← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΒΒΑ ν. ΓΕΩΡΓΙΑ Θ. ΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 1761/2011, 18/11/2015

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΒΒΑ ν. ΓΕΩΡΓΙΑ Θ. ΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 1761/2011, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1761/2011 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΒΒΑ, από την Πάφο Ενάγοντος και ΓΕΩΡΓΙΑ Θ. ΣΑΒΒΑ, από την Πάφο Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 07.07.15 για τροποποίηση τίτλου αγωγής και έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 18.11.15 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Α. Χαραλαμπίδου (η κα Μ. Αναστάση για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κος Α. Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 23.06.11 υπό την μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη αδελφή του διάταγμα που να την διατάζει να επανακαταθέσει ποσό €31.529,51 επ' ονόματι των διαδίκων και του πατέρα του, Θεόδωρου Σάββα καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενέργειες της Εναγομένης περί τις 24.11.10 να οδηγήσει τον πατέρα της στην τράπεζα και να αποσύρει και/ή αντικαταστήσει υφιστάμενο γραμμάτιο τακτής προθεσμίας με δικαιούχους τους διαδίκους και τους γονείς τους με άλλο όπου δικαιούχοι ήταν μόνο η Εναγόμενη και ο πατέρας της και όχι πλέον ο Ενάγοντας, είναι παράνομες και/ή άκυρες. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη τη θέση και την επιρροή της αλλά και την αγάπη και εμπιστοσύνη που ο πατέρας της έτρεφε προς το πρόσωπο της καθώς και της εξάρτησης του σ' αυτήν λόγω της κατάστασης της υγείας του, με ψευδείς παραστάσεις (λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης), παράνομα και χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα εξασφάλισε προς όφελος της περιουσία εις βάρος των συμφερόντων του. Στην υπεράσπιση της που καταχωρήθηκε στις 03.10.11 η Εναγόμενη παραδέχεται ότι περί τις 24.11.10 συνόδευσε τον πατέρα της στην τράπεζα αλλά ότι ο ίδιος με ελεύθερη βούληση και με δική του πρωτοβουλία απέσυρε το ποσό των €31.529,51 που ήταν κατατεθειμένο επ' ονόματι του με δικαιούχους τους διαδίκους μετά το θάνατο του, αντικαθιστώντας το με νέο γραμμάτιο. Επιπλέον η Εναγόμενη απορρίπτοντας τις λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων που της αποδίδονται, αρνείται ότι καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του πατέρα της, ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του και ότι ασκεί επιρροή σ' αυτόν. Στις 07.07.15 0 Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') προώθησε την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητεί την έκδοση διαταγμάτων που να επιτρέπουν την τροποποίηση του τίτλου της πιο πάνω αγωγής καθώς και του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, τον βαθμό και την έκταση των οποίων αλλά και το ακριβές λεκτικό που χρησιμοποιείται θεωρώ χρήσιμο να θέσω αυτούσια πιο κάτω: (Α) τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των συναφών δικογράφων δια της προσθήκης του Θεόδωρου Σάββα ως Εναγόμενου 2 ούτως ώστε τα ονόματα των διαδίκων να διαβάζονται ως εξής: «Χαράλαμπου Θεοδώρου Σάββα, οδός Χριστόδουλου Γ. Πολυδώρου 19, Έμπα, Πάφος Ενάγοντα Και Γεωργίας Θ. Σάββα, εκ Θελέτρας, Πάφος Θεόδωρου Σάββα, εκ Θελέτρας, Πάφος Εναγόμενων» (Β) τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως εξής: 1) δια της τροποποίησης της παραγράφου 2 με την αντικατάσταση της φράσης «Η Εναγόμενη» με την φράση «Η Εναγόμενη 1». 2) δια της προσθήκης νέας παραγράφου με αριθμό 3 ως ακολούθως: «Ο Εναγόμενος 2 ήταν παντρεμένος με την Χριστίνα Θεοδώρου Σάββα, αποβιώσασα και είναι κάτοικος στην Θελέτρα της Πάφου.» 3) δια της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 3 και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο με αριθμό 4: «Ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 1 είναι τα μόνα παιδιά του Εναγόμενου 2 και της Χριστίνας Θεοδώρου Σάββα, αποβιωσάσης.» 4) δια της προσθήκης νέας παραγράφου με αριθμό 5 ως ακολούθως: «Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 2 άνοιξε και/ή διατηρούσε λογαριασμό και/ή κατάθεση και/ή γραμμάτιο στην Τράπεζα Κύπρου εις τον οποίο δικαιούχοι ήταν ο ίδιος, ο Ενάγοντας, η Εναγόμενη 1 και η Χριστίνα Θεοδώρου Σάββα. Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ο κοινός λογαριασμός ήτο ρητή και/ή εξυπακουόμενη συμφωνία και/ή συνεννόηση ότι ο εν λόγω λογαριασμός και/ή γραμμάτιο ανοίχτηκε με σκοπό να καταστήσει την Εναγόμενη 1 μετά του Ενάγοντα απόλυτους δικαιούχους του υπολοίπου μετά τον θάνατο του Εναγόμενου 2 και/ή της Χριστίνας Θεοδώρου Σάββα.» 5) δια της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 4 και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο με αριθμό 6: «Η Χριστίνα Θεοδώρου Σάββα, μητέρα του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, απεβίωσε κατά ή περί την 7.11.2010.» 6) δια της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 5 και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο με αριθμό 7: «Ο Εναγόμενος 2 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τον Οκτώβριο του

  1. Ακολούθως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η υγεία του επιδεινώθηκε. Η επιδείνωση επιτάθηκε από τον θάνατο της συζύγου του με αποτέλεσμα να αυξηθεί η επιρροή της Εναγόμενης 1.» 7) δια της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 6 και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο με αριθμό 8: «Ευθύς αμέσως μετά τον θάνατο της Χριστίνας Θεοδώρου Σάββα, η Εναγόμενη 1 άλλαξε τις κλειδωνιές του πατρικού σπιτιού των διαδίκων και μετακόμισε τον Εναγόμενο 2 στο σπίτι της στη Θελέτρα για περίοδο περίπου 2 μηνών και ακολούθως τον πήρε πίσω στο σπίτι του.» 8) δια της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 7 και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο με αριθμό 9: «Η Εναγόμενη 1 κατά ή περί την 24.11.2010 πήρε τον Εναγόμενο 2 στην Τράπεζα Κύπρου και παράνομα και/ή κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συνεννόησης και/ή συμφωνίας και/ή των αρχών επιείκειας απέσυρε ποσό ύψους €32,397.59 και/ή αντικατέστησε το υφιστάμενο γραμμάτιο τακτής προθεσμίας και/ή έκλεισε τον λογαριασμό στον οποίο ήταν δικαιούχοι ο Ενάγοντας, οι Εναγόμενοι και η Χριστίνα Θεοδώρου Σάββα και τον αντικατέστησε με νέο γραμμάτιο και/ή λογαριασμό στον οποίο δικαιούχοι ήταν οι Εναγόμενοι αποκλειόμενου του Ενάγοντα.» 9) δια την αναρίθμηση της υφιστάμενης παραγράφου υπ' αριθμόν 8 σε παράγραφο υπ' αριθμό 10 και με την αντικατάσταση της φράσης «Η Εναγόμενη» με την φράση «Η Εναγόμενη 1» και της φράσης «τον πατέρα/ο πατέρας/του πατέρα των διαδίκων» με την φράση «ο τον Εναγόμενο 2/ο Εναγόμενος 2/του Εναγόμενου 2» και την διαγραφή της φράσης «του ιδίου και». 10) δια της προσθήκης νέας υποπαραγράφου υπ' αριθμόν 10.1 ως εξής: «Περαιτέρω η διαζευκτικά η Εναγόμενη 1 ενέργησε δολίως και ή ασυνείδητα (unconscionably) και ή εξαπάτησε τον Ενάγοντα στα μάτια του νόμου και ή της Επιείκειας, με την αποδοχή από τον Εναγόμενο 2, χρημάτων και/ή καταθέσεων και/ή οιονδήποτε άλλων δικαιωμάτων στα οποία ήτο εκ του νόμου και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας δικαιούχος ο Ενάγοντας γεγονός που η Εναγόμενη 1 γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και/ή για το οποίο αδιαφορούσε. Ως αποτέλεσμα του δόλου και ή της ασυνείδητης συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1 και/ή λόγω του άδικου και ή αδικαιολόγητου πλουτισμού της, η Εναγόμενη 1 ενεργεί και ή κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως εξ απαγωγής καταπιστευματοδόχος (constructive trustee) και/ή καταπιστευματοδόχος λόγω απολήγοντος καταπιστεύματος (resulting trust), προς όφελος του Ενάγοντα ο οποίος είναι ο δικαιούχος και/ή πραγματικός ιδιοκτήτης των χρημάτων και/ή των δικαιωμάτων και/ή των περιουσιακών στοιχείων που προκύπτουν και η δύνανται να ιχνηλατηθούν και/ή αποδίδονται και/ή προήλθαν από τον εν λόγω λογαριασμό και/ή γραμμάτιο και/ή κατάθεση.» 11) δια της προσθήκης νέας παραγράφου υπ' αριθμόν 11 ως εξής: «Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι έχουν πλουτίσει παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή άδικα, λαμβάνοντας αδιαμφισβήτητο όφελος, εις βάρος του Ενάγοντα από τον παράνομο αποκλεισμό του από περιουσιακά στοιχεία στα οποία ήταν νόμιμος δικαιούχος και/ή του άνηκαν δικαιωματικά και/ή νόμιμα και/ή βάσει του δικαίου της Επιείκειας και/ή άλλως πως και ισχυρίζεται ότι εφαρμόζεται η αρχή ότι το δίκαιο της Επιείκειας βλέπει ως να έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει (equity sees as done what ought to be done).» 12) δια την αναρίθμηση της υφιστάμενης παραγράφου υπ' αριθμόν 9 σε παράγραφο υπ' αριθμόν 12 και δια της αντικατάστασης των σημείων Α έως Ε ως ακολούθως: «Α) Δήλωση του Δικαστηρίου η οποία να αναγνωρίζει ότι οι αδικοπραξίες οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω στις παραγράφους 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης είναι παράνομες και/ή άκυρες ένεκα παραλείψεων και/ή ψευδών και/ή άλλων παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων του Εναγομένου από κοινού και/ή εξ ενός έκαστου εξ αυτών ξεχωριστά και/ή τινών εξ αυτών και/ή δια παράβαση του Νόμου και/ή των αρχών της επιείκειας. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους όπως επανακαταθέσουν το ποσό των €32,397.59 και/ή οιονδήποτε ποσό ήθελε κριθεί ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο επ' ονόματι του ονόματος της Εναγόμενης 1, του Εναγόμενου 2 και του Ενάγοντα. Διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως καταβάλουν στον Ενάγοντα το μερίδιο που του αναλογεί από το ποσό των €32,397.59 ως αποζημιώσεις δια παράβαση ρητής και/ή εξυπακουόμενης συμφωνίας και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή δυνάμει τραπεζικού εθίμου και/ή πρακτικής και/ή δυνάμει δωρεάς και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Γ) Γενικές αποζημιώσεις. Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρήσει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ε) Νόμιμους τόκους. ΣΤ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής με αριθμό 10320422V).» Στην ίδια αίτηση ο Αιτητής επιπλέον ζητεί τα εξής: (α) Άδεια και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας. (β) Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω διαταγή ήθελε θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιο υπό τις περιστάσεις. (γ) Διάταγμα όπως τα έξοδα της παρούσης αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 9 Κανονισμούς 9 και 10, στη Διάταξη 25 Κανονισμό 5, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1-4 και 9, στη Διάταξη 63, στη Διάταξη 64, στον Διαδικαστικό Κανονισμό 06/02/2015 που δημοσιεύτηκε στην Ε.Ε., Παρ. 2, Μέρος Ι, 14.11.2014, Καν.5 (ως τροποποιήθηκε από Ε.Ε., Παρ.2, Μέρος Ι, 6.2.2015, Καν.3), στην πρακτική, συμφυείς εξουσίες, γενικές εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 07.07.15 στην οποία περιληπτικά αναφέρονται τα εξής: - Κατά την μελέτη της υπόθεσης και προετοιμασία για ακρόαση κρίθηκε, στη βάση των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση του Αιτητή και κατόπιν πληροφόρησης που έτυχε από τους δικηγόρους του, αναγκαία η προσθήκη του ονόματος του πατέρα του Αιτητή ως εναγομένου στον τίτλο της αγωγής αυτής. - Η αρχική μη συμπερίληψη του ονόματος του πατέρα του Αιτητή ως εναγομένου οφείλεται εν μέρει στην επιθυμία του ιδίου του Αιτητή να μην τον εμπλέξει στην διαδικασία λόγω της ηλικίας του αλλά και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει καθώς και στην προσπάθεια του να εξεύρει εξωδικαστική λύση. - Εξ' όσον ο Αιτητής πληροφορείται από τους δικηγόρους του η προσθήκη του πατέρα του (Θεόδωρου Σάββα) ως διαδίκου στην αγωγή αυτή είναι απαραίτητη για την προώθηση της υπόθεσης του και για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. - Θα πρέπει ακόμη να γίνουν οι απαραίτητες τροποποιήσεις επί της έκθεσης απαίτησης έτσι ώστε να διασαφηνιστούν τα γεγονότα που την περιβάλλουν όπως και η νομική βάση επί της οποίας η αγωγή προωθείται. - Κατόπιν συμβουλής που ο Αιτητής είχε από τους δικηγόρους του, η αγωγή θα πρέπει να στρέφεται εναντίον της αδελφής του και του πατέρα του και όχι μόνο εναντίον της αδελφής του όπως είναι η υφιστάμενη κατάσταση. - Περαιτέρω ο Αιτητής μόλις διάβασε την δήλωση που μου ετοίμασαν οι δικηγόροι μου ως κυρίως κατάθεση μου για σκοπούς της ακρόασης μετέβηκα στην Τράπεζα για να επιβεβαιώσω το εν λόγω ποσό και μέσα από την εν λόγω επίσκεψη διαφάνηκε ότι το ορθό συνολικό ποσό στο οποίο κατά τις 24.11.2010 ήταν εν μέρει δικαιούχος είναι €32.397,
  2. Το δε ποσό το ποσό των €31.529,51 που σημειώνεται στην έκθεση απαίτησης είναι λανθασμένο καθότι σύμφωνα με τον Αιτητή δεν περιλαμβάνει τους τόκους που προέκυψαν μετά την λήξη του εν λόγω γραμματίου μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού. - Οι Εναγόμενοι ουδόλως επηρεάζονται, ουδεμία αδικία δημιουργείται εις βάρος τους και δεν προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με την επιδίκαση εξόδων, ενώ η υπόθεση δεν βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο αφού δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η ακροαματική διαδικασία. - Ο Αιτητής πιστεύει ότι είναι δίκαιο, εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Στις 14.09.15 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους της Εναγομένης (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση') επί των ακόλουθων λόγων:

(1)Η παρούσα αίτηση καταχωρείται με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και/ή με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάτω από τις περιστάσεις, για γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή που θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να τα εντοπίσει έγκαιρα, από τότε που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή (23.06.11) δηλαδή πέραν των τεσσάρων χρόνων, γεγονός που προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου κα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
(2)Η παρούσα αίτηση είναι αντινομική και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή στερείται νομικής βάσης και εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης και/ή της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
(3)Δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο Αιτητής.
(4)Με την τροποποίηση που ζητά ο Αιτητής επιχειρεί να εισάγει νέα βάση αγωγής πάνω στην οποία στηρίζεται η αξίωση του για την Καθ' ης η αίτηση και επιδιώκει να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Θεόδωρου Σάββα τα οποία δεν είναι επιτρεπτά.
(5)Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα της αίτησης δεν νομιμοποιείται ο Αιτητής να ζητά τα έξοδα που θα προκληθούν από δική του υπαιτιότητα γι' αυτήν την αίτηση και έτσι τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν εναντίον του. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διάταξη 25 Κανονισμούς 1-5, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 2, 4 και 7, στη Διάταξη 64 Κανονισμοί 1 και 2, στη νομολογία, στη σύμφυτη εξουσία, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 14.09.15 στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω: · Εξ' όσον η Καθ' ης η αίτηση πιστεύει αλλά και έτυχε συμβουλής από το δικηγόρο της: (α) η έκθεση απαίτησης στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί για παράνομες δικαιοπραξίες καταχωρήθηκε με υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη από τις περιστάσεις καθυστέρηση αφού το υλικό που το οποίο προσπαθεί ο αιτητής να εισάγει ήταν σε γνώση του, συμπεριφορά που δείχνει περιφρόνηση προς την διαδικασία και τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση αλλά και το ότι αποποιήθηκε του δικαιώματος του ο Αιτητής για τροποποίηση της αγωγής, (β) δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον Αιτητή να καλύψει τα κενά στο δικόγραφο του ή για να θέσει νέα βάση αγωγής, την οποία θα μπορούσε να έθετε από την αρχή και δεν το έκανε, (γ) ο Αιτητής επιζητεί με την αίτηση τροποποίησης θεραπείες που θα έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του πατέρα του, (δ) επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και ταυτόχρονα η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του πατέρα της, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μεταβάλλει εξ' ολοκλήρου το χαρακτήρα της και έτσι δεν θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. (ε) Η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον κάποιου εναγόμενου δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω αίτησης τροποποίησης αλλά μέσω της καταχώρησης νέας αγωγής. · Από ότι η Καθ' ης η αίτηση καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει αλλά και από όσα την συμβουλεύει ο δικηγόρος της δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν ο Νόμος, οι Κανονισμοί, η Πρακτική και η Νομολογία καθ' ότι ο Αιτητής παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης του αιτήματος για τροποποίηση καθώς τα βασικά γεγονότα του ήταν γνωστά από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. · Η αργοπορία που παρατηρείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης επιδρά καταλυτικά επί των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτησης λόγω εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας αφού τίθενται σε άμεσο κίνδυνο τα δικαιώματα της ως αποτέλεσμα της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην προώθηση και ολοκλήρωση της όλης δικαστικής διαδικασίας, ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την επιδίκαση εξόδων. · Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί τις αιτούμενες τροποποιήσεις τότε ο Αιτητής θα πρέπει να καταδικαστεί τόσο στα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και στα έξοδα που θα δημιουργηθούν από την τροποποίηση και την καθυστέρηση στη διαδικασία. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτες συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.15. Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23.06.11 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος είναι αυτό που ισχύει πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι, όπως ήδη λέχθηκε αμέσως προηγουμένως, η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρείται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817), C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. 9. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Με το θέμα της προσθήκης διαδίκου, που επίσης θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, πραγματεύεται η Διάταξη 9 Κανονισμός 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το λεκτικό της οποίας, που είναι πανομοιότυπο με αυτό του O.16 r.11 των παλαιών αγγλικών διαδικαστικών κανονισμών, παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω: "No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice." Το εν λόγω ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου μέσα από αυτές ερμηνεύτηκαν οι διατάξεις του πιο πάνω κανονισμού και χαράχτηκαν οι νομικές αρχές (Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd και άλλη
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1668, Perihan v. Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1213 και Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772). Όπως προκύπτει από την ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 10 της Διάταξης 9 αλλά και από τη σχετική νομολογία, η προσθήκη διαδίκου είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι μάλιστα τέτοια που σε οποιοδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, ακόμη και χωρίς αίτηση οποιουδήποτε μέρους, μπορεί να τροποποιήσει ονόματα διαδίκων στη βάση όρων που το ίδιο θα θεωρήσει δίκαιους προκειμένου να επιτευχθεί η επίλυση των επιδίκων ζητημάτων της υπόθεσης κατά τρόπο ολοκληρωμένο και ουσιαστικό (Αλεξάνδρου v. Edward, Πολιτική Έφεση Αρ. 240/2008, ημερ. 22.11.13). Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει του Κανονισμού 10 της Διάταξης 9 θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Χρήσιμη αναφορά μπορεί ακόμη να αντληθεί από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1961 (The Annual Practice 1958), σελίδες 348-351. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον τέταρτο λόγο ένστασης. Ειδικότερα είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ο Αιτητής επιχειρεί να εισάγει νέα βάση αγωγής και παράλληλα να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Θεόδωρου Σάββα (στο εξής ο 'σκοπούμενος εναγόμενος'), πράγμα που είναι ανεπίτρεπτο. Αντίθετη είναι η θέση του Αιτητή, ο οποίος υποστήριξε ότι οι τροποποιήσεις που ζητούνται είναι αναγκαίες προκειμένου να διασαφηνιστούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την απαίτηση καθώς και η νομική βάση επί της οποίας η παρούσα αγωγή προωθείται. Η εισαγωγή ενός νέου θέματος σε δικόγραφο δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958), σελίδα 627: "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbick v. Helms 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where the amendment would change the action one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Releigh v. Goshen
(1898)1 Ch. 81)." Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση προσεκτική μελέτη της έκθεσης απαίτησης καθιστά σαφές ότι η αγωγή στρέφεται αποκλειστικά και μόνο εναντίον της Καθ' ης η αίτηση με τη βάση απαίτησης να είναι ψευδείς παραστάσεις, οι λεπτομέρειες των οποίων περιληπτικά αναφέρουν ότι η Καθ' ης η αίτηση καταχράστηκε την εμπιστοσύνη και την αγάπη που ο πατέρας της (σκοπούμενος εναγόμενος) έτρεφε στο πρόσωπο της αλλά και της εξάρτησης που ο τελευταίος είχε σ' αυτή λόγω της κατάστασης της υγείας του και αφού χρησιμοποίησε την επιρροή της ξεγέλασε τον σκοπούμενο εναγόμενο αποσπώντας από αυτόν περιουσία εις βάρος των συμφερόντων του ιδίου και του Αιτητή. Αυτό αποτελεί το πλαίσιο εκδοχής του Αιτητή με τον τελευταίο να αξιώνει εναντίον μόνο της Καθ' ης η αίτηση ως κύρια θεραπεία επανακατάθεση του ποσού που ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση απέσπασε από τον πατέρα της δυνάμει κατ' ισχυρισμό ψευδών παραστάσεων, το οποίο ποσό παρουσιάζεται να ήταν προς όφελος των διαδίκων και του σκοπούμενου εναγομένου. Μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όχι μόνο δεν δικογραφούνται ισχυρισμοί του Αιτητή που να δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του σκοπούμενου εναγομένου αλλά ο σκοπούμενος εναγόμενος παρουσιάζεται ως θύμα που έτυχε εκμετάλλευσης από την Καθ' ης η αίτηση και του οποίου τα συμφέροντα, όπως και του Αιτητή, έχουν κατ' ισχυρισμό πληγεί από τις ενέργειες της Καθ' ης η αίτηση, η οποία, κατά τον Αιτητή, ευθύνεται αποκλειστικά για την πορεία που είχε το επίμαχο γραμμάτιο τακτής προθεσμίας. Μελετώντας τις εισηγούμενες τροποποιήσεις παρατηρώ ότι δημιουργείται ένα ουσιωδώς και ριζικώς διαφοροποιημένο σκηνικό αγωγής. Ο Αιτητής στο στάδιο αυτό επιχειρεί να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του σκοπούμενου εναγομένου κάτι που δεν υπάρχει στο υφιστάμενο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Παράλληλα ο Αιτητής επιδιώκει να εισαγάγει διάφορες νέες βάσεις αγωγής εδραζόμενες πάνω σε διάφορους νέους ισχυρισμούς και διαφοροποιημένες θέσεις προκειμένου πλέον η αγωγή να στρέφεται εναντίον τόσο του σκοπούμενου εναγομένου όσο και της Καθ' ης η αίτηση, από τους οποίους τώρα στη βάση αλληλέγυας και/ή κεχωρισμένης ευθύνης ο Αιτητής διεκδικεί διαφορετικής φύσεως αξιώσεις και θεραπείες από ότι προηγουμένως όπου η αγωγή περιοριζόταν μόνο εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Μέσα από τις αιτούμενες τροποποιήσεις ο σκοπούμενος εναγόμενος παύει πλέον να θεωρείται από τον Αιτητή ως θύμα εκμετάλλευσης της Καθ' ης η αίτησης και πλέον παρουσιάζεται ως συνυπεύθυνος των κατ' ισχυρισμό παράνομων ενεργειών της τελευταίας. Ευθέως τώρα ο Αιτητής επιρρίπτει ευθύνη στον σκοπούμενο εναγόμενο ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι μαζί με την Καθ' ης η αίτηση αποκόμισαν όφελος και πλούτισαν παράνομα, αδικαιολόγητα και άδικα εις βάρος του στη βάση κατ' ισχυρισμό ψευδών παραστάσεων και παράνομων ενεργειών. Χρησιμοποιώντας αυτό το σκεπτικό ο Αιτητής επιδιώκει την εισαγωγή διαφόρων νέων βάσεων αγωγής, όπως παράβαση συμφωνίας και/ή συνεννόησης, παράβαση αρχών επιείκειας, δόλο και απάτη, επίδειξη ασυνείδητης συμπεριφοράς καθώς άδικο και αδικαιολόγητο πλουτισμό, καταλογίζοντας πλέον ευθύνη και στο σκοπούμενο εναγόμενο. Προς υποστήριξη των νέων βάσεων αγωγής ο Αιτητής επιχειρεί την εισαγωγή νέων ισχυρισμών με κυριότερο αυτόν με τον οποίον επικαλείται ότι η Καθ' ης η αίτηση ενεργούσε σε σχέση με το επίμαχο γραμμάτιο τακτής προθεσμίας ως εξ' επαγωγής καταπιστευματοδόχος (constructive trustee) και/ή καταπιστευματοδόχος λόγω απολήγοντος καταπιστεύματος (resulting trust). Περαιτέρω ο Αιτητής ζητεί την εισαγωγή επιπλέον θεραπειών και συγκεκριμένα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Όλα τα πιο πάνω εκθεμελιώνουν το αρχικό πλαίσιο αγωγής και δημιουργούν μία αγωγή εξ' ολοκλήρου διαφορετικού χαρακτήρα. Μέσα από το σύνολο των αιτουμένων τροποποιήσεων και ειδικότερα από το συνδυασμό προσθηκών νέων θέσεων και διαγραφής υφιστάμενων ισχυρισμών του Αιτητή, στο βαθμό και την έκταση που ζητούνται, αναδύεται μία εντελώς διαφορετική μορφή εκδοχής του Αιτητή, η οποία κατά την ταπεινή μου γνώμη δικαιολογεί την καταχώρηση νέας αγωγής. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει. Προχωρώ στην εξέταση του πρώτου λόγου ένστασης όπου η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρείται με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και/ή με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάτω από τις περιστάσεις, για γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή που θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να τα εντοπίσει έγκαιρα από τότε που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Με τη θέση αυτή, εξ' όσον γίνεται αντιληπτό, ο Αιτητής διαφωνεί. Ανατρέχοντας το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (στο οποίο ως γνωστό ενσωματώνεται η έκθεση απαίτησης) καταχωρήθηκε στις 23.06.
  1. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 29.08.11 και την υπεράσπιση της στις 03.10.11, ενώ απάντηση στην υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 10.11.
  2. Η αγωγή μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες για επίτευξη διευθέτησης ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 13.12.13 και στη συνέχεια για εκδίκαση στις 16.12.13, 11.09.14, στις 06.02.15 και στις 27.05.
  3. Ακολούθως η εν λόγω υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες ενόψει της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης στις 07.07.
  4. Ο Αιτητής μέσα από την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αποφεύγει να διευκρινίσει πότε ακριβώς χρονικά διαπιστώθηκε η ανάγκη λήψης διαβήματος τροποποίησης. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του ο Αιτητής δηλώνει ότι τέτοια ανάγκη διαπιστώθηκε 'κατά τη μελέτη της υπόθεσης και προετοιμασία για ακρόαση', παραλείποντας έτσι να προσδιορίσει το γεγονός αυτό χρονικά, έχοντας κατά νου τις διάφορες ημερομηνίες που η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση. Ωστόσο πρόκειται για κρίσιμο νομικό ζήτημα που λογικά απασχολεί ένα δικηγόρο αν όχι στο στάδιο ετοιμασίας της αγωγής στο στάδιο προετοιμασίας για ακρόαση την πρώτη φορά που η υπόθεση ορίζεται. Παρόλα αυτά η έννοια της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αναιρείται από το περιεχόμενο της παραγράφου 5 αυτής όπου από το ύφος και το λεκτικό της συνάγεται ότι από την αρχή ήταν εις γνώση του Αιτητή ότι ο σκοπούμενος εναγόμενος δεν θα ήταν διάδικος στην αγωγή επειδή δεν επιθυμούσε να τον εμπλέξει στη διαδικασία λόγω της ηλικίας του, των προβλημάτων υγείας του και στην προσπάθεια του να εξεύρει εξωδικαστηριακή λύση. Επομένως φαίνεται ότι ο Αιτητής γνώριζε από την περίοδο ετοιμασίας της έκθεσης απαίτησης ότι η παρούσα αγωγή θα καταχωρείτο (ημερομηνία καταχώρησης αγωγής 23.06.11) χωρίς ο σκοπούμενος εναγόμενος να ήταν διάδικος και βεβαίως δίχως να έχει τη μορφή και το χαρακτήρα που σήμερα επιδιώκει να έχει το περιεχόμενο της. Η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης γίνεται μετά από καθυστέρηση πέραν των 4 ετών. Πρόκειται ομολογουμένως για υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβήματος τροποποίησης και οι λόγοι που ο Αιτητής επικαλείται εξόφθαλμα δεν ευσταθούν για να είναι πειστικοί και συνεπώς δεν την δικαιολογούν αφού ηλικιακά ο σκοπούμενος εναγόμενος είναι σήμερα μεγαλύτερος από ότι ήταν στο στάδιο καταχώρησης της αγωγής, τα προβλήματα υγείας του σκοπούμενου εναγομένου, με βάση τόσο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όσο και την ένορκη δήλωση του Αιτητή, συνεχίζουν να υφίστανται ενώ άνευ ουσίας και σημασίας είναι ο λόγος της εξώδικης διευθέτησης. Το δε σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης, όπως φαίνεται από τη θέση του ίδιου του Αιτητή, ήταν εις γνώση του από την αρχή της καταχώρησης της αγωγής. Παράλληλα δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται σε μεταγενέστερο στάδιο της καταγραφής της άρνησης της Καθ' ης η αίτησης στον ισχυρισμό του Αιτητή ότι εκμεταλλεύτηκε τη θέση και επιρροή της στον σκοπούμενο εναγόμενο και μετά που αυτή διατύπωσε τη θέση της μέσα από την έκθεση υπεράσπισης ότι η απόσυρση του επίμαχου γραμματίου έγινε με την ελεύθερη βούληση και με πρωτοβουλία του ιδίου του σκοπούμενου εναγομένου. Το αίτημα για τροποποίηση ενός δικογράφου δεν υποβάλλεται από ένα διάδικο όποτε τον βολεύει ή τον συμφέρει αλλά επαναλαμβάνω μόλις διαπιστωθεί η αναγκαιότητα της προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα στην ορθή, πραγματική και ολοκληρωμένη τους διάσταση και έτσι να αποφευχθούν πολλαπλές νομικές διαδικασίες. Διαφορετικά το δικονομικό διάβημα για τροποποίηση θα καθοδηγείται από κινήσεις τακτικής και αλλότρια κίνητρα των διαδίκων, πράγμα που δεν επιτρέπεται αφού οδηγεί σε στοιχείο κακοπιστίας. Συνοψίζοντας τα δεδομένα της προκειμένης περίπτωσης διαπιστώνω ότι ο Αιτητής γνώριζε από την αρχή την ανάγκη συμπερίληψης του σκοπούμενου εναγομένου ως διαδίκου στην αγωγή, πλην όμως επέλεξε μετά την καταγραφή των θέσεων της Καθ' ης η αίτηση να προβεί σε αίτηση τροποποίησης και όταν ο ίδιος έκρινε το χρονικό σημείο που ένα τέτοιο διάβημα θα τον βόλευε και κατά τη γνώμη του θα δημιουργούσε καλύτερες προοπτικές επιτυχίας των αξιώσεων του. Μάλιστα η επιθυμία του Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης ήταν ο λόγος που η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε στις 27.05.15 μετά από σχετικό αίτημα. Η δε υπό κρίση αίτηση τελικά καταχωρήθηκε μετά από 1,5 μήνα περίπου και συγκεκριμένα δύο ημέρες πριν από το τέλος του δικαστικού έτους (ήτοι 07.07.15). Πέραν όμως των πιο πάνω ακόμη και αν κάποιος ισχυριστεί ότι από τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προκύπτει μία αγωγή εξ' ολοκλήρου διαφορετικού χαρακτήρα στηριζόμενη σε ουσιαστικά νέα εκδοχή του Αιτητή, η παρατηρούμενη υπέρμετρη και συνάμα καθ' όλα αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αργοπορία στη λήψη διαβήματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης σε συνάρτηση με την αύξηση του χρόνου που θα χρειαστεί για την εκδίκαση της αγωγής ως αποτέλεσμα του αριθμού και του είδους των τροποποιήσεων σε περίπτωση που αυτές εγκριθούν, θα επιδράσουν καταλυτικά στα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτησης ακριβώς λόγω του κινδύνου εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας, ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού επιτυγχάνει και αυτός ο λόγος ένστασης. Το σκεπτικό της πιο πάνω ανάλυσης έκδηλα αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπ' αριθμό Β
(4)-
(12). Την ίδια στιγμή, από πρόχειρη μελέτη των δικογράφων και προς τούτο υπάρχει κοινό έδαφος των διαδίκων, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ο σκοπούμενος εναγόμενος να διαθέτει ιδιοκτησιακό δικαίωμα και/ή συμφέρον επί του επίμαχου γραμματίου. Έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό, όπως αυτές έχουν καταγραφεί πιο πάνω με αναφορά σε νομολογία, καθώς και τη Διάταξη 9 Κανονισμούς 9-11 κρίνω ότι ο σκοπούμενος εναγόμενος είναι, υπό τις περιστάσεις, αναγκαίος διάδικος. Συνεπώς επιτρέπεται η προσθήκη του Θεόδωρου Σάββα ως εναγομένου 2 στην παρούσα υπόθεση δια της σχετικής τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, ως στο σημείο (Α) της υπό κρίση αίτησης. Μαζί με την προσθήκη νέου εναγομένου του τίτλου επιτρέπονται οι τροποποιήσεις Β
(1)-
(3), οι οποίες απλά επικουρούν την ενσωμάτωση του νέου ονόματος στην έκθεση απαίτησης χωρίς να συγκρούονται με τις αρχές τροποποίησης. Επιπλέον διόρθωση να γίνει ανάλογα εκεί όπου αναφέρεται η λέξη 'εναγόμενη' σε 'εναγόμενη 1' καθώς επίσης διόρθωση να γίνει και με την αρίθμηση των παραγράφων, έτσι ώστε να συνάδουν με τις επιτρεπόμενες τροποποιήσεις. Το Δικαστήριο περαιτέρω θεωρεί πως η ανάλυση που έγινε αναφορικά με τον πρώτο και τέταρτο λόγο ένστασης δικαιολογεί την επιτυχία του τρίτου λόγου ένστασης χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε επέκταση στο ζήτημα αυτό. Αντίθετα καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους του Καθ' ου η αίτηση και ουδεμία αναφορά έγινε από τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης, ο οποίος και απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ένστασης, με δεδομένο ότι τόσο στην περίπτωση που η υπό κρίση αίτηση εγκριθεί ο Αιτητής δεν δικαιούται έξοδα όσο και στην περίπτωση που αποτύχει θα καταδικαστεί στα έξοδα ακολουθώντας το γενικό κανόνα, προκύπτει ότι ανεξαρτήτως της κατάληξης που θα έχει η αίτηση ο Αιτητής δεν δικαιούται στην επιδίκαση εξόδων, σε αντίθεση με το τι ο ίδιος λανθασμένα αξιώνει στο σώμα της αίτησης υπό το σημείο (Ε). Επομένως ο λόγος αυτός ένστασης επιτυγχάνει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων τροποποιήσεων υπό τα σημεία Α, Β
(1)-
(3)και ταυτόχρονα υπέρ απόρριψης των υπολοίπων αιτουμένων τροποποιήσεων της υπό κρίση αίτησης, οι οποίες και απορρίπτονται. Έπεται ότι η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται μερικώς. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου και περιεχομένου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως οι παράγραφοι Α, Β
(1)μέχρι
(3)(αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων) της αίτησης. Λόγω του επείγοντος της περίπτωσης το διάταγμα να συνταχθεί εντός 5 εργασίμων ημερών. Το τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Πιστό αντίγραφο αυτού να επιδοθεί τόσο στην Καθ' ης η αίτηση (Εναγόμενη 1 πλέον) όσο και στον Θεόδωρο Σάββα, Εναγόμενο 2 πλέον. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση την 09.03.16 και ώρα 11:00 π.μ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1- Καθ' ης η Αίτησης και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για τροποποίηση τίτλου αγωγής και έκθεσης απαίτησης/ Διάταξη 25/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.