Alpha Bank Cyprus Limited ν. Βαλεντίνα Πετανίτη κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2646 / 2013, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A220 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2646 / 2013 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσα Και
- Βαλεντίνα Πετανίτη
- Άντερς Θεοδώρ
- Γεώργιος Ανδρέα Γεωργιάδη Εναγόμενοι Αίτηση Παραμερισμού Απόφασης Ημερομηνίας 8/4/2015 Ημερομηνία :- Τετάρτη 18η Νοεμβρίου 2015 Για την ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Ανδρέας Πολυδώρου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθηνά Ευαγόρου Για τον εναγόμενο 3 - Αιτητή :- κος. Μιλτιάδης Γεωργιάδης για Τηλέμαχος και Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μιλτιάδης Γεωργιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ [1] Αιτείται ο εναγόμενος 3 (στο εξής θα καλείται ο "εναγόμενος") παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του στις 4/4/
- [2] Σύμφωνα και με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο γιο του εναγομένου στις 25/9/2013 ενώ μετά από παράλειψη του εναγομένου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 17/3/2014 και το Δικαστήριο στις 4/4/2014 εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγομένου. [3] Αξίζει να σημειωθεί πως μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση - σύμφωνα βεβαίως και πάλι με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής - η ενάγουσα δεν επεδίωξε την εκτέλεση της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εις βάρος του εναγομένου με τη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων. [4] Σύμφωνα με τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, ουδέποτε προηγουμένως είχε λάβει γνώση ως πρός την ύπαρξη είτε της αγωγής είτε της απόφασης μέχρι και τις 31/3/2015, ημερομηνία κατά την οποία είχε συνάντηση με υπαλλήλους της ενάγουσας σε σχέση με θέματα που αφορούσαν τα στεγαστικά δάνεια των παιδιών του. [5] Ισχυρίζεται ο εναγόμενος τα ακόλουθα. Πως δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση από τον γιο του αναφορικά με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Ο οποίος γιος του κατά τον ουσιώδη χρόνο σπούδαζε ιατρική στο εξωτερικό και βρισκόταν στην Κύπρο για δύο εβδομάδες μόνο. Επιπλέον διέμενε σε διαφορετική διεύθυνση από αυτή στην οποία διέμενε και εξακολουθεί να διαμένει ο εναγόμενος. Εισηγείται δε βάσει αυτών των δεδομένων και προφανώς της συμβουλής την οποία έλαβε από τους δικηγόρους του πως η επίδοση ήταν κακή και αντικανονική. [6] Πραγματικά τα όσα αναφέρει σχετικά ο εναγόμενος δεν πείθουν το Δικαστήριο έτσι ώστε να οδηγείται σε συμπέρασμα πως όντως η επίδοση ήταν κακή και αντικανονική. Εάν όντως ο γιος του δεν συγκατοικούσε μαζί του κατά τον ουσιώδη χρόνο τότε γιατί δεν ενημέρωσε σχετικά τον επιδότη; Ως προς το ότι δηλαδή δεν συγκατοικούσε με τον πατέρα του. Ιδιαίτερα δε έχοντας υπόψη το εύλογα αναμενόμενο επίπεδο μόρφωσης του ως φοιτητής της ιατρικής. Επιπλέον, σε μία τέτοια περίπτωση εύλογα επίσης θα αναμενόταν όπως ο επιδότης να σημείωνε τη δήλωση του εντός της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Ενδεχομένως υπό τις περιστάσεις ακόμη και να μην προχωρούσε στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Αντιθέτως αυτό το οποίο όντως σημειώνει ο επιδότης είναι πως ο γιος του εναγομένου είναι συγκάτοικος του. [7] Βεβαίως ούτε και ο ίδιος ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται ότι όντως ο γιος του είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικά στον επιδότη κατά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Ουσιαστικά δεν ισχυρίζεται οτιδήποτε σε σχέση με τον τρόπο τον οποίο ο γιος του είχε αντιδράσει όταν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Η μοναδική καθοδήγηση η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο είναι το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του επιδότη. Βάσει του οποίου αυτό το οποίο αποκαλύπτεται είναι η απουσία της οποιασδήποτε εύλογα αναμενόμενης αντίδρασης από ένα άτομο της ηλικίας[1] αλλά και επιπέδου μόρφωσης του γιου του εναγομένου. [8] Ουσιαστικά η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι ότι ο εναγόμενος προσπαθεί να δικαιολογήσει τον γιο του ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, παρέλειψε να τον ενημερώσει, παρά να δώσει μία εξήγηση γιατί ο ίδιος παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Αφήνοντας ουσιαστικά την εξήγηση για τη δική του παράλειψη να εξαρτηθεί από την απουσία ουσιαστικά μίας τουλάχιστον προτεινόμενης εξήγησης ως πρός την παράλειψη του ατόμου στο οποίο όντως επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα να δώσει μία δική του εξήγηση ως πρός τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε. [9] Βεβαίως παρά και το γεγονός πως, όπως αναφέρεται και πιο κάτω, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν έχει παρουσιαστεί επαρκής μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική διεύθυνση διαμονής του εναγομένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτό δεν σημαίνει ότι παράλληλα καταλήγει και στο εξής συμπέρασμα. Ότι δηλαδή αν και ο γιος του τον είχε όντως ενημερώσει σχετικά με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στη συνέχεια αυτός επέλεξε να μην καταχωρήσει εμφάνιση. [10] Άλλωστε σε άλλες τρεις προγενέστερες περιπτώσεις έγερσης αγωγής από την ενάγουσα εναντίον του εναγομένου, οι οποίες αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης και σε σχέση με τις οποίες επισυνάπτονται και σχετικά τεκμήρια, όντως ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. [11] Σημειωτέον πως αν και αυτές αφορούν άλλη χρονική περίοδο, δηλαδή τον Ιούλιο του 2012, εντούτοις ιδιαίτερη σημασία έχει τόσο το γεγονός ότι αυτές οι περιπτώσεις προηγούνται της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτή την αγωγή όσο και το γεγονός πως η ενάγουσα και στις τρεις περιπτώσεις είναι η ίδια όπως και σε αυτή την αγωγή. [12] Σε σχέση δε με τη διεύθυνση διαμονής του εναγομένου ασφαλώς δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο πως σε όλες τις τρεις προαναφερόμενες περιπτώσεις στις οποίες όντως καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης η επίδοση έγινε στη διεύθυνση στην οποία ισχυρίζεται πως δεν κατοικούσε κατά τον Σεπτέμβριο του
- [13] Βεβαίως, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης έγινε στις 13/7/2012 δηλαδή ένα χρόνο και δύο μήνες περίπου νωρίτερα από την ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Δεν αποκλείεται ο εναγόμενος στο μεσοδιάστημα να είχε μετακομίσει στη νέα διεύθυνση την οποία αναφέρει εντός της ένορκης δήλωσης του. [14] Όμως ο ίδιος δεν προσφέρει οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία αναφορικά με αυτό τον ισχυρισμό και η οποία κατ΄ επέκταση να ενισχύει τη βασιμότητα ή έστω και πειστικότητα του. Παράλληλα όμως, όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο, ούτε και ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης είναι σε θέση να δηλώσει οτιδήποτε πέραν από απλή άγνοια και απόρριψη αναφορικά με τα όσα ο εναγόμενος δηλώνει στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης σε σχέση με τη διεύθυνση διαμονής του κατά την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ο ίδιος βεβαίως δεν παραλείπει να δώσει έμφαση στη θέση πως η επίδοση έγινε στη διεύθυνση την οποία ο εναγόμενος είχε δηλώσει στην ενάγουσα. [15] Δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα παράλληλα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο όντως ο εναγόμενος στο μεσοδιάστημα από τον Ιούλιο του 2012 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2013 να είχε μετακομίσει. [16] Θεωρώ ως ένα ισχυρό ενδεχόμενο πως θα ήταν όντως πιο ευχερές για τον ίδιο να είχε λάβει γνώση από τον γιο του σε περίπτωση κατά την οποία πράγματι οι δύο τους ήταν συγκάτοικοι κατά τον ουσιώδη χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Παράλληλα έχοντας υπόψη και τη συμπεριφορά του στο παρελθόν, σε σχέση δηλαδή με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στις τρεις αγωγές του 2012, αυτό θα ανέμενε λογικά το Δικαστήριο να είχε πράξει και πάλι ο εναγόμενος εάν όντως εξακολουθούσε να κατοικεί στην ίδια διεύθυνση στην οποία είχαν επιδοθεί τα κλητήρια εντάλματα των τριών αυτών αγωγών. [17] Ουσιαστικά γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο η βασική θέση του εναγομένου πως σε καμία περίπτωση δεν θα λάμβανε γνώση ως πρός την έγερση αγωγής εναντίον του και να μην είχε στη συνέχεια καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ιδιαίτερα δε σε περίπτωση καταχώρησης της οποιασδήποτε νέας αγωγής από την ενάγουσα σε σχέση με την οποία ο ίδιος ήδη βρισκόταν σε αντιδικία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε σχέση με άλλες τρεις αγωγές. [18] Εντούτοις με τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος αυτό το οποίο το Δικαστήριο διαπιστώνει είναι πως η επίδοση η οποία έγινε πραγματικά δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως "κακή και αντικανονική". Σε σχέση με αυτό το συμπέρασμα διατηρώ υπόψη μου τα εξής δύο σημεία. [19] Πρώτο, η επίδοση έγινε σε διεύθυνση η οποία ήταν γνωστή στην ενάγουσα και στην οποία είχαν προηγουμένως επιδοθεί οι προγενέστερες τρεις αγωγές της εναντίον του εναγομένου μεταξύ τις 6/7/2012 (ημερομηνία καταχώρησης των αγωγών) και 13/7/2012 (ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης του εναγομένου). [20] Δεύτερο, θεωρώ ως λογικό και αναμενόμενο πως εάν ο γιος του εναγομένου είχε αναφέρει οτιδήποτε στον επιδότη υπό μορφή διαμαρτυρίας ή έστω ενημέρωσης αναφορικά με τον πραγματικό χώρο διαμονής του πατέρα του ο επιδότης δεν θα παρέλειπε να το σημειώσει επί της ένορκης δήλωσης του. [21] Υπενθυμίζω και πάλι πως δεν έχει προταθεί από τον εναγόμενο οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός επί του προκειμένου. Σαφώς η σημείωση του επιδότη επί της ένορκης δήλωσης του είναι ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σε άτομο το οποίο συγκατοικεί με τον εναγόμενο. [22] Διευκρινίζω και πάλι όμως πως αυτό δεν οδηγεί παράλληλα και σε συμπέρασμα πως όντως ο εναγόμενος έλαβε γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της συγκεκριμένης αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της οποίας αιτείται τον παραμερισμό με αυτή την αίτηση. [23] Μάλιστα σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του εναγομένου (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης του) κατά την ίδια ημερομηνία στην οποία επιδόθηκε η παρούσα αγωγή επιδόθηκε και άλλη αγωγή στην οποία επίσης εκδόθηκε απόφαση. Ουσιαστικά ο εναγόμενος καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο γιος του παρέλειψε εντελώς να ενημερώσει τον πατέρα του αναφορικά με την επίδοση όχι μόνο του κλητηρίου εντάλματος σε αυτή την αγωγή αλλά και στην αγωγή 2647/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία επίσης καταχωρήθηκε από την ενάγουσα. [24] Διατηρώντας υπόψη τους ισχυρισμούς του εναγομένου διαφαίνεται πως η κατ΄ ισχυρισμό συμπεριφορά του γιου του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί οτιδήποτε άλλη παρά από ανεύθυνη. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση υπήρχε άφθονος χρόνος ενημέρωσης του εναγομένου από τον γιο του. Καθώς δηλαδή, η αίτηση για απόφαση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο και μετά από την πάροδο χρονικής περιόδου περίπου έξι μηνών από την ημερομηνία επίδοσης. Ως αποτέλεσμα η απόφαση εκδόθηκε πέραν των έξι μηνών από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Λογικά θα αναμενόταν από ένα ενήλικο άτομο με τη μόρφωση, ή ακόμη και την προοπτική μόρφωσης, του γιου του εναγομένου να είχε ενημερώσει σχετικά τον πατέρα του. [25] Επομένως, παρά και την φαινομενική έλλειψη πειστικότητας της εξήγησης η οποία προτάσσεται από τον εναγόμενο αναφορικά με την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση εξαιτίας της αλλαγής της διεύθυνσης διαμονής του, παράλληλα δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του και το γεγονός πως σε άλλες τρεις αγωγές μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας, οι οποίες μάλιστα καταχωρήθηκαν και επιδόθηκαν σχεδόν 15 μήνες πριν από την περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, ο ίδιος καταχώρησε έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης και στη συνέχεια έκθεση υπεράσπισης. [26] Ουσιαστικά, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η περίπτωση του εναγομένου δεν κατατάσσεται στις περιπτώσεις ενός ατόμου το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία αναφορικά με την ύπαρξη μίας δικαστικής διαδικασίας η οποία έχει εγερθεί εναντίον του. Επιπλέον, έχοντας υπόψη και τα παρόμοια επίδικα θέματα στις τρεις αγωγές στις οποίες ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης, αναδεικνύεται και η πρόθεση αμφισβήτησης της αξίωσης της ενάγουσας και σε αυτή την αγωγή, εάν βεβαίως πρώτα ο ίδιος όντως είχε λάβει γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θεωρώ πως ο εναγόμενος έχει δικαιολογήσει επαρκώς την παράλειψη του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. [27] Στη συνέχεια θα προχωρήσω σε εξέταση κατά πόσο ο εναγόμενος έχει πετύχει να αναδείξει μία εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. [28] Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει σχετικά στην παράγραφο 11 (γ) της ένορκης δήλωσης του η υποχρέωση του ως ενυπόθηκος οφειλέτης περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του εγγράφου όπως αυτή καθορίζεται από τον Νόμο, δηλαδή η παράλειψη του να πληρώσει το αναφερόμενο ποσό δίνει τη δυνατότητα στην ενάγουσα ως ενυπόθηκη δανείστρια να αξιώσει μόνο την εκποίηση της υποθήκης καθώς ο ίδιος δεν δύναται να καταστεί προσωπικά υπόλογος για την καταβολή του οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου για το οποίο είχε προσφέρει ως εξασφάλιση το ενυπόθηκο ακίνητο. [29] Βεβαίως προτείνει και άλλο λόγο στην παράγραφο 11 (δ) της ένορκης δήλωσης ως προς την ακυρότητα του εγγράφου υποθήκης βάσει και της θέσης του πως ο ίδιος προέβη στη σύναψη του εξαιτίας των ψευδών παραστάσεων της ενάγουσας. Τις οποίες στη συνέχεια και καθορίζει. Θεωρώ πως δεν απαιτείται η εξέταση και αυτής της δεύτερης προτεινόμενης βάσης υπεράσπισης διατηρώντας υπόψη και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την πρώτη προτεινόμενη βάση υπεράσπισης. [30] Αναφορικά γενικότερα με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση αναφέρονται σχετικά από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβή Δ. στη σελίδα 897 της Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1Β Α. Α. Δ. 893, τα ακόλουθα,:- «...το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Οταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» [31] Ουσιαστικά το Δικαστήριο σε αιτήσεις αυτού του είδους εξισορροπεί διάφορους παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ύπαρξη της οποιασδήποτε καθυστέρησης σε σχέση με τις ενέργειες του αιτούντος τον παραμερισμό μίας απόφασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης και κατά πόσο ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. [32] Διευκρινίζω πως εάν όντως το Δικαστήριο διαπιστώσει πως ο αιτών τον παραμερισμό μίας απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ιδίου, αναδεικνύει μία εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση τότε ασφαλώς και δεν προκύπτει η αναγκαιότητα μίας εις βάθος ανάλυσης αυτής της υπεράσπισης για σκοπούς εξέτασης αυτής της αίτησης. Καθότι αρκεί η ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης για παραμερισμό της απόφασης δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε συμπέρασμα ως προς την ουσία της συγκεκριμένης υπεράσπισης ιδιαίτερα δε σε σχέση με τα εκ πρώτης όψεως και μόνο δεδομένα τα οποία έχει στη διάθεση του αναφορικά με τα επίδικα θέματα μίας αγωγής. [33] Παρατηρείται απλά πως σύμφωνα με τον όρο 5 του εγγράφου υποθήκης (το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της αίτησης για απόφαση) ο εναγόμενος υποχρεώνεται προσωπικά να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη καταστεί πληρωτέο όλο αυτό το ποσό ενώ σε περίπτωση που θα παραλείψει να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό τότε η ενάγουσα θα δικαιούται να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. [34] Εξετάζοντας με προσοχή την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου ως πρός την ύπαρξη της συγκεκριμένης υπεράσπισης διαπιστώνω ότι όντως προκύπτει μία εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου έχει παραπέμψει το Δικαστήριο προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του σε μία πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση αυτή κρίνεται ιδιαίτερα υποβοηθητική αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση. [35] Υπενθυμίζω πιο κάτω με συγκεκριμένο απόσπασμα τα όσα αναφέρονται σχετικά στη συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 1183/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 8/3/2013, Societe Generale Bank-Cyprus Ltd. v. Koν. Αντωνίου Καλούπια Λτδ κ. ά.[2]. [36] Διευκρινίζω πως συμφωνώ με το σκεπτικό το οποίο εκτίθεται σε αυτή την απόφαση, τουλάχιστον στο βαθμό στον οποίο αυτό έχει σχέση με την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο όντως ο εναγόμενος έχει προτείνει μία θέση βάσει της οποίας να προκύπτει η ύπαρξη μίας εκ πρώτης όψεως καλόπιστης υπεράσπισης. Ο λόγος για τον οποίο διευκρινίζω αυτό το σημείο είναι έτσι ώστε να τονίσω πως ασφαλώς το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση δεν καταλήγει και σε τελικό συμπέρασμα ως πρός την ουσία της υπεράσπισης, ή ουσιαστικά μέρος αυτής, την οποία επιθυμεί να προβάλει ο εναγόμενος. [37] Καθότι στη συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση δεν εξετάστηκε αίτημα για παραμερισμό απόφασης και κατ΄ επέκταση το ερώτημα κατά πόσο όντως προέκυπτε εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση του εναγομένου. Αυτό το οποίο όντως εξετάστηκε ήταν το ερώτημα κατά πόσο θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση για τα χρεωστικά υπόλοιπα στην απουσία της εναγομένης 3, δηλαδή της ενυπόθηκης οφειλέτριας, η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης παράλειψης η ενάγουσα είχε καταχωρήσει αίτηση για απόφαση ερήμην της εναγομένης 3. [38] Παραθέτω πιο κάτω ένα αρκετά εκτεταμένο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση άμεσα σχετικό με το θέμα υπό εξέταση ως πρός τη διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλόπιστης υπεράσπισης του εναγομένου. "Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 «υποθήκη» σημαίνει επιβάρυνση συσταθείσα επί ακινήτου με τη βούληση του κυρίου προς εξασφάλιση οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεση χρηματικού χρέους ή υποχρέωσης. Το άρθρο 21
(1)(γ) του Ν.9/65, προνοεί τα ακόλουθα: «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) . . . . . . . . . . . ... (β) . . . . . . . . . . . . (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύι νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθορισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι΄ αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:» Ο νόμος καθορίζει τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις υποθήκης έτσι ώστε με την προσαγωγή τους από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και ενυπόθηκο δανειστή στον εκάστοτε Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό να είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης. Θεωρώ συνεπώς ότι ο όρος 5 του εγγράφου υποθήκης τέθηκε για να συνάδει και να ταυτίζεται με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65. Καμία άλλη ερμηνεία μπορεί να δοθεί και μάλιστα τέτοια που να καθίσταται ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσωπικά υπόλογος για την καταβολή του οιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου για το οποίο πρόσφερε ως εξασφάλιση κάποιο ακίνητο. Αντίθετα αυτό που ακριβώς προνοείται είναι ότι αν ποσό το οποίο καλύπτεται από την υποθήκη καταστεί πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει την ευχέρεια εφόσον του ζητηθεί να καταβάλει το εν λόγω ποσό και να εξαλειφθεί η υποθήκη από το ενυπόθηκο ακίνητο όπως προνοεί και το άρθρο 35 του Νόμου. Σε αντίθετη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το εκ της συμφωνίας αλλά και εκ του νόμου δικαίωμα να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει δηλαδή τη δυνατότητα να ανακόψει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου του και να το περισώσει καταβάλλοντας το ποσό το οποίο εξασφαλίζει η υποθήκη και έχει καταστεί απαιτητό από τον ενυπόθηκο δανειστή. Τα πιο πάνω προκύπτουν και από τις πρόνοιες των άρθρων 37 και 44 του Νόμου 9/65 όπου προβλέπεται η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του διευθυντή του Κτηματολογίου είτε μέσω του Δικαστηρίου. Επιβεβαιώνονται δε από την υπόθεση Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R. 97, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In the present case, so far as I can see, he is under no obligation whatsoever to the bank. He is in this position. The bank has demanded payment of the money owing by Mrs Milburn. That does not create an obligation upon the mortgagor to pay anything. It puts him in this position. Either he must find the money which is demanded or the mortgagees will be entitled to realize their security. The fact that he is put in that dilemma does not create an obligation of any sort or kind upon him. If he chooses not to pay, or is unable to pay, he may find himself in the unhappy position of having his property taken away from him. That may be his misfortune, but that does not create an obligation upon him which he has to satisfy and which arises from the mortgage into which he has entered. The mortgage creates no such obligation whatsoever.» " [39] Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω πως όντως προκύπτει μία εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ως επίσης πως το αίτημα του εναγομένου ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, όπως αυτές έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα παραμερισμού από το Δικαστήριο της απόφασης ημερομηνίας 4/4/2014. [40] Διευκρινίζω απλά πως, όπως θεωρώ, ο παραμερισμός αυτός θα πρέπει να γίνει υπό συγκεκριμένους όρους μεταξύ αυτών και όρου πληρωμής των εξόδων (βλ. σχετικά την απόφαση Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1Β Α. Α. Δ. 988 ως επίσης και την απόφαση Καψού κ. ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1 Α. Α. Δ. 1135). [41] Κρίνω δηλαδή ότι υπό τις περιστάσεις παρά και την επιτυχή έκβαση της αίτησης για τον εναγόμενο θα πρέπει ο ίδιος να υποστεί τα έξοδα της εφόσον η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης οφείλεται στην έλλειψη ενημέρωσης από τον γιο του αναφορικά με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Γεγονός για το οποίο ασφαλώς και δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη η ενάγουσα και το οποίο οδήγησε στην αναγκαιότητα καταχώρησης και εκδίκασης αυτής της αίτησης με την αναλόγως προκληθείσα καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της αγωγής αλλά και δημιουργία επιπρόσθετων εξόδων. [42] Συνεπώς θα πρέπει να επιδικαστούν και τα έξοδα που σπαταλήθηκαν (costs thrown away) λόγω της παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση (βλ. σχετικά Έλλη Κ. Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179). [43] Τα έξοδα αυτά δεν έγιναν εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας η οποία επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής σε διεύθυνση στην οποία επίσης είχαν επιδοθεί στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν και τα κλητήρια ενταλμάτα άλλων αγωγών εναντίον του εναγομένου ενώ το άτομο στο οποίο επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα αυτής της αγωγής, δηλαδή ο γιος του εναγομένου, δεν διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο αναφορικά με την επίδοση προς τον ίδιο υπό την φαινομενική τουλάχιστον ιδιότητα του ως συγκάτοικος του εναγομένου. [44] Επομένως, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 4/4/2014 υπό τους ακόλουθους δύο όρους. [45] Ο εναγόμενος θα έχει το δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης υπό τον όρο, πρώτο, ότι αυτό θα καταχωρηθεί εντός 40 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραμερισμού και δεύτερο, υπό τον όρο πληρωμής, προ της καταχώρησης αυτής, των εξόδων τόσο αυτής της αίτησης όσο και των εξόδων που χάθηκαν ως αποτέλεσμα του παραμερισμού όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άγνωστη μεν αλλά ασφαλώς αυτή ενός ενήλικου ατόμου το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου, προηγουμένως σπούδαζε στην Τσεχία και στη συνέχεια θα μετακόμιζε στην Ισπανία έτσι ώστε να συνεχίσει τις σπουδές του. [2] Η οποία εκδόθηκε από την έντιμη Δικαστή Στέφη Λουκίδου Βασιλείου Ε. Δ., δεδομένο το οποίο απουσιάζει από το αντίγραφο της απόφασης το οποίο επισυνάφθηκε στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο