Φωτίου Χρυστάλλα ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 2393/11, 18/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2393/11 Μεταξύ: Φωτίου Χρυστάλλα Ενάγουσας και Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενης - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 18.12.2015 Για την Ενάγουσα: κ. Χ. Φωτίου Για την Εναγόμενη: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας το ποσό των €8.900,00 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, καθώς επίσης γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα εισήχθη στο Γ.Ν. Πάφου κατόπιν αιφνίδιας ασθένειας. Ενώ διαπιστώθηκε ότι έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης, καθώς η ζωή της βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο, εντούτοις οι θεράποντες ιατροί την πληροφόρησαν ότι το συντομότερο που θα μπορούσαν να την υποβάλουν στην εν λόγω επέμβαση ήταν το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών. Η Ενάγουσα λόγω της αδράνειας και/ή ανεπάρκειας και/ή αδυναμίας των ιατρών και του διοικητικού προσωπικού του Γ.Ν. Πάφου, προσέφυγε σε ιδιωτική κλινική όπου και υποβλήθηκε άμεσα στην επιβεβλημένη χειρουργική επέμβαση καταβάλλοντας το ποσό των €8.900,00. Η Εναγόμενη, ενάγεται ως αστικά υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις των υπαλλήλων της σύμφωνα με το άρθρο 172 του Συντάγματος. Η Εναγόμενη δεν έχει μέχρι σήμερα αποζημιώσει την Ενάγουσα, της οποίας η ζωή και η σωματική ακεραιότητα τέθηκαν σε κίνδυνο, το δε δικαίωμα της για αξιοπρεπή διαβίωση πλήγηκε και υπέστη απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Η Εναγόμενη στην τροποποιημένη Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα εισήχθη στις 13.06.08 στην εντατική μονάδα του Γ.Ν. Πάφου μέσω του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών, λόγω οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η Ενάγουσα υποβλήθηκε άμεσα σε θρομβόλυση με άριστα αποτελέσματα και η πορεία της υγείας της κατά την παραμονή της στο Γ.Ν. Πάφου ήταν χωρίς επιπλοκές. Έλαβε εξιτήριο στις 19.06.08 και ταυτόχρονα με την έξοδό της στάληκε παραπεμπτικό στην καρδιολογική κλινική του Γ.Ν. Λεμεσού για να προγραμματισθεί ο καθετηριασμός και η αγγειοπλαστική. Η πρακτική που ακολουθείτο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ότι για «μικρά» εμφράγματα, όπως αυτό που υπέστη η Ενάγουσα, χορηγείται εξιτήριο και οι ασθενείς καλούνται στη συνέχεια ως εξωτερικοί ασθενείς στο Γ.Ν. Λεμεσού για περαιτέρω θεραπεία. Κατά τον χρόνο έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά: «Η Ενάγουσα εισήχθη στην εντατική μονάδα της καρδιολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 13.06.2008 μέσω του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών λόγω οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στις 19.06.2008 δόθηκε στην Ενάγουσα εξιτήριο.» Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν η ίδια και ακόμη ένας μάρτυρας, ενώ για την Υπεράσπιση κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.α ν. Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). H Ενάγουσα (ΜΕ1) στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 12.06.08 μετέβη στις Πρώτες Βοήθειες του Γ.Ν. Πάφου διότι αισθανόταν έντονο πονοκέφαλο και πόνο στο στήθος. Από τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε διαπιστώθηκε ότι η πίεση της ήταν υψηλή, ενώ το καρδιογράφημα παρουσίαζε ανωμαλίες. Οι επί καθήκοντι ιατροί τής χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή και τής δόθηκαν οδηγίες όπως επανέλθει την επόμενη ημέρα στο Γ.Ν. Πάφου, προκειμένου να υποβληθεί σε αναλύσεις. Όντως μετέβη την επόμενη ημέρα στο Γ.Ν. Πάφου και κατά τον χρόνο που βρισκόταν εκεί ένιωσε πόνο στο στήθος και τα χέρια της να παραλύουν. Κατευθύνθηκε αμέσως προς τις Πρώτες Βοήθειες, καλώντας σε βοήθεια καθώς υποψιάστηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με την καρδιά της. Στη συνέχεια δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο μέχρι την ώρα που ξύπνησε στην εντατική του Γ.Ν. Πάφου. Στην εντατική παρέμεινε για τρείς ημέρες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε θάλαμο όπου παρέμεινε για άλλες τρείς ημέρες. Οι καρδιολόγοι, κάποιος κύριος Χρίστου και κάποια κυρία Αριάδνη, οι οποίοι την επισκέφθηκαν πριν εξέλθει του Γ.Ν. Πάφου, την ρώτησαν κατά πόσο επιθυμούσε να συμπληρώσουν σχετικό έντυπο για να μεταβεί στο Γ.Ν. Λεμεσού. Συγκεκριμένα τής είπαν ότι υπάρχει κατάλογος αναμονής και ο χρόνος που θα έπρεπε να περιμένει ήταν από ένα μέχρι και έξι μήνες. Ανέφερε τότε στους ιατρούς ότι δεν ήταν ανάγκη να συμπληρώσουν το σχετικό έντυπο διότι δεν ήταν διατεθειμένη να περιμένει τόσο καιρό, ενόψει και του οικογενειακού της ιστορικού καθώς ο πατέρας της και ένας αδελφός της απεβίωσαν λόγω προβλημάτων με την καρδία τους. Ακολούθως, μετέβη σε ιδιωτική κλινική όπου της αναφέρθηκε πως ήταν επείγον να υποβληθεί σε καθετηριασμό. Ο καθετηριασμός κατέδειξε ότι υπήρχαν τέσσερις αρτηρίες κλειστές, εκ των οποίων η μία ήταν κλειστή κατά 99% και χρειαζόταν να γίνει άμεσα αγγειοπλαστική και να τοποθετηθεί ενδοαγγειακός νάρθηκας (stent). Η ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού στο οποίο καταγράφονται τα ευρήματα των ιδιωτών ιατρών της. Για την νοσηλεία της και τη θεραπεία που υποβλήθηκε στην ιδιωτική κλινική κατέβαλε το ποσό των €8.980,00 (Τεκμήριο 2). Το εν λόγω ποσό το διεκδίκησε από τη Δημοκρατία, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Τέλος, σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ανέφερε ότι είχε δηλώσει στους ιατρούς του Γ.Ν. Πάφου το οικογενειακό ιστορικό της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στις 13.06.08, όταν βρισκόταν στο Γ.Ν. Πάφου και ένιωσε πόνους στο στήθος της, έκανε εμετούς και στη συνέχεια έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε βρισκόταν πλέον στην εντατική και εκεί την πληροφόρησαν ότι είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Κατά την παραμονή της στο Γ.Ν. Πάφου έλαβε φαρμακευτική αγωγή και της γίνονταν συνεχώς καρδιογραφήματα. Δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τους ιατρούς του Γ.Ν. Πάφου και συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ότι μετά τη θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε ένιωσε καλύτερα. Πρόσθεσε ωστόσο, ότι με την καρδία το να νιώσεις καλύτερα δεν σημαίνει κάτι, αφού και ο πατέρας της είχε νιώσει καλύτερα και μετά από μία ώρα πέθανε. Η ΜΕ1 αρνήθηκε ότι της δόθηκε παραπεμπτικό για το Γ.Ν. Λεμεσού και αρνήθηκε επίσης την υποβολή του κ. Ερωτοκρίτου ότι η κατάσταση της υγείας της δεν ήταν σοβαρή. Στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα για να επαναφέρουν την υγεία της στην αρχική της κατάσταση, η ΜΕ1 απάντησε ότι αυτό ήταν κάτι προσωρινό κα ότι ήταν επείγον να υποβληθεί σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική σύμφωνα με τη γνώμη των ιδιωτών ιατρών. Η ΜΕ1 μου προξένησε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Οι απαντήσεις της ήταν πηγαίες και αυθόρμητες και δεν διέκρινα να υπάρχει σε αυτές το στοιχείο του προσχεδιασμού. Κατά την αντεξέταση της δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της. Παρά ταύτα υπάρχουν μέρη της μαρτυρίας της τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και τα οποία παραθέτω πιο κάτω: (α) Ο ισχυρισμός της ότι οι ιατροί στο Γ.Ν. Πάφου της είπαν ότι θα έπρεπε να αναμένει από ένα μέχρι και έξι μήνες προκειμένου να υποβληθεί στο Γ.Ν. Λεμεσού σε καθετηριασμό και «μπαλονάκι». Ο εν λόγω ισχυρισμός βρίσκεται σε διάσταση προς τη δικογραφημένη θέση της, όπως αυτή καταγράφεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη παράγραφο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι θεράποντες ιατροί στο Γ.Ν. Πάφου την πληροφόρησαν ότι το συντομότερο δυνατό που θα μπορούσε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ήταν το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η μαρτυρία πρέπει να συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, οι οποίοι αν δεν υποστηριχθούν με μαρτυρία πρέπει να αγνοούνται όπως επίσης πρέπει να αγνοείται και η εκτός δικογράφων μαρτυρία (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Α. Βαριάνου ν. Δρ. Α. Βορκά
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1541). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός που προέβαλε η ΜΕ1 έρχεται σε αντίθεση με την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 (για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω) οι οποίοι δήλωσαν ότι ο χρόνος που απαιτείτο κατά την επίδικη περίοδο για να υποβληθεί σε επέμβαση στο Γ.Ν. Λεμεσού ήταν περί τις τρείς έως τέσσερις εβδομάδες. Η εν λόγω θέση των ΜΥ1 και 2, σημειώνω πως δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση τους. (β) Η θέση της ΜΕ1 ότι ο καθετηριασμός και η αγγειοπλαστική που υποβλήθηκε στην ιδιωτική κλινική έπρεπε να διενεργηθούν άμεσα διότι υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή της. Η πιο πάνω θέση της ΜΕ1 εκφεύγει των ζητημάτων για το οποία μπορεί να μαρτυρήσει, καθώς ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί ουσιαστικά τη γνώμη της η οποία βασίστηκε στη γνώμη των ιδιωτών ιατρών της. Είναι καλά γνωστό πως οι μάρτυρες καταθέτουν για γεγονότα και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη τους πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.). Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός θα τύχει εξέτασης πιο κάτω κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
- Θα ήθελα επίσης να σχολιάσω τη θέση της Ενάγουσας ότι δεν της δόθηκε παραπεμπτικό για το Γ.Ν. Λεμεσού. Προφανώς η θέση αυτή στηρίζεται σε σύγχυση ή παρανόηση της Ενάγουσας για το τι εστί παραπεμπτικό. Αυτό διότι το Τεκμήριο 5 δεν τιτλοφορείται ως παραπεμπτικό αλλά σε αυτό καταγράφεται το ιστορικό της Ενάγουσας, η θεραπεία που της δόθηκε και τα ευρήματα των ιατρών. Το γεγονός δε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο (Τεκμήριο 5) της δόθηκε, προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος ανέφερε ότι όταν προσήλθε η Ενάγουσα στην ιδιωτική κλινική είχε πλήρη ιστορικό των διαπιστώσεων και της θεραπείας που έτυχε στο Γ.Ν. Πάφου και δεν χρειάστηκε να υποβληθεί σε οποιεσδήποτε εξειδικευμένες εξετάσεις. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία της ΜΥ2, αντίγραφο του Τεκμηρίου 5 δόθηκε στην Ενάγουσα κατά την έξοδο της από το Γ.Ν. Πάφου. Προφανώς, αυτό που παρέδωσε η Ενάγουσα στο ΜΕ2 ήταν το Τεκμήριο 5, το οποίο ο ΜΕ2 χαρακτήρισε στη μαρτυρία του ως εξιτήριο. Σημειώνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Ενάγουσα κατά την έξοδο της από το Γ.Ν. Πάφου έλαβε ο,τιδήποτε άλλο, πέραν του Τεκμηρίου
- Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΕ1, με εξαίρεση τα σημεία που παραθέτω ανωτέρω, γίνεται αποδεκτή. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο Δρ. Σάββας Κωνσταντινίδης, επεμβατικός καρδιολόγος στην ιδιωτική κλινική «American Heart Institute». Ο ΜΕ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, το οποίο φέρει την υπογραφή του. Στο τεκμήριο αυτό γίνεται αναφορά στον καθετηριασμό και την τοποθέτηση ενδοαγγειακού νάρθηκα στην Ενάγουσα. Ο ενδοαγγειακός νάρθηκας χρησιμοποιείται για τη διάνοιξη αρτηρίας που παρουσιάζει στένωση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ενάγουσα παρουσίαζε σοβαρή στένωση αρτηρίας σε ποσοστό 99%, η οποία χρειαζόταν επιδιόρθωση. Η Ενάγουσα εισήχθη με δική της πρωτοβουλία στην κλινική στις 22.06.08 και την επόμενη ημέρα υποβλήθηκε στην επέμβαση. Δεν χρειάστηκε να υποβληθεί σε οποιεσδήποτε εξειδικευμένες εξετάσεις, καθώς το ιστορικό της περιγραφόταν στο εξιτήριο που έλαβε από το Γ.Ν. Πάφου. Η θρομβόλυση που διενεργήθηκε στο Γ.Ν. Πάφου ήταν μία από τις ενδεδειγμένες θεραπείες και μετά από αυτή θα έπρεπε να ακολουθήσει στεφανιογραφία και τοποθέτηση ενδοαγγειακού νάρθηκα. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας κατά πόσο η στεφανιογραφία και η τοποθέτηση ενδοαγγειακού νάρθηκα θα έπρεπε να διενεργηθούν αμέσως, ο ΜΕ2 απάντησε ότι θα έπρεπε να γίνουν το συντομότερο δυνατό μετά το έμφραγμα. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι είναι λανθασμένη η πρακτική που ακολουθείται στο δημόσιο σύστημα υγείας, στη βάση της οποίας δίδεται εξιτήριο στον ασθενή ο οποίος καλείται αργότερα να προσέλθει για να υποβληθεί σε στεφανιογραφία και τοποθέτηση ενδοαγγειακού νάρθηκα. Ωστόσο εντός ενός συστήματος υγείας με περιορισμένους πόρους είναι κατανοητό το ότι οι ιατροί του δημοσίου προβαίνουν σε ιεράρχηση των περιστατικών που έχουν ενώπιον τους. Τέλος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η Ενάγουσα εξήλθε της κλινικής την επόμενη ημέρα της επέμβασης και η κατάσταση της υγείας της ήταν πολύ καλή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν προσήλθε η Ενάγουσα στην κλινική ήταν σε καλή κατάσταση. Η αναφορά «ΤΙΜI II», που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1, είναι μία μελέτη με βάση την οποία κατηγοριοποιείται η ποιότητα ροής σε ένα αγγείο. Συγκεκριμένα, «ΤΙΜI 0» σημαίνει καθόλου ροή, «ΤΙΜI Ι» λίγο παραπάνω από καθόλου, «ΤΙΜI ΙΙ» λίγο λιγότερη από φυσιολογική και «ΤΙΜI ΙΙΙ» φυσιολογική ροή. Το γεγονός ότι η ροή αίματος της αρτηρίας της Ενάγουσας εντασσόταν στην κατηγορία «ΤΙΜI ΙΙ» οφείλεται στην επιτυχή θρομβόλυση που υποβλήθηκε στο Γ.Ν. Πάφου. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης, πότε θα έπρεπε η Ενάγουσα να υποβληθεί σε στεφανιογραφία και τοποθέτηση ενδοαγγειακού νάρθηκα, ο ΜΕ2 είπε ότι το ιδανικό και το ιατρικά ορθό θα ήταν εντός 24 ωρών μετά τη θρομβόλυση. Εκ των υστέρων ωστόσο διεφάνη ότι η Ενάγουσα δεν διέτρεξε οποιοδήποτε κίνδυνο, αλλά εκ των προτέρων δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτό. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης και εφόσον δεν υπήρξε επανεξέταση, το Δικαστήριο υπέβαλε διευκρινιστικές ερωτήσεις στο ΜΕ
- Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά πόσο, έχοντας ως δεδομένο ότι στα δημόσια νοσηλευτήρια γίνεται ιεράρχηση, θα έπρεπε η Ενάγουσα να υποβληθεί άμεσα στη στεφανιογραφία και τοποθέτηση ενδοαγγειακού νάρθηκα. Ο ΜΕ2 απάντησε ως ακολούθως: «Θα σας το πω διαφορετικά. Εάν το σύστημα επέτρεπε και υπήρχαν 10 ασθενείς, με ιεράρχηση από το 1 μέχρι το 10, σε ένα σωστό σύστημα με έμφραγμα μυοκαρδίου και οι δέκα θα έπρεπε να κάνουν εντός 24 ωρών. Αν δεν θα μπορούσαν να γίνουν δέκα και μπορούσαν να γίνουν τρεις, οι συνάδελφοι στο Νοσοκομείο ιεράρχησαν ότι υπήρχαν πιο επικίνδυνα περιστατικά φαντάζομαι και ιεράρχησαν να σταλούν εκείνα πιο σύντομα. Άρα για την ιεράρχηση δεν μπορώ να σχολιάσω εγώ. Απλά μπορώ να πω ότι η ασθενής όταν ήρθε σε εμάς ήταν σε καλή κατάσταση, είχε μια ομαλή εξέλιξη στην επέμβαση και ευτυχώς πήγε καλά. Τώρα αν αυτό σημαίνει ότι ήταν σωστή ιεράρχηση θα πρέπει να πω ναι, ανκαι δεν γνωρίζω ποιοί ήταν οι άλλοι εννέα για να σας πω ότι οι άλλοι εννέα ήταν σε χειρότερη ή καλύτερη κατάσταση. Αντιλαμβάνεστε.» O Δρ. Π. Μαυρομμάτης, Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του Γ.Ν. Πάφου, κατέθεσε ως ΜΥ
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 το έντυπο εγγραφής της Ενάγουσας στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Πάφου στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι εισήχθη στις 13.06.08 ώρα 09.15π.μ και διαγνώστηκε με κατώτερο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Αντιμετωπίστηκε το περιστατικό με θρομβόλυση και συγκεκριμένα χορηγήθηκε στην Ενάγουσα το φάρμακο Metalyse 7,5 ml. Όσο πιο έγκαιρα δοθεί το εν λόγω φάρμακο αποφεύγεται η ζημιά που μπορεί να προκληθεί στο μυοκάρδιο. Η Ενάγουσα μέσα στην ατυχία της φάνηκε τυχερή, καθώς υπέστη το έμφραγμα εντός του Γ.Ν. Πάφου και το φάρμακο χορηγήθηκε εντός της πρώτης «χρυσής ώρας». Όπως αναφέρεται και στο παραπεμπτικό (Τεκμήριο 5) η λειτουργία του μυοκαρδίου ήταν άριστη, δηλαδή το μυοκάρδιο δεν υπέστη βλάβη λόγω του εμφράγματος (good LVEF=60%). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι ασθενείς της Πάφου παραπέμπονταν στο επεμβατικό εργαστήριο του Γ.Ν. Λεμεσού. Για την παραπομπή στο Γ.Ν. Λεμεσού γινόταν ιεράρχηση των ασθενών. Συγκεκριμένα τα μεγάλα εμφράγματα, δηλαδή τα πρόσθια, χαρακτηρίζονταν ως τα πλέον σοβαρά και κρατούνταν οι ασθενείς για όσες ημέρες απαιτείτο και στέλλονταν στο Γ.Ν. Λεμεσού ως εσωτερικοί ασθενείς. Από την άλλη, τα μικρά εμφράγματα, δηλαδή τα κατώτερα, τα οποία υποβάλλονταν σε επιτυχή θεραπεία και τα οποία στην πορεία δεν παρουσίαζαν επιπλοκές θεωρείτο ασφαλές να δοθεί εξιτήριο στους ασθενείς και να αναμένουν 3 - 4 εβδομάδες στο σπίτι τους για να κληθούν για καθετηριασμό. Στην περίπτωση της Ενάγουσας συνέβη το δεύτερο από τα πιο πάνω αναφερόμενα, καθώς το έμφραγμα ήταν κατώτερο, η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε επιτυχή θρομβόλυση, το καρδιογράφημα ήταν θετικό και ο πόνος υποχώρησε. Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι το ιδανικό θα ήταν ο καθετηριασμός και η αγγειοπλαστική να γίνουν εντός 24 ωρών, ωστόσο δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα στα δημόσια νοσηλευτήρια. Για αυτό γίνεται ιεράρχηση των ασθενών. Όταν η σοβαρότητα της κατάστασης το απαιτεί, τότε παρακάμπτεται η ιεράρχηση και ο ασθενής υποβάλλεται άμεσα σε επέμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση η Ενάγουσα δεν διέτρεχε κίνδυνο, για αυτό και της δόθηκε εξιτήριο και οδηγίες με θεραπευτική αγωγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το παραπεμπτικό (Τεκμήριο 5) στάληκε στις 19.06.08, δηλαδή την ημέρα που δόθηκε εξιτήριο στην Ενάγουσα, έτσι ώστε να αξιολογηθεί και η μέχρι τότε πορεία της υγείας της. Δεν στάληκε από την πρώτη ημέρα το παραπεμπτικό διότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο παραμονής της παρουσιάζονταν επιπλοκές ή υπήρχαν άλλες ενδείξεις που συνηγορούσαν στο ότι θα έπρεπε να ζητηθεί η άμεση μεταφορά της στο Γ.Ν. Λεμεσού, θα έπρατταν αναλόγως. Πρόσθεσε δε ότι η ιεράρχηση των ασθενών γινόταν στη βάση του αριθμού των ασθενών, των επεμβατικών εργαστηρίων, των ιατρών και της σοβαρότητας της ασθένειας. Ερωτηθείς κατά πόσο με τη θρομβόλυση και τη θεραπευτική αγωγή που έλαβε στο Γ.Ν. Πάφου η Ενάγουσα δεν διέτρεχε πλέον κίνδυνο, ο ΜΥ1 απάντησε ότι ο κίνδυνος για τη ζωή της αποσοβήθηκε. Ωστόσο η μισόκλειστη αρτηρία δεν μπορούσε να ανοίξει πλήρως με τη θρομβόλυση. Επομένως, για την τελική θεραπεία του προβλήματος θα έπρεπε να υποβληθεί η Ενάγουσα σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική. Στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η πρακτική που ακολουθείται στο δημόσιο έρχεται σε αντίθεση με το ιατρικά ορθό και ιδανικό, ο ΜΥ1 είπε ότι έρχεται σε αντίθεση με το τι θα ήταν το ιδανικό, όχι όμως το ορθό. Η πρακτική που ακολουθήθηκε ήταν ορθή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να επανεξετάσει το ΜΥ1 και το Δικαστήριο υπέβαλε διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με την πρακτική που ακολουθείται στα δημόσια νοσηλευτήρια της Δημοκρατίας. Ο ΜΥ1 είπε ότι η πρακτική που ακολουθείται στην πατρίδα μας είναι κοινώς αποδεκτή και εφαρμόζεται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, καθώς δεν υπάρχουν οι δυνατότητες της κατ' ευθεία αγγειοπλαστικής στα οξέα εμφράγματα. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι είναι ειδικός καρδιολόγος και εργάζεται στο Γ.Ν. Πάφου από το
- Το παραπεμπτικό (Τεκμήριο 5) προς το Γ.Ν. Λεμεσού το σύνταξε η ίδια και το απέστειλε στις 19.06.
- Ανέφερε περαιτέρω ότι η θρομβόλυση δόθηκε στις Πρώτες Βοήθειες και σε 30 λεπτά τα συμπτώματα είχαν υποχωρήσει και το καρδιογράφημα επανήλθε στο φυσιολογικό. Μετά τον καθετηριασμό και την αγγειοπλαστική στην οποία υποβλήθηκε η Ενάγουσα σε ιδιωτική κλινική επανήλθε στο Γ.Ν. Πάφου για παρακολούθηση και εξέταση. Τέλος, είπε ότι η Ενάγουσα τούς είχε πληροφορήσει για το οικογενειακό της ιστορικό και λήφθηκε υπόψη κατά την αξιολόγηση της κατάστασης της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η πιθανότητα να είχε επιπλοκές η Ενάγουσα και να υποστεί νέο έμφραγμα ήταν η ίδια όπως ενός υγιούς ανθρώπου. Δεν αντιμετώπιζε αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Η ΜΥ2 δεν θυμόταν τι ελέχθη από την Ενάγουσα όταν την ενημέρωσε ότι θα απέστελλε παραπεμπτικό στο Γ.Ν. Λεμεσού. Σε ερώτηση του κ. Φωτίου σε σχέση με την απάντηση του Γ.Ν. Λεμεσού στο παραπεμπτικό, η ΜΥ2 είπε ότι δεν ενημερώνονται για την απάντηση αλλά ειδοποιείται απευθείας ο ασθενής. Επίσης, είπε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο ειδοποιήθηκε η Ενάγουσα από το Γ.Ν. Λεμεσού. Όλοι οι ιατροί μάρτυρες μου έκαναν καλή εντύπωση. Κατέθεσαν με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Κοινή συνισταμένη όλων των ιατρών (ΜΕ2, ΜΥ1 και ΜΥ2), ήταν ότι η θρομβόλυση διενεργήθηκε με επιτυχία στο Γ.Ν. Πάφου. Επίσης, ήταν κοινή θέση όλων των ιατρών, ότι ο καθετηριασμός και η αγγειοπλαστική πρέπει να διενεργηθεί το συντομότερο δυνατό μετά το έμφραγμα και το ιδανικό είναι όπως διενεργηθούν εντός 24 ωρών από το έμφραγμα. Δεν υπήρξε επίσης διαφωνία ως προς τα ευρήματα σε σχέση με την αρτηρία που παρουσίασε το πρόβλημα με αποτέλεσμα να υποστεί η Ενάγουσα το οξύ έμφραγμα. Μάλιστα, ο ΜΥ1 υιοθέτησε τα ευρήματα των ιδιωτών ιατρών, όπως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Ουσιαστικά υπάρχει ταύτιση στην ιατρική μαρτυρία που παρουσίασαν οι δύο πλευρές. Εκεί που φαίνεται να υπάρχει φαινομενική διάσταση, είναι στο κατά πόσο η ζωή της Ενάγουσας τέθηκε σε κίνδυνο ένεκα του γεγονότος ότι δεν υποβλήθηκε εντός 24 ωρών σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική. Oι ΜΥ1 και 2 δήλωσαν ότι η ζωή της Ενάγουσας δεν διέτρεχε κίνδυνο, αφού η θρομβόλυση ήταν επιτυχής, δόθηκε άμεσα μετά το έμφραγμα και κατά το πρώτο κρίσιμο 24ωρο, αλλά και τις επόμενες πέντε ημέρες που παρέμεινε στο Γ.Ν. Πάφου δεν παρουσιάστηκαν οποιεσδήποτε ανωμαλίες ή επιπλοκές. Περαιτέρω, οι ΜΥ1 και 2 ανέφεραν ότι ναι μεν δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο νέου εμφράγματος, όμως η Ενάγουσα δεν αντιμετώπιζε αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο υγιή άνθρωπο. Από την άλλη, στην κυρίως εξέταση του ΜΕ2, δεν τέθηκε ρητά το εν λόγω ερώτημα. Ο ΜΕ2 ρωτήθηκε γενικά για την πρακτική που ακολουθείτο κατά τον επίδικο χρόνο στα δημόσια νοσηλευτήρια και δη στο Γ.Ν. Πάφου, με την παροχή εξιτηρίου στον ασθενή για να κληθεί αργότερα προκειμένου να υποβληθεί σε επέμβαση. Ο ΜΕ2 διαφώνησε με την εν λόγω πρακτική, λέγοντας ότι υπάρχει καλύτερη επιλογή, δηλαδή η διενέργεια της επέμβασης το συντομότερο δυνατό. Στην αντεξέταση του, όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα κατά πόσο διέτρεχε κίνδυνο η Ενάγουσα, ο ΜΕ2 απάντησε ως εξής: «Εκ των υστέρων δεν έπαθε κάτι αλλά εκ των προτέρων γι' αυτό ενδείκνυται να γίνει σύντομα διότι ναι υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι πιο ψηλοί όσο πιο κοντά είσαι στο περιστατικό και γ' αυτό έχει καθιερωθεί να γίνεται σύντομα, για να μειώνονται αυτοί οι κίνδυνοι.» Συνάγεται από τα πιο πάνω, αλλά και από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ2, ότι ο τελευταίος δεν υποστήριξε ότι η υγεία της Ενάγουσας και κατά συνέπεια η ζωή της βρισκόταν σε υπαρκτό κίνδυνο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, οι κίνδυνοι είναι πιο ψηλοί όσο πιο κοντά είσαι στο περιστατικό. Συνέδεσε δηλαδή τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν, με το χρόνο εκδήλωσης του εμφράγματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα υπέστη το έμφραγμα στις 13.06.08 και παρέμεινε στο Γ.Ν. Πάφου μέχρι τις 19.06.
- Επομένως, παρήλθε όχι μόνο το πρώτο κρίσιμο 24ωρο (εντός του οποίου το ιδανικό είναι να γίνεται η επέμβαση), αλλά και ακόμα πέντε ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων η πορεία της υγείας της Ενάγουσας ήταν ομαλή. Το γεγονός ότι ο ΜΕ2 προέβη στην επέμβαση, δεν υποδηλοί ότι υπήρχε κάποιος άμεσος κίνδυνος. Άλλωστε, σημειώνω ότι δεν υπέβαλε αυθημερόν την Ενάγουσα στην επέμβαση, αλλά την επόμενη μέρα. Ο ΜΕ2, ωστόσο, καθηκόντως προέβη στην επέμβαση, διότι αυτό ήταν ιατρικά ορθό αφ' ης στιγμής η Ενάγουσα θα έπρεπε να υποβληθεί στην εν λόγω επέμβαση. Το ότι αυτό ήταν ιατρικά ορθό, όπως είδαμε από την μαρτυρία των ΜΥ1 και 2, δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΥ1, εάν βρισκόταν στη θέση του ΜΕ2 θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο. Το ότι όμως δεν υπήρχε άμεσος και πραγματικός κίνδυνος για τη ζωή της Ενάγουσας, επιβεβαιώνεται και από τα ίδια τα γεγονότα, δηλαδή την πορεία της υγείας της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, είναι κοινά αποδεκτό ότι το πρώτο κρίσιμο 24ωρο μετά το έμφραγμα δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιπλοκή ή πρόβλημα στην Ενάγουσα. Το φάρμακο για τη θρομβόλυση χορηγήθηκε άμεσα στην Ενάγουσα, στο χώρο των Πρώτων Βοηθειών όπου και υπέστη το επεισόδιο, και η θρομβόλυση ήταν επιτυχής, αφού το καρδιογράφημα εντός 30 λεπτών επανήλθε στα φυσιολογικά του επίπεδα. Επίσης, από τη μαρτυρία προκύπτει ότι για τις επόμενες ημέρες που παρέμεινε στο Γ.Ν. Πάφου, ήτοι μέχρι τις 19.06.08, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιπλοκή. Περαιτέρω, η Ενάγουσα αποτάθηκε σε ιδιωτική κλινική στις 22.06.08, τρεις ημέρες μετά την ημερομηνία εξόδου της από το Γ.Ν. Πάφου και εννέα ημέρες μετά το έμφραγμα, χωρίς και πάλι να παρουσιαστούν επιπλοκές. Σε κανέναν σημείο της μαρτυρίας της Ενάγουσας υπήρξε ισχυρισμός ότι ένιωσε ενοχλήσεις και για αυτό αποτάθηκε σε ιδιωτική κλινική. Τέλος, όταν αποτάθηκε στην ιδιωτική κλινική η επέμβαση δεν έγινε αυθημερόν αλλά την επόμενη ημέρα. Αν όντως η κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, θα ανέμενα ότι θα υποβαλλόταν αμέσως στην επέμβαση, ιδιαίτερα αφ' ης στιγμής δεν χρειαζόταν και δεν υποβλήθηκε σε οποιεσδήποτε εξειδικευμένες εξετάσεις στην ιδιωτική κλινική. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα στις 13.06.08 περί ώρα 09.15 και ενώ βρισκόταν στο Γ.Ν. Πάφου υπέστη οξύ κατώτερο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Άμεσα, στο χώρο του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Πάφου, τής έγινε θρομβόλυση με τη χορήγηση του φαρμάκου Metalyse 7,5 ml και ακολούθως μεταφέρθηκε στην εντατική μονάδα. Η θρομβόλυση ήταν επιτυχής, καθώς σε χρονικό διάστημα 30 λεπτών το καρδιογράφημα επανήλθε στα φυσιολογικά του επίπεδα. Μετά από τρείς ημέρες η Ενάγουσα μεταφέρθηκε από την εντατική μονάδα σε κανονικό θάλαμο ασθενών. Η πορεία της υγείας της ήταν χωρίς επιπλοκές και στις 19.06.08, δόθηκε εξιτήριο στην Ενάγουσα μαζί με οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή. Ταυτόχρονα με την έξοδο της, στις 19.06.08, η Δρ. Αριάδνη Στυλιανού έστειλε με τηλεομοιότυπο στην καρδιολογική κλινική του Γ.Ν. Λεμεσού παραπεμπτικό με το ιστορικό της Ενάγουσας προκειμένου να προγραμματισθεί ο καθετηριασμός και η περαιτέρω θεραπευτική αγωγή της Ενάγουσας. Κατά τον επίδικο χρόνο, οι ασθενείς της Πάφου εξυπηρετούνταν από την καρδιολογική κλινική του Γ.Ν. Λεμεσού. Κατά συνέπεια λάμβανε χώρα ιεράρχηση των ασθενών, αναλόγως της βαρύτητας του κάθε περιστατικού και των δυνατοτήτων του επεμβατικού εργαστηρίου του Γ.Ν. Λεμεσού. Η πρακτική που ακολουθείτο ήταν όπως σε ασθενείς με εμφράγματα του είδους της Ενάγουσας, τα οποία αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς με θρομβόλυση και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιπλοκή, δίδεται εξιτήριο με οδηγίες και θεραπευτική αγωγή. Αυτή η πρακτική ακολουθήθηκε και στην περίπτωση της Ενάγουσας. Οι εν λόγω ασθενείς σε περίοδο 3 - 4 εβδομάδων καλούνταν στο Γ.Ν. Λεμεσού για να υποβληθούν σε καθετηριασμό και να προγραμματισθεί η περαιτέρω θεραπευτική αγωγή. Στις 22.06.08, η Ενάγουσα αποτάθηκε σε ιδιωτική κλινική όπου υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία η οποία κατέδειξε ότι υπήρχε σοβαρή στένωση της δεξιάς αρτηρίας (99%) με τη ροή του αίματος όμως να είναι λίγο λιγότερη από φυσιολογική (ΤΙΜΙ ΙΙ). Την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 23.06.08 υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική και τοποθετήθηκε σε αυτήν ενδοαγγειακός νάρθηκας (stent). Υπήρξε ομαλή εξέλιξη στην επέμβαση και στις 24.06.08 εξήλθε της ιδιωτικής κλινικής. Για τη νοσηλεία της στην ιδιωτική κλινική, η Ενάγουσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των €8.980,
- Νομική πτυχή Η απαίτηση της Ενάγουσας, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης στηρίζεται στα άρθρα 7, 8, 9 και 172 του Συντάγματος, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτούσιο: «ΑΡΘΡΟΝ 7
- Έκαστος έχει το δικαίωμα ζωής και σωματικής ακεραιότητος.
- Ουδείς αποστερείται της ζωής αυτού, ειμή εις εκτέλεσιν ποινής επιβληθείσης δι' αποφάσεως αρμοδίου δικαστηρίου δι' αδίκημα, δι' ο προβλέπεται η ποινή αύτη υπό του νόμου. Νόμος δύναται να προβλέψη τοιαύτην ποινήν μόνον εις τας περιπτώσεις φόνου εκ προμελέτης, εσχάτης προδοσίας, πειρατείας κατά το διεθνές δίκαιον και επί αδικημάτων τιμωρουμένων δια ποινής θανάτου συμφώνως τω στρατιωτικώ ποινικώ νόμω.
- Η αποστέρησης της ζωής δεν θεωρείται παράβασις του παρόντος άρθρου, οσάκις προέρχεται εκ της χρήσεως της απολύτως αναγκαίας βίας, ότε και όπως ο νόμος ορίζη: (α) επί αμύνης προσώπου ή περιουσίας προς αποτροπήν αναλόγου και άλλως αναποτρέπτου και ανεπανορθώτου κακού, (β) προς διενέργειαν συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου, (γ) επί πράξεως γενομένης προς σκοπόν καταστολής ταραχών ή στάσεως. ΑΡΘΡΟΝ 8 Ουδείς υποβάλλεται εις βασανιστήρια ή εις απάνθρωπον ή ταπεινωτικήν τιμωρίαν ή μεταχείρισιν. ΑΡΘΡΟΝ 9 Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας. Ο νόμος θα προβλέψη περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. ΑΡΘΡΟΝ 172 Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Περαιτέρω, η Ενάγουσα επικαλείται και τα άρθρα 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), τα οποία περιέχουν ταυτόσημες ρυθμίσεις με τα άρθρα 7 και 8 του Συντάγματος αντίστοιχα. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας και θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και υπό το φως της αξιόπιστης μαρτυρίας. Συμπεράσματα Όπως έχει ήδη αναφερθεί η Ενάγουσα διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων της που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7, 8 και 9 του Συντάγματος και τα άρθρα 2 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Επίσης, η Ενάγουσα επικαλείται και το άρθρο 172 του Συντάγματος το οποίο καθιστά υπεύθυνη τη Δημοκρατία για κάθε ζημιογόνα άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων και των αρχών της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση του παραθέτει σωρεία αποφάσεων του Ε.Δ.Α.Δ στις οποίες γίνεται ανάλυση του άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α και των υποχρεώσεων που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο στα συμβαλλόμενα κράτη προς το σκοπό προστασίας του δικαιώματος στη ζωή. Ο κ. Φωτίου επικαλούμενος την εν λόγω νομολογία, υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία παρέλειψε να θεσπίσει κανονιστικό πλαίσιο με το οποίο να επιβάλλεται στα δημόσια νοσηλευτήρια η λήψη τέτοιων ικανών μέτρων ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία της υγείας και της ζωής των ασθενών. Κατά συνέπεια η πρακτική που ακολουθείτο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν, κατά τον κ. Φωτίου, αντίθετη με τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στη Δημοκρατία το άρθρο 7 του Συντάγματος και το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α, καθώς η ζωή της Ενάγουσας τέθηκε σε κίνδυνο λόγω της μη υποβολής της άμεσα σε χειρουργική επέμβαση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνεται ότι η ζωή της Ενάγουσας τέθηκε σε κίνδυνο λόγω του ότι δεν υποβλήθηκε άμεσα σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική. Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία και των τριών ιατρών (ΜΕ2, ΜΥ1 και ΜΥ2) το ιδανικό είναι όπως η αγγειοπλαστική διενεργείται εντός 24 ωρών από το έμφραγμα διότι σε αυτό το χρονικό διάστημα είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος ύπαρξης επιπλοκών. Το γεγονός ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν διενεργήθηκε το ιδανικό, που θα ήταν η υποβολή της Ενάγουσας εντός 24 ωρών σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική, δεν συνιστά, κατά την κρίση μου, παραβίαση του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Εν προκειμένω, τα γεγονότα επιβεβαιώνουν ότι οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου και κατ' επέκταση η Δημοκρατία έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ζωής και της υγείας της Ενάγουσας. Στο σύγγραμμα «Κράτος και Δικαιοσύνη» του Ιωάννη Δ. Σαρμά, το οποίο επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευσή του, στη σελ. 35 γίνεται αναφορά στην απόφαση Keenan κατά Ηνωμένου Βασιλείου ημερομηνίας 03.04.01, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα προληπτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνει το κράτος για διασφάλιση του άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α.: «... η εμβέλεια της θετικής υποχρέωσης πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη επιβάλλεται αδύνατο ή δυσανάλογο βάρος στις αρχές. Οιοσδήποτε προβαλλόμενος κίνδυνος δεν δύναται ως εκ τούτου να συνεπάγεται για τις αρχές μια απαίτηση εκ της Συμβάσεως προς λήψη επιχειρησιακών μέτρων για την πρόληψη της υλοποίησης αυτού του κινδύνου.» Αναμφίβολα, η διενέργεια της επέμβασης εντός του πρώτου 24ώρου αποτελούσε το ιδανικό σενάριο. Η συμμόρφωση της Δημοκρατίας προς τις υποχρεώσεις του άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και κατ' επέκταση του άρθρου 7 του Συντάγματος, δεν μπορεί να κριθεί όμως με βάση το τι θα ήταν το ιδανικό, καθώς κάτι τέτοιο θα επέβαλλε αδύνατο ή δυσανάλογο βάρος. Θεωρώ ότι η τήρηση των πιο πάνω υποχρεώσεων θα πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της παροχής κατάλληλης θεραπείας και φροντίδας προκειμένου να διασφαλιστεί η ζωή και η υγεία της Ενάγουσας βάσει του κινδύνου που αντιμετώπιζε και των πόρων του κράτους. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει, κατά την κρίση μου, και με το πνεύμα της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου Αναφορικά με την Εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής η οποία κυρώθηκε με το Νόμο 31(ΙΙΙ)/
- Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Δίκαιη πρόσβαση σε φροντίδα για την υγεία Τα Μέρη, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες υγείας και τους διαθέσιμους πόρους, λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα με σκοπό την παροχή, μέσα στη δικαιοδοσία τους, δίκαιης πρόσβασης στη φροντίδα για την υγεία κατάλληλης ποιότητας.» Στην προκείμενη περίπτωση, δόθηκε η κατάλληλη υπό τις περιστάσεις θεραπεία και αντιμετωπίστηκε ορθά το πρόβλημα υγείας της Ενάγουσας. Η θρομβόλυση διενεργήθηκε άμεσα και ήταν επιτυχής, η Ενάγουσα παρέμεινε στο Γ.Ν. Πάφου από τις 13.06.08 μέχρι τις 19.06.08, κατά την παραμονή της δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιπλοκή και χορηγήθηκε εξιτήριο όταν κρίθηκε από τους θεράποντες ιατρούς ότι ήταν ασφαλές για την Ενάγουσα και αφού της δόθηκαν κατάλληλες οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή. Η πορεία δε της υγείας της ήταν ομαλή, γεγονός που καταδεικνύει την ορθότητα των ενεργειών των ιατρών του Γ.Ν. Πάφου. Όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 1, η ροή του αίματος στην αρτηρία που παρουσίασε το πρόβλημα κατατάχθηκε στην κατηγορία «ΤΙΜΙ ΙΙ», δηλαδή λίγο λιγότερη από φυσιολογική. Επικαλείται επίσης ο κ. Φωτίου την υπόθεση Α. Βαριάνου ν. Δρ. Α. Βορκά (βλ. ανωτέρω) εισηγούμενος ότι ένας ιατρός δεν μπορεί να αποφύγει την ιατρική αμέλεια ακόμα κι αν αποδείξει ότι ακολούθησε μια καθιερωμένη πρακτική η οποία είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών. Καταρχάς να σημειώσω ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν προωθήθηκε στη βάση της ιατρικής αμέλειας. Ούτε στην Έκθεση Απαίτησης δίδονται λεπτομέρειες τέτοιας αμέλειας, αλλά ούτε και με τη μαρτυρία προωθήθηκε αυτή η γραμμή. Αντιθέτως, τόσο η Ενάγουσα όσο και ο ΜΕ2 υποστήριξαν ότι οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου λειτούργησαν ορθά. Εν πάση περιπτώσει η επίκληση της εν λόγω απόφασης δεν είναι χρήσιμη, καθώς αυτό το οποίο εξετάστηκε από το Εφετείο ήταν κατά πόσο εφαρμόστηκε σωστά από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης το καλούμενο από την Αγγλική νομολογία ως "Bolam Test". Συγκεκριμένα εξετάστηκε η εφαρμογή του "Bolam Test" σε σχέση με την υποχρέωση ενός ιατρού να προειδοποιήσει τον ασθενή για τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από μία επέμβαση σε συνάρτηση με την αρχή της ελεύθερης παροχής συγκατάθεσης ενός ασθενή μετά από πλήρη ενημέρωση και γνώση των κινδύνων που ενέχει μία θεραπεία στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παράλειψης πληροφόρησης της Ενάγουσας προτού η τελευταία συγκατατεθεί στη διενέργεια συγκεκριμένης επέμβασης. Το παράπονο της Ενάγουσας εστιάζεται στο ότι δεν υποβλήθηκε άμεσα σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική. Καθίσταται επομένως σαφές ότι τα γεγονότα της πιο πάνω αναφερόμενης υπόθεσης δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα. Αναφορικά τώρα με τα άρθρα 8 και 9 του Συντάγματος και το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα έχει υποβληθεί σε βασανιστήρια, ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση. Δεν υπάρχει επίσης ίχνος μαρτυρίας ότι πλήγηκε το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως της Ενάγουσας. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία τόσο της ίδιας όσο και του ΜΕ2, οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου αντιμετώπισαν ορθά το οξύ έμφραγμα που υπέστη η Ενάγουσα και επίσης σωστά έγινε στην Ενάγουσα η θρομβόλυση. Η ίδια άλλωστε δήλωσε κατά τη μαρτυρία της ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τους ιατρούς του Γ.Ν. Πάφου. Σημειώνω επίσης ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της ουδέν αναφέρει περί παραβίασης των εν λόγω άρθρων στην τελική του αγόρευση. Είναι επομένως φανερό από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί και από τα ευρήματα που έχουν εκτεθεί ανωτέρω ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των άρθρων 7, 8 και 9 του Συντάγματος και κατά συνέπεια και των άρθρων 2 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α. Αυτό το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν υποβλήθηκε άμεσα σε καθετηριασμό και σε περαιτέρω θεραπευτική αγωγή συνιστά άδικο ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη εν τη εννοία του άρθρου 172 του Συντάγματος. Στο σύγγραμμα «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α.Ν. Λοΐζου στις σελίδες 409 - 412 αναλύεται το άρθρο 172 του Συντάγματος και συγκεκριμένα στη σελ. 410 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «... Η Πολιτεία ευθύνεται για τις παράνομες πράξεις των λειτουργών της παρά το γεγονός ότι δεν έχει θεσπιστεί νόμος όπως προβλέπεται από το Άρθρο 172 που να ρυθμίζει την ευθύνη της Δημοκρατίας στον τομέα αυτό. Το Άρθρο 172 δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα αφού οι διατάξεις του είναι δηλωτικές και οριστικές των δικαιωμάτων που δημιουργούνται ώστε να μπορούν να επιβάλλονται χωρίς περαιτέρω ρύθμιση και εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου.» Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα μνημονεύεται και η υπόθεση Symeon Georghiou v. The Attorney General
(1982)1 C.L.R. 938, στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση των προηγούμενων αυθεντιών που αναφέρονται στο άρθρο 172 του Συντάγματος και ερμηνεύεται η εμβέλεια του. Η ερμηνεία του άρθρου 172 του Συντάγματος, όπως προκύπτει από την υπόθεση Symeon Georghiou, συνοψίζεται ως ακολούθως στη σελ. 411 του συγγράμματος «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας»: «Η έννοια της φράσης «εν τη ασκήσει των καθηκόντων» εμπεριέχει την εκτέλεση των καθηκόντων που επιτάσσει νόμος και καλύπτει περιπτώσεις ζημίας που προέρχεται από «άδικη» εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων των, είτε εκ προθέσεως είτε τυχαία. Η φράση «κατ' επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων των» περικλείει «άδικες πράξεις» μέσα στην έννοια του Άρθρου 172 οι οποίες διαπράττονται από λειτουργούς ή Αρχές της Δημοκρατίας ενώ ασκούν ή διεκδικούν ότι ασκούν καθήκοντα συνδεδεμένα με το αξίωμα τους αλλά όχι στην πραγματικότητα ή νομικά, με άλλα λόγια περιπτώσεις υπέρβασης του αξιώματός των. Η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη είναι εκείνη η οποία προκαλεί ζημιά ή έχει δυσμενή αποτελέσματα στα δικαιώματα του επηρεαζομένου προσώπου και για να είναι αγώγιμος η πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι «άδικος». Η λέξη άδικη υποδηλοί ότι η πράξη έγινε χωρίς εξουσιοδότηση ή δικαίωση από νόμο, μια και η εξουσία των λειτουργών της Πολιτείας πηγάζει από το νόμο ή τους νόμους με τους οποίους δημιουργούνται οι θέσεις των, καθορίζουν τα καθήκοντα των και ρυθμίζουν την εκτέλεσή των υπό την αίρεση πάντοτε των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η υπέρβαση εξουσίας ή αξιώματος είναι η βάση της ευθύνης της Δημοκρατίας. Η άδικη πράξη ή παράλειψη πρέπει να έχει προκαλέσει «ζημία», η οποία μέσα στην έννοια αυτή υποδηλοί απώλεια και ζημία η οποία επανορθώνεται με κατάλληλη επιδίκαση αποζημιώσεων που αποκαθιστούν τα δικαιώματα του ατόμου που υπέστη τη ζημία. Κατ' αρχήν δεν περιλαμβάνουν οι αποζημιώσεις κάτω από τη διάταξη αυτή παραδειγματικές αποζημιώσεις, εκτός εάν ο εργοδότης ενθαρρύνει την παράνομη πράξη.» Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 2075, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το πρωτόδικο δικαστήριο, με επάρκεια, εξέτασε την πιθανή ευθύνη του εφεσίβλητου με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος και καθοδηγήθηκε από την υπόθεση Georghiou v.The Attorney General
(1982)1 C.L.R. 938 καταλήγοντας στο ορθό συμπέρασμα ότι το άρθρο εκείνο δεν μπορούσε να αποτελέσει στέρεη βάση για την αξίωση των εφεσειόντων-εναγόντων. Το άρθρο εκείνο αφορά σε ζημιογόνες και άδικες πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους, για τις οποίες ευθύνεται η Δημοκρατία. Τέτοια πράξη πρέπει να είναι χωρίς εξουσιοδότηση ή έρεισμα στο νόμο.» Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι οι ιατροί ή γενικά το προσωπικό του Γ.Ν. Πάφου ενήργησε στην προκείμενη περίπτωση χωρίς εξουσιοδότηση ή έρεισμα στο Νόμο ή καθ' υπέρβαση του Νόμου. Η μη υποβολή της Ενάγουσας άμεσα σε καθετηριασμό και σε περαιτέρω θεραπευτική αγωγή δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε νομοθέτημα. Αντιθέτως, στην περίπτωση της εφαρμόστηκε η πρακτική που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το άρθρο 172 του Συντάγματος δεν τυγχάνει επομένως εφαρμογής στα επίδικα γεγονότα, αφού δεν έχει συντελεστεί οποιαδήποτε άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας κατά παράβαση ή καθ' υπέρβαση του Νόμου. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω το παράπονο της Ενάγουσας εντοπίζεται στο σύστημα ή την πρακτική που ακολουθείτο κατά τον επίδικο χρόνο, στη βάση του οποίου ενήργησαν οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου ενήργησαν σύμφωνα με την πρακτική που εφαρμοζόταν κατά τον επίδικο χρόνο, δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα. Ούτε και προωθήθηκε η θέση ότι ίσχυε άλλη πρακτική την οποία παραβίασαν ή δεν ακολούθησαν οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου στην περίπτωση της Ενάγουσας. Οι όποιες αδυναμίες του συστήματος δημόσιας υγείας και της πρακτικής που εφαρμοζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν δημιουργούν κατά την κρίση μου αγώγιμο δικαίωμα στη βάση του άρθρου 172 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε άμεσα σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα κατέφυγε σε κλινική δεν ήταν το αποτέλεσμα οποιασδήποτε άδικης πράξης ή παράλειψης, αλλά το αποτέλεσμα της δικής της ελεύθερης επιλογής προκειμένου να λάβει ταχύτερη θεραπεία. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων, έτσι ώστε να υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος στην περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η κατάληξη μου για απόρριψη της αγωγής. Η Ενάγουσα αξιώνει ποσό ύψους €8.900,00 ως ειδικές αποζημιώσεις και επιπρόσθετα αξιώνει γενικές, καθώς και τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ξεκινώντας από τις ειδικές αποζημιώσεις είναι καλά γνωστή η αρχή ότι αυτές πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια (Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α
(1999)1 Α Α.Α.Δ. 687). Οι ειδικές αποζημιώσεις που διεκδικεί η Ενάγουσα αφορούν το ποσό που κατέβαλε στην ιδιωτική κλινική. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αμφισβητήθηκε ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το προαναφερόμενο ποσό στην ιδιωτική κλινική για τη νοσηλεία της. Μάλιστα, η σχετική απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 2), κατατέθηκε χωρίς ένσταση και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέταση επί του εν λόγω ζητήματος. Ανοίγω μία παρένθεση εδώ για να σημειώσω ότι στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται ότι το ποσό που καταβλήθηκε στην ιδιωτική κλινική ήταν €8.980,00, δηλαδή μεγαλύτερο κατά €80,00 από το δικογραφημένο ποσό. Κλείνοντας την εν λόγω παρένθεση, θεωρώ ότι στη βάση των πιο πάνω η Ενάγουσα έχει αποδείξει το ποσό των €8.900,00 που διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις. Το θύμα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαιούται σε επιδίκαση αποζημιώσεων, ανεξαρτήτως του αν οι εν λόγω παραβιάσεις συνιστούν αστικά αδικήματα (Γιάλλουρος ν. Δημοκρατίας
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558). Τα νομολογηθέντα στη Γιάλλουρος (ανωτέρω) επαναδιατυπώθηκαν στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 44/13 ημερομηνίας 19.11.15 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α, όπου εξετάστηκε και πάλι το μέτρο των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό» Στην προκείμενη περίπτωση, πέραν της ειδικής ζημιάς για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί οποιαδήποτε μη υλική ή ηθική ζημία έτσι ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση επιπρόσθετων αποζημιώσεων. Η θεραπεία που της χορηγήθηκε στο Γ.Ν. Πάφου ήταν η ενδεδειγμένη, όσον αφορά τουλάχιστον την αρχική αντιμετώπιση του περιστατικού, κατά την δε παραμονή της στο Γ.Ν. Πάφου και στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να αποταθεί στην ιδιωτική κλινική δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε επιπλοκές. Επίσης, όταν αποτάθηκε στην ιδιωτική κλινική ήταν σε καλή κατάσταση και η μετέπειτα εξέλιξη της υγείας της ήταν ομαλή. Κατά συνέπεια η μη άμεση υποβολή της σε καθετηριασμό και αγγειοπλαστική στο Γ.Ν. Πάφου δεν της προκάλεσε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στον τρόπο ζωής της, ούτε και υπέστη οποιαδήποτε βλάβη στην υγεία της. Ούτε ασφαλώς δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ό, τι προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ακραία αλαζονική ή καταπιεστική συμπεριφορά για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α, ανωτέρω). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης πόρρω απέχουν από το να δικαιολογούν την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Άλλωστε και από την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας φαίνεται ότι η εν λόγω αξίωση έχει εγκαταλειφθεί αφού καμία αναφορά γίνεται σε αυτήν. Κατά συνέπεια η δίκαιη υπό τις περιστάσεις αποζημίωση για την Ενάγουσα θα ήταν το ποσό των €8.900,00 πλέον το εκάστοτε νόμιμο επιτόκιο από τις 24.06.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Κατάληξη Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων και άρθρο 172 του Συντάγματος - Επιδίκαση ειδικών, γενικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο