Μιχάλης Παρασκευά Σοφοκλέους ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς, Αγ. Αρ.: 2816/2013, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2816/2013 Μεταξύ: Μιχάλης Παρασκευά Σοφοκλέους από την Πάφο Ενάγοντα και Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς από την Πάφο Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 07/11/2014 Ημερομηνία: 30/11/
- Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους - αιτητές: κα Π. Σιαηλή για κ. Κ. Σιαηλή Για τον ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση: κα Στ. Ευθυβούλου για κ. Ν. Τσιαπαλή. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι - αιτητές με την υπό κρίση αίτηση, εξαιτούνται από το Δικαστήριο την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό (set aside) της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17, Θ.10 και Δ.48, Θ.9(h). Υποστηρίζεται δε, από την ένορκη ομολογία του κ. Μάριου Θεοχάρους, Κοινοτάρχη του χωριού Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς και σε αυτή εκτίθενται τα γεγονότα και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης. Συγκεκριμένα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 23/01/2014 επιδόθηκε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς το κλητήριο ένταλμα στην ανωτέρω αγωγή, αλλά δυστυχώς παρέπεσε και δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης. Στις 24/10/2014 ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από δικαστικό επιδότη του Ε.Δ. Πάφου ότι εκκρεμούσε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον των εναγομένων. Στις 27/10/2014 επισκέφθηκε το δικηγόρο των εναγομένων και του έδωσε οδηγίες όπως προβεί σε έρευνα αναφορικά με το ιστορικό της πιο πάνω υπόθεσης. Μετά από σχετικό έλεγχο στο φάκελο της υπόθεσης, διαπίστωσε ότι είχε εξασφαλιστεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα λόγο μη εμφάνισης των εναγομένων. Περαιτέρω, ο δικηγόρος τον πληροφόρησε ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 23/01/2014 στην γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου, κα Μαρία Ψαρά, από την οποία ζήτησε εξηγήσεις και του ανέφερε ότι δεν θυμάται αν του έδωσε την αγωγή που της επέδωσαν και ίσως να παράπεσε ή αν του την έδωσε να ήταν μαζί με άλλα έγγραφα και να παράπεσε με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση για την ύπαρξη της. Είναι η θέση του επίσης, ότι δεν έλαβε γνώση για την αγωγή και ότι αν το γνώριζε σίγουρα θα ανάθετε στο δικηγόρο του Συμβουλίου την εκπροσώπηση του στο Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση δεν θα άφηνε εκτεθειμένη την Κοινότητα του. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι εξ' όσον γνωρίζει και από πληροφορίες που έλαβε από προηγούμενα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, ουδέποτε αυτό έχει επέμβει στο ακίνητο του ενάγοντα και πολύ περισσότερο ουδέποτε κατασκεύασε τον ειρημένο στην αγωγή δρόμο και ουδέποτε προκάλεσε ζημιά ή στέρησε την κάρπωση του ακινήτου του ενάγοντα. Επίσης, αναφέρει ότι κατά την κατασκευή του φράγματος Αγίας Μαρίνας η οποία έγινε πριν από μερικές δεκαετίες λόγω του γεγονότος ότι ο υφιστάμενος χωμάτινος δρόμος ήταν ακατάλληλος για χρήση από φορτηγά και μηχανήματα τα οποία θα ασχολούνταν με την κατασκευή του φράγματος, με τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών των τεμαχίων που βρίσκονταν πλησίον με τον ειρημένο χωμάτινο δρόμο διανοίχθηκε νέος δρόμος και σε κάποια σημεία διαπλατύνθηκε ο υφιστάμενος δρόμος με σκοπό να καταστεί δυνατή η πρόσβαση προς το υπό κατασκευή φράγμα. Ο δρόμος αυτός παρέμεινε έκτοτε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ενώ η κατασκευή του έγινε από πληροφορίες που έχει λάβει από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου η οποία τον συντηρεί μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αξία του ακινήτου του ενάγοντα δεν ξεπερνά τις €10,000 και η αναφορά του ότι είναι €50,000 είναι υπερβολική. Επισυνάπτει αντίγραφο εκτίμησης του Κτηματολογίου η οποία έγινε για σκοπούς φορολογίας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ούτε ο ισχυρισμός του ότι η ενοικιαστική αξία του ανέρχεται στο ποσό των €250 μηνιαίως όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας είναι ορθός και ότι είναι σαφώς μικρότερη αφού πρόκειται για ένα πολύ μικρό τεμάχιο γης 600 τ.μ. περίπου ακατάλληλο για οποιανδήποτε ουσιαστικά χρήση. Επιπρόσθετα, η θέση του ενάγοντα ότι για την επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση απαιτείται το ποσό των €25,427.92, ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό είναι υπέρογκο και εξωπραγματικό πέραν του γεγονότος ότι δεν έγινε καμία επέμβαση. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν επιδόθηκε στους εναγομένους αφού το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε και βάση αυτής εκδόθηκε απόφαση. Τέλος, είναι η θέση του ότι απεκρύβησαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα καθοριστικά για την υπόθεση και συγκεκριμένα το πότε κατασκευάστηκε ο δρόμος, από ποιο κατασκευάστηκε, ποιος τον συντηρεί, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την έκταση που καταλαμβάνει ο δρόμος αυτός εντός του ειρημένου τεμαχίου ή αν ακόμη περνά από το τεμάχιο του ενάγοντα και ούτε ο ενάγοντας έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί αφού κατέστη ιδιοκτήτης του τεμαχίου από το 2012 καταχώρησε αγωγή τέλος του
- Ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των εναγομένων - αιτητών με την οποία παραθέτει έξι λόγους, για τους οποίους η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ακολούθως: (Α) Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση αδικαιολόγητα και/ή χωρίς ουσιαστικό λόγο ενώ η επίδοση της αγωγής έγινε ορθά και νομότυπα. (Β) Η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων αποτελεί μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας καθώς και των δικαιωμάτων του ενάγοντα. (Γ) Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και είναι απόλυτα ορθή στο περιεχόμενο της. (Δ) Η αίτηση των αιτητών είναι όψιμη και/ή υποβλήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο. (Ε) Οι εναγόμενοι δεν έχουν καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. (ΣΤ) Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγομένων είναι ανακριβή, παραπλανητικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ένσταση του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση υποστηρίζεται από την δική του ένορκη δήλωση στην οποία εκθέτει τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Σε αυτή αναφέρει το ιστορικό που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής, λέγοντας ότι στις 26/06/2012 απέστειλε επιστολή στους εναγομένους ημερομηνίας 26/06/2012 για άρση της παράνομης επέμβασης η οποία ποτέ δεν απαντήθηκε (βλ. τεκμήριο Α). Επίσης, αναφέρει ότι στις 18/07/2012 προώθησε και έστειλε την εν λόγω επιστολή προς τον Έπαρχο. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β η εν λόγω επιστολή καθώς και απαντητική επιστολή του Επάρχου ημερομηνίας 02/04/2014 (τεκμήριο Γ) στην οποία αναφέρεται ότι προωθείται διαδικασία για εγγραφή του εν λόγω δρόμου με απαλλοτρίωση. Στην συνέχεια, ο ενάγοντας αναφέρει ότι λόγω της μη ανταπόκρισης των εναγομένων καταχώρησε την παρούσα αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 23/01/2014, οι εναγόμενοι παρά το ότι τους είχε επιδοθεί δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και στις 18/02/2014 καταχώρισαν Έκθεση Απαίτησης και ταυτόχρονα αίτηση για απόφαση οπόταν τελικά εκδόθηκε απόφαση στις 20/03/
- Στις 15/09/2014 καταχωρήθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον των εναγομένων. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Κοινοτάρχη σε σχέση με την μη εμφάνιση των εναγομένων στο Δικαστήριο, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είναι γενικοί και αόριστοι και τους απορρίπτει. Ισχυρίζεται ότι μετά την επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα την επομένη ή την μεθεπόμενη της επίδοσης, ο πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου τον επισκέφθηκε στο εργαστήριο του προβαίνοντας σε διάφορα σχόλια όπως «εν αντρέπεσε τζαι κινάς αγωγή του χωρκού», «θέλεις αποζημιώση που το χωρκόν», «μα σοβαρομιλάς θέλεις να κόψεις τον δρόμο», εν θα πιάεις μπακκίραν», «εννα το απαλλοτριώσουμε» και διάφορα άλλα. Ο ίδιος του ανέφερε ότι αν δεν ήθελαν δικαστήρια έπρεπε να ανταποκριθούν στην επιστολή που τους απέστειλε μέσω του δικηγόρου του πάνω από ένα χρόνο πριν και ότι μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το δικηγόρο του να συνεννοηθούν, είτε ο ίδιος είτε μέσω δικηγόρου. Επίσης, ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι είχε κινήσει αγωγή, ο κοινοτάρχης το ανέφερε στο καφενείο και κάποιοι χωριανοί επικοινώνησαν μαζί του για να μάθουν τι ακριβώς συνέβηκε, ενώ σύμφωνα από πληροφορίες που έλαβε από μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Κοινοτάρχης ήδη από τον Φεβρουάριο του 2014, έθεσε το θέμα στο Κοινοτικό Συμβούλιο όπου και συζητήθηκε. Είναι η θέση του ότι υπήρξε πλήρης αδιαφορία των εναγομένων για την παρούσα αγωγή και όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Κοινοτάρχη που συνοδεύει την αίτηση είναι εκ των υστέρων επινοήσεις για να δικαιολογήσει την μη καταχώριση εμφάνισης. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί γνήσιας και καλής υπεράσπισης, ο ενάγοντας διαφωνεί και ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι πραγματοποιείται παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του επιβεβαιώνεται και από την επιστολή του Επάρχου - τεκμήριο Γ, ενώ την ευθύνη για όλους τους δρόμους που βρίσκονται στα όρια μιας κοινότητας με εξαίρεση τους υπεραστικούς, έχουν τα αντίστοιχα Κοινοτικά Συμβούλια σύμφωνα με το Νόμο. Επίσης, αναφέρει ότι το γεγονός ότι έχει προκληθεί ζημιά επιβεβαιώνεται από την προσφορά που πήρε από τον εργολάβο και αφορά το κόστος επαναφοράς της περιουσίας του στην προτέρα του κατάσταση. Σε σχέση με την αξία του ακινήτου του, ισχυρίζεται ότι ψευδώς και παραπλανητικά στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι η αξία της περιουσίας του δεν υπερβαίνει τις €10,000, τη στιγμή που το τεκμήριο που επικαλούνται την ανεβάζει σε €13,
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αξία της περιουσίας ουδόλως επηρεάζει τα επίδικα θέματα ούτε διαφοροποιεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων. Όσον αφορά την ενοικιαστική αξία του ακινήτου του, πάλι οι ισχυρισμοί των εναγομένων είναι παραπλανητικοί αφού το Δικαστήριο του επιδίκασε το ποσό των €250 ετησίως και όχι μηνιαίως όπως επικαλούνται. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του συνάδει με την γενική οπισθογράφηση και οι εναγόμενοι γνώριζαν πλήρως τις απαιτήσεις του από τη στιγμή της επίδοσης του κλητηρίου. Τέλος, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση και επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την τύχη της αγωγής και αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της μόνο όταν ήρθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της, στοχεύοντας στην αποφυγή των συνεπειών της. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων στις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις των μερών και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Η εν λόγω Διάταξη έχει ως ακολούθως: «Where judgment is entered pursuant to any proceeding rule of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ioannis Kotsapas and Sons Limited v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)A.A.Δ. 317, λέχθηκε ότι ο Θεσμός αυτός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Τόσο από την Αγγλική όσο και από την πλούσια Κυπριακή νομολογία που υπάρχει επί του θέματος φαίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις αυτές είναι απεριόριστη. Τα Δικαστήρια όμως, έχουν θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος και που έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646. Στην σελ. 479 ο Lord Atkins αναφέρει: « The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit of the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση επί της ουσίας. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικές επίσης είναι η Watt v. Barnett 32 Q.B.D. 363 και η Costas Christoforou v. Kyriacoulli
(1963)2 Α.Α.Δ. 161. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπιση του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση. (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v Tράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Ο αιτητής στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά έχει υποχρέωση να αποδείξει με τα γεγονότα που παραθέτει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερής παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από την νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v Xαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Στην Ντίνος Μουγής v Xαράλαμπος Σπανούδη
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε 38 μήνες μετά την απόφαση και αφού είχαν μεσολαβήσει 7 διαβήματα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση αυτή καταλογίστηκε στον αιτητή παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 18 κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Πέρα από τα πιο πάνω ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από την μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων (βλ. Ανδρέας Ψαράς v. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Έφεση Αρ. 35/2010, Ημερ. 21/05/2015). Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, ξεκινώντας από το κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων που σχετίζονται με το πιο πάνω ζήτημα περιλαμβάνονται στις παραγράφους 7, 8 και 9 της ένορκης ομολογίας που υποστηρίζει την αίτηση. Έχω διεξέλθει με προσοχή των εν λόγω ισχυρισμών και έλαβα υπόψη μου και τους ισχυρισμούς της ένστασης περί τούτου. Εκείνο το οποίο διακρίνεται στην παράγραφο 7 (α) και (β) είναι μια αοριστία και γενικολογία στους ισχυρισμούς του Κοινοτάρχη των εναγομένων αναφορικά με την επέμβαση στο ακίνητο του ενάγοντα. Ο ίδιος φαίνεται να μην έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που περιβάλουν το ζήτημα αυτό, αφού όπως αναφέρει τα γεγονότα που επικαλείται τα πληροφορήθηκε από προηγούμενα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Επίσης, δεν συγκεκριμενοποιεί την πηγή πληροφόρησης του, πέραν από την πιο πάνω γενική θέση που αναφέρει. Πέραν τούτου, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν επενέβησαν στο ακίνητο του ενάγοντα, δεν κατασκεύασαν τον ειρημένο δρόμο και ουδέποτε προκάλεσαν ζημιά στο ακίνητο του ενάγοντα. Στην αμέσως επόμενη παράγραφο, δηλαδή στην παράγραφο 7(β), ο ενόρκως δηλούντας ισχυρίζεται ότι διανοίχθηκε νέος δρόμος και σε κάποια σημεία διαπλατύνθηκε ο υφιστάμενος χωμάτινος δρόμος με σκοπό να καταστεί δυνατή η πρόσβαση προς το υπό κατασκευή φράγμα της Αγίας Μαρίνας, το οποίο έγινε πριν από μερικές δεκαετίες. Αυτό έγινε αναφέρει με τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών των τεμαχίων που βρίσκονταν πλησίον του χωμάτινου δρόμου και από πληροφορίες που λαμβάνει η κατασκευή του έγινε από την Επαρχιακή Διοίκηση η οποία τον συντηρεί μέχρι σήμερα. Από τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι από τη μια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδεμία επέμβαση και κανένας δρόμος έγινε στο τεμάχιο του ενάγοντα και από την άλλη αναφέρονται στην κατασκευή κάποιου δρόμου που θα οδηγούσε στο υπό κατασκευή φράγμα. Οι ισχυρισμοί του αυτοί, διακρίνονται από μια γενικότητα και αοριστία. Δεν επεξηγείται ούτε παρατίθενται στο Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλα στοιχεία σε σχέση με τον εν λόγω δρόμο, ποιά τεμάχια επηρεάζει και κατά πόσο επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο και το ακίνητο του ενάγοντα. Περαιτέρω, αναφέρεται σε συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των τεμαχίων αλλά ουδεμία τέτοια συγκατάθεση παρουσιάζεται ούτε εξηγείται αν σε αυτές τις συγκαταθέσεις περιλαμβάνεται και συγκατάθεση του ενάγοντα ούτε διευκρινίζεται αν εννοεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζει την ένσταση υπάρχει επισυνημμένη ως τεκμήριο Β απαντητική επιστολή από το Γραφείο του Επάρχου Πάφου η οποία αναφέρεται σε μη εγγεγραμμένο δρόμο που οδηγεί στο φράγμα επί του τεμαχίου του ενάγοντα και ότι προωθείται διαδικασία για εγγραφή του εν λόγω δρόμου με απαλλοτρίωση και ότι ο ενάγοντας θα έχει δικαίωμα να υποβάλει ένσταση. Αντιπαραβαλλόμενα τα πιο πάνω στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς να αξιολογούνται εκείνο το οποίο αναφύεται είναι η μη παρουσίαση επαρκών στοιχείων από πλευράς εναγομένων που να υποστηρίζει τη θέση τους ότι οι εναγόμενοι δεν επενέβηκαν στο ακίνητο του ενάγοντα και ούτε διαπερνά αυτό οποιοσδήποτε δρόμος. Παρόλο που στο στάδιο αυτό ο αιτητής δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του, ούτε αξιολογούνται οι ισχυρισμοί του (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094), εντούτοις θα πρέπει να προβάλει κάποιους ισχυρισμούς οι οποίοι εκ πρώτης όψεως να τεκμηριώνονται και να καταδεικνύουν μια αληθοφανή και λογική υπεράσπιση. Στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν γίνεται, πέραν από κάποιων γενικών, αόριστων και ασαφών ισχυρισμών περί μη επέμβασης και περί δημιουργίας κάποιου δρόμου που προβάλλονται. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν είναι αρκετό για τον αιτητή να παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή από αυτή του ενάγοντα ή μια άρνηση των όσων του καταλογίζονται με την αγωγή. Θα πρέπει να παρουσιάζει επαρκή στοιχεία και γεγονότα τα οποία να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Πέραν από τα πιο πάνω, προβάλλεται με την αίτηση αμφισβήτηση των ποσών που επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο ως αποζημιώσεις στον ενάγοντα, τόσο για απώλεια χρήσης του τεμαχίου όσο και για το κόστος επαναφοράς του στην προτέρα του κατάσταση και υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτά είναι υπέρογκα και εξωπραγματικά. Πέραν της αξίας του επίδικου ακινήτου για την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτή ανέρχεται σε €13,200 και όχι €50,000 που ανέφερε ο ενάγοντας στην αγωγή του, κανένα άλλο στοιχείο παρατίθεται ή εκτίμηση από πλευράς των εναγομένων που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς τους. Η αναφορά στην αξία του ακινήτου και μόνο δεν είναι αρκετή για να υποστηρίξει τη θέση τους αυτή. Παρόλα ταύτα το θέμα αυτό είναι παρεπόμενο της οποιασδήποτε επέμβασης γίνεται στο τεμάχιο του ενάγοντα, για την οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω οι θέσεις και ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι. Σίγουρα το βάρος απόδειξης της οποιασδήποτε ζημιάς ή κόστους επαναφοράς του ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση είναι στους ώμους του ενάγοντα (βλ. 1. Ανδρέας Γιάγκου κ.α. v. Λουκίας Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολ. Έφεση Αρ. 233/2009, Ημερ. 24/01/2014) αλλά στην απουσία οποιονδήποτε στοιχείων και ισχυρισμών για τη θέση ότι οι εναγόμενοι δεν επεμβαίνουν στο ακίνητο του ενάγοντα, η θέση ότι τα ποσά αυτά είναι υπέρογκα δεν μπορεί από μόνη της να αποτελεί εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ούτε η θέση που προβάλλεται ότι είναι μικρό το ακίνητο και δεν δικαιολογείται το ποσό των €250 μηνιαίως ως ενοικιαστική αξία είναι αρκετή χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να την υποστηρίζει. Άλλωστε η αναφορά αυτή δεν είναι και ορθή αφού όπως προκύπτει το ποσό των €250 αφορά την χρονιαία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι την μηνιαία. Περαιτέρω, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι μετά την επίδοση σε αυτούς του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ακολούθησε η καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία δεν τους επιδόθηκε. Παρά την πιο πάνω θέση τους, ουδεμία αναφορά γίνεται στη βάση που αυτή στηρίζεται. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε δικονομικός κανόνας που να υποχρεώνει ένα ενάγοντα να επιδίδει την Έκθεση Απαίτησης σε ένα εναγόμενο μετά την επίδοση σε αυτόν γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και ο οποίος παραλείπει να εμφανιστεί. Μπορεί να ακολουθείται μια τέτοια προσέγγιση από τα Δικαστήρια στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής τους ευχέρεια, αλλά αυτό δεν μπορεί να εξισωθεί με δικονομικό κανόνα και μάλιστα η παράλειψη επίδοσης της Έκθεσης Απαίτησης να αποτελεί και λόγο ακύρωσης της απόφασης (βλ. Μιχάλης Λουκά v. Cyprus Pipes Industries Limited
(1995)1 A.A.Δ. 163 και Κυριακή Τσεσμελογλου v. Σοφόκλη Σοφοκλέους, Πολ. Έφεση Αρ. 205/2010, Ημερ. 15/01/2013). Ούτε προκύπτει να δόθηκαν θεραπείες οι οποίες δεν συνάδουν με την γενική οπισθογράφηση όπως είναι η θέση και ο ισχυρισμός των αιτητών. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του Κοινοτάρχη των εναγομένων, ότι ουσιαστικά δεν παρουσιάστηκαν επαρκή στοιχεία στο Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασης. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό δεν είναι ο έλεγχος και η ορθότητα της ήδη εκδοθείσας απόφασης εναντίον των εναγομένων (βλ. Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. v. 1.Μιχάλης Τ. Χατζηπαύλος & Υιός Λτδ κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ. 464). . Καθήκον του είναι να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία έτσι ώστε να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να δώσει δικαίωμα στους εναγομένους να υπερασπιστούν την αγωγή. Αυτό προϋποθέτει την παροχή από πλευράς αιτητών επαρκών στοιχείων και γεγονότων που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο και όχι ισχυρισμούς ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την έκδοση της απόφασης είναι ελλιπής και μη επαρκής. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Δεν παρατίθενται θετικοί και τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί οι οποίοι να αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση. Ούτε η θέση που προβάλλεται, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά ή στοιχείο, ότι είναι η Επαρχιακή Διοίκηση που κατασκεύασε το δρόμο και η οποία τον συντηρεί, είναι αρκετή για να καταδείξει ότι ενδεχομένως οι αιτητές να μην έχουν ευθύνη. Δεν αμφισβητείται ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο του ενάγοντα βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων των εναγομένων και ότι υπεύθυνοι για την προώθηση εγγραφής δρόμων αλλά και την κατασκευή και συντήρηση τους είναι οι εναγόμενοι (βλ. άρθρο 82(δ) του Περί Κοινοτήτων Νόμου 86(Ι)/1999). Κανένα στοιχείο δεν παρατίθεται, πέραν μιας γενικής αναφοράς, ότι η επέμβαση έγινε από την Επαρχιακή Διοίκηση. Άλλωστε η θέση αυτή προβάλλεται βασιζόμενη σε πληροφορίες που ο ενόρκως δηλών έλαβε όπως αναφέρει από την Επαρχιακή Διοίκηση χωρίς να συγκεκριμενοποιεί την πηγή πληροφόρησης του ούτε να παραθέτει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία και γεγονότα. Κάτω υπό ποια ιδιότητα και κάτω από ποιόν καθεστώς και αρμοδιότητα η Επαρχιακή Διοίκηση προέβηκε σε μια τέτοια ενέργεια και πότε; Επομένως, δεν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ότι μια τέτοια ενέργεια βαραίνει την Επαρχιακή Διοίκηση όπως είναι η θέση που προβάλλεται. Έλαβα υπόψη μου την επιστολή, τεκμήριο Β, επί της ένστασης η οποία απαντάται από την Επαρχιακή Διοίκηση αλλά αυτή με κανένα τρόπο δεν θεωρώ ότι μπορεί να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του των εναγόντων. Άλλωστε η επιστολή αυτή αναφέρεται στη διαδικασία απαλλοτρίωσης του μέρους του κτήματος του ενάγοντα η οποία θα πρέπει να γίνεται μέσω του Επάρχου στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο επιθυμεί την απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας για την πραγματοποίηση οποιουδήποτε σκοπού δημοσίας ωφελείας (βλ. άρθρο 63 του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/1999). Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, στο στάδιο αυτό δεν αναμένεται από τον αιτητή να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Πρέπει όμως να παρατίθενται τέτοια στοιχεία, τα οποία αν κατά τη δίκη γίνουν πιστευτά να συνιστούν υπεράσπιση. Ο αιτητής θα πρέπει να πείσει με τα στοιχεία που παρουσιάζει ότι αυτά, χωρίς να κρίνεται η αξιοπιστία τους, είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν υπεράσπιση. Στην Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 793, στη σελ.799 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Επίσης, στην Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, στη σελ. 2124 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται». Θεωρώ ότι τα όσα προβάλλουν οι αιτητές με την αίτηση τους, δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου και για σκοπούς πληρότητας, θα προχωρήσω να εξετάσω και κατά πόσο οι αιτητές έχουν καταδείξει οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο μετά την επίδοση σε αυτούς της παρούσας αγωγής. Οι αιτητές έχουν το βάρος απόδειξης της μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του Κοινοτάρχη των εναγομένων δεν καταδεικνύουν με σαφήνεια και κατ' επέκταση με πειστικότητα το λόγο μη εμφάνισης των εναγομένων στο Δικαστήριο αφού τους επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Η επίδοση της παρούσας αγωγής, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης έγινε στην γραμματέα των εναγομένων, κα Μαρία Ψαρά στις 23/01/2014. Μια τέτοια επίδοση θεωρείται καλή (βλ. Διαταγή 5, Θεσμό 7) και ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την παρούσα αγωγή. Εκείνο το οποίο ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην αίτηση του, είναι ότι ουσιαστικά ο ίδιος ως Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής. Παρά το ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο έλαβε γνώση γι αυτή αφού η επίδοση που έγινε είναι καλή και όχι εναντίον του ενόρκως δηλούντα και δεν μπορεί να προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί, εντούτοις ακόμη και να θεωρηθεί ότι αυτός είχε την ευθύνη για την ανάθεση της υπόθεσης στο δικηγόρο του Συμβουλίου, θα πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί και θέσεις του σε σχέση με την παράλειψη του να το πράξει. Παραθέτει στο Δικαστήριο δύο εκδοχές χωρίς ουσιαστικά να μπορεί να καθοριστεί με ευκρίνεια ο λόγος μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται στην παράγραφο 5 της ένορκης του ομολογίας ότι η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στην γραμματέα των εναγομένων στις 23/01/2014 από την οποία ζήτησε εξηγήσεις και του ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν του έδωσε την αγωγή και ίσως να παρέπεσε ή αν του την έδωσε να ήταν μαζί με άλλα έγγραφα και να παρέπεσε με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση για την ύπαρξη της. Είναι προφανές από τα πιο πάνω, ότι προβάλλονται κάποιοι ισχυρισμοί, χωρίς ο ίδιος ο ενόρκως δηλούντας να γνωρίζει τί ακριβώς έγινε και χωρίς να αποκαλύπτει την πραγματική αιτία της μη εμφάνισης των εναγομένων στο Δικαστήριο. Άλλο είναι να είναι από αμέλεια της γραμματέας των εναγομένων και άλλο είναι να είναι από αμέλεια δική του. Άλλωστε, πέραν της πιο πάνω γενικής θέσης του αναφορικά με τις ενέργειες της εν λόγω γραμματέος δεν παρατίθενται ούτε υπάρχει οποιαδήποτε υποστηρικτική ένορκη ομολογία περί τούτου από την ίδια. Περαιτέρω, δεν επεξηγείται πώς προκύπτει το ενδεχόμενο η γραμματέας να του την έδωσε και να παράπεσε μαζί με άλλα έγγραφα. Πέραν από τα πιο πάνω, υπάρχει και η εκδοχή και οι ισχυρισμοί του ενάγοντα που περιλαμβάνονται στην ένσταση του αναφορικά με τη μη εμφάνιση των εναγομένων, ο οποίος ουσιαστικά με συγκεκριμένη μαρτυρία καταδεικνύει γνώση των εναγομένων και του ενόρκως δηλούντα για την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι με κανένα τρόπο αμφισβήτησαν τους εν λόγω ισχυρισμούς είτε καταχωρώντας συμπληρωματική ένορκη ομολογία είτε ζητώντας την αντεξέταση του ενάγοντα (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2006)1Β Α.Α.Δ 816). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το ελάχιστο το οποίο μπορεί να λεχθεί στην παρούσα περίπτωση είναι ότι οι αιτητές οι οποίοι έχουν το βάρος απόδειξης του λόγου της μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο, δεν το έχουν αποσείσει. Οι εναγόμενοι δεν προβάλουν ξεκάθαρα το λόγο της μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο παρά την νομότυπή προς αυτούς επίδοση της αγωγής. Η γενική θέση ότι η αγωγή παρέπεσε και γι αυτό δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης δεν είναι επαρκής και πειστική δικαιολογία υπό τις περιστάσεις. Οι ισχυρισμοί των αιτητών για το λόγο μη εμφάνισης τους είναι ασαφείς. Επικαλούνται ουσιαστικά αμέλεια της γραμματέας τους ή λάθος του Κοινοτάρχη ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση χωρίς να παραθέτουν στοιχεία και γεγονότα που να εξηγούν τι ακριβώς έλαβε χώρα. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 23/01/2014, η απόφαση εκδόθηκε στις 20/03/2014 και έκτοτε οι εναγόμενοι ουδεμία ενέργεια έπραξαν παρά μόνο μετά που ο ενάγοντας έλαβε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και όταν ειδοποιήθηκαν από τον δικαστικό επιδότη ότι εκκρεμούσε εναντίον τους ένταλμα εκποίησης κινητών. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι οι εναγόμενοι παρόλο που τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής νομότυπα και έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, ουδεμία σαφή και ξεκάθαρη δικαιολογία δίνουν για το λόγο της μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο και αντιδρούν μόνο μετά από πάροδο 7 μηνών όταν λαμβάνεται διάβημα από τον ενάγοντα για εκτέλεση της απόφασης εναντίον τους. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η κατάληξη μου είναι ότι οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που τους βαραίνει για απόδειξη επαρκών και πειστικών λόγων για την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο και ούτε καταδεικνύεται ποιος ήταν τελικά ο λόγος της μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο. Συνεκτιμώντας, όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι και στην περίπτωση που οι αιτητές αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πάλι το αίτημα τους δεν θα μπορούσε να εγκριθεί αφού ουδεμία βάσιμη δικαιολογία δίδουν για την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει κατάφορη περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Καταλήγοντας, οι εναγόμενοι - αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ούτε έχουν παραθέσει οποιαδήποτε πειστική και λογική δικαιολογία για την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης των αιτητών. Επομένως, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi set aside cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο