένα σε Λ.Κ.300.- το καθένα. Με εκείνα τα δεδομένα το Εφετείο αποφάνθηκε πως η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου, γιατί δεν απέβλεπε, με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας, στην εκτέλεση των υπέρ του αποφάσεων, αλλά απέβλεπε στην καταπίεση του εφεσίβλητου με την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Loukos Trading Co Ltd κ.ά ν. Ρέινμποου Πλήτσιγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1014: « Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 AΑΔ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)1 ΑΑΔ 133). Στην Περέλλα, πιο πάνω, σελ.222, υποδείχθηκε ότι η «δικαιοδοσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που παράγουν την κατίσχυση του.» Στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 1311, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί που δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Στην υπό κρίση περίπτωση όπως και στην υπόθεση London Clubs Ltd (ανωτέρω), δεν εξηγήθηκε από τους αιτητές γιατί δεν είχε προωθηθεί η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του καθ΄ου η αίτηση μετά που αυτός αμέλησε να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις του. Με βάση την μαρτυρία του καθ ΄ου η αίτηση, αποδέχομαι ότι αυτός μερίμνησε στην εξεύρεση λύσης με τους αιτητές και ότι ζήτησε χρόνο 6 μηνών ώστε να ξεκινήσει να πληρώνει τις δόσεις του. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 3 (α) και (β) επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση ότι αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας στις 5.2.2014, σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την τελευταία πληρωμή (Τεκμήριο 2 (α)) και ότι έθεσε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε τους αιτητές. Η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε στις 24.4.2014 και η αίτηση πτώχευσης καταχωρίστηκε στις 25.6.2014 εντός του χρόνου που ο καθ΄ου η αίτηση ζήτησε χρόνο λόγω των προβλημάτων υγείας του. Επιπρόσθετα, ο Μ.1στην μαρτυρία του ερωτηθείς εάν η αίτηση έγινε με σκοπό οι αιτητές να λάβουν τα χρήματα τους απάντησε μάλιστα, ενώ τέλος να σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας πληρώθηκε από τον καθ΄ου η αίτηση και εισπράχθηκε από τους αιτητές μέσω του δικηγόρου τους το ποσό των €500.- έναντι της αγωγής (Τεκμήριο 4). Από τα πιο πάνω στοιχεία και γεγονότα έχω οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές χρησιμοποίησαν την δικαστική διαδικασία της έκδοσης διατάγματος παραλαβής με άλλο στόχο, άλλον από εκείνο που προβλέπεται και κατά τρόπο καταπιεστικό για τον καθ΄ ου η αίτηση ως είναι η θέση του ιδίου. Κατά την κρίση μου, τα πιο πάνω, είναι στοιχεία τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί μοχλό πίεσης προς τον καθ΄ου η αίτηση - χρεώστη για να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του και ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού δεν αποβλέπει στην ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα και παρά την απόρριψη της αίτησης, κρίνω ορθό όπως μη εκδώσω καμία διαταγή. (Υπ)............ Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο