← Κύπρος

Α. Γ. Ι Στυλιανού Οικοδομικές Εργασίες Λτδ (εμπορευόμενη και ως Α. Γ. Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ν. ARISTO DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 556/10,

Α. Γ. Ι Στυλιανού Οικοδομικές Εργασίες Λτδ (εμπορευόμενη και ως Α. Γ. Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ν. ARISTO DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 556/10, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A211 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 556/10 Μεταξύ: Α. Γ. Ι Στυλιανού Οικοδομικές Εργασίες Λτδ (εμπορευόμενη και ως Α. Γ. Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ), από την Πάφο Ενάγουσα και ARISTO DEVELOPERS LTD, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία: 11.11.15 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία: κ. Α. Ανδρέου Για την Εναγόμενη εταιρεία: κα Μ. Κορακίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», με την αγωγή της αξιώνει το ποσό των Ευρώ 9.330,07 σεντ ως χρέος και/ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή της επιείκειας πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2007 δυνάμει προφορικής συμφωνίας με την Εναγόμενη εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη», ανέλαβε ως υπεργολάβος να εκτελεί διάφορες οικοδομικές εργασίες έναντι συμφωνηθείσας και/ή δίκαιης και/ή εύλογης αμοιβής για λογαριασμό και/ή προς όφελος της Εναγόμενης σε διάφορες υπό ανέγερση οικοδομές της Εναγόμενης στο έργο Golden Beach Villas στο Νέο Χωριό, «από τώρα και στο εξής «το έργο». Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι η Ενάγουσα θα πληρώνονταν από την Εναγόμενη με την εκτέλεση και πρόοδο των εργασιών, με την πλήρη δε αποπεράτωση όλων των εργασιών θα εξοφλείτο πλήρως. Η Εναγόμενη πλήρωνε την Ενάγουσα με τον ακόλουθο τρόπο. Οι οικοδομικές εργασίες τιμολογούνταν από τον πολιτικό μηχανικό και τον επιστάτη του έργου και η Εναγόμενη εξέδιδε πιστοποιητικό εργασίας το οποίο περιέγραφε τις εκτελεσθείσες εργασίες, το ποσό το οποίο έπρεπε να πληρωθεί στην Ενάγουσα για το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών μείον κράτηση 10% το οποίο θα πληρωνόταν σε μεταγενέστερο στάδιο και εν πάση περιπτώσει μετά την αποπεράτωση όλων των οικοδομικών εργασιών ξεχωριστά για κάθε κατοικία. Η Ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στην Εναγόμενη όλες τις αναληφθείσες υπό αυτής εργασίες σύμφωνα με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και η Εναγόμενη παρέλαβε το έργο και/ή τις εργασίες από την Ενάγουσα τις οποίες βρήκε της πλήρους αρεσκείας της. Η Ενάγουσα από 25.9.07 μέχρι 26.6.08 εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες στο έργο συνολικής αξίας Ευρώ 155.671,95 σεντ. Σχετικά είναι τα πιστοποιητικά εργασίας με αριθμούς 456 ημερομηνίας 25.9.07 μέχρι 465 ημερομηνίας 26.6.08. Το ποσό της κράτησης που αναλογούσε στο πιο πάνω ποσό ήταν Ευρώ 15.550,11 σεντ. Η Εναγόμενη στις 24.9.08 με το πιστοποιητικό εργασίας 466 αποδέσμευσε κράτηση 4% προς όφελος της Ενάγουσας και πλήρωσε σε αυτήν το ποσό των Ευρώ 6.220,04 σεντ. Με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο ποσό Ευρώ 9.330,07 που είναι η κράτηση για ποσοστό 6%. Παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις της Ενάγουσας η Εναγόμενη παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το πιο πάνω ποσό στην Ενάγουσα. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησής της εκτός από εκείνους που ρητά παραδέχεται στην Υπεράσπιση. Ειδικότερα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: το έτος 2007 η Ενάγουσα ενήργησε ως υπεργολάβος της Εναγόμενης στην περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου κατά την εκτέλεση της εργασιών η Εναγόμενη εξέδιδε πιστοποιητικά εργασίας τα οποία δεν αντανακλούσαν την πραγματική επιμέτρηση των εργασιών αλλά ήταν κατά προσέγγιση μέχρι την ολοκλήρωση του έργου οπότε και θα γινόταν η τελική επιμέτρηση κατά την ολοκλήρωση του έργου έγινε η τελική επιμέτρηση και διεφάνη ότι η Ενάγουσα είχε εκτελέσει εργασίες ύψους Ευρώ 107.471,79 σεντ πλέον ΦΠΑ ήτοι σύνολο Ευρώ 123.592,55 σεντ ενώ είχε πληρωθεί ποσό Ευρώ 146.171,02 σεντ. Η Ενάγουσα είχε πληρωθεί Ευρώ 22.578,47 σεντ περισσότερα από όσα δικαιούνταν για τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Ζητά απόρριψη της αγωγής πλέον έξοδα και αξιώνει ανταπαιτητικώς το ποσό των Ευρώ 22.578,47 σεντ πλέον νόμιμο τόκο. Με την Απάντησή της η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καθ' ον βαθμό αυτοί δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη «κωλύεται διά διαγωγής, εγγράφων, παραστάσεων ή και άλλως πως» από του να προβάλει τους ισχυρισμούς που εκθέτει στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της. Αξιώνει απόρριψη της ανταπαίτησης καθώς και απόφαση στην απαίτηση ως η Έκθεση Απαίτησης. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε ο Στυλιανός Ανθούλης (ΜΕ 1) και για την πλευρά της Εναγόμενης ο Μάριος Γεωργίου (ΜΥ 1). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Στυλιανού Ανθούλη δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο και εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, με αριθμό εγγραφής 170581 και εξακολουθεί να είναι τέτοια μέχρι σήμερα. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή και τους δύο μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Ο Στυλιανός Ανθούλης είναι ο διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Α - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, διάφορα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η επιμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών γινόταν μια εβδομάδα πριν το τέλος κάθε μήνα στην παρουσία του ιδίου, του επιβλέποντα μηχανικού και του επιστάτη του έργου. Στην βάση αυτής της επιμέτρησης και με σκοπό όπως η Ενάγουσα πληρωθεί ο μάρτυρας εξέδιδε κάθε φορά εκ μέρους της Ενάγουσας τιμολόγιο στο όνομα της Εναγόμενης. Στα τιμολόγια που εκδίδονταν αφαιρούνταν ποσοστό 10%. Στην συνέχεια η Εναγόμενη εξέδιδε πιστοποιητικό εργασίας. Οι οικοδομικές εργασίες στο έργο έλαβαν χώρα την περίοδο από 25.9.07 μέχρι 26.6.
  1. Εκδόθηκαν τα πιστοποιητικά εργασίας με αριθμούς 456, 457, 458, 459, 460, 461, 462, 463, 464 και 465 με ημερομηνίες 25.9.07, 30.10.07, 28.11.07, 20.12.07, 29.1.08, 26.2.08, 26.3.08, 22.4.08, 29.5.08 και 26.6.08 αντίστοιχα. Το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 465 ημερομηνίας 26.6.08 εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση του έργου. Μετά από οχλήσεις της Ενάγουσας η Εναγόμενη στις 24.9.08 με το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 466 αποδέσμευσε κράτηση 4% προς όφελος της Ενάγουσας και πλήρωσε στην Ενάγουσα έναντι του ποσού των Ευρώ 15.550,11 σεντ το ποσό των Ευρώ 6.220,04 σεντ με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο ύψους Ευρώ 9.330,07 που είναι η κράτηση για ποσοστό 6%. Τα υπό του μάρτυρος κατατεθέντα έγγραφα είναι τα ακόλουθα: πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 456 ημερομηνίας 25.9.07 και τιμολόγιο με αριθμό 0028 ημερομηνίας 25.9.
  2. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 457 ημερομηνίας 30.10.07 και τιμολόγιο με αριθμό 0030 ημερομηνίας 2.11.
  3. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 458 ημερομηνίας 28.11.07 και τιμολόγιο με αριθμό 0033 ημερομηνίας 28.11.
  4. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 459 ημερομηνίας 20.12.07 και τιμολόγιο με αριθμό
  5. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 460 ημερομηνίας 29.1.08 και τιμολόγιο με αριθμό
  6. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 461 ημερομηνίας 26.2.08 και τιμολόγιο με αριθμό
  7. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 462 ημερομηνίας 26.3.08 και τιμολόγιο με αριθμό
  8. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  9. Ο μάρτυρας διασαφήνισε ότι λανθασμένα ανεγράφη από την Εναγόμενη επί του πιστοποιητικού εργασίας με αριθμό 462 το τιμολόγιο με αριθμό
  10. Το τιμολόγιο που αντιστοιχεί στο πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 462 είναι το τιμολόγιο με αριθμό
  11. Το τιμολόγιο με αριθμό 0052 αντιστοιχεί στο πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 461 στο οποίο γίνεται και η ορθή αναφορά αριθμού τιμολογίου πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 463 ημερομηνίας 22.4.08 και τιμολόγιο με αριθμό
  12. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 464 ημερομηνίας 29.5.08 και τιμολόγιο με αριθμό
  13. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 9 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 465 ημερομηνίας 26.6.08 και τιμολόγιο με αριθμό
  14. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Ο μάρτυρας διασαφήνισε ότι λανθασμένα ανεγράφη από την Εναγόμενη επί του πιστοποιητικού εργασίας με αριθμό 465 το τιμολόγιο με αριθμό
  16. Το τιμολόγιο που αντιστοιχεί στο πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 465 είναι το τιμολόγιο με αριθμό 0055 πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 466 ημερομηνίας 24.9.08 το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  17. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι οι υπογραφές που φαίνονται στα τιμολόγια με αριθμούς 0028, 0030, 0033, 0034 0051, 0052 είναι, στα αριστερά, η δική του, και στα δεξιά, του επιβλέποντα μηχανικού του έργου, Μάριου Γεωργίου. Στο τιμολόγιο με αριθμό 0053 υποστήριξε ότι καθαρά φαίνεται μόνο η δική του υπογραφή στην ίδια θέση, ενώ για τα τιμολόγια με αριθμούς 0054, 0055 υποστήριξε ότι σε αυτά υπάρχει μόνο η δική του υπογραφή. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: οι εργασίες και οι καταμετρήσεις γίνονταν στην βάση τιμών μονάδων ίδιων με αυτές που είχαν συμφωνηθεί σε άλλα έργα της Εναγόμενης στα οποία η Ενάγουσα, επίσης, είχε κάνει εργασίες. Οι εκτελεσθείσες εργασίες επιμετρούνταν κάθε μήνα μέτρο προς μέτρο ο μάρτυρας βοηθούσε στην επιμέτρηση μαζί με τον επιστάτη του έργου. Ο μάρτυρας δεν τηρούσε σημειώσεις από την επιμέτρηση. Αυτός που τηρούσε σημειώσεις από τις επιμετρήσεις ήταν ο πολιτικός μηχανικός του έργου. Η Εναγόμενη δεν προμήθευε τον μάρτυρα με αντίγραφα των επιμετρήσεων του πολιτικού μηχανικού παρά το ότι ο μάρτυρας πολλές φορές τις είχε ζητήσει τα τιμολόγια εκδίδονταν κάθε φορά μετά την επιμέτρηση που γινόταν στο γραφείο του πολιτικού μηχανικού του έργου. Στην βάση της κάθε φορά αμέσως προηγηθείσας επιμέτρησης ο πολιτικός μηχανικός υπολόγιζε και, ακολούθως, υπεδείκνυε στον μάρτυρα το ποσό που αντιστοιχούσε στις εργασίες που μέχρι τότε είχαν γίνει στην βάση των συμφωνηθεισών τιμών μονάδος αφαιρουμένης της κράτησης του 10% και ο μάρτυρας εξέδιδε τιμολόγιο το τιμολόγιο με αριθμό 0028 του Τεκμηρίου 1 εκδόθηκε στην βάση της επιμέτρησης που έγινε παρά το ότι σε αυτό αναφέρεται ότι εκδόθηκε «έναντι εργασιών ..». Άλλωστε, ο μηχανικός του έργου δεν θα μπορούσε να επιτρέψει όπως η πληρωμή γίνει «του κουτουρού». Πληρωμή «έναντι» σημαίνει πληρωμή μικρότερη των γινομένων μέχρι την ημέρα της πληρωμής εργασιών στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 2 οι λέξεις «ΕΝΑΝΤΙ VILLA 4» καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα είχε προχωρήσει με εργασίες στην εν λόγω έπαυλη και πληρώθηκε έναντι για τις εργασίες εκείνες. Στη βάση επιμέτρησης και πάλι που είχε γίνει και όχι υπό μορφή προκαταβολής στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 3 και στην βάση του ότι για τις επαύλεις 3 και 4 αναφέρεται ότι τα ποσά των Λ.Κ.5.310,00 σεντ για καθεμιά από τις εν λόγω επαύλεις πληρώθηκαν «ΒΑΣΗ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗΣ» ερωτηθείς ο μάρτυρας αν οι εν λόγω επαύλεις είχαν αποπερατωθεί κατά την έκδοση του τιμολογίου με αριθμό 0033 υποστήριξε ότι λόγω της παρόδου 8 ετών δεν θυμόταν να πει. Αν και λογικά, όπως υποστήριξε, δεν πρέπει να είχαν αποπερατωθεί αφού στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρεται ότι για τις εν λόγω εργασίες είχε πληρωθεί έναντι Λ.Κ.800,00 σεντ αναφορικά με το Τεκμήριο 4 υποστήριξε ότι και πάλι το ποσό των Λ.Κ.8.050,00 σεντ η Ενάγουσα το πληρώθηκε ανάλογα με το πώς προχωρούσαν οι εργασίες των κεραμικών για την έπαυλη 15 και στην βάση επιμέτρησης ερωτηθείς να εξηγήσει γιατί σε κάποια πιστοποιητικά εργασίας γίνεται αναφορά σε επιμέτρηση και σε άλλα όχι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση επικαλούμενος το ότι τα πιστοποιητικά εργασίας εκδίδονταν από τον μηχανικό του έργου και όχι από τον ίδιο, σε αντίθεση με τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν από τον ίδιο εκ μέρους της Ενάγουσας η επιμέτρηση που αναφέρεται στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 3 για τις επαύλεις 3 και 4 δεν ήταν η τελική επιμέτρηση. Η Ενάγουσα πληρώθηκε τα ποσά που φαίνονται στο εν λόγω πιστοποιητικό στην βάση επιμέτρησης της εργασίας που είχε γίνει μέχρι τότε ο μάρτυρας δέχθηκε ότι μόνο επί των τιμολογίων με αριθμούς 0030 και 0033 των Τεκμηρίων 2 και 3 αντίστοιχα αναγράφονται οι λέξεις «βάση επιμέτρησης». Όμως, αναφορικά με το Τεκμήριο 2 υποστήριξε ότι 6 χρόνια μετά δεν θυμόταν αν η επιμέτρηση ήταν τελική ή μερική. Το τιμολόγιο 0051 του Τεκμηρίου 5 εκδόθηκε έναντι εργασιών. Δεν θυμόταν, όμως, σε ποιες επαύλεις αναφέρονταν το εν λόγω τιμολόγιο. Ομοίως έναντι εργασιών του έργου αναγνώρισε ότι εκδόθηκαν τα τιμολόγια των Τεκμηρίων 6-10 με δεδομένη την θέση του ότι η Ενάγουσα πληρωνόταν στην βάση επιμέτρησης που γινόταν μια φορά τον μήνα ερωτηθείς να εξηγήσει γιατί σε κάποια από τα τεκμήρια φαίνεται ότι τα ποσά που πληρώθηκε η Ενάγουσα ήταν στρογγυλωμένα συμπεριλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 υποστήριξε ότι ο λόγος είναι γιατί ο μηχανικός δεν μπορούσε να του δώσει ολόκληρο το ποσό προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες. Υποστήριξε ότι για τις εργασίες του Τεκμηρίου 4 και πάλι είχε γίνει επιμέτρηση των εργασιών οι εργασίες της έπαυλης 9, που ήταν οι τελευταίες εργασίες που η Ενάγουσα εκτέλεσε στο έργο, είχαν αρχίσει από την Ενάγουσα. Ακολούθως, αναστάληκαν καθότι είχε προκύψει τεχνικό πρόβλημα με το Υπουργείο Εργασίας και η Ενάγουσα έλαβε εντολή να τις διακόψει. Η Ενάγουσα δεν κλήθηκε να τις ολοκληρώσει δεν γνώριζε να πει ποιου ύψους ήταν η τελευταία σύμφωνα με τον ίδιο επιμέτρηση καθότι δεν τηρούσε σημειώσεις των επιμετρήσεων. Το τιμολόγιο, όμως, του Τεκμηρίου 10 το εξέδωσε αφού το ποσό που σε αυτό αναφέρεται του υποδείχθηκε από τον μηχανικό του έργου το τελευταίο διατακτικό που εκδόθηκε ήταν για ποσό Ευρώ 155.505,00 σεντ. Δέχθηκε ότι από την Εναγόμενη πληρώθηκε το ποσό των Ευρώ 146.171,03 σεντ. Αρνήθηκε, όμως, ότι η Ενάγουσα υπερπληρώθηκε κατά Ευρώ 22.578,47 σεντ το τελευταίο τιμολόγιο που εκδόθηκε από την Ενάγουσα είναι το τιμολόγιο με αριθμό 0056 του Τεκμηρίου
  18. Μετά την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου η Ενάγουσα δεν εκτέλεσε άλλες εργασίες στο έργο. Ερωτηθείς πώς είναι δυνατό το εν λόγω τιμολόγιο να εκδόθηκε έναντι εργασιών και το ποσό που σε αυτό αναφέρεται να είναι στρογγυλωμένο - Ευρώ 10.000,00 σεντ - αφού το εν λόγω τιμολόγιο ήταν και το τελευταίο τιμολόγιο που εκδόθηκε από την Ενάγουσα ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο λόγος ήταν γιατί η Εναγόμενη δεν είχε ξοφλήσει την Ενάγουσα και ακόμα χρωστούσε στην τελευταία. Το εν λόγω ποσό υπολογίσθηκε και πάλι στην βάση επιμέτρησης από τον πολιτικό μηχανικό του έργου. Τέθηκαν στον μάρτυρα οι ακόλουθες υποβολές: η Ενάγουσα πληρωνόταν στο τέλος κάθε μήνα όχι, όμως, στην βάση επιμέτρησης, αλλά έναντι εργασιών και κατά προσέγγιση. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του ότι η Ενάγουσα πληρωνόταν στην βάση επιμέτρησης των εργασιών εκείνων που είχαν εκτελεσθεί και ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο της επιμέτρησης. Το ίδιο ίσχυε και για εργασίες οι οποίες κατά τον χρόνο της επιμέτρησης ήταν ατελείωτες ή μισοτέλειωτες. το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ που όπως δείχνει το πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 2 η Ενάγουσα πληρώθηκε για την έπαυλη 4 ήταν μια προκαταβολή και δεν είχε υπολογισθεί βάσει επιμέτρησης. Υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι αυτή είναι και η έννοια της λέξης «έναντι». Πρόκειται περί προκαταβολής η οποία πληρώνονταν είτε είχε αρχίσει η εργασία είτε όχι. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του. Πρόσθετα υπέδειξε ότι άλλο είναι η προκαταβολή και άλλο η πληρωμή έναντι μόνο τα πιστοποιητικά εργασίας με αριθμούς 457 και 458 των Τεκμηρίων 2 και 3 αντίστοιχα εκδόθηκαν βάση επιμέτρησης. Υπεβλήθη, επίσης, ότι όλα τα άλλα πιστοποιητικά εργασίας των υπόλοιπων τεκμηρίων εκδόθηκαν έναντι, ότι η Ενάγουσα πληρωνόταν κατά προσέγγιση και ότι έγινε μια και μοναδική επιμέτρηση - η τελική - μετά την αποδέσμευση της κράτησης. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του έλαβε χώρα τελική επιμέτρηση των εργασιών στην παρουσία του μάρτυρα, του πολιτικού μηχανικού και του επιστάτη του έργου κατά τον Οκτώβρη του
  19. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του ότι εκτός από τις επιμετρήσεις που κάθε φορά γίνονταν στην παρουσία του στην βάση των οποίων εκδόθηκαν τα τιμολόγια των υπό αυτού κατατεθέντων τεκμηρίων και ενώ ακόμα η Ενάγουσα εργαζόταν στο έργο καμία άλλη επιμέτρηση δεν έγινε και καμία επιμέτρηση δεν έγινε κατά χρόνο που η Ενάγουσα δεν εργαζόταν στο έργο δεν εκδόθηκε τελικό πιστοποιητικό πριν την αποδέσμευση της κράτησης του 4%. Ο μάρτυρας αντέτεινε ότι το Τεκμήριο 10 δείχνει το σύνολο των εργασιών που εκτέλεσε η Ενάγουσα και ότι στην βάση τούτου απέμενε η πληρωμή της κράτησης του 10%. Κατακρατείται ποσοστό 10% σε περίπτωση κακοτεχνιών τις οποίες η Ενάγουσα υποχρεούνταν να διορθώσει. Παρήλθε ένας χρόνος και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε κακοτεχνία ο πολιτικός μηχανικός του έργου ζήτησε από την Ενάγουσα να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης 9 καθώς και να εκτελέσει και άλλες εργασίες αλλά η Ενάγουσα αρνήθηκε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του ο λόγος που η Ενάγουσα δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες της έπαυλης 9 ήταν γιατί μετά την τελική επιμέτρηση που έγινε τον Οκτώβριο του 2008 ο μηχανικός του έργου υπέδειξε στον μάρτυρα ότι η Ενάγουσα είχε πληρωθεί περισσότερα για τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Γι' αυτό και η Ενάγουσα δεν δέχθηκε να συνεχίσει με την ολοκλήρωση των εργασιών της εν λόγω έπαυλης. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και πρόταξε ότι κάτι τέτοιο δεν του είχε αναφερθεί από κανένα. Η πρώτη δε φορά που πληροφορήθηκε για τον ισχυρισμό της Εναγόμενης περί υπερπληρωμής ήταν από τον δικηγόρο του. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία επειδή έψαχνε και για δουλειά να ρωτήσει τηλεφωνικώς τον μηχανικό του έργου αν θα συνέχιζε με την έπαυλη
  20. Ο τελευταίος του απάντησε αρνητικά. Ακολούθως, είδε την έπαυλη 9 τελειωμένη. Δεν γνωρίζει ποιος ολοκλήρωσε τις εργασίες και γιατί δεν κλήθηκε η Ενάγουσα να τις ολοκληρώσει η αξίωση της Ενάγουσας για πληρωμή των ποσών που αξίωνε και η υπερπληρωμή της Ενάγουσας αποτέλεσαν μεγάλο θέμα εντός της Εναγόμενης και έγιναν συζητήσεις μεταξύ του μάρτυρα και της Εναγόμενης περί αυτού. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του. Πήρε αποδέσμευση του 4% μετά από πολλές πιέσεις. Το υπόλοιπο 6% ανέμενε 2 ολόκληρα χρόνια χωρίς να το πάρει αποτεινόμενος στον μηχανικό του έργου. Αυτός του έλεγε κάθε φορά να περιμένει. Γι' αυτό και έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του για καταχώρηση της αγωγής. Ο ΜΕ 1 δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εν γένει θέση του ότι κάθε μήνα λάμβανε χώρα επιμέτρηση όλων των εργασιών που η Ενάγουσα εκτελούσε εντός του μήνα όχι μόνο δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από τον ίδιο - Τεκμήρια 1-10 - αλλά και αναιρείται από αυτήν. Αντικρούεται δε από την μαρτυρία του ΜΥ 1 σύμφωνα με την οποία επιμέτρηση συγκεκριμένων εργασιών γινόταν μόνο με την ολοκλήρωσή τους και όχι κάθε μήνα. Ό,τι δε γινόταν κάθε μήνα ήταν σύμφωνα με τον ΜΥ 1 επίβλεψη των εργασιών και η πληρωμή ποσών έναντι αυτών. Επισημαίνεται ως ενδεικτικό της αναληθούς εκδοχής του μάρτυρα ότι στα τιμολόγια των Τεκμηρίων 1 και 4-10 τα οποία εκδόθηκαν από την Ενάγουσα αναφέρεται ρητά ότι αυτά είχαν εκδοθεί έναντι εργασιών και όχι στην βάση επιμέτρησης. Ενώ στα τιμολόγια των Τεκμηρίων 2 και 3, τα οποία, επίσης, εκδόθηκαν από την Ενάγουσα, αναφέρεται ρητά ότι η πληρωμή είχε γίνει κατόπιν επιμέτρησης, δήλωση με την οποία ο ΜΥ 1 συμφωνεί αφού κατά τον χρόνο έκδοσης των εν λόγω τιμολογίων οι εργασίες για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα εν λόγω τιμολόγια είχαν ολοκληρωθεί και επιμετρηθεί σύμφωνα με τον ίδιο. Κληθείς δε ο μάρτυρας να εξηγήσει γιατί στα τιμολόγια των Τεκμηρίων 1 και 4-10 αναγράφεται ότι τα ποσά που σε αυτά αναφέρονται πληρώνονταν έναντι εργασιών και όχι στην βάση επιμέτρησης δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Ό,τι ουσιαστικά επικαλέσθηκε ήταν άγνοια επί του προκειμένου και προβάλλοντας ως δικαιολογία γι' αυτήν ότι τα πιστοποιητικά εργασίας εκδίδονταν από τον μηχανικό του έργου. Θέση η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η οποία αναδύεται εκ προοιμίου μη πειστική υπό το φως άλλης δήλωσης του μάρτυρα ότι τα πιστοποιητικά εργασίας εκδίδονταν μεν από τον μηχανικό του έργου στην παρουσία, όμως, του μάρτυρα και κατά τον ίδιο χρόνο από τον ίδιο τον μάρτυρα τα αντίστοιχα τιμολόγια. Η αναλήθεια της εκδοχής του μάρτυρα φαίνεται και από το γεγονός ότι τα ποσά που πληρώνονταν έναντι ήταν στρογγυλωμένα ποσά, κάτι το οποίο δεν θα αναμένετο να συμβαίνει αν αυτά αφορούσαν σε ποσά που είχαν υπολογισθεί στην βάση επιμέτρησης. Δεν θα ήταν αναμενόμενο, τουναντίον, θα ήταν παράδοξο το γινόμενο δύο δεκαδικών αριθμών, ήτοι των τετραγωνικών μέτρων της εκτελεσθείσας εργασίας και της τιμής μονάδος, να ήταν ποσό στρογγυλωμένο. Και δη αυτό να συμβαίνει κάθε φορά και με κάθε τιμολόγιο. Ενδεικτικά είναι τα ποσά του Τεκμηρίου 13 που καταδεικνύουν το εκτιμημένο κόστος για κάθε εκτελεσθείσα εργασία σύμφωνα με τον ΜΥ
  21. Τουναντίον, η πληρωμή στρογγυλωμένων ποσών έναντι εργασιών επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό και την εν γένει θέση του ΜΥ 1 ότι η πληρωμή των πιο πάνω ποσών γινόταν έναντι εργασιών και όχι στην βάση επιμέτρησης εργασιών. Υπό το φως των πιο πάνω η εξήγηση που επί τούτου έδωσε ο μάρτυρας και, συγκεκριμένα, ότι ο μηχανικός δεν θα μπορούσε να του δώσει ολόκληρο το ποσό προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες δεν αποτελεί εξήγηση και δεν δίνει απάντηση στο σχετικό ερώτημα που τέθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση. Το ίδιο ερώτημα τέθηκε από την Υπεράσπιση και για το τελευταίο τιμολόγιο, ήτοι για το τιμολόγιο του Τεκμηρίου
  22. Ερωτηθείς γιατί το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε για το στρογγυλωμένο ποσό των Ευρώ 10.000,00 σεντ ο μάρτυρας απάντησε ότι ο λόγος ήταν γιατί η Εναγόμενη δεν είχε ξοφλήσει την Ενάγουσα και ακόμα χρωστούσε στην τελευταία. Δεν διασαφήνισε, όμως, σε τι συνίστατο η οφειλή. Όταν δε σε μεταγενέστερο στάδιο υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι δεν εκδόθηκε τελικό πιστοποιητικό πριν την αποδέσμευση της κράτησης του 4% ο μάρτυρας αντέτεινε ότι το Τεκμήριο 10 δείχνει το σύνολο των εργασιών που εκτέλεσε η Ενάγουσα και ότι στην βάση τούτου απέμενε η πληρωμή της κράτησης του 10%. Αν, λοιπόν, η εναπομένουσα οφειλή ήταν σύμφωνα με τον μάρτυρα η κράτηση του 10% μπορεί αυτό να προσφέρεται ως εξήγηση για το ότι το αναφερόμενο τιμολόγιο εκδόθηκε για στρογγυλωμένο ποσό; Φρονώ πως όχι. Αφού συν τοις άλλοις ο μάρτυρας υποστήριξε ότι το εν λόγω ποσό προέκυψε κατόπιν επιμέτρησης. Πράγμα που δεν είναι αποδεκτό, αφού συν τοις άλλοις στο τιμολόγιο με αριθμό 0056 του Τεκμηρίου 10 που εξέδωσε η Ενάγουσα αναγράφεται ότι αυτό εκδόθηκε έναντι εργασιών. Επίσης, αν κατά τον χρόνο έκδοσης του εν λόγω τιμολογίου παρέμενε η πληρωμή της κράτησης δεν θα ήταν λογικό σε αυτό να αναγράφεται ότι εκδόθηκε έναντι εργασιών ως ορθά υποστηρίζει ο μάρτυρας με την παράγραφο 9 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο Β. «Έναντι εργασιών» λογικά εξυπακούει ότι υπάρχει υπόλοιπο εργασιών προς πληρωμή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο ισχυρισμός του μάρτυρα ο οποίος συνάγεται μέσα από την μαρτυρία του ότι το Τεκμήριο 10 είναι το τελικό πιστοποιητικό δεν είναι αποδεκτός. Επίσης, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι πληρωμές που ως εκ των εκδοθέντων τιμολογίων καταμαρτυρούνται ως γενομένες δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει παρά μόνο στην βάση επιμέτρησης και όχι έναντι καθότι το τελευταίο θα ισοδυναμούσε με αυθαίρετη πληρωμή, «του κουτουρού», όπως ο μάρτυρας ενδεικτικά ανέφερε, διαψεύδεται από τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του ΜΥ 1 σύμφωνα με τους οποίους στην βάση των προμετρήσεων που ο ίδιος έκανε για να παραγγείλει και προμηθευτεί τα οικοδομικά υλικά ήταν σε θέση να υπολογίζει με ασφάλεια πόσο περίπου θα στοίχιζε η κάθε έπαυλη και με ασφάλεια, αν και κατά προσέγγιση, την αξία της εργασίας που εκτελούσε η Ενάγουσα κάθε φορά που γινόταν επίβλεψη και, έτσι και στην βάση των πιο πάνω, να μπορεί να επιτρέπει την πληρωμή ποσών στην Ενάγουσα έναντι. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ο ΜΥ 1 επισκεπτόταν το έργο για σκοπούς επίβλεψης των εργασιών και επίλυσης προβλημάτων. Δεν έπαιρνε σημειώσεις για την πρόοδο των εργασιών. Μπορούσε, όμως, ως εκ της πείρας του και μόνο «με το μάτι» και χωρίς οποιαδήποτε μέτρηση να αντιληφθεί την πρόοδο των εργασιών σε κάθε δεδομένη περίπτωση. Γι' αυτό και τα ποσά αυτά ήταν στρογγυλωμένα. Επειδή πληρώνονταν έναντι εργασιών και όχι δυνάμει επιμέτρησης. Μόνο με την ολοκλήρωση των εργασιών και την τελική επιμέτρηση μπορούσε να διαφανεί ακριβώς πόσα δικαιούνταν η Ενάγουσα για τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται πρόδηλο ότι η εν γένει θέση του μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνακόλουθα δεν δέχομαι ότι τα τιμολόγια και τα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 1 και 4-10 εκδόθηκαν κατόπιν επιμέτρησης. Συνάγεται ότι η εν γένει θέση του μάρτυρα προβλήθηκε μόνο και μόνο για να αντικρουστεί η θέση της Εναγόμενης περί υπερπληρωμής. Μη αποδεκτοί είναι και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του μάρτυρα: ο ισχυρισμός του ότι το ποσό που αναγράφεται στο τιμολόγιο με αριθμό 0028 του Τεκμηρίου 1 και ότι το ποσό που αναγράφεται στο τιμολόγιο με αριθμό 0034 του Τεκμηρίου 4 πληρώθηκαν κατόπιν επιμέτρησης. Προς τεκμηρίωση της μη αποδοχής των πιο πάνω ισχυρισμών δεν χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε άλλο πέραν από όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Παρενθετικά σημειώνεται ότι και στα δύο τιμολόγια αναγράφεται ρητά ότι το ποσό των Λ.Κ.5.750,00 σεντ, που αφορά στο πρώτο, και το ποσό των Λ.Κ.8.050,00 σεντ, που αφορά στο δεύτερο τιμολόγιο, πληρώθηκαν έναντι εργασιών ο ισχυρισμός του ότι το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 πληρώθηκε κατόπιν επιμέτρησης. Σύμφωνα με τον ΜΥ 1 το εν λόγω ποσό πληρώθηκε έναντι των εργασιών που μέχρι τότε είχαν γίνει στην έπαυλη 4 καθώς και άλλων που θα ακολουθούσαν στο άμεσο μέλλον και όχι κατόπιν επιμέτρησης. Το ότι το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ πληρώθηκε έναντι εργασιών για την έπαυλη 4 αναφέρεται και ρητά τόσο στο πιστοποιητικό εργασίας όσο και στο τιμολόγιο του Τεκμηρίου
  23. Σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο αναφέρονται επιπρόσθετα ως ενδεικτικά της αναλήθειας της εν γένει θέσης του μάρτυρα τα ακόλουθα. Το πιο πάνω ποσό αφαιρέθηκε με το πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 3 το οποίο αφορά στις επαύλεις 3 και
  24. Σε αυτό, επίσης, αναγράφεται ότι για τις επαύλεις 3 και 4 πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.5.310,00 σεντ για την καθεμιά κατόπιν επιμέτρησης. Αν το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ που είχε πληρωθεί για την έπαυλη 4 σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 είχε πληρωθεί στην βάση επιμέτρησης γιατί τότε να αφαιρεθεί με το Τεκμήριο 3; Απλούστατα γιατί το εν λόγω ποσό είχε πληρωθεί σύμφωνα με τον ΜΥ 1 έναντι και όχι στην βάση επιμέτρησης. Όταν δε με την επιμέτρηση της έπαυλης 4 διεφάνη το ακριβές ποσό που η Ενάγουσα έπρεπε να πληρωθεί γι' αυτήν και τις εργασίες που το Τεκμήριο 3 αφορούσε το εν λόγω ποσό αφαιρέθηκε αφού είχε ήδη πληρωθεί. Επίσης, πώς είναι δυνατόν ο μάρτυρας λογικά να ισχυρίζεται ότι οι δύο πληρωμές των Λ.Κ.5.310,00 σεντ για καθεμιά από τις επαύλεις 3 και 4 έγιναν στην βάση επιμέτρησης και ότι στην βάση επιμέτρησης την ίδια ημέρα πληρώθηκε και το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ; Επίσης σύμφωνα με τον ΜΥ 1 μέχρι τον Νοέμβριο του 2007 και πριν την έκδοση του προαναφερόμενου πιστοποιητικού εργασίας είχαν ολοκληρωθεί τα οικοδομικά των επαύλεων 3 και 4 και έγινε λεπτομερής επιμέτρηση των εργασιών αυτών όπως και ρητά αναφέρεται στο εν λόγω πιστοποιητικό. Υπολογίσθηκε το ακριβές ποσό που η Ενάγουσα έπρεπε να πληρωθεί για τις εργασίες αυτές και εκδόθηκε το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό
  25. Στο εν λόγω πιστοποιητικό αφαιρέθηκε το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ καθότι αυτό είχε πληρωθεί έναντι για τις εργασίες της έπαυλης 4 με το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 457 του Τεκμηρίου
  26. Στην συνέχεια ανατέθηκαν στην Ενάγουσα επιπρόσθετες εργασίες σε σχέση με τις επαύλεις 3 και
  27. Αυτές επιμετρήθηκαν κατά την τελική επιμέτρηση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2008 όπως και εκ νέου οι προαναφερθείσες εργασίες για τις οποίες είχε γίνει επιμέτρηση πριν την έκδοση του Τεκμηρίου
  28. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν δέχομαι, επίσης, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: ότι η Ενάγουσα δεν κλήθηκε να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης
  29. Ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται από τον ΜΥ 1 σύμφωνα με τον οποίο η Ενάγουσα κλήθηκε να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης 9 αλλά αρνήθηκε. Και ότι ο λόγος που κλήθηκε να ολοκληρώσει τις εργασίες της εν λόγω έπαυλης ήταν για να καλυφθεί με αυτόν τον τρόπο η υπερπληρωμή γιατί η Ενάγουσα είχε πληρωθεί περισσότερα για τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Δεν δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό του ότι ο λόγος που σύμφωνα με την Εναγόμενη η Ενάγουσα κλήθηκε να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης 9 δεν είχε υποδειχθεί σε αυτόν και ότι η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε για τον ισχυρισμό της Εναγόμενης για υπερπληρωμή ήταν μέσω της αγωγής. Ο ΜΥ 1 ήταν σαφής στην μαρτυρία του ότι το θέμα της υπερπληρωμής είχε υποδειχθεί στον μάρτυρα και, μάλιστα, από τον ίδιο, εξ' ου και ζητήθηκε από τον μάρτυρα εκ μέρους της Ενάγουσας να ολοκληρώσει της εργασίες της έπαυλης 9 ο ισχυρισμός του ότι δεν έλαβε χώρα τελική επιμέτρηση τον Οκτώβριο του
  30. Ο ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ΜΥ 1 σύμφωνα με την οποία κατά τον πιο πάνω χρόνο έγινε τελική επιμέτρηση όλων των εργασιών που είχε εκτελέσει η Ενάγουσα και εκ νέου επιμέτρηση των εργασιών που είχαν γίνει στις επαύλεις 3, 4, 14 και
  31. ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα το υπόλοιπο 6% από την κράτηση ο οποίος εκτίθεται στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο Α. Δεν μου διαφεύγει ότι στο Τεκμήριο 11 αναφέρεται ότι το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών ανέρχεται σε Ευρώ 155.501,09 σεντ, ποσό το οποίο προκύπτει από την αφαίρεση των αποκοπών ύψους Ευρώ 170,86 σεντ από το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών ύψους Ευρώ 155.671,95 σεντ. Το 10% κράτηση αντιστοιχεί σύμφωνα με τον μάρτυρα σε Ευρώ 15.550,11 σεντ. Ποσό το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 11 προκύπτει, προδήλως, από το άθροισμα των ποσών 9.330.07 και 6.220,
  32. Το τελευταίο ποσό είναι αυτό το οποίο πληρώθηκε στην Ενάγουσα από την αποδέσμευση του 4%, πράγμα που είναι κοινώς αποδεκτό και προκύπτει με ενάργεια και από το εν λόγω τεκμήριο. Το ποσό των Ευρώ 9.330,07 σεντ είναι το υπόλοιπο 6% από την κράτηση του 10% και αυτό που με την αγωγή αξιώνεται από την Ενάγουσα. Σύμφωνα, όμως, με τον ΜΥ 1 η Ενάγουσα υπερπληρώθηκε κατά Ευρώ 22.578,47 σεντ. Υπό το φως των πιο πάνω ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Μη αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο ΜΥ 1 του έλεγε για 2 χρόνια να αναμένει μέχρι να πληρωθεί στην Ενάγουσα το 6% από την κράτηση του 10%. Μη αποδεκτοί είναι, επίσης, και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του μάρτυρα που εκτίθενται στην γραπτή του δήλωση: (α) ο ισχυρισμός που εξυπακούεται μέσω της παραγράφου 8 ότι η Εναγόμενη αρνείται άνευ λόγου και αιτίας να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των Ευρώ 9.330,07 σεντ, (β) ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ίση με το πιο πάνω ποσό και (γ) ότι η Εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της Ενάγουσας ο ισχυρισμός του ότι αν και τις ζητούσε επανειλημμένα ο μάρτυρας ουδέποτε έλαβε από την Εναγόμενη τις σημειώσεις των επιμετρήσεων που τηρούσε ο μηχανικός του έργου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και δη της εντύπωσης που αποκόμισα από τον μάρτυρα ο εν λόγω ισχυρισμός με τον οποίο ουσιαστικά αμφισβητείται από τον μάρτυρα η ορθότητα του Τεκμηρίου 13 κρίνω πως δεν είναι ειλικρινής. Κατ' αρχή δεν δέχθηκα ότι κάθε μήνα γίνονταν επιμετρήσεις των εργασιών. Αλλά και για τις επιμετρήσεις ακόμα που έγιναν μετά την ολοκλήρωση συγκεκριμένων εργασιών διεφάνη ότι μεταξύ του μάρτυρα και του ΜΥ 1 υπήρξε αγαστή συνεργασία. Ώστε να είναι απίθανο να μην είχε εισακουσθεί η παράκληση του μάρτυρα για εφοδιασμό του με τις μετρήσεις, για τις οποίες, σημειωτέον, ο μάρτυρας είχε γνώση αφού σύμφωνα με τον ΜΥ 1 οι επιμετρήσεις γίνονταν από κοινού με τον μάρτυρα και τον ΜΥ
  33. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν δέχομαι και που πιο πάνω επισημάνθηκαν η υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή. Σημειώνονται τα ακόλουθα: η έκδοση και το περιεχόμενο των πιστοποιητικών εργασίας και των τιμολογίων των Τεκμηρίων 1-10 καθώς και του πιστοποιητικού εργασίας - Τεκμήριο 11 - είναι αποδεκτά από την πλευρά της Εναγόμενης. Συναφώς καμία ένσταση δεν ηγέρθη από την πλευρά της Εναγόμενης στην κατάθεσή τους και εξ' όσων από την μαρτυρία του ΜΥ 1 με ενάργεια προκύπτει είναι αποδεκτά από τον τελευταίο. Αποδεκτά είναι, επίσης, ως εκ της πιο πάνω υποδειχθείσας στάσης του ΜΥ 1 και της εν γένει πλευράς της Υπεράσπισης προκύπτει τα όσα ο μάρτυρας υπέδειξε αναφορικά με τα λάθη που αφορούν στα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 7 και 10 ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι εργασίες στο έργο έλαβαν χώρα την περίοδο από 25.9.07 μέχρι 26.6.08 επιβεβαιώνεται από τα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 1-10 η ημερομηνία έκδοσης των οποίων συνάδει με τις πιο πάνω ημερομηνίες ο ισχυρισμός του ότι «βοηθούσε» στην επιμέτρηση είναι αποδεκτός με την έννοια, όμως, που εξήγησε ο ΜΥ
  34. Ότι, δηλαδή, η επιμέτρηση γινόταν από κοινού με τον ΜΥ 1, τον μάρτυρα και τον επιστάτη του έργου και, κατ' επέκταση, ότι ο μάρτυρας είχε γνώση των μετρήσεων. Προβάλλοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς ο μάρτυρας αναφερόταν στις επιμετρήσεις που έγιναν για συγκεκριμένες εργασίες στις επαύλεις 3, 4, 14 και 15 και την τελική επιμέτρηση που έγινε τον Οκτώβριο του
  35. Δέχομαι, επίσης, ότι σημειώσεις από τις πιο πάνω επιμετρήσεις τηρούνταν από τον ΜΥ 1 και ότι ο μάρτυρας δεν τηρούσε σημειώσεις. Συναφώς από την μαρτυρία του ΜΥ 1 δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό αναφορικά με το τελευταίο. Δέχομαι, επίσης, ότι τα τιμολόγια και τα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 2 και 3 εκδόθηκαν στο γραφείο του ΜΥ 1 όπου ο τελευταίος μετά την επιμέτρηση που είχε γίνει για συγκεκριμένες εργασίες στις επαύλεις 3, 4, 14 και 15 και οι οποίες είχαν ολοκληρωθεί υπολόγιζε το ποσό της εκτελεσθείσας εργασίας στην βάση των συμφωνηθέντων τιμών μονάδος το οποίο και υποδείκνυε στον μάρτυρα αφαιρουμένης της κράτησης του 10% ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το 4% αποδεσμεύθηκε κατόπιν οχλήσεων του μάρτυρα είναι αποδεκτός με την έννοια, όμως, που τον προσδιόρισε ο ΜΥ
  36. Και συγκεκριμένα ότι το ποσό των Ευρώ 6.220,04 σεντ πληρώθηκε κατόπιν επαλειμμένων οχλήσεων του μάρτυρα για πληρωμή ένεκα οικονομικής στενότητας που αυτός αντιμετώπιζε αλλά και από την καλή διάθεση του ΜΥ
  37. Αλλά και γιατί ο ΜΥ 1 θεωρούσε ότι η Ενάγουσα θα δεχόταν να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης 9 οι οποίες είχαν αρχίσει από την Ενάγουσα, αλλά διακόπηκαν, και ότι με τον τρόπο αυτό θα καλυπτόταν η πληρωμή του 4%. Ο Μάριος Γεωργίου εργάζεται στην Εναγόμενη. Είναι πολιτικός μηχανικός και απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Liverpool του Ηνωμένου Βασιλείου. Εργάζεται στην Εναγόμενη από το έτος
  38. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Β - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, διάφορα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας διά ζώσης υποστήριξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η συμφωνία για τις τιμές μονάδος μεταξύ των διαδίκων ήταν γραπτή και υπογράφηκε εκ μέρους των διαδίκων. Οι τιμές αυτές και, κατ' επέκταση, η εν λόγω συμφωνία καθόριζε το ποσό που θα πληρωνόταν η Ενάγουσα για κάθε εργασία που θα εκτελούσε στο έργο. Μετά την υπογραφή της το πρωτότυπο της συμφωνίας παραδόθηκε στην Ενάγουσα. Φωτοαντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας αποτελούμενη από δύο φύλλα κατατέθηκε από τον μάρτυρα ως δέσμη εγγράφων και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  39. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα, οι τιμές που αναγράφονται στο Τεκμήριο 12 και γενικά το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Ενάγουσας το Τεκμήριο 1 αναφέρεται σε εργασίες που αφορούσαν στις επαύλεις 14 και 15 για εργασίες που ήταν ήδη σε εξέλιξη αλλά και για εργασίες που η Ενάγουσα αναμένονταν να εκτελέσει εντός του ίδιου μήνα. Ο μάρτυρας εξέδωσε το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 456 πληρώνοντας στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 σεντ πλέον ΦΠΑ. Η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 0028 για τα ίδια ποσά. Η πληρωμή έγινε έναντι εργασιών και όχι στην βάση επιμέτρησης. Γι' αυτό και στο προαναφερόμενο τιμολόγιο αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό πληρώθηκε έναντι εργασιών. Καμία επιμέτρηση εργασιών δεν είχε γίνει ή προηγηθεί κατά την έκδοση του προαναφερόμενου πιστοποιητικού εργασίας. Το ποσό δε που η Ενάγουσα πληρώθηκε με το εν λόγω πιστοποιητικό ήταν κατά προσέγγιση επειδή τα τετραγωνικά μέτρα κάθε έπαυλης ήταν γνωστά. Και μπορούσε άνετα να πληρωθεί καθότι οι εργασίες που έπρεπε να γίνουν από την Ενάγουσα στις εν λόγω επαύλεις ήταν αρκετά μεγαλύτερης αξίας από το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 σεντ που με το προαναφερόμενο πιστοποιητικό εργασίας πληρώθηκε το Τεκμήριο 2 αναφέρεται σε εργασίες που αφορούσαν στις επαύλεις 14, 15 και
  40. Αναφορικά με τις επαύλεις 14 και 15 οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί κατά την έκδοση του πιστοποιητικού εργασίας με αριθμό
  41. Κατά τον ίδιο χρόνο είχε προηγηθεί λεπτομερής επιμέτρηση των εν λόγω εργασιών παρουσία εκπροσώπου της Ενάγουσας. Έτσι, υπολογίσθηκε το ακριβές και τελικό ποσό που η Ενάγουσα έπρεπε να πληρωθεί για τις επαύλεις 14 και 15 και εκδόθηκε το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό
  42. Στο εν λόγω πιστοποιητικό αφαιρέθηκε το ποσό των Ευρώ 5.000,00 σεντ που είχε πληρωθεί έναντι για τις εργασίες των εν λόγω επαύλεων με το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 456 του Τεκμηρίου
  43. Στο μεταξύ είχαν ανατεθεί στην Ενάγουσα εργασίες στην έπαυλη
  44. Για την εν λόγω έπαυλη η Ενάγουσα πληρώθηκε με το πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 2 το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ για να μπορέσει να την ξεκινήσει. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε έναντι των εργασιών που θα γίνονταν από την Ενάγουσα στην έπαυλη
  45. Όλα τα πιο πάνω, ήτοι οι δύο πληρωμές του ποσού των Λ.Κ.8.074,00 σεντ για καθεμιά από τις επαύλεις 14 και 15 το οποίο προέκυψε κατόπιν επιμέτρησης, η αφαίρεση του ποσού των Λ.Κ.5.000,00 σεντ και η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.800,00 σεντ ως έναντι για τις εργασίες της έπαυλης 4, αντανακλώνται στο τιμολόγιο με αριθμό 0030 του Τεκμηρίου 2 που εξέδωσε η Ενάγουσα το Τεκμήριο 3 αναφέρεται σε εργασίες που αφορούσαν στις επαύλεις 3 και
  46. Αναφορικά με τις εν λόγω επαύλεις οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί κατά την έκδοση του πιστοποιητικού εργασίας με αριθμό
  47. Κατά τον χρόνο δε της έκδοσης του προαναφερόμενου πιστοποιητικού εργασίας είχε προηγηθεί λεπτομερής επιμέτρηση των εν λόγω εργασιών. Υπολογίσθηκε το τελικό και ακριβές ποσό που η Ενάγουσα έπρεπε να πληρωθεί για τις εν λόγω επαύλεις και εκδόθηκε το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό
  48. Στο εν λόγω πιστοποιητικό αφαιρέθηκε το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ που είχε πληρωθεί έναντι για τις εργασίες της έπαυλης 4 με το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 457 του Τεκμηρίου
  49. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η επιμέτρηση που έγινε για τις επαύλεις 3 και 4 ήταν για τα οικοδομικά. Ακολούθησε και δεύτερη επιμέτρηση στο τέλος. Όλα τα πιο πάνω, ήτοι οι δύο πληρωμές του ποσού των Λ.Κ.5.310,00 σεντ για καθεμιά από τις επαύλεις 3 και 4 το οποίο προέκυψε κατόπιν επιμέτρησης και η αφαίρεση του ποσού των Λ.Κ.800,00 σεντ αντανακλώνται στο τιμολόγιο με αριθμό 0033 του Τεκμηρίου 3 που εξέδωσε η Ενάγουσα το Τεκμήριο 4 αναφέρεται σε εργασίες που αφορούσαν στις επαύλεις 2 και 15 και οι οποίες ανατέθηκαν στην Ενάγουσα μετά την ολοκλήρωση των εργασιών στις επαύλεις 3, 4 και 14 αλλά και των εργασιών εκείνων στην έπαυλη 15 που αφορούν τα Τεκμήρια 1 και
  50. Το ποσό που αναφέρεται στο πιστοποιητικό εργασίας 459 του Τεκμηρίου 4 πληρώθηκε χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε επιμέτρηση. Η εν λόγω πληρωμή έγινε προς κάλυψη εργασιών που βρίσκονταν σε εξέλιξη και εργασιών που θα συμπληρώνονταν στο άμεσο μέλλον. Το προαναφερόμενο πιστοποιητικό εργασίας δεν αντανακλά ολοκληρωμένες και επιμετρημένες εργασίες γι' αυτό και το τιμολόγιο με αριθμό 0034 που εκδόθηκε στην βάση του εν λόγω πιστοποιητικού αναφέρει ότι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.000,00 σεντ πλέον ΦΠΑ πληρώθηκε έναντι εργασιών και συγκεκριμένα έναντι οικοδομικών εργασιών για την έπαυλη 2 και έναντι κεραμικών για την έπαυλη 15 αναφορικά με τα Τεκμήρια 5-10 ο μάρτυρας με την γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Β - υποστήριξε ότι αυτά δεν αντανακλούν ολοκληρωμένες και επιμετρημένες εργασίες, αλλά εργασίες που ήδη βρίσκονταν σε εξέλιξη και εργασίες που θα συμπληρώνονταν στο άμεσο μέλλον εξ' ου και στα σχετικά τιμολόγια αναφέρεται ρητά ότι αυτά εκδόθηκαν έναντι εργασιών. Αναφερόμενος σε εργασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη εννοούσε επαύλεις που είχαν ξεκινήσει να κτίζονται ή ήταν στο μέσο της κατασκευής ή είχαν τελειώσει τα οικοδομικά και είχαν ξεκινήσει τα πατώματα. Αυτά αφορούν στις επαύλεις 3, 4, 14, 15, 2 και
  51. Η Ενάγουσα εκτελούσε τις πιο πάνω εργασίες στις πιο πάνω επαύλεις ταυτόχρονα τον Ιούλιο του 2008 οι εργασίες της έπαυλης 9 αναστάληκαν προσωρινά. Ο λόγος που στις 24.9.08 εξέδωσε το πιστοποιητικό εργασίας με αριθμό 466 - Τεκμήριο 11, που είναι η αποδέσμευση του 4% από την κράτηση του 10%, ήταν γιατί τον Σεπτέμβριο του 2008 ο ΜΕ 1 επειδή είχε άμεση ανάγκη από χρήματα τον παρακάλεσε να του κάνει πληρωμή έναντι. Ο μάρτυρας εξήγησε στον ΜΕ 1 ότι δεν μπορούσε να πληρώσει οτιδήποτε έναντι αφού η Ενάγουσα είχε εκτελέσει όλες τις ανατεθείσες σε αυτήν εργασίες και ενδεχομένως να μην δικαιολογείτο άλλη πληρωμή. Με την έκδοση του Τεκμηρίου 11 αποδέσμευσε κράτηση 4% καθότι πίστευε ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο αφ' ης στιγμής εκτός από τις εργασίες για τις οποίες είχε γίνει επιμέτρηση καμία άλλη επιμέτρηση δεν είχε γίνει και εν' όψει του ότι απέμεναν οι υπόλοιπες εργασίες της έπαυλης 9 τις οποίες ο μάρτυρας ανέμενε ότι η Ενάγουσα θα ολοκλήρωνε ένα μήνα μετά και συγκεκριμένα στις 29.10.08 ο μάρτυρας προέβη σε τελική επιμέτρηση στην παρουσία του ΜΕ 1 και του επιστάτη του έργου. Ο ΜΕ 1 δεν εξέφρασε διαφωνία με την επιμέτρηση. Μετά την επιμέτρηση μετέβη στο γραφείο του και αφού εφάρμοσε τις τιμές μονάδος διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα είχε πληρωθεί περισσότερα για τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Τότε πρότεινε στον ΜΕ 1 να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης
  52. Με τον τρόπο αυτό η υπερπληρωμή θα καλυπτόταν και η Ενάγουσα θα μπορούσε να λάβει νέα πληρωμή για νέες εργασίες που θα τις ανατείθονταν. Ο ΜΕ 1 αρνήθηκε να συνεχίσει με την ολοκλήρωση των εργασιών της έπαυλης 9 όταν αυτές θα μπορούσαν να αρχίσουν ξανά. Ο μάρτυρας εν τέλει ανέθεσε την πιο πάνω εργασία σε άλλο υπεργολάβο στον οποίο η Εναγόμενη πλήρωσε Ευρώ 25.000,00 σεντ ο μάρτυρας κατέθεσε την τελική επιμέτρηση για την οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο Β. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως δέσμη εγγράφων και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  53. Συμπληρωματικά ο μάρτυρας υποστήριξε ότι με την ολοκλήρωση των εργασιών που η Ενάγουσα είχε εκτελέσει συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που η Ενάγουσα είχε εκτελέσει στην έπαυλη 9 ο ΜΕ 1 αποφάσισε ότι ήθελε να επιμετρηθεί ολόκληρη η εργασία που είχε ανατεθεί στην Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένης και αυτής η οποία είχε ήδη επιμετρηθεί. Η επιμέτρηση έγινε στις 29.10.08 επί όλων των εργασιών που η Ενάγουσα είχε να εκτελέσει σε όλες τις επαύλεις του έργου και στην βάση των συμφωνηθεισών τιμών μονάδος. Έτσι, έγινε εκ νέου επιμέτρηση των επαύλεων 14 και 15 παρά το ότι επιμέτρηση συγκεκριμένων εργασιών στις εν λόγω επαύλεις είχε γίνει και τον Οκτώβριο του 2007 και εκ νέου επιμέτρηση των επαύλεων 3 και 4 παρά το ότι επιμέτρηση συγκεκριμένων εργασιών στις εν λόγω επαύλεις είχε γίνει και τον Νοέμβριο του 2007 η Ενάγουσα πληρώθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 146.171,02 σεντ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, ισχυρισμός, ο οποίος, σημειωτέον, είναι αποδεκτός από τον ΜΕ 1 ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Ο μάρτυρας κατέθεσε και κατάσταση πληρωμών που έγιναν στην Ενάγουσα η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  54. Σύμφωνα, όμως, με την επιμέτρηση που έγινε η Ενάγουσα έπρεπε να πληρωθεί ποσό Ευρώ 123.592,55 σεντ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Πληρώθηκε περισσότερο από ό,τι εργάσθηκε και συγκεκριμένα κατά Ευρώ 22.578,47 σεντ η Εναγόμενη ανέθεσε σε άλλο υπεργολάβο την ολοκλήρωση των εργασιών της έπαυλης
  55. Για τις εργασίες αυτές η Εναγόμενη πλήρωσε τον νέο υπεργολάβο το ποσό των Ευρώ 25.000,00 σεντ και εξέδωσε πιστοποιητικά εργασίας με αριθμούς 12381, 12382 και 12383 τα οποία και ο μάρτυρας κατέθεσε μαζί με άλλα συναφή έγγραφα. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  56. Ο μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, ότι αν η Ενάγουσα δεχόταν να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης 9 δεν θα όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη, πράγμα που ο μάρτυρας είχε υποδείξει στον ΜΕ 1 όταν του ζήτησε να ολοκληρώσει τις εργασίες της εν λόγω έπαυλης εκτός από το έργο η Ενάγουσα είχε κάνει εργασίες και σε άλλα έργα της Εναγόμενης, όπως το Μάριον 1, το Αργάκα και το Village
  57. Στα έργα αυτά ακολουθήθηκε η ίδια ακριβώς διαδικασία που ακολουθήθηκε και στο έργο. Δηλαδή, ανατείθονταν οι εργασίες στην Ενάγουσα, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών η Ενάγουσα πληρωνόταν έναντι, ακολούθως, γινόταν η επιμέτρηση και η Ενάγουσα εξοφλείτο. Σε περίοδο 5 με 6 μηνών αποδεσμευόταν και η κράτηση του 10% εκτός αν η Ενάγουσα είχε υποχρεώσεις ή αν υπήρχαν κακοτεχνίες. Αναφορικά με το Μάριον 1 και προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του ο μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 16 η υπερπληρωμή αναφέρθηκε στους υπευθύνους του τμήματος του μάρτυρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η Εναγόμενη δεν λάμβανε νομικά μέτρα εναντίον του υπεργολάβου. Προσπαθούσε να δώσει στον υπεργολάβο την ευκαιρία να εκτελέσει εργασίες για να μπορέσει να αποπληρώσει την υπερπληρωμή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, η Ενάγουσα δεν δέχθηκε να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης
  58. Κινήθηκε δε νομικά προλαβαίνοντας την Εναγόμενη από του να κινήσει η ίδια αγωγή για το ποσό των Ευρώ 22.578,47 σεντ το οποίο και αξιώνει στα πλαίσια της παρούσης αγωγής ανταπαιτητικώς. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία για τον τρόπο πληρωμής της Ενάγουσας τα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 1-11 υπογράφηκαν από τον ίδιο τον μάρτυρα, τον αρχιμηχανικό και το Λογιστήριο της Εναγόμενης. Ο αριθμός δε που φαίνεται στο κάτω μέρος κάθε πιστοποιητικού εργασίας είναι ο αριθμός επιταγής με την οποία πληρώθηκε η Ενάγουσα. Ο μάρτυρας εξέδιδε το πιστοποιητικό εργασίας στην παρουσία του αρχιμηχανικού ο οποίος το υπέγραφε αφού προηγουμένως το έλεγχε. Ακολούθως το πιστοποιητικό παρουσιαζόταν στο Λογιστήριο της Εναγόμενης για να εκδοθεί η επιταγή με την οποία θα πληρωνόταν η Ενάγουσα. Η υπογραφή πάνω από τις λέξεις «ΤΕΛΙΚΗ ΕΓΚΡΙΣΗ» που φαίνεται στα αριστερά και εντός του κουτιού που φαίνεται στο κάτω μέρος κάθε πιστοποιητικού εργασίας στα δεξιά σημαίνει ότι είχε δοθεί η τελική έγκριση για έκδοση της επιταγής αναγνώρισε την υπογραφή του κάτω από τις λέξεις «ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ Ή ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ» στο τιμολόγιο 0028 του Τεκμηρίου 1, στο τιμολόγιο 0030 του Τεκμηρίου 2, στο τιμολόγιο 0034 του Τεκμηρίου 4, στο τιμολόγιο 0051 του Τεκμηρίου 5, στο τιμολόγιο 0052 του Τεκμηρίου 6, στο τιμολόγιο 0054 του Τεκμηρίου 8 και στο τιμολόγιο 0055 του Τεκμηρίου
  59. Υποστήριξε, επίσης, ότι στο τιμολόγιο 0033 του Τεκμηρίου 3 υπάρχει η υπογραφή του κάτω από τις λέξεις «Ο ΠΩΛΗΤΗΣ» και, επομένως, στην λανθασμένη θέση ενώ για το τιμολόγιο 0053 του Τεκμηρίου 7 και για το τιμολόγιο 0056 του Τεκμηρίου 10 υποστήριξε ότι σε αυτά δεν φαίνεται η υπογραφή του το τιμολόγιο 0028 του Τεκμηρίου 1 συντάχθηκε από τον ΜΕ 1 ενώ το τιμολόγιο 0030 του Τεκμηρίου 2 και το τιμολόγιο 0033 του Τεκμηρίου 3 από τον ίδιο τον μάρτυρα. Σημειώνεται ότι και ο ΜΕ 1 στην μαρτυρία του ανέφερε ότι κάποια τιμολόγια της Ενάγουσας συντάσσονταν από τον ίδιο και κάποια άλλα άφηνε τον μάρτυρα να τα συντάσσει. Ο μάρτυρας έγραφε καλύτερα γράμματα από τον ΜΕ 1 σύμφωνα με τον τελευταίο ο λόγος που στα Τεκμήρια 1 και 2 δεν φαίνεται να έγινε επιμέτρηση άλλη από αυτή που αφορά στις επαύλεις 14 και 15 είναι γιατί αυτές οι εργασίες είχαν ανατεθεί αρχικά στην Ενάγουσα. Και συγκεκριμένα τα οικοδομικά των εν λόγω επαύλεων. Στην πορεία ανατέθηκαν στην Ενάγουσα οι επαύλεις 3 και
  60. Με την ολοκλήρωση των εργασιών στις τελευταίες επαύλεις έγινε επιμέτρηση. Έτσι, η πληρωμή και εξόφληση συγκεκριμένων και ολοκληρωμένων εργασιών στις επαύλεις 14, 15, 3 και 4 πραγματοποιήθηκε με τα Τεκμήρια 1-
  61. Ακολούθως, ανατέθηκαν στην Ενάγουσα και άλλες εργασίες στις οποίες η Ενάγουσα εργαζόταν ταυτόχρονα. Πρόκειται για τα οικοδομικά των επαύλεων 2 και 9, για τα πατώματα των επαύλεων 3, 4, 14 και 15 και για μερικές λεπτομέρειες οικοδομικών στις επαύλεις 11, 12 και
  62. Πλέον κάποιες εξωτερικές εργασίες. Με την ολοκλήρωση των εργασιών αυτών έγινε τελική επιμέτρηση. Η τελική επιμέτρηση περιλάμβανε επιμέτρηση των εργασιών εκείνων που είχαν ήδη επιμετρηθεί και για τις οποίες εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 1-
  63. Λέγοντας οικοδομικά εννοούσε τα τούβλα, τους σουβάδες - πρώτο, δεύτερο και τρίτο χέρι - τσίμες, καμάρες οι εργασίες στις επαύλεις 14 και 15 ξεκίνησαν περί τα μέσα του Αυγούστου του 2007 και οι εργασίες στις επαύλεις 3 και 4 περί τις αρχές του Οκτωβρίου του
  64. Συμφώνησε ότι από τα μέσα του Αυγούστου του 2007 μέχρι τις 28.11.07 οι επαύλεις 3, 4, 14 και 15 είχαν ολοκληρωθεί. Υπέδειξε ότι οι εργασίες άρχισαν πρώτα στις επαύλεις 14 και 15 και αργότερα στις επαύλεις 3 και
  65. Η Ενάγουσα ολοκλήρωσε τις εργασίες σε όλες τις επαύλεις που της ανατέθηκαν. Τις εργασίες της έπαυλης 9 δεν δέχθηκε να τις ολοκληρώσει ο μάρτυρας εξέδιδε τα πιστοποιητικά εργασίας αφού προηγουμένως εκδίδονταν τα τιμολόγια από την Ενάγουσα σε συνεννόηση με τον μάρτυρα στις περιπτώσεις που η εργασία δεν είχε επιμετρηθεί τα ποσά που αναγράφονταν στα τιμολόγια δίνονταν έναντι και ανάλογα με τις εργασίες που είχε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή η Ενάγουσα και την πρόοδό τους. Τα ποσά αυτά υπολογίζονταν «στο περίπου» με γνώμονα (α) την γνώση του μάρτυρα των προμετρήσεων των οικοδομικών υλικών μέσω των παραγγελιών των υλικών που έκανε, (β) την γνώση του μάρτυρα για το πόσο περίπου θα στοίχιζε η κάθε έπαυλη και (γ) την εκτίμηση της προόδου των εργασιών. Επειδή τα ποσά αυτά δίνονταν έναντι και όχι δυνάμει επιμέτρησης δίνονταν στρογγυλωμένα. Ο μάρτυρας επισκεπτόταν το έργο για σκοπούς επίβλεψης των εργασιών και επίλυσης προβλημάτων. Δεν έπαιρνε σημειώσεις για την πρόοδο των εργασιών. Μπορούσε, όμως, ως εκ της πείρας του και μόνο «με το μάτι» και χωρίς οποιαδήποτε μέτρηση να αντιληφθεί κατά ποιο ποσοστό είχαν προχωρήσει οι εργασίες σε κάθε δεδομένη περίπτωση. Με την ολοκλήρωση των εργασιών γινόταν η τελική επιμέτρηση ώστε να διαφανεί ακριβώς πόσα δικαιούται η Ενάγουσα για τις εργασίες που είχε εκτελέσει το πιστοποιητικό εργασίας 465 του Τεκμηρίου 10 ήταν το τελευταίο πιστοποιητικό που είχε εκδοθεί ο λόγος που τον Σεπτέμβριο του 2008 ο μάρτυρας αποδέσμευσε προς όφελος της Ενάγουσας κράτηση 4% ήταν γιατί ο ΜΕ 1 του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ο μάρτυρας ήθελε να τον βοηθήσει. Έτσι, ο μάρτυρας μη έχοντας να τιμολογήσει οποιαδήποτε άλλη εργασία για την Ενάγουσα και θεωρώντας ότι η Ενάγουσα θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της έπαυλης 9 αφού ήδη μέχρι τότε είχε γίνει αντιληπτό ότι η Ενάγουσα είχε πληρωθεί περισσότερα από ό,τι είχε εργασθεί προέβη στην πιο πάνω αποδέσμευση με δεδομένο ότι οι εργασίες αυτές θα κάλυπταν την υπερπληρωμή και θεωρώντας, επίσης, ότι δεν θα προέκυπτε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο ΜΕ 1 κατά τον χρόνο της αποδέσμευσης του 4% γνώριζε για την υπερπληρωμή και για τον λόγο που έγινε η εν λόγω αποδέσμευση. Ερωτηθείς πώς τον Σεπτέμβριο του 2008 γνώριζε ότι η Ενάγουσα είχε πληρωθεί περισσότερα από ό,τι είχε εργασθεί αφού μέχρι τότε η Ενάγουσα δεν είχε κάνει τελική επιμέτρηση ο μάρτυρας απάντησε ότι γνώριζε το τελικό ποσό για κάθε έπαυλη από τις προμετρήσεις που έκανε ο ίδιος για να παραγγείλει τα οικοδομικά υλικά για το κτίσιμο της κάθε έπαυλης η αναστολή των εργασιών της έπαυλης 9 δεν οφειλόταν στους διαδίκους. Η Εναγόμενη έλαβε εντολή από το Γραφείο Εργασίας για διακοπή των εργασιών στην εν λόγω έπαυλη για περίοδο 1 με 2 μήνες. Οι εργασίες άρχισαν ξανά περί τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο του 2010, ήτοι με καθυστέρηση πέραν του ενός έτους η υπερπληρωμή διεφάνη οριστικά από την τελική επιμέτρηση που έγινε τον Οκτώβριο του 2008 παρουσία του ΜΕ 1 από τον ΜΕ 1 ζητήθηκε επανειλημμένα να ολοκληρώσει τις εργασίες της έπαυλης 9 από τον ίδιο τον μάρτυρα προσωπικά κατά τις πάμπολες επισκέψεις του ΜΕ 1 στο γραφείο του μάρτυρα κατά τις οποίες ο ΜΕ 1 ζητούσε την αποδέσμευση του υπόλοιπου της κράτησης πλην όμως ο ΜΕ 1 εκ μέρους της Ενάγουσας αρνείτο να ολοκληρώσει τις εν λόγω εργασίες ο λόγος που υπάρχει διαφορά στα ποσά που αφορούν στις επαύλεις 3 και 4 ανάμεσα στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 3 (Λ.Κ.5.310,00 σεντ για έκαστη έπαυλη) και το Τεκμήριο 13 (Λ.Κ.7.095,05 σεντ για την έπαυλη 3 και Λ.Κ.7895,05 σεντ για την έπαυλη 4) είναι γιατί η τελική επιμέτρηση που έγινε την δεύτερη φορά συμπεριλάμβανε την εκτέλεση επιπλέον εργασιών οι οποίες συμπεριλαμβάνονταν στις εξωτερικές και επιμέρους εργασίες ο λόγος που υπάρχει διαφορά στο ποσό που αφορά στην έπαυλη 15 ανάμεσα στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 2 (Λ.Κ.8.074,00 σεντ) και το Τεκμήριο 13 (Λ.Κ.7.703,80 σεντ) είναι γιατί εκ παραδρομής ο μάρτυρας έδωσε επιπλέον ποσό ύψους Ευρώ 300,00 σεντ περίπου το οποίο η Ενάγουσα δεν δικαιούνταν. Το εν λόγω ποσό δόθηκε για τοποθέτηση πέτρας, εργασία, όμως, που δεν εκτελέστηκε από την Ενάγουσα η τελική επιμέτρηση που έγινε τον Οκτώβριο του 2008 περιλάμβανε και επιμέρους εργασίες κατά την επιμέτρηση μετρούνταν από τον μάρτυρα και τον ΜΕ 1 τα ύψη, τα πλάτη και τα μάκρη και οι μετρήσεις καταγράφονταν χειρόγραφα. Ακολούθως, ο μάρτυρας και ο ΜΕ 1 μετέβαιναν στο γραφείο του μάρτυρα όπου ο τελευταίος περνούσε τις μετρήσεις στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Με την ολοκλήρωση της πιο πάνω εργασίας οι χειρόγραφες σημειώσεις πετάγονταν. Ο ΜΕ 1 δεν υπέγραφε τις χειρόγραφες σημειώσεις. Έλεγχε, όμως, ότι αυτά που καταγράφονταν ήταν ορθά. Υποβλήθηκαν στον μάρτυρα οι ακόλουθες θέσεις: το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ προέκυψε από άλλη επιμέτρηση που είχε γίνει πριν την επιμέτρηση που αναφέρεται στο τιμολόγιο 0033 του Τεκμηρίου
  66. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή προτάσσοντας την θέση ότι καμία επιμέτρηση δεν είχε γίνει για το ποσό των Λ.Κ.800,00 σεντ. Επανέλαβε δε την εν γένει θέση του ότι η επιμέτρηση έγινε αφού ολοκληρώθηκαν οι εργασίες το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 σεντ που πληρώθηκε με το Τεκμήριο 1 προέκυψε από προηγούμενη επιμέτρηση των επαύλεων 14 και 15 και υπολογίσθηκε όταν έγινε η τελική επιμέτρηση γι' αυτές τις δύο επαύλεις. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή προτάσσοντας την θέση ότι καμία επιμέτρηση δεν είχε γίνει για το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 σεντ που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 για τις επαύλεις 14 και
  67. Το εν λόγω ποσό δόθηκε έναντι πληρωμής και αφαιρέθηκε όταν έγινε η επιμέτρηση των εν λόγω επαύλεων με το πιστοποιητικό εργασίας 457 του Τεκμηρίου 2 μετά την δεύτερη επιμέτρηση που έγινε στις 28.11.07 και που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 ο μάρτυρας συνέχιζε να κάνει επιμέτρηση στο τέλος κάθε μήνα και εξέδιδε τα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 4-
  68. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης υποβλήθηκε η θέση ότι κάθε μήνα γίνονταν μετρήσεις και ότι από τις μετρήσεις αυτές έβγαινε το ποσό που αναγράφεται στα τιμολόγια και τα πιστοποιητικά εργασίας. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι καμία επιμέτρηση δεν έγινε για τις εργασίες που αφορούν στα πιστοποιητικά εργασίας με αριθμούς 459 μέχρι και
  69. Και ότι καμία επιμέτρηση δεν έγινε πριν την τελική επιμέτρηση. Έγινε μια τελική επιμέτρηση για τις επαύλεις 3 και 4, μια τελική επιμέτρηση για τις επαύλεις 14 και 15, μια τελική επιμέτρηση για τις υπόλοιπες εργασίες και εκ νέου επιμέτρηση για τις επαύλεις 3, 4 14 και 15 γιατί το είχε ζητήσει ο ΜΕ
  70. Διασαφήνισε δε ότι το Τεκμήριο 11 είναι αποδέσμευση κράτησης δεν υπήρχε καμία υπερπληρωμή γι' αυτό και η Εναγόμενη δεν έστειλε επιστολή στην Ενάγουσα με την οποία να ζητά από την τελευταία την ολοκλήρωση των εργασιών της έπαυλης
  71. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στις θέσεις του οι μετρήσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 είναι εικονικές και έγιναν από τον μάρτυρα και μόνο στο γραφείο του στην βάση των προμετρήσεων που είχε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην θέση του ότι καμία επιμέτρηση δεν είχε γίνει μόνο από τον ίδιο και στο γραφείο του, αλλά στο εργοτάξιο και στην παρουσία του επιστάτη του έργου και του ΜΕ 1 καμία μέτρηση δεν καταγράφονταν χειρόγραφα καθότι καμία επιμέτρηση δεν έλαβε χώρα επί τόπου και οι μετρήσεις που αντανακλώνται στο Τεκμήριο 13 ουδέποτε έγιναν. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στις θέσεις του. Ο ΜΥ 1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε στην υπόθεση. Επίσης, ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Τέλος, παρέμεινε σταθερός στην μαρτυρία του χωρίς να κλονισθεί κατά την αντεξέταση. Ως ενδεικτικά της αξιοπιστίας του μάρτυρα υποδεικνύονται χωρίς να επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ
  72. Επιπρόσθετα αναφέρω ότι κρίνω βάσιμο και ικανοποιητικό τον λόγο που ο μάρτυρας πρόβαλε με την γραπτή του δήλωση με σκοπό να αντικρούσει τον εν γένει ισχυρισμό του ΜΕ 1 ότι κάθε μήνα λάμβανε χώρα επιμέτρηση των εργασιών που η Ενάγουσα εκτελούσε. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας υπέδειξε ότι ήταν αδύνατο και ανέφικτο να γίνει ακριβής επιμέτρηση πριν την ολοκλήρωση των εργασιών. Και ότι μόνο μετά την επιμέτρηση ήταν εφικτό να υπολογισθεί το ακριβές ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί στην Ενάγουσα για συγκεκριμένες εργασίες. Δέχθηκε δε ο μάρτυρας ότι κάθε μήνα εκδίδονταν από την Εναγόμενη πιστοποιητικά εργασίας ανάλογα της προόδου των εργασιών που είχαν ανατεθεί στην Ενάγουσα και με τα οποία κοστολογούνταν κατά προσέγγιση και μόνο οι εργασίες της Εναγόμενης αφαιρουμένου ενός ποσοστού της τάξης του 10% για τυχόν προβλήματα ή κακοτεχνίες που θα παρουσιάζονταν ή για υποχρεώσεις της Ενάγουσας που θα ανέκυπταν μετά την ολοκλήρωση των εργασιών και την τελική επιμέτρηση. Ο πιο πάνω τρόπος παρείχε την ευελιξία πληρωμής του υπεργολάβου και για μελλοντικές εργασίες οι οποίες στο μέλλον θα επιμετρούνταν κι' αυτές. Η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια σε συνεννόηση με τον μάρτυρα και στην βάση των πιστοποιητικών εργασίας που εκδίδονταν. Η επιμέτρηση αναδείκνυε το ακριβές ποσό που έπρεπε να πληρωθεί η Ενάγουσα. Στην βάση δε της επιμέτρησης το ποσό αυτό προσαρμοζόταν ανάλογα. Το 10% πληρωνόταν μετά πάροδο 5 με 6 μηνών νοουμένου ότι δεν παρουσιάζονταν οι προαναφερθείσες κακοτεχνίες ή υποχρεώσεις από μέρους της Ενάγουσας. Η πιο πάνω διαδικασία και τακτική για την πληρωμή της Ενάγουσας είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Όπως και οι τιμές μονάδος προς υπολογισμό της εκτελεσθείσας εργασίας. Κρίνω, επίσης, πειστική την δικαιολογία που πρόβαλε ο μάρτυρας για να δικαιολογήσει την διαφορά που παρατηρείται στα ποσά που αφορούν στις επαύλεις 3 και 4 ανάμεσα στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 3 (Λ.Κ.5.310,00 σεντ για έκαστη έπαυλη) και το Τεκμήριο 13 (Λ.Κ.7.095,05 για την έπαυλη 3 και Λ.Κ.7895,05 σεντ για την έπαυλη 4). Σύμφωνα με τον μάρτυρα στην τελική επιμέτρηση που έγινε την δεύτερη φορά συμπεριλαμβάνονταν η εκτέλεση επιπλέον εργασιών οι οποίες συμπεριλαμβάνονταν στις εξωτερικές και επιμέρους εργασίες. Ισχυρισμός ο οποίος συνάδει με την εν γένει θέση του μάρτυρα ότι μετά την ολοκλήρωση των οικοδομικών στις επαύλεις 3 και 4 και την επιμέτρηση που ακολούθησε στην συνέχεια ανατέθηκε στην Ενάγουσα η τοποθέτηση πατωμάτων. Κρίνω, επίσης, πειστική την εξήγηση για την διαφορά που παρατηρείται στο ποσό που αφορά στην έπαυλη 15 ανάμεσα στο πιστοποιητικό εργασίας του Τεκμηρίου 2 (Λ.Κ.8.074,00 σεντ) και το Τεκμήριο 13 (Λ.Κ.7.703,80 σεντ). Πρόκειται περί ποσού Λ.Κ.300,00 σεντ το οποίο εκ παραδρομής πληρώθηκε από τον μάρτυρα στην Ενάγουσα, σύμφωνα με τον πρώτο, καθότι η Ενάγουσα δεν το δικαιούνταν. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε για τοποθέτηση πέτρας, εργασία που δεν εκτελέστηκε από την Ενάγουσα. Μόνο ένα σημείο από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν είναι αποδεκτό. Ο ισχυρισμός τον οποίο και πρόβαλε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του και συγκεκριμένα ότι η υπερπληρωμή προς την Ενάγουσα είχε γίνει ήδη αντιληπτή πριν την αποδέσμευση του 4%. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνάδει με την εν γένει θέση του μάρτυρα σύμφωνα με την οποία το ακριβές ποσό που δικαιούνταν η Ενάγουσα μπορούσε να εξακριβωθεί μόνο μετά την τελική επιμέτρηση. Θέση η οποία, αξίζει να σημειωθεί, δεν αναιρέθηκε από τον μάρτυρα σε οποιοδήποτε στάδιο της αντεξέτασής του και παρέμεινε σταθερή καθόλη την μαρτυρία του. Με επιστέγασμα τον άλλο ισχυρισμό που ο μάρτυρας πρόβαλε τόσο στην κυρίως εξέτασή του όσο και σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ότι η υπερπληρωμή κατέστη αντιληπτή μετά την τελική επιμέτρηση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του
  73. Κρίνω ότι ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του μάρτυρα ο οποίος και έρχεται σε αντίθεση με την εν γένει θέση του, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, ήταν αποτέλεσμα γνήσιας σύγχυσης και λάθους του το οποίο δεν μπορεί να επηρεάσει την εν γένει αξιοπιστία του. Σε σχέση με το Τεκμήριο 13 αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο πίνακας που φαίνεται στην πρώτη σελίδα αυτού καταγράφει όλες τις επαύλεις με τους αριθμούς τους στις οποίες η Ενάγουσα εκτέλεσε εργασίες (πρώτη στήλη από αριστερά), το ποσό που υπολογίσθηκε σε Λίρες Κύπρου για τα οικοδομικά κάθε έπαυλης μετά την τελική επιμέτρηση (δεύτερη στήλη από αριστερά), το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (τρίτη στήλη από αριστερά), το ποσό που υπολογίσθηκε σε Λίρες Κύπρου για τα πατώματα των επαύλεων με αριθμούς 3, 4, 14 και 15 μετά την τελική επιμέτρηση (τέταρτη στήλη από αριστερά) και το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ (πέμπτη στήλη από αριστερά). Προκύπτουν, επίσης, από το Τεκμήριο 13 τα ακόλουθα: το σύνολο για τα οικοδομικά ανέρχεται σε Ευρώ 86.593,30 σεντ και το σύνολο για τα πατώματα σε Ευρώ 20.937,63 σεντ. Το σύνολο της εκτιμημένης εργασίας ανέρχεται σε Ευρώ 107.471,79 σεντ ο αναλογούν επί του πιο πάνω ποσού των Ευρώ 107.471,79 σεντ ΦΠΑ ανέρχεται σε Ευρώ 16.120,77 σεντ το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις δύο πιο πάνω παραγράφους είναι Ευρώ 123.592,55 σεντ. Το ποσό αυτό είναι το συνολικό κόστος των εργασιών που εκτέλεσε η Ενάγουσα και το οποίο η τελευταία έπρεπε να πληρωθεί στην Ενάγουσα πληρώθηκε το ποσό των Ευρώ 146.171,02 σεντ η Ενάγουσα πληρώθηκε κατά Ευρώ 22.578,47 σεντ περισσότερα. Στα φύλλα που ακολουθούν και που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 13 αναγράφονται αναλυτικά όλες οι εργασίες που εκτέλεσε η Ενάγουσα σε καθεμιά από τις επαύλεις που πιο πάνω αναφέρονται. Κάθε φύλλο αφορά και ξεχωριστή έπαυλη εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες που οι εργασίες σε κάποιες επαύλεις αφορούν και οικοδομικά και πατώματα. Αναγράφονται, επίσης, σε ξεχωριστές στήλες η τιμή μονάδος για κάθε εργασία, η ποσότητα της κάθε εργασίας που εκτελέστηκε και, τέλος, το κόστος της κάθε εργασίας ξεχωριστά. Τέλος, δίπλα από τις λέξεις «ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ» που φαίνονται στο κάτω μέρος κάθε φύλλου αναγράφεται το συνολικό κόστος για όλες τις εργασίες που αναφέρονται σε κάθε φύλλο. Συγκεκριμένα: το 2ο φύλλο αφορά στα οικοδομικά της έπαυλης 2 τα φύλλα 3 και 4 αφορούν στα οικοδομικά και πατώματα αντίστοιχα της έπαυλης 3 τα φύλλα 5 και 6 αφορούν στα οικοδομικά και πατώματα αντίστοιχα της έπαυλης 4 το 7ο φύλλο αφορά στα οικοδομικά της έπαυλης 11 το 8ο φύλλο αφορά στα οικοδομικά της έπαυλης 12 το 9ο φύλλο αφορά στα οικοδομικά της έπαυλης 13 τα φύλλα 10 και 11 αφορούν στα οικοδομικά και πατώματα αντίστοιχα της έπαυλης 14 τα φύλλα 12 και 13 αφορούν στα οικοδομικά και πατώματα αντίστοιχα της έπαυλης 15 το 14ο φύλλο αφορά στα οικοδομικά της έπαυλης 9 και, τέλος, το 15ο φύλλο αφορά σε εξωτερικές επιμέρους εργασίες. Δεν μου διαφεύγει ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις που ο μάρτυρας έλαβε για τις ποσότητες της κάθε εκτελεσθείσας εργασίας μετά την τελική επιμέτρηση που διενεργήθηκε τον Οκτώβριο του 2008 δεν παρουσιάσθηκαν. Και ο λόγος που δεν παρουσιάσθηκαν είναι γιατί δεν κρατήθηκαν σύμφωνα με τον μάρτυρα καθότι αφότου περάστηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τον μάρτυρα, ακολούθως, πετάχτηκαν σύμφωνα με την πάγια τακτική της Εναγόμενης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν αμφισβήτησε ότι οι εργασίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα, ούτε και τις τιμές μονάδος που αναγράφονται στα φύλλα 2-15 του Τεκμηρίου
  74. Συναφώς δεν αποτέλεσε θέση της πλευράς της Ενάγουσας ότι οι εν λόγω τιμές δεν συνάδουν με τις συμφωνηθείσες τιαύτες και οι οποίες καταμαρτυρούνται στο Τεκμήριο
  75. Δεν αμφισβήτησε, ακόμα, τους αριθμητικούς υπολογισμούς. Ό,τι αμφισβήτησε ήταν τις ποσότητες των εκτελεσθεισών εργασιών, πράγμα που ξενίζει αφ' ης στιγμής ο ΜΕ 1 σύμφωνα με την μαρτυρία του δεν είχε στην κατοχή του σημειώσεις από καμία επιμέτρηση οπότε και η πλευρά της Ενάγουσας δεν ήταν σε θέση να υποδείξει ποιες ήταν οι αληθινές σύμφωνα με αυτήν ποσότητες. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας δέχομαι ότι οι ποσότητες των εκτελεσθεισών εργασιών που αναγράφονται στο Τεκμήριο 13 είναι οι αληθινές και πραγματικές και αυτές που προέκυψαν από την τελική επιμέτρηση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2008 και τις οποίες ο μάρτυρας αμέσως μετά μετέφερε στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή στο γραφείο του παρουσία του ΜΕ 1 ο οποίος και δεν τις είχε αμφισβητήσει. Δέχομαι, επίσης, όλο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  76. Σημειώνεται ότι οι αριθμητικοί υπολογισμοί είναι σύμφωνα και με τους δικούς μου αριθμητικούς υπολογισμούς ορθοί. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 είναι, επίσης, αποδεκτό. Στην πρώτη στήλη από τα αριστερά αναγράφονται οι ημερομηνίες που φέρουν τα πιστοποιητικά εργασίας - Τεκμήρια 1-
  77. Στην δεύτερη στήλη από τα αριστερά αναγράφονται τα ποσά σε Λίρες Κύπρου για τα οποία εκδόθηκαν από την Ενάγουσα τα τιμολόγια των Τεκμηρίων 1-
  78. Στην τρίτη στήλη από τα αριστερά αναγράφονται τα αντίστοιχα ποσά σε Ευρώ καθώς και σε Ευρώ τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν από την Ενάγουσα τα τιμολόγια των Τεκμηρίων 5-
  79. Προκύπτει ότι τα ποσά που αναγράφονται στα τιμολόγια των Τεκμηρίων 1-10 μεταφέρθηκαν ορθά στο Τεκμήριο
  80. Στην τέταρτη στήλη από τα αριστερά αναγράφεται το ποσό του ΦΠΑ σε Ευρώ που αντιστοιχεί στα ποσά της δεύτερης και τρίτης στήλης. Στην πέμπτη στήλη από τα αριστερά αναγράφεται η κράτηση που αφορά σε κάθε τιμολόγιο της δεύτερης και τρίτης στήλης και στην έκτη στήλη από τα αριστερά το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα του ποσού του κάθε τιμολογίου και του αναλογούντος ΦΠΑ αφαιρουμένης της κράτησης. Οι μετατροπές από την Κυπριακή Λίρα σε Ευρώ, ο αναλογούν ΦΠΑ, το ύψος της κράτησης και, τέλος, τα συνολικά ποσά που αναγράφονται στην έκτη στήλη από τα αριστερά είναι σύμφωνα και με τους δικούς μου αριθμητικούς υπολογισμούς ορθά. Ό,τι δε πρωτίστως ενδιαφέρει από το Τεκμήριο 14 είναι τα ποσά τα οποία πληρώθηκαν στην Ενάγουσα και που αναγράφονται στην έβδομη και όγδοη στήλη από τα αριστερά. Στην έβδομη στήλη από τα αριστερά αναγράφονται τα ποσά σε Λίρες Κύπρου που πληρώθηκαν με επιταγές και που αναφέρονται στα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 1-4 και στην όγδοη στήλη από τα αριστερά τα αντίστοιχα ποσά σε Ευρώ καθώς και τα ποσά σε Ευρώ που πληρώθηκαν με επιταγές και που αναφέρονται στα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 5-
  81. Προκύπτει ότι τα ποσά που αναγράφονται στα πιστοποιητικά εργασίας των Τεκμηρίων 1-11 μεταφέρθηκαν ορθά στο Τεκμήριο
  82. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο η Ενάγουσα πληρώθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 146.171,02 σεντ, ποσό το οποίο αποδέχεται και ο ΜΕ 1 ότι καταβλήθηκε στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Εκτός από το μοναδικό σημείο από την μαρτυρία του μάρτυρα το οποίο δεν δέχθηκα η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μου. Το υπόλοιπο μέρος των ευρημάτων μου συνιστά το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ΜΕ 1 που, επίσης, αποδέχθηκα. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης και της μαρτυρίας που δέχθηκα προκύπτει ότι η απαίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφ' ης στιγμής η Ενάγουσα πληρώθηκε για όση εργασία εκτέλεσε. Η ανταπαίτηση πετυχαίνει. Η Εναγόμενη δικαιούται στο ποσό των Ευρώ 22.578,47 σεντ που σύμφωνα με την μαρτυρία που δέχθηκα η Ενάγουσα πληρώθηκε καθ' υπέρβαση του εκτιμημένης εργασίας που εκτέλεσε. Υπό το φως των πιο πάνω και εν' όψει του ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν ταυτόχρονα θα εκδοθεί μια διαταγή για έξοδα τα οποία θα είναι στην κλίμακα της ανταπαίτησης η οποία είναι μεγαλύτερη από την κλίμακα της απαίτησης. Συνακόλουθα η απαίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα για την απαίτηση. Στα πλαίσια της ανταπαίτησης εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των Ευρώ 22.578,47 σεντ πλέον τόκο επ' αυτού προς 5,5% ετησίως από 25.2.10 μέχρι 31.12.14 πλέον τόκο επί του ιδίου ποσού των Ευρώ 22.578,47 σεντ προς 4% ετησίως από 1.1.15 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα της ανταπαίτησης. Η απόφαση θα συνταχθεί νοουμένου ότι η Εναγόμενη καταβάλει τα επιπλέον τέλη που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ της κλίμακας της απαίτησης και της κλίμακας της ανταπαίτησης. (Υπ.) .......... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παράβαση σύμβασης - Οικοδομικές εργασίες Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.