← Κύπρος

Μαρίας Στυλιανού ν. Βαλεντίνου Ονησιφόρου, Αρ. Αγ.: 3156/2010, 11/11/2015

Μαρίας Στυλιανού ν. Βαλεντίνου Ονησιφόρου, Αρ. Αγ.: 3156/2010, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 3156/2010 Μεταξύ: Μαρίας Στυλιανού από την Πάφο Ενάγουσας και Βαλεντίνου Ονησιφόρου από την Πάφο Εναγομένου --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 28/09/2015. Ημερομηνία: 11/11/2015. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χ. Ζόππος. Για τον εναγόμενο - καθ' ού η αίτηση: κ. Ν. Νικολάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής ΤΚPT 121 (αστικό ταξί Πάφου) το οποίο ενεπλάκηκε σε τροχαίο δυστύχημα κατά ή περί τις 05/08/2008 ενώ οδηγείτο από κάποιον Κωνσταντίνο Σαμανίδη, υπηρέτη και/ή αντιπρόσωπο της και/ή για λογαριασμό της. Είναι η θέση της ότι το εν λόγω δυστύχημα προκλήθηκε ένεκα της αποκλειστικής αμέλειας του εναγομένου και με την παρούσα αγωγή αξιώνει το ποσό των €10,000 για απώλεια της χρήσης του οχήματος της για 32 μέρες και/ή ως απώλεια εισοδημάτων και/ή κέρδη. Είναι η θέση της επίσης ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στο πιο πάνω όχημα της ύψους €8.012 αποζημιώθηκαν από τον εναγόμενο και/ή την ασφαλιστική του εταιρεία. Ο εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πέραν της άρνησης του ότι ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, προβάλει προδικαστική ένσταση ότι η ενάγουσα κωλύεται στο να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι στις 17/11/2008 υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως και έλαβε το ποσό των €8,492.00 προς τελεία εξόφληση κάθε απαίτησης εναντίον της ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ και του ασφαλισμένου της εναγομένου σε σχέση με όλες τις ζημιές που προκλήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνεται και το ποσό των €480 για την απώλεια χρήσης (loss of use) του εν λόγω οχήματος. Η ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση της αρνείται ότι παρέλαβε το πιο πάνω ποσό για την απώλεια της χρήσης του οχήματος της και αξιώνει απόφαση ως η απαίτηση της. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 17/09/2015 οπόταν εκείνη την ημέρα ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και ακούστηκε ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας (Μ.Ε.1), Αστ. 2988 Μάριος Κρεμμά και ακολούθως ορίστηκε για συνέχιση στις 30/09/2015. Στις 28/09/2009 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα η υπό κρίση αίτηση και η ακροαματική διαδικασία της αγωγής διακόπηκε μέχρι την εκδίκαση της. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις και αμφότερες οι πλευρές προέβηκαν σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η Αίτηση Τροποποίησης: Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα - αιτήτρια αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: «(α) Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 7 και πριν από την παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης των πιο κάτω παραγράφων: «7 Α Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι την 10/09/2008 που της παρεδόθη το πιο πάνω όχημα, υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως στον Παρασκευά Πουρίκκο, επί της οποίας συμπλήρωσε μόνο τα προσωπικά της στοιχεία και έθεσε την υπογραφή της, χωρίς να αναγράφονται ποσά. Β. Η υπογραφή της εξοφλητικής απόδειξης απαιτήσεως εν λευκώ, ήταν προϊόν υποσχέσεων από αξιωματούχο της ασφαλιστικής εταιρείας του εναγομένου, για πλήρη και ικανοποιητική κάλυψη της απώλειας χρήσης του επαγγελματικού οχήματος της ενάγουσας μεταξύ €200 - €250 ημερησίως. Γ. Η υπογραφή του προαναφερόμενου εντύπου υπό τη μορφή που βρίσκεται σήμερα, δεν είναι προϊόν της συναίνεσης της ενάγουσας, αλλά προϊόν δόλιων υποσχέσεων, τεχνασμάτων, απάτης και ψευδών παραστάσεων σε βάρος της ενάγουσας και/ή έγιναν με σκοπό την εξαπάτηση και την καταδολίευση της ενάγουσας με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού η ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου Δ. Λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων, απάτης και δόλιων υποσχέσεων και/ή τεχνασμάτων: (
  2. i)Κατά τον Αύγουστο 2008 και μεταγενέστερα, αξιωματούχοι της Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια ΛΤΔ ή/και δια άλλων συνεργατών τους ή αντιπροσώπων τους, εξασφάλισαν παράνομα και εν αγνοία της ενάγουσας την υπογραφή της και συμπλήρωσαν παράνομα και εν αγνοία της ενάγουσας την εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως. (
  3. ii)Ακολούθως από τον Αύγουστο 2008 μέχρι και τον Νοέμβριο 2008, αξιωματούχος της Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ και/ή αντιπρόσωπος αυτών, εξακολουθούσαν να υπόσχονται ψευδώς και δολίως προς την ενάγουσα και το σύζυγο της ότι θα την αποζημίωναν πλήρως και ικανοποιητικά με το ποσό των €200 - €250 για κάθε μέρα απώλειας της χρήσης του οχήματος ΤΑΧΙ. (iii) Αντί του ποσού των €6,400 - €8,000 που θα έπρεπε να πληρώσει η ασφαλιστική εταιρεία, που αντιστοιχούσαν σε €200 - €250 ημερησίως για 32 μέρες, της πρόσφεραν το ποσό των €480 τα οποία αρνήθηκε να παραλάβει και/ή το επέστρεψε. (
  4. iv)Δεν υπάρχουν επιβεβαιωτές μάρτυρες για την υπογραφή της ενάγουσας σε πλήρως συμπληρωμένο έντυπο κατά την 17/11/2008. (
  5. v)Η εξοφλητική απόδειξη απαίτησης υπεγράφη από την ενάγουσα, στην παρουσία του 2ου μάρτυρα την 10/09/2008 και όχι την 17/11/2008, χωρίς την αναγραφή ποσών. (
  6. vi)Παράλληλα με τις ψευδείς και δόλιες υποσχέσεις αξιωματούχου της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας του εναγομένου, τη διαβεβαίωνε ότι οι όροι που αναφέρονται στην εξοφλητική απόδειξη απαιτήσεως είναι τυπικοί και δεν θα επηρέαζαν τη συμφωνία τους, δηλαδή τις ψευδείς και δόλιες υποσχέσεις τους περί πλήρους και ικανοποιητικής αποζημίωσης για την απώλεια χρήσης του ΤΑΧΙ. (vii) Η εξοφλητική απόδειξη απαίτησης υπεγράφη από την ενάγουσα την 10/09/2008 κάτω από δόλιες και ψευδείς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις αξιωματούχου της Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ και/ή αντιπροσώπων της, για την πλήρη και ικανοποιητική αποζημίωση για την απώλεια χρήσης του επαγγελματικού αυτοκινήτου ΤΑΧΙ της ενάγουσας με αρ. εγγραφής ΤΚPT 121 και απέσπασαν την υπογραφή της δόλια και με απατηλά τεχνάσματα και εκμεταλλεύθηκαν την καλή πίστη της ενάγουσας και την εμπιστοσύνη της, με σκοπό να αποφύγουν να πληρώσουν το ποσό το οποίο υπεσχέθηκαν και καταδολίευσαν κατ' αυτό τον τρόπο την ενάγουσα και έχοντας πετύχει κατ' αυτό τον τρόπο να της δημιουργήσουν την εντύπωση ότι έθετε την υπογραφή της στο πιο πάνω έγγραφο, σχετικά με την πληρωμή του ισιωτή μόνο. 7Β. Το επαγγελματικό αστικό ταξί ΤΑΧΙ ΤΚPT 121 η ενάγουσα το χρησιμοποιούσε 24 ώρες ημερησίως με 2 δωδεκάωρες βάρδιες με μέσον όρο εισοδήματος €400 ημερησίως. Η πιο πάνω αίτηση της ενάγουσας - αιτήτριας υποστηρίζεται από σχετική ένορκη της ιδίας. Ισχυρίζεται ότι κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης δεν αναγράφηκαν οι ισχυρισμοί περί δόλου και λεπτομέρειες δόλου και/ή οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες ή ισχυρισμοί που επιζητούνται με την παρούσα τροποποίηση, αφού πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010, ο δικηγόρος της επικοινώνησε με το γραφείο της Ασφαλιστικής Εταιρείας στην Πάφο και συνομίλησε με τον τότε υπεύθυνο του Επαρχιακού Γραφείου της Πάφου, τον κ. Ευγένιο Γεωργίου με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και του απέστειλε την απόδειξη εξόφλησης απαίτησης. Σε επικοινωνία που ακολούθησε μετά από λίγες μέρες παρότρυνε το δικηγόρο της να καταχωρήσει αγωγή με σκοπό να ασκηθεί πίεση και να πληρωθεί ποσό το οποίο θα συμφωνείτο υπό μορφή συμβιβασμού. Καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στις 09/09/2010, η οποία εκκρεμεί χωρίς να έχει ικανοποιηθεί η απαίτηση της στο ελάχιστο μέχρι και σήμερα. Αναφέρει επίσης, ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως γίνουν οι αιτούμενες τροποποιήσεις έτσι ώστε η αγωγή και η εκτεθειμένη σε αυτήν ισχυρισμοί να συνάδουν με την μαρτυρία και τα τεκμήρια που ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη της υπόθεσης της κατά τη δίκη. Από την αντίπερα όχθη ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στις 16/10/2015 και παραθέτει 16 λόγους για τους οποίους οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα πρέπει να εγκριθούν και η αίτηση να απορριφθεί. Οι εν λόγω λόγοι φαίνονται στο σώμα της ένστασης και δεν κρίνω απαραίτητο να τους αναφέρω αυτολεξεί. Ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης επικεντρώνονται στο γεγονός ότι η αίτηση καταχωρείται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία, είναι καταχρηστική και κακόπιστη και ότι τυχόν έγκριση της θα φέρει τον εναγόμενο σε δυσμενή θέση που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με χρήμα. Επίσης, αναφέρεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης της ενάγουσας και επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση αγωγής που δεν έχει καμία σχέση με τον εναγόμενο αλλά με άλλο νομικό πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Επίσης, να αναφερθεί ότι η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται και από σχετική ένορκη δήλωση κάποιας Κούλλα Μένοικου, δικηγορικής υπάλληλου στο γραφείο των συνηγόρων του εναγομένου η οποία έχει γνώση του φακέλου της αγωγής αλλά και έχε λάβει πληροφορίες και ενημέρωση τόσο από τον εναγόμενο όσο και από υπαλλήλους της Ασφαλιστικής Εταιρείας Μινέρβα. Αρνείται τους ισχυρισμού της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται ότι είναι ψευδείς και αναληθείς. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι δεν παρέχεται δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της παρούσας αίτησης. Επίσης, αναφέρει ότι τα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν με την αίτηση τροποποίησης αποτελούν νέα βάση αγωγής και σχετίζονται με την ασφαλιστική εταιρεία η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σε αυτές γίνεται παραπομπή στις αρχές που έχει θέσει η νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση ενός δικογράφου σε συσχετισμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ. 1. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το όλο ζήτημα αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΚAYAT TRADING LIMITED v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, Ημερ. 4 Μαρτίου 2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από τη νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτη Λτδ κα
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 237. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Εκείνο που διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτηση του ενάγοντα είναι ότι η βάση αγωγής του είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας την oποία επέδειξε ο εναγόμενος κατά την οδήγηση του μηχανοκινήτου οχήματος του. Βάσει αυτού αξιώνει αποζημιώσεις ύψους €10,000 που αφορά την απώλεια χρήσης του οχήματος, ιδιοκτησίας της ενάγουσας και το οποίο οδηγούσε υπηρέτης της ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Όσον αφορά τις υπόλοιπες ζημιές που υπέστηκε το όχημα της ενάγουσας είναι ισχυρισμός ότι αυτές αποζημιώθηκαν από τον εναγόμενο και/ή την ασφαλιστική του εταιρεία. Ο εναγόμενος, στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πέραν της άρνησης του για οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος αλλά και την αξιούμενη ζημιά, προβάλλει και προδικαστική ένσταση λέγοντας ότι η ενάγουσα κωλύεται στο να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι έχει αποζημιωθεί πλήρως από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ και υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη. Η θέση της ενάγουσας όπως προκύπτει από τα δικόγραφα είναι ότι δεν έλαβε οποιονδήποτε ποσό για την απώλεια χρήσης του οχήματος της αλλά μόνο για τις ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτόν. Με την παρούσα αίτηση, ζητείται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης για την εισαγωγή ισχυρισμών που σχετίζονται με την εγκυρότητα της εξοφλητικής απόδειξης και ουσιαστικά για να καταδειχθεί ο τρόπος που αυτή υπογράφηκε από την ενάγουσα και ότι ήταν το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, δόλου και τεχνασμάτων της ασφαλιστικής εταιρείας του εναγομένου και/ή των υπαλλήλων και/ή υπηρετών της. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο διαφαίνεται είναι ότι η ενάγουσα δικογραφεί ευθύς εξ' αρχής στην Έκθεση Απαίτησης της, τον ισχυρισμό ότι εξοφλήθηκε για τις ζημιές του οχήματος της αλλά όχι για την απώλεια εισοδήματος. Παρά ταύτα όμως ουδεμία αναφορά κάνει για την εν λόγω εξοφλητική απόδειξη ούτε παραθέτει ισχυρισμούς ότι αυτή είναι άκυρη. Το θέμα εγείρεται με την Έκθεση Υπεράσπισης, δηλαδή η ύπαρξη εντός τέτοιου εγγράφου και με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, η ενάγουσα εμμένει στη θέση της ότι δεν αποζημιώθηκε για την εν λόγω ζημιά που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Εκείνο το οποίο αναφύεται από τα πιο πάνω, είναι ότι η εν λόγω ισχυριζόμενη εξοφλητική αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, αφού την επικαλείται ο εναγόμενος ως υπεράσπιση του και ισχυρίζεται κώλυμα της ενάγουσας για την προώθηση της παρούσας αγωγής εναντίον του. Ο ίδιος επίσης, αναφέρει ότι την αποζημίωσε πλήρως η ασφαλιστική του εταιρεία στην οποία υπέγραψε την εν λόγω απόδειξη. Είναι προφανές λοιπόν ότι η εν λόγω απόδειξη, η ύπαρξη και ερμηνεία της είναι ένα από τα σημαντικά ζητήματα της παρούσας αγωγής τα οποία εγείρονται με την υφιστάμενη δικογραφία. Είναι γεγονός ότι μέχρι στιγμής η ενάγουσα, τόσο με την Έκθεση Απαίτησης της όσο και με την Απάντηση στην Υπεράσπιση της, δεν είχε εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα εγκυρότητας της εν λόγω εξοφλητικής απόδειξης, κάτι το οποίο επιχειρεί να πράξει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ουσιαστικά ζητείται η επέκταση των επίδικων ζητημάτων ζητώντας να περιλάβει και το ζήτημα της εγκυρότητας της εξοφλητικής απόδειξης. Είναι η θέση του εναγομένου, όπως περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης αλλά αναπτύσσεται και με την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, ότι εκείνο το οποίο επιχειρείται να γίνει είναι η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και ισχυρισμοί που σχετίζονται με πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Δεν θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν νέα βάση αγωγής η οποία μάλιστα στρέφεται και εναντίον προσώπου που δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Η βάση αγωγής παραμένει η αμέλεια του εναγομένου και οι αποζημιώσεις που αξιώνονται είναι ως απόρροια αυτής της αμέλειας του. Πουθενά δεν ζητείται η περίληψη στην Έκθεση Απαίτησης, απαίτησης η οποία προέρχεται από ψευδείς παραστάσεις, δόλο ή απάτη της ασφαλιστικής εταιρείας στην βάση της οποίας να αξιώνονται αποζημιώσεις. H απαίτηση της ενάγουσας είναι εναντίον του εναγομένου δυνάμει του αστικού αδικήματος της αμέλειας και αυτή παραμένει η βάση για την αξίωση θεραπείας εναντίον του. Πέραν τούτου, παρόλο που δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η σημασία των αιτούμενων τροποποιήσεων, προκύπτει ξεκάθαρα από όλα τα ενώπιον μου γεγονότα, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι σημαντικοί για την προώθηση της απαίτησης της ενάγουσας. Επίσης, αναφέρεται στην ένορκη ομολογία ότι θα προσκομιστεί μαρτυρία που να τεκμηριώνει τους εν λόγω ισχυρισμούς και γεγονότα που χωρίς τις αιτούμενες τροποποιήσεις κάτι τέτοιο δεν θα είναι εφικτό. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι σημαντικές και αναγκαίες για την προώθηση της απαίτησης της ενάγουσας. Δεν τίθεται θέμα προσθήκης νέας βάσης αγωγής ούτε εκτροπής της υφιστάμενης απαίτησης και βάσης αγωγής. Επίσης, θεωρώ ότι είναι πρόσφορο και δίκαιο το εν λόγω θέμα το οποίο εγείρεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις να εκδικαστεί μαζί με την απαίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Είναι γεγονός ότι πρώτη φορά εγείρεται ζήτημα εγκυρότητας της επίδικης εξοφλητικής απόδειξης και ουσιαστικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επεκτείνονται τα επίδικα ζητήματα. Το γεγονός αυτό όμως, δεν είναι τέτοιο που θα καταστήσει απαιτητό την αναδίπλωση της υπεράσπισης του εναγομένου. Σίγουρα θα χρειαστεί να απαντηθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί με τη διερεύνηση και του θέματος αυτού αλλά με κανένα τρόπο θεωρώ ότι θα αναγκάσει τον εναγόμενο να αλλάξει γραμμή υπεράσπισης ή να έχει υπερασπιστεί μια αγωγή με εντελώς νέα βάση. Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τον τρόπο λήψης της εξοφλητικής απόδειξης από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή υπηρέτες της δεν είναι στοιχείο που τον εμποδίζει να υπερασπιστεί τις θέσεις αυτές. Ο ίδιος με την Έκθεση Υπεράσπισης επικαλείται την εν λόγω εξοφλητική απόδειξη ως κώλυμα για την προώθηση της παρούσας αγωγής από την ενάγουσα διότι η ασφαλιστική του εταιρεία την αποζημίωσε πλήρως. Κατά ανάλογο τρόπο μπορεί να υπερασπιστεί και τους ισχυρισμούς που ζητούνται να περιληφθούν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και που σχετίζονται με την εγκυρότητα της εν λόγω εξοφλητικής απόδειξης. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι όπως προκύπτει, η εν λόγω ασφαλιστική του εταιρεία ενεργούσε για λογαριασμό του και ενεργεί για λογαριασμό του παρόλο που δεν είναι διάδικο μέρος. Επομένως, δεν πρόκειται για ένα τρίτο άσχετο μέρος με την παρούσα διαδικασία έτσι ώστε να καθίσταται δύσκολο ή αδύνατο να εξασφαλίσει στοιχεία και μαρτυρία για να υπερασπιστεί τους νέους αυτούς ισχυρισμούς. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί και ο χρόνος υποβολής της παρούσας αίτησης και σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω κατά πόσο αυτή γίνεται καλόπιστα και δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα του καθ' ού η αίτηση. Είναι φανερό ότι αυτή έχει καταχωρηθεί πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της αγωγής. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 09/09/2010 και ενώ αναβλήθηκε κατ' επανάληψη για ακρόαση, στις 17/09/2015 η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε οπόταν ακούστηκε και ολοκληρώθηκε ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας, ο Αστ. 2988 Μάριος Κρεμμά. Από τη νομολογία προκύπτει ότι το βάρος που έχει ο αιτητής για την δικαιολόγηση της καθυστέρησης επαυξάνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Η σημασία όμως της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ. 44)). Στην παρούσα περίπτωση ο καθ' ού η αίτηση ισχυρίζεται κακοπιστία από πλευράς του αιτητή λόγω του ότι υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία. Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα πλήξει το συνταγματικό δικαίωμα του καθ' ού η αίτηση για εκδίκαση της αγωγής σε εύλογο χρόνο. Εξετάζοντας την αίτηση και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα, είναι γεγονός ότι η αιτήτρια δεν εξηγεί ξεκάθαρα για ποιό λόγο η παρούσα αίτηση υποβάλλεται τόσο καθυστερημένα και μάλιστα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Εκείνο που προκύπτει από την ένορκη της ομολογίας είναι ότι τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση της πριν ακόμη την καταχώριση της παρούσας αγωγής αλλά δεν αναφέρθηκαν σε αυτή. Επίσης, αναφύεται από την ίδια ένορκη δήλωση, χωρίς να δηλώνεται ξεκάθαρα, ότι η παρούσα αγωγή κινήθηκε με σκοπό να ασκηθεί πίεση για εξώδικη διευθέτηση μετά από παρότρυνση και συγκεκριμένου προσώπου που εκπροσωπούσε την ασφαλιστική εταιρεία του εναγομένου στην Πάφο και ότι θεωρήθηκε ότι θα επέρχετο εξώδικη διευθέτηση για αυτό και δεν αναφέρθηκαν τα εν λόγω γεγονότα ή δεν προστεθήκαν ενωρίτερα. Αντιλαμβάνομαι τους πιο πάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας, πλην όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτοί δεν αποτελούν επαρκή δικαιολογία για την μη συμπερίληψη ευθύς εξ' αρχής των αιτούμενων τροποποιήσεων στην αγωγή της ή τουλάχιστον ακόμη και μετά την καταχώριση της σε κάποιο πολύ προγενέστερο στάδιο. Τα δικόγραφα θα πρέπει να ετοιμάζονται με τον ενδεδειγμένο τρόπο και να περιλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των διαδίκων που υποστηρίζουν την απαίτηση τους με ακρίβεια. Ακόμη και να δεχόμουν τους ισχυρισμούς και δικαιολογίες που αναφέρει η ενάγουσα στην ένορκη της ομολογία, εγείρεται το ερώτημα γιατί η ενάγουσα ανέμενε μέχρι και το στάδιο αυτό για να προβεί στις συγκεκριμένες τροποποιήσεις και πότε τελικά αντιλήφθηκε ότι δεν θα διευθετείτο η αγωγή της εξώδικα; Δεν παρέχονται οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες περί τούτου ούτε συγκεκριμένη δικαιολογία για το καθυστερημένο στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Οι αναφορές του ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας στην αγόρευση του αναφορικά με το χρόνο που αντιλήφθηκε πλέον ότι δεν θα διευθετείτο η παρούσα αγωγή εξωδίκως, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη αφού με την αγόρευση δεν μπορεί να εισαχθεί μαρτυρία. Επομένως, θεωρώ ότι με την αίτηση και την ένορκη ομολογία της ενάγουσας δεν δίνονται επαρκείς λόγοι και δικαιολογίες για την καθυστέρηση στην υποβολή της. Εκείνο που έχει σημασία όμως στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσο η καθυστέρηση αυτή ενέχει το στοιχείο της κακοπιστίας. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνδυασμό και με τις αιτούμενες τροποποιήσεις για να εξεταστεί κατά πόσο στο τέλος της ημέρας η αίτηση ενέχει το στοιχείο της κακοπιστίας με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, οι τροποποιήσεις που ζητούνται να γίνουν είναι σημαντικές για την προώθηση της αγωγής της ενάγουσας και αφορούν ένα ουσιώδες ζήτημα, αυτό της εγκυρότητα της εξοφλητικής απόδειξης την οποία επικαλείται ως κώλυμα στην προώθηση της αγωγής της ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του. Δεδομένης της φύσης των αιτούμενων τροποποιήσεων, την αναγκαιότητα και σημαντικότητα τους στην ορθή και δίκαιη εκδίκαση της απαίτησης της ενάγουσας και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έναρξη της ακρόασης στην παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος, αφού ο μάρτυρας που κατέθεσε για λογαριασμό της ενάγουσας μέχρι στιγμής δεν σχετίζεται με τα γεγονότα τα οποία ζητείται η προσθήκη στην Έκθεση Απαίτησης, δεν θεωρώ ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή η μη ύπαρξη επαρκών δικαιολογιών γι αυτήν, στην υποβολή του αιτήματος θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της τροχοπέδη στην έγκριση της αίτησης. Παρόλο που δεν δίνονται επαρκείς δικαιολογίες για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, εντούτοις λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω και η φύση και αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων, θεωρώ δεν αναδεικνύεται ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα ή με σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ούτε προκύπτει ότι θα προκληθεί τέτοια δυσμένεια στον εναγόμενο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Το δικαίωμα του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος λαμβάνεται υπόψη. Από την άλλη όμως, υπόψη λαμβάνεται και η ανάγκη, έστω και στο στάδιο αυτό, να δοθεί η ευκαιρία στην ενάγουσα να προωθήσει την απαίτηση της και κατ' επέκταση να εξυπηρετηθεί η ορθή απονομής της δικαιοσύνης που είναι το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί που αφορούν την εγκυρότητα της εξοφλητικής απόδειξης, η οποία από μόνο του το έγγραφο αυτό αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή. Επιζητείται η επέκταση του εν λόγω επίδικου ζητήματος για να αποφασιστεί και εν τέλει κατά πόσο αυτό είναι έγκυρο ή όχι και ως εκ τούτου δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής. Επίσης, αναφύεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σημαντικοί και ουσιώδεις για την δίκαιη και ορθή προώθηση της απαίτησης της ενάγουσας. Ο εναγόμενος περαιτέρω δεν θα τεθεί σε δυσμένεια από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις ή τουλάχιστον σε τέτοια δυσμένεια, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Εν όψει των πιο πάνω, το γεγονός ότι υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο χωρίς αυτό να δικαιολογείται επαρκώς, από μόνο του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο έγκρισης του αιτήματος αφού δεν καταδεικνύεται η παρούσα αίτηση να γίνεται κακόπιστα ή με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος και η αίτηση επιτυγχάνει. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως η αίτηση, παράγραφος 2 (α). Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Το παρόν διάταγμα να ζητηθεί άμεσα από την ενάγουσα και να συνταχθεί το συντομότερων και κατά προτεραιότητα. Έκθεση Υπεράσπισης στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 5 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης στον εναγόμενο. Τυχόν Απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 3 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ' ού η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.