VOURNA LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1911/14, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A212 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1911/14 Μεταξύ: VOURNA LIMITED (AE 205509), εκ Πάφου «EPECTASIS» CONSTRUCTION LTD (A.E.140240), εκ Πάφου «NIMFI» TOURIST ENTERPRISES LTD (A.E.140107), εκ Πάφου «ORITIS» DEVELOPING LTD (A.E.151518), εκ Πάφου «RAFSA LIMITED» (Α.Ε.184649), εκ Πάφου «SYNTHESIS» DEVELOPING LTD (A.E.151546), εκ Πάφου CH. G. "ALONI" DEVELOPMENT LTD (A.E.157538), εκ Πάφου CH G. (VRYSADHIA) DEVELOPMENT LTD (A.E.163930), εκ Πάφου KREOPAS DEVELOPING LTD (A.E. 167352), εκ Πάφου
- ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΗΡΑ ΛΤΔ (ΑΕ.008122), εκ Πάφου
- PAPHOS SANDY HILL ESTATES LTD (A.E.007759), εκ Πάφου
- R.S. TOURIST ENTERPRISES LTD (A.E.014676), εκ Πάφου
- R.S. HOLDING LIMITED (A.E.014675), εκ Πάφου
- RAFTIS & RAFTIS LIMITED (A.Ε.173047), εκ Πάφου
- S. RAFTIS HOTELS HOLDING LTD (A.E.014678), εκ Πάφου
- S.S.R. DEVELOPMENTS LIMITED (A.E.014677), εκ Πάφου
- S. RAFTIS COMPANY LTD (A.E.010040), εκ Πάφου
- ΤΙΕΤΗΕΚΝΟΤ HOLDINGS LTD (A.E.135836) εκ Πάφου
- ΗΧΩ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (Α.Ε.140406) εκ Πάφου
- "PROKRIS" DEVELOPING LTD (A.E. 140109) εκ Πάφου
- ΡΑΦΤΗΣ ΣΑΒΒΑΣ (Α.Τ. 0257992), εκ Πάφου
- MAΡΙΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ (Α.Τ.0411595), εκ Πάφου Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Πάφου Εναγόμενης-Αιτήτριας ---------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.11.2014 για διαγραφή μέρους της Έκθεσης Απαίτησης ---------------------------- Ημερομηνία: 11.11.2015 Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Μ. Ομήρου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι (κα Κάϊζερ για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενους: κα Α. Χαραλάμπους για Α. Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ (κα Τσαντικίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όλοι οι αναφερόμενοι Ενάγοντες κατεχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης Τράπεζας με την οποία αξιώνουν μεταξύ άλλων, ακύρωση των διαταγμάτων εκποίησης των υποθηκών που είχαν συναφθεί για εξασφάλιση δανείων τα οποία έλαβαν από την Τράπεζα. Διεκδικείται επίσης επιστροφή χρηματικών ποσών τα οποία κατεβλήθηκαν και/ή χρεώθηκαν από την Τράπεζα καθ΄ υπέρβαση του συμφωνηθέντος επιτοκίου και/ή κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου όπως ίσχυε τότε. Οι Ενάγοντες διεκδικούν επίσης απόδοση ποσών τα οποία κατ΄ ισχυρισμό εζημιώθηκαν λόγω της υπό της Τράπεζας συχνής μετατροπής του νομίσματος, η οποία γινόταν χωρίς τη συγκατάθεση τους και η οποία μετατροπή επέφερε αλλαγή της ισοτιμίας νομίσματος προς όφελος της Τράπεζας και προς βλάβη των συμφερόντων των Εναγόντων. Η Έκθεση Απαίτησης καταλαμβάνει 73 σελίδες και περιλαμβάνει 125 παραγράφους οι οποίες υποδιαιρούνται σε μεγάλο αριθμό υποπαραγράφων. Περιέχονται σε αυτές ισχυρισμοί και θέσεις με τις οποίες αποδίδεται στην Εναγόμενη άσκηση αθέμιτης επιρροής, ψυχικής πίεσης καθώς και παράβαση εμπιστευτικής σχέσης η οποία δημιουργήθηκε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης. Με την κρινόμενη αίτηση (αιτητικό Γ) επιδιώκεται διαγραφή αρκετών παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης με έρεισμα το γεγονός ότι εμπεριέχουν άσχετους και σκανδαλώδεις ισχυρισμούς καθώς και μαρτυρία. Επιζητείται η διαγραφή των παραγράφων 7, 22, 25 (μέρος), 29, 30, 32, 32.1 μέχρι 32.37, 33, 42, 43, 48, 48.1 μέχρι 48.40, 52.6, 52.7, 54.9 μέχρι 54.16, 64 μέχρι 76.4, 76.5, 84, 85, 89.1 μέχρι 89.2.21 και 89.
- Επιδιώκεται επίσης (αιτητικά Α και Β) αναστολή και/ή παράταση του χρόνου καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης ώστε αυτή να καταχωρηθεί μετά την έκδοση απόφασης επί του αιτήματος διαγραφής. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελεί η Δ.19 θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Προτού υπεισέλθω στη νομική εξέταση του θέματος, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί ο λόγος ένστασης
(2)με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθόσον δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσεως της και ότι προηγείται χρονικά από την καταχώριση της αίτησης. Το πρώτο σκέλος δεν ευσταθεί. Μια ανάγνωση της ένορκης δήλωσης αποκαλύπτει το αβάσιμο της θέσης αυτής αφού η ομνύουσα δηλώνει πως έχει αφενός προσωπική γνώση και αφετέρου σε σχέση με τα νομικά θέματα έτυχε συμβουλής από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Το δεύτερο σκέλος της ένστασης ευσταθεί. Η ένορκος δήλωση προηγείται χρονικά της αίτησης αφού η πρώτη έγινε στις 19.11.2014 ενώ η δεύτερη καταχωρήθηκε στις 24.11.2014, δηλαδή πέντε ημέρες αργότερα. Ο συνήγορος των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση, με τη γραπτή του αγόρευση επανέλαβε απλά τους λόγους ένστασης, ενώ οι συνήγοροι της Εναγόμενης-Αιτήτριας, δεν ασχολήθηκαν καθόλου με αυτό το θέμα. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.3 κάθε ένορκος δήλωση τιτλοφορείται αναφορικά με την αιτία ή το θέμα στο οποίο γίνεται. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατή η χρήση ένορκης δήλωσης που έγινε πριν από την ημερομηνία καταχώρισης της συγκεκριμένης αγωγής στην οποία επιδιώκεται η χρήση της. Αυτά έχουν αναφερθεί στην Stavros Hotels App. Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 289, η οποία αφορούσε αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος, η ένορκος δήλωση του οποίου έγινε ένα μήνα πριν την καταχώριση της αγωγής και ουσιαστικά αναφερόταν σε ανύπαρκτους διαδίκους και περιείχε ισχυρισμούς ως προς ενδεχόμενες επιπτώσεις συναρτημένες προς την πορεία και κατάληξη αγωγής ανύπαρκτης και εμφάνιζε πρόσωπα ως Ενάγοντες και ως Εναγόμενους που δεν είχαν την ιδιότητα αυτή, τότε. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 201, όπου η ένορκος δήλωση έγινε μια ημέρα πριν την καταχώριση της αγωγής. Θεωρήθηκε πως η υιοθέτηση του περιεχομένου της κατά την ακρόαση του interim order δεν θεραπεύει την παρατυπία της. Τα ανωτέρω έχουν λεχθεί στις περιπτώσεις ενόρκων δηλώσεων σε αιτήσεις που προηγούντο χρονικά της καταχώρισης αυτής ταύτης της αγωγής. Η ένορκος δήλωση είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο Αιτητής επικαλείται γεγονότα τα οποία δεν εμφαίνονται στα μητρώα ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου όπως ορίζει η Δ.48 θ.1 (Φιλίππου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1755). Στην περίπτωση αίτησης δυνάμει της Δ.19 θ.26 ως η παρούσα, δεν απαιτείται να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση (σχετική Δ.48 θ.9(i)). Και τούτο γιατί το θέμα είναι άκρως νομικό, αφού το Δικαστήριο θα αποφασίσει, σε συνάρτηση με τα δικόγραφα και τη φύση της απαίτησης εάν κάποιοι ισχυρισμοί είναι άσχετοι ή σκανδαλώδεις ή εάν αποτελούν μαρτυρία. Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση δεν απαιτείται καταχώριση ένορκης δήλωσης, το περιεχόμενο της οποίας το Δικαστήριο θα αγνοήσει. Με το λόγο 8 της ένστασης τους οι Καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, και γι΄ αυτό τη θεωρούν απορριπτέα. Η Δ.19 θ.26 δεν απαιτεί ούτε καθορίζει χρόνο κατά τον οποίο τέτοια αίτηση πρέπει να υποβάλλεται. Οι Αιτητές μέσω της γραπτής αγόρευσης τους απαντούν σε τούτο το λόγο, αναφέροντας πως: «Όπως νομολογιακά επιτάσσεται η καταχώρηση αιτήσεων για διαγραφή γίνεται το συντομότερο δυνατό, παρόλο που σύμφωνα με το θεσμό η αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 σελ. 409 αναφέρεται ότι εάν το προς διαγραφή δικόγραφο είναι η Έκθεση Απαίτησης, η αίτηση πρέπει να γίνει πριν την καταχώρηση και επίδοση της Υπεράσπισης (Williams and Glyns Bank v. Ship 'Maria'
(1984)1 CLR 821, 831, 832)'. Περαιτέρω στο Annual Practice 1961 σελ. 477 αναφέρεται ότι «Although the rule expressly states that the order may be made at any stage of the proceedings still the application should always be made promptly and as a rule before the close of proceedings'.» Στην απόφαση Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, τονίσθηκε πως τέτοιου είδους αιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται ταχέως και κατά κανόνα προτού συμπληρωθεί η δικογραφία. Στην κρινόμενη περίπτωση το αίτημα καταχωρήθηκε μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης και προτού καταχωρηθεί το δικόγραφο της Υπεράσπισης, στάδιο το οποίο κρίνεται ορθό, ώστε μετά την εκδίκαση της αίτησης, η Εναγόμενη να γνωρίζει τα θέματα τα οποία χρήζουν υπεράσπισης. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σ. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, όπου η αίτηση για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε πριν την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Για προφανείς λόγους. Στο Annual Practice 1958 τονίζεται πως εάν το προς διαγραφή δικόγραφο είναι η Έκθεση Απαιτήσεως, η αίτηση θα πρέπει να καταχωρηθεί πριν την καταχώρηση και επίδοση της Υπεράσπισης (δέστε Williams and Glyns Bank v. Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 821, 831). Οι συνήγοροι έχουν αναπτύξει με αρκετή επιμέλεια τις θέσεις της νομολογίας για το εξεταζόμενο θέμα και υπεστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, ιδιαίτερη μνεία των οποίων γίνεται κατωτέρω όπου τούτο απαιτείται. Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου των διαδίκων. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό ("every pleading shall contain and contain only, a statement in a summary form of material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved"). H έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 KB 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;." Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196, 207. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: "Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated; but if the precise words of a document or conversation are themselves material, they must be set out in full in the pleading. Thus, it is not ordinarily necessary to set out verbatim the entire terms of a written contract, but only to state briefly the effect thereof and to specify the particular terms in respect of which any breach is alleged. So it is not ordinarily necessary to set out the precise words used by the parties when making a contract or taking part in any conversation relied on." Μια τέτοια περίπτωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου είναι εκείνη που τα ουσιαστικά γεγονότα ταυτίζονται με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όπως, λ.χ., δημοσίευμα εφημερίδας σε αγωγή λιβέλλου: Βλέπε υπόθεση «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. και Άλλος ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550. Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Βullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. ........................................................................................... Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών v. Σ. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 685. Κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν, το δικόγραφο, αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίοι δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 αυτού (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει (Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425). Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ, πάντα με αναφορά σε ξεκάθαρες περιπτώσεις (Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852) και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Παρά ταύτα, δεν είναι ο κάθε αχρείαστος ισχυρισμός που θα προκαλέσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ένας ισχυρισμός ο οποίος είναι μεν αχρείαστος αλλά κατά τα άλλα είναι αβλαβής, δεν θα διαγραφεί. Αν όμως, εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και προκαλούνται έτσι έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε δικαιολογείται η διαγραφή των ισχυρισμών (Annual Practice 1958 σελ. 477, 478). Παρόμοια είναι η θέση όσον αφορά την απλή πολυλογία, όσον αφορά το γεγονός και μόνο ότι μια Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής ή αξίωση για διαζευκτική θεραπεία, και όσον αφορά το γεγονός και μόνο ότι μια Έκθεση Υπεράσπισης περιλαμβάνει ασυμβίβαστες υπερασπίσεις. Αυτά τα γεγονότα δεν προκαλούν αφ΄ εαυτών αμηχανία ή δυσχέρεια (βλ. Athina Leathergoods Ltd κ.α. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να ενθαρρύνεται η περιττολογία. Η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garrett [1878] 7 Ch. D. 473 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη (ανωτέρω). Περαιτέρω, η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl-Seiss-Stiftung v. Rayner a.o. [1969] 3 All E.R. 697, Fasili v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679). Πέραν της εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, όταν ένα δικόγραφο είναι υπερβολικά μακροσκελές χωρίς να δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης και με τον τρόπο αυτό ή με κάποιο άλλο τρόπο προκαλεί σύγχυση και δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία θα πρέπει να απαντήσει και αναπόφευκτα θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η καταχώριση του εν λόγω δικογράφου μπορεί να προλάβει μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει, σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφυτη εξουσία να παρέμβει (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 448, 477 και Hill v. Hart-Davis 26 Ch. D. 470). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι ενοχλητικό και καταπιεστικό (vexatious and oppressive - βλ. Charles Oxford Ltd v. Gonshaw Ltd [1948] 2 All E.R. 229). Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές θα εξετασθεί η κρινόμενη αίτηση. Αποτελεί τη θέση των Καθ΄ ων η αίτηση (χωρίς ειδική αναφορά στις επίμαχες παραγράφους) πως στις παραγράφους 7, 10, 11, 12, 13, 14, 15-35, 39-48, 52-102, παρέχονται λεπτομέρειες γεγονότων που εάν αποδειχθούν κατά την ακροαματική διαδικασία τότε οι Καθ΄ ων η αίτηση αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς και την υπόθεση τους. - Ότι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων είναι νομικά έγκυρη, βάσιμη, συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη. Οι ισχυρισμοί των οποίων ζητείται η διαγραφή αποτελούν τη βάση της αξίωσης των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση έναντι των Εναγομένων-Αιτητών. - Ότι το περιεχόμενο των παραγράφων και ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή αποτελούν ουσιώδη γεγονότα και όχι μαρτυρία. - Ότι όλοι οι ισχυρισμοί τους είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα και απαραίτητοι για τεκμηρίωση της υπόθεσης τους. - Ότι η παρούσα αίτηση είναι εκδικητική και εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των Αιτητών. Εξετάζονται κατωτέρω οι επίδικες παράγραφοι. Παράγραφος
- Με αυτή την παράγραφο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως «Οι σχέσεις της Εναγομένης από την μια πλευρά και των Εναγόντων από την άλλη ήταν ασυνήθιστες και σπάνιες και ήταν εκτός των συνηθισμένων πλαισίων της σχέσης τράπεζας-πελάτη και εισήλθαν στην σφαίρα της εμπιστευτικής σχέσης, και ως συνέπεια η Εναγομένη έχει απορρέοντα καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι των Εναγόντων, τα οποία καθήκοντα και υποχρεώσεις επηρεάζουν θεμελιωδώς και ουσιαστικά τις μεταξύ της Εναγομένης και των Εναγόντων συμβατικές σχέσεις». Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως είναι αχρείαστοι και σκανδαλώδεις και προσβλέπουν στην πρόκληση σύγχυσης και ταλαιπωρίας σ΄ αυτούς κατά την ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Υποδεικνύουν πως με την εν λόγω παράγραφο αναφέρονται σε μια σπάνια και ασυνήθιστη σχέση μεταξύ Τράπεζας και Εναγόντων χωρίς όμως να δίδονται περαιτέρω στοιχεία τα οποία να υποβοηθούν τον προσδιορισμό αυτό. Το δικόγραφο όπως ανωτέρω λέχθηκε, πρέπει να περιέχει ουσιώδεις ισχυρισμούς και γεγονότα. Ενδεχομένως οι Ενάγοντες να υπονοούν πως η Εναγόμενη υπέχει θέση συμβούλου έναντι τους όπως περιγράφεται σε άλλες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Ότι και να εννοεί δεν το καθορίζει με σαφήνεια αλλά κατά τρόπο που πράγματι μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει. Συνεπώς η παράγραφος 7 υπόκειται σε διαγραφή και διαγράφεται. Παράγραφος
- Η φράση «.και το οποίο απέσπασε από την Ενάγουσα 17.» Με την παράγραφο 22 οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως «Η Εναγόμενη αντί του ποσού των Λ.Κ.2.143.036,12 απαίτησε από την Ενάγουσα 17, ποσό Λ.Κ.3.946.088,67 προς εξόφληση των δανείων 1 και 2 και το οποίο απέσπασαν από την Ενάγουσα 17». Η υπογραμμισθείσα φράση αποτελεί το αίτημα για διαγραφή. Η φράση «απέσπασαν» τείνει να αποδώσει στην Εναγόμενη αθέμιτο τρόπο είσπραξης ή και παράνομη ενέργεια αφού η απόσπαση χρημάτων, αποτελεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις ποινικό αδίκημα. Υποδεικνύεται πως πρωταρχικό κριτήριο κατά πόσο ένα δικόγραφο εμπεριέχει σκανδαλώδη θέματα είναι κατά πόσο τα όσα αναφέρονται είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, το δε κριτήριο της σχετικότητας είναι κατά πόσο τα εγειρόμενα ζητήματα θα ήταν αποδεκτά ως μαρτυρία. Όταν αχρείαστα ζητήματα καταλογίζουν στον αντίδικο οποιαδήποτε χλευαστικά σχόλια ή κατηγορίες ή ισχυρισμούς για λανθασμένη ή παράνομη συμπεριφορά του ιδίου ή οποιουδήποτε άλλου, τότε τα θέματα θεωρούνται σκανδαλώδη και θα διαγραφούν (Bullen and Leake and Jacobs Precedents and Pleadings 12η έκδοση, σελ. 144). Συνεπώς η επίμαχη φράση διαγράφεται. Παράγραφοι 29, 30(αιτητικό Γ4), 42, 43(αιτητικό Γ7), 52.6, 52.7(αιτητικό Γ10), 54.9, 54.10, 54.11, 54.14, 54.15, 54.16 (αιτητικό Γ11). (Το αίτημα για διαγραφή των παρ. 25, 54.12 και 54.13 απεσύρθη με την αγόρευση.) Αποτελεί θέση των Αιτητών πως οι ανωτέρω παράγραφοι αποτελούν μαρτυρία, η οποία δεν έχει θέση στα δικόγραφα και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Προωθείται η παρατήρηση πως εάν το Δικαστήριο δεν διατάξει την διαγραφή των εν λόγω παραγράφων «επίκειται άμεσος κίνδυνος όπως η ακροαματική διαδικασία διεξαχθεί δια μέσω των δικογράφων, τα οποία θα υπέχουν τον τύπο γραπτών δηλώσεων αντί των δικογράφων.» Οι ανωτέρω παράγραφοι περιγράφουν την μετατροπή και την διαφοροποίηση των νομισμάτων των επίδικων δανείων και παρουσιάζουν σε πίνακα την τροποποίηση αυτού. Αναφέρονται επίσης σε καταθέσεις ποσών στα οποία η Ενάγουσα 17 προέβηκε. Παρά το γεγονός ότι οι παράγραφοι αυτοί περιέχουν περισσότερες λεπτομέρειες από όσες απαιτείται όμως: Αποτελεί κύρια βάση της αγωγής, ότι η συχνή αλλαγή νομίσματος γινόταν από την Εναγομένη για σκοπούς δικής της εξασφάλισης και συνακόλουθα χρέωση και επιβάρυνση των Εναγόντων με τη διαφορά στην ισοτιμία του νομίσματος. Γι΄ αυτό κρίνεται πως οι δοθείσες λεπτομέρειες οι οποίες καθορίζουν επακριβώς χρονικά, τη μετατροπή του νομίσματος και του ποσού, δεν είναι άσχετες, ούτε θέτουν σε δυσμενή θέση τους Εναγόμενους. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως οι παράγραφοι που ακολουθούν τις παραγράφους μετατροπής του νομίσματος πραγματεύονται ενέργειες και γεγονότα καταθέσεων χρημάτων για μερικές εκ των οποίων προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εγίνοντο χωρίς τις απαραίτητες εγκρίσεις εκ μέρους των Εναγόντων (πχ. παρ. 30, 53, 54.14, 54.15). Να σημειωθεί δε ότι η παράγραφος 43 της οποίας επιζητείται η διαγραφή περιλαμβάνει ισχυρισμούς οι οποίοι αποδίδουν στην Εναγόμενη Τράπεζα επιβολή επιτοκίου με ποσοστό πέραν του συμφωνηθέντος. Το οποίο αποτελεί μια από τις κύριες αιτιάσεις των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης. Παρά την ανωτέρω απόφανση για μη διαγραφή των εν λόγω παραγράφων κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί το εξής: Η παράγραφος 42 αποτελεί επεξήγηση και αναλυτική κατάσταση της μετατροπής νομίσματος που περιγράφεται στην παράγραφο
- Θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποτελεί μαρτυρία (όπως και η παράγραφος 52.6) αφού η παράγραφος 41 περιέχει το γενικό ισχυρισμό μεταβολής νομίσματος και καθορισμό της χρονικής περιόδου εντός της οποίας σημειώθηκε η μεταβολή. Αυτή η αναφορά ήταν αρκετή και αποδεκτή αφού, θα έδιδε το δικαίωμα στον αντίδικο να αιτηθεί παροχή λεπτομερειών, εάν το επιθυμούσε (Πολυκάρπου v. Elneda
(2000)1 (B) A.A.Δ. 699). Δεδομένου όμως πώς δεν καταγράφησαν όλες οι παράγραφοι που αφορούν το θέμα της μετατροπής νομίσματος με τον ίδιο τρόπο, η διαγραφή μερικών και παραμονή άλλων θα πρόσδιδε σύγχυση και θα έπρεπε να επιτραπεί στους Ενάγοντες να καταγράψουν εκ νέου, με γενικό τρόπο, τις συγκεκριμένες παραγράφους. Συνεπώς οι ανωτέρω παράγραφοι δεν χρήζουν διαγραφής. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την παράγραφο 30. Η παράγραφος 30 αποτελεί ανάλυση και συμπέρασμα εξαγόμενο από την προηγούμενη παράγραφο και συνεπώς μαρτυρία. Για τούτο διαγράφεται. Παράγραφος 32 (δύο τελευταίες γραμμές) (αιτητικό Γ5) παράγραφος 32.1 μέχρι 32.37, 33 (αιτητικό Γ6), παράγραφος 48 (δύο τελευταίες γραμμές) (αιτητικό Γ8), παράγραφος 48.1 μέχρι 48.40 (αιτητικό Γ9), παράγραφος 89.1, 89.2, 89.2.1 μέχρι 89.2.21, 89.3 (αιτητικό Γ16). (Οι δύο τελευταίες γραμμές των παραγράφων 32 και 48 αναφέρουν «.με την οποία αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως».) Με όλες τις ανωτέρω παραγράφους γίνεται αναφορά στα παρακλητικά άλλων αγωγών τις οποίες οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόντων. Οι συνήγοροι των Αιτητών υποδεικνύουν πως οι ανωτέρω αγωγές βρίσκονται κατατεθειμένες στους σχετικούς φακέλους του Δικαστηρίου τους οποίους οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση δύνανται να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνεται τέλος από τους συνηγόρους των Αιτητών, πως οι αγωγές τις οποίες επικαλούνται οι Καθ΄ ων θα εκδικαστούν και θα αξιολογηθούν στα πλαίσια άλλων διαδικασιών και ως εκ τούτου οποιαδήποτε δοθείσα μαρτυρία επί των εν λόγω αξιώσεων θα αποτελέσει κατάχρηση διαδικασίας, δεδομένου πως αυτή αποτελεί μαρτυρία. Έχει καταγραφεί η απόφαση στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών (ανωτέρω). Σε εκείνη, η αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης του κειμένου συμφωνίας θεωρήθηκε αχρείαστη. Χαρακτηρίσθηκε μαρτυρία και ότι αυτή ενέπιπτε στις περιπτώσεις του ενοχλητικού και μη ουσιώδους. Λέχθηκε δε ότι «σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ενθαρρύνεται η περιττολογία. Η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι αρμόζεται συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία μπορεί να παρουσιάσει δυσχέρεια στον αντίδικο». Στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει ως καταγραφή γεγονότος σε προηγούμενες παραγράφους, η καταχώρηση αγωγή εκ μέρους της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων. Η συμπερίληψη όμως στις παραγράφους που έπονται των αναφορών αυτών (δηλαδή στις ανωτέρω αναφερόμενες) ολόκληρου του αιτητικού των αγωγών, συνιστά αχρείαστη επανάληψη και μαρτυρία. (Δέστε και Καρασσάββα v. Λόρδος & Φλωρεντιάδης
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 550 και Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 530.) Συνακόλουθα οι ανωτέρω παράγραφοι κρίνονται απορριπτέες και διαγράφονται. Παράγραφος 64 μέχρι 76.4 (αιτητικό Γ.12), 76.5 (μέρος) (αιτητικό Γ.13), τελευταία υποπαράγραφος της παραγράφου 76.5 (αιτητικό Γ.14), παράγραφος 84 και 85 (αιτητικό Γ.15). Στις παραγράφους 64 μέχρι 76.4 και 76.5, 84 και 85 οι Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρονται σε κάποια δάνεια. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι καμία σχέση έχουν με τα επίδικα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την ανωτέρω θέση. Τα αναφερόμενα δάνεια και πιστωτικές αυτές διευκολύνσεις αποτελούν συνέχεια των αμέσως προηγούμενων παραγράφων 63 και 62 στις οποίες περιγράφεται το δάνειο 8 (των οποίων δεν ζητείται διαγραφή). Αποτελούν τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα της επικαλούμενης δέσμης δανείου 8 και το γεγονός της επιτυγχανόμενης εξόφλησης κάθε ενός δανείου (από τη δέσμη δανείου 8) με νέο δάνειο και πιστωτική διευκόλυνση. Για τα οποία αξιώνονται θεραπείες στις παραγράφους 101.1 μέχρι 102, 103, 103.1 μέχρι 103.8 οι οποίες περιλαμβάνουν τα παρακλητικά και τις σχετικές θεραπείες. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 7, 22 (μέρος), 30, 32 (μέρος), 32.1 μέχρι 32.37, 33, 48 (μέρος), 48.1 μέχρι 48.40, 89.1, 89.2, 89.2.1 μέχρι 89.2.21 και 89.3. Εκδίδεται επίσης διάταγμα ως η παράγραφος Β της αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης-Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για διαγραφή μέρους της Έκθεσης Απαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο